Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Τουρκία, τα Σεπτεμβριανά του 1955


H 6 του Σεπτέμβρη είναι η μαύρη επέτειος των τραγικών γεγονότων που  προκάλεσαν οι Τούρκοι στον ελληνισμό  της Πόλης κυρίως, αλλά και  της Σμύρνης στις 6 και 7 Σεπτέμβρη του 1955. 
             Κατευθυνόμενος τουρκικός όχλος οπλισμένος με τσεκούρια, λοστούς και ρόπαλα, κασμάδες και φτυάρια, μπιτόνια βενζίνης κλπ,  είχε εξαπολυθεί τότε εναντίον των Ελλήνων αξιωματικών του κλιμακίου (ΝΑΤΟ) της Σμύρνης και των οικογενειών τους αλλά και ολοκλήρου του ελληνικού στοιχείου και στην Πόλη, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας, προβαίνοντας σε βιασμούς ανδρών και γυναικών, βανδαλισμούς και εξανδραποδισμούς, καταστροφές των περιουσιών τους και άλλα θεάρεστα. 
              Τα ελληνικά ΜΜΕ και η τότε κυβέρνηση προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το θέμα, που όμως δεν μπορούσε να κουκουλωθεί και να περάσει απαρατήρητο, και γίνανε  κάποιες διαμαρτυρίες τις πρώτες ώρες, προαναγγέλλοντας και κινητοποιήσεις σωματείων για συγκεντρώσεις που θα εκφράζανε την αγανάκτηση του κόσμου.
                             Σημαδιακή όμως υπήρξε και για μένα εκείνη η ημέρα, καθώς δεκαεννιάχρονος τεχνίτης Σοβατζής τότε, ήμουν γενικός γραμματέας του σωματείου μου των σοβατζήδων – Σύνδεσμος Αμμοκονιαστών Αθηνών –  συμμετείχα με την υπογραφή μου για λογαριασμό του σωματείου μου σε έγγραφη διαμαρτυρία 22 ακόμα σωματείων του Εργατικού Κέντρου Αθηνών για τις τουρκικές αυτές  ωμότητες σε βάρος του ελληνικού στοιχείου η οποία δημοσιεύτηκε στις πρωινές εφημερίδες της επομένης.
 Κατά το  απόγευμα που πήγα στο  γραφείο του σωματείου μου στο Εργατικό Κέντρο και προτού προλάβω να ανοίξω τα χαρτιά για τη συνήθη γραφική εργασία, να σου δυο Ασφαλίτες από το «Συνδικαλιστικό» της Ασφάλειας που κινητοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει τα σωματεία και να μην γίνουν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας  – εκείνα τα χρόνια η Ασφάλεια παρακολουθούσε δημοσίως τα πάντα, των Πανεπιστημίων συμπεριλαμβανομένων με το περίφημο «Σπουδαστικό» – οι οποίοι άρχισαν να με επιπλήττουν και να με απειλούν επειδή είχα υπογράψει το κείμενο διαμαρτυρίας  μαζί με τα άλλα σωματεία.
        Τέλοσπάντων, άμαθος ακόμα από τα τερτίπια του μετεμφυλιακού κράτους και παρακράτους και άπειρος, αλλά και χωρίς να γνωρίζω φόβο – λόγω ηλικίας προφανώς – κατέληξα να τους επιπλήξω λέγοντάς τους: Καλά, δεν ντρεπόσαστε, Έλληνες αστυνομικοί που αντί να με επαινείτε γιατί συμμετέχω με τη διαμαρτυρία μου κατά των τουρκικών ωμοτήτων σε βάρος του ελληνισμού με απειλείτε κι από  πάνω;
Κι έτσι, εκείνη την ημέρα έμαθα από τους δυο αυτούς Ασφαλίτες του «Συνδικαλιστικού» ότι είμαι κομμουνιστής!
      Το ωραίο είναι ότι στην πρώτη συνεδρίαση του ΔΣ, και επειδή κυριαρχούσαν ακόμα στο συνδικαλιστικό κίνημα οι εμφυλιοπολεμικοί Μακρής πρόεδρος της ΓΣΕΕ και Λυκιαρδόπουλος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, τα «άκουσα» και από τους δεξιούς συναδέλφους!
Και, έτσι για την ιστορία, να θυμίσω:
Οι Τούρκοι απέδωσαν στους κομμουνιστές τα γεγονότα, ο ισχυρισμός τους όμως κατέρρευσε αμέσως από τις αναφορές των ξένων πρεσβειών στις κυβερνήσεις τους, που καταλόγισαν τις ευθύνες στην Τουρκική κυβέρνηση και τον όχλο.
Το εγκληματικό πογκρόμ των Τούρκων εκείνη την ημέρα είχε ως αποτέλεσμα:
-Τον φόνο 16 και τον τραυματισμό 32 Ελλήνων.
- Τον βιασμό 12 Ελληνίδων.
- Τον βιασμό και την περιτομή πολλών ανδρών, αλλά
και την περιτομή πολλών ιερέων.
- Την καταστροφή και λεηλασία χιλιάδων ελ. εμπορικών καταστημάτων
-Την λεηλασία και καταστροφή χιλίων περίπου ελληνικών κατοικιών
- την καταστροφή εκκλησιών, εργοστασίων κλπ.
Την αξία των καταστροφών - εκτός από τους βιασμούς, φόνους και τραυματίες - η τότε κυβέρνηση Παπάγου υπολόγισε σε πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια. Οι αποζημιώσεις όμως που δόθηκαν δεν κάλυψαν ούτε το 20%.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Το πανηγύρι στο χωριό μας παλιότερα και τώρα


 Τα καζάνια βράζουν τις γκιόσες.

                    Για να μιλήσουμε για τα πανηγύρια στα χωριά μας, τις μικρές κοινότητες της Ηραίας, θα πρέπει να γυρίσουμε νοερά πίσω στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, σε εποχές που οι συνθήκες ζωής ήσαν εντελώς διαφορετικές από την σημερινή. Σε εποχές που δεν υπήρχαν ακόμα συγκοινωνίες στη Γορτυνία και που οι επικοινωνίες γίνονταν μέσω των ταχυδρομείων με γράμματα (επιστολές) που καμιά φορά φθάνανε στον παραλήπτη τους (και αν φθάνανε) ύστερα από μήνες. Αυτοκίνητο, σταθερά και κινητά τηλέφωνα, ραδιόφωνο τηλεόραση και διαδίκτυο, ηλεκτρονική ενημέρωση και όλα αυτά που απολαμβάνουμε σήμερα, η γενιά μου στα μικράτα της ούτε στα όνειρα της δεν μπορούσε να τα φανταστεί.
            Απομονωμένα ζούσαν τα χωριά μας εκείνες τις εποχές επιβιώνοντας οι κάτοικοι  με την οικιακή τους οικονομία που στηριζόταν στη γεωργία και την μικροκτηνοτροφία με μοναδικό μεταφορικό μέσο το μουλάρι και το γαϊδούρι, και που οι οχτώ από τις δέκα οικογένειες συνήθως δεν κατάφερναν να εξασφαλίζουν το απαραίτητο ψωμί της χρονιάς για τις πολυμελείς οικογένειές τους. Σε τέτοιες συνθήκες φτώχειας, απομόνωσης και σκληρής βιοπάλης το πανηγύρι ήταν η κορυφαία ετήσια λατρευτική εκδήλωση στον προστάτη Άγιο ή Αγία του χωριού, παράλληλα όμως και ημέρα γλεντιού, φαγητού και ξεφαντώματος των κατοίκων.
        Και όταν μιλάμε για γλέντια και ξεφαντώματα μην πάει ο νους σας στις σημερινές εικόνες των πανηγυριών με τις σούβλες, τις ψητές γουρνοπούλες και τα καζάνια που βράζουνε τις γκιόσες, ή στις άμεμπτες εξυπηρετήσεις από εταιρίες Κέττερινκ. Ούτε και στις ζυγές τα όργανα με τα ηλεκτρονικά τους βοηθήματα τα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα όπως τα βλέπουμε στα σημερινά πανηγύρια. Αυτά αρχίσανε από το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα και εδώθε. 
 
  Την ημέρα του πανηγυριού  κάποιοι που είχαν ένα μαγαζάκι στο χωριό στήνανε τον πάγκο τους που πουλάγανε κρασί στις ανδρικές παρέες προσφέροντας και κάνα μεζέ για το κρασί τους, κάποιος άλλος έστηνε έναν πάγκο και πούλαγε καραμέλες και γλειφιτζούρια για τα παιδιά αλλά και καμιά σφεντόνα, κάποιος έφερνε να πουλήσει κάτι άλλο- εκεί στον προαύλιο και τον περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας κάτω από τα πουρνάρια, αφού ισιώνανε κάπως το χώμα. Θυμάμαι την εντύπωση που είχε κάνει κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’40 στο χωριό μας το ότι ένας Καρασαναίος είχε φέρει και πούλαγε καρπούζι. Που πρώτη φορά το βλέπαμε.
      Ούτε πανηγυρίστρες όπως πχ έχουν διαμορφωθεί σήμερα στου Ψάρι, στου Ράφτη και σε όλα σχεδόν τα χωριά υπήρχαν τότες. Πάντα βρισκότανε ένα κλαρίνο και ένα ούτι που ξεκινάγανε το γλέντι μετά την εκκλησία, και αν υπήρχε και βιολί κάνανε την καλύτερη ορχήστρα και ο μπουχός από το χορό σηκωνόταν σύννεφο!
    Κάποιες ευκαιρίες για ομαδικό γλέντι και ξεφάντωμα  παρουσιάζονταν στις απόκριες που ντύνονταν και μπούλες (μασκαράδες), και σε μικρότερη κλίμακα στους γάμους, στο πανηγύρι όμως παράλληλα με το ομαδικό, κυριαρχούσε το αυθόρμητο και το συλλογικό, δεμένα με την παράδοση και την πολιτισμική ταυτότητα του χωριού. Οι άνδρες που σκοτώνονταν ολόκληρο το χρόνο και σε όλες τις εποχές του στη δουλειά είχαν κι αυτοί δικαίωμα εκείνη την ημέρα να φάνε και να πιούνε κάτι παραπάνω, να τραγουδήσουνε και να χορέψουνε, να μιλήσουνε με τους συγχωριανούς, να αστειευτούν και να ξεδώσουν. Και για τις γυναίκες λέφτερες και παντρεμένες η ημέρα του πανηγυριού ήταν μια ευκαιρία να περιποιηθούνε κάπως ιδιαίτερα τον εαυτό τους, να ντυθούνε με τις καλύτερες φορεσιές τους, να τραγουδήσουνε και να χορέψουν χωρίς φραγμούς
          Στα παλιότερα χρόνια, αγόρια και κορίτσια δεν επιτρεπόταν ούτε να κοιτάξει το ένα το άλλο, στο πανηγύρι όμως παρουσιαζόταν η ευκαιρία να ανταμωθούν και να πιαστούνε στο χορό, να χορέψουν και να τραγουδήσουνε, να δείξουν και τις χορευτικές τους δεξιότητες η να τραγουδήσουν τα τραγούδια που τους άρεσαν, να εντυπωσιάσουν, και ναι, και για κάποιο ανεπαίσθητο άγγιγμα στο χέρι, εκεί στο χορό. Η λέξη «καμάκι» ήταν άγνωστη ακόμα, οι όλο σημασία φλογερές ματιές και τα νυφοδιαλέγματα όμως ήσαν στην ημερησία διάταξη εκείνη την ημέρα. Χορεύανε ομαδικά σε ζυγές (κύκλους ) με σεβασμό στους άλλους, ιδιαίτερα σε εκείνον ή εκείνη που σέρνανε πρώτοι το χορό κάνοντας τις φιγούρες τους, και μόλις τελείωνε το τραγούδι που χόρευαν πηγαίνανε στο τέλος του κύκλου παραχωρώντας τη σειρά στον επόμενο.
                 
 Ψάρι Ηραίας.
 
Το πανηγύρι δεν ήταν μόνο για τους ντόπιους η κορυφαία, η μοναδική ευκαιρία της χρονιάς για το συλλογικό τους αντάμωμα, τις ώρες ξεγνοιασιάς, τον χορό, το ομαδικό τραγούδι και το ξεφάντωμα. Ήταν μια ευκαιρία μια φορά το χρόνο να επικοινωνήσουν και με γειτονικά χωριά, να συναντηθούν με συγγενείς από γάμους κυρίως και φίλους που έρχονταν σαν προσκυνητές την ημέρα εκείνη, άλλοι ποδαράτο και άλλοι  καβάλα πάνω στα μουλάρια τους με τις πολύχρωμες χάντρες στα καπίστρια τους και τα σαμάρια τους τα σκεπασμένα με περίτεχνα πλουμιστά κιλίμια ή κουβέρτες υφασμένα στον αργαλειό,  πραγματικά έργα τέχνης.
                 Μετά τον πόλεμο οι κοινωνικές συνθήκες αρχίζουν να αλλάζουν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 αρχίζει η μετανάστευση, πολλά νέα παιδιά φεύγουν για το εξωτερικό, Αυστραλία Γερμανία Καναδά κλπ, θεριεύει όμως και το κύμα της αστυφιλίας και μικροί και μεγάλοι εγκαταλείπουν τα χωριά και φεύγουν στις πόλεις για μια καλύτερη ζωή. Οι Ψαραίοι καταφεύγουμε στην Αθήνα κυρίως κάνοντας δουλειές του ποδαριού στην αρχή, πολλοί απορροφούνται στην πώληση λαχείων Λαϊκού και Συντακτών που άκμαζε εκείνη την εποχή, άλλοι στην πώληση εφημερίδων και ακόμα περισσότεροι βρίσκουν εύκολα μεροκάματο στο γιαπί, καθώς η οικοδομή είναι ο κλάδος που αναπτύσσεται αλματωδώς. Σαν ανειδίκευτοι εργάτες στην αρχή, που μέσα σε δυο τρία χρόνια το πολύ αρκετοί γίνονται τεχνίτες, χτιστάδες, σοβατζήδες, καλουπατζήδες κλπ.
                      Η νόστος όμως για το χωριό, ο καημός για τους δικούς του και τα πάτρια, τα άγια χώματα, είναι ισχυρά συναισθήματα ριζωμένα βαθιά μέσα στην ψυχή του Έλληνα, και το πανηγύρι παίζει συνδετικό ρόλο και γίνεται πόλος έλξης των ξενιτεμένων για το χωριό. Δύσκολα χρόνια, σκληρός ο αγώνας για την επιβίωση, αλλά, είτε δουλειές του ποδαριού κάνει κάποιος στην Αθήνα είτε μεροκαματιάρης είναι, θέλει να έρθει στο χωριό  τ’ Αγιαννιού στις 29 Αυγούστου που γίνεται το πανηγύρι, να ιδεί τους δικούς του, να προσκυνήσει τη χάρη του και να χορέψει, να ρίξει κάνα χαρτονόμισμα στα όργανα όταν χορέψει, να κάνει κάνα κέρασμα, να δειχτεί και να φανεί στο χωριό με το κουστούμι του ότι είναι «κύριος» πλέον, ότι είναι κάποιος. Το ότι η συγκοινωνία φθάνει μόνο μέχρι τη Δημητσάνα και θα χρειαστεί  να κάνει τρεις τέσσερεις ώρες πορεία μέσα από μουλαρόδρομους για να φθάσει στο χωριό, λίγο μετράει.
                     Από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα το βιοτικό επίπεδο καλυτερεύει σταδιακά, εμφανίζονται και τα πρώτα Ι. Χ αυτοκίνητα που κάνουν πιο εύκολη την επικοινωνία και την κυκλοφορία των ανθρώπων, κυκλοφορεί χρήμα στα χωριά, και με την συμβολή και των ξενιτεμένων που επισκέπτονται τα χωριά τους εκείνες τις ημέρες που τιμούν τον προστάτη Άγιο τους κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, τα πανηγύρια βελτιώνονται πολύ. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, αφού ηλεκτροδοτείται η  Αρκαδία βελτιώνονται και οι κομπανίες των μουσικών και οι ζυγές τα όργανα με μεγάφωνα μικρόφωνα και ενισχυτές, και όταν πανηγυρίζουν οι Ψαραίοι τα κλαρίνα ακούγονται στου Σέρβου, έξι εφτά χιλιόμετρα απόσταση σε ευθεία γραμμή πάνω από τα ρουμάνια και τις βουνοκορφές και αντίστροφα. Πέφτει πολλή χαρτούρα στα κλαρίνα όχι μόνο από εκείνους που σέρνουν πρώτοι το χορό με κάθε τραγούδι, αλλά και από συγγενείς όταν χορεύει κάποιος δικός τους. Η γιαγιά π.χ θα σηκωθεί να ρίξει το κατιτίς της στα όργανα όταν χορεύει  η εγγονή της, ή η πεθερά όταν χορεύει η νύφη ή ο γαμπρός, και άλλα τέτοια.

  Χορός στην πανηγυρίστρα.

        Ο προστάτης Άγιος των Ψαραίων, ο Αγιάννης ο νηστευτής, τιμάται με αυστηρή νηστεία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πιστοί γλεντάνε και χορεύουνε νηστικοί. Από νωρίς την παραμονή, με τη φροντίδα της Αδελφότητας των Ψαραίων, βράζουν σε φωτιές από χοντρά ξύλα καζάνια με γίδα και προβατίνα, στον θαυμάσια διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας, ψήνεται και καμιά γουρνοπούλα στο φούρνο,και μετά τον εσπερινό ξεκινάει το φαγοπότι, εκεί στην εξαίρετη και ευρύχωρη πανηγυρίστρα, σε ένα πραγματικά ειδυλλιακό τοπίο κάτω από τα αιωνόβια πουρνάρια και τις καρυδιές. Είναι έτοιμη και η εξέδρα με τα όργανα στη θέση τους, και μετά το φαγητό αρχινάει ομαδικός συλλογικός χορός με γνήσια παραδοσιακή δημοτική μουσική που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.
                 Την επομένη, ανήμερα τ’ Αγιαννιού μετά την δοξολογία, γίνονται από τους πιστούς οι προσφορές και τα τάματα στην εκκλησία, όπως και οι διάφορες ανακοινώσεις της Αδελφότητας Ψαραίων και αργότερα προσφέρονται αυστηρώς νηστήσιμα εδέσματα. Το παραδοσιακό φαγητό των Ψαραίων την ημέρα τ’ Αγιαννιού είναι πατατούλες στο φούρνο με ντομάτα και κρεμμύδι χωρίς λάδι. Το απόγευμα μετά τον εσπερινό, το πανηγύρι συνεχίζεται με τον κόσμο να απολαμβάνει τα νηστήσιμα ενώ τα καζάνια με τα σφαχτά βράζουνε δίπλα από την πανηγυρίστρα. Κατά τις 10 το βράδυ συνήθως, ο παπάς ανακοινώνει στους Ψαραίους ότι επειδή είναι καλοί χριστιανοί και πιστοί, ο Άγιος δεν θα είχε αντίρρηση, έτσι για το καλό της ημέρας, να αρτυθούνε μια δυο ώρες, πριν από τις δώδεκα που αλλάζει η ημέρα.. Είναι το σύνθημα για να ορμήσει ο κόσμος στα βραστά και τα ψητά και σε λίγο αρχίζουν τα κλαρίνα και οι χοροί που πολλές φορές κρατάνε μέχρι το πρωί.

                    Γνωστό πλέον στην περιοχή το Ψαραίικο πανηγύρι για την συλλογική του έκφραση και την αυστηρή προσήλωσή του στην παράδοση, προσελκύει πολύ κόσμο από τα γύρω χωριά καθώς οι επισκέπτες γνωρίζουν ότι δεν  θα αντιμετωπίζουν πρόβλημα πάρκινγκ,  ότι θα βρούνε άνετα τραπέζι και θα φάνε εξαίρετα φαγητά σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορούν να σηκωθούν με την παρέα τους και να χορέψουν χωρίς περιορισμούς, αφού στην πίστα ξεδιπλώνονται πολλές δίπλες (ζυγές, κύκλοι) χορού και ότι θα περάσουν μια αξέχαστη βραδιά.  





Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Οι γάμοι στο χωριό μας τον περασμένο αιώνα


Κατά κανόνα οι γάμοι στο χωριό μας γίνονταν με συνοικέσια. Όχι γιατί δεν ερωτεύονταν τα νιάτα, αλλά γιατί υπερίσχυαν τα συμφέροντα που μεταφράζονταν σε προίκα, και αυτά τα κουμαντάριζαν οι γονείς.
Γεωργοί και μικροκτηνοτρόφοι ήσαν τότε οι κάτοικοι στα χωριά μας και για να ανοίξει σπιτικό ένα ζευγάρι και να βγάζει το ψωμί του είχε ανάγκη από έναν μικρό έστω  κλήρο γης όπου σπέρνανε και καλλιεργούσαν σιτάρι κριθάρι αραποσίτι βρώμη αλλά και κουκιά ρεβίθια και φασόλια ξερικά πάντα γιατί νερά δεν είχε το χωριό μας, και συνήθως το γέννημα που αποκόμιζαν από τα χωραφάκια τους ποτέ δεν αρκούσε για να βγάλουν τη χρονιά.
Έτσι, τον κύριο ρόλο στην προίκα, το νάχτι όπως την λέγανε εκείνες τις εποχές, παίζανε τα χωράφια, αν όμως υπήρχαν και μετρητά ήσαν καλοδεχούμενα ενώ υπολογίσιμα ήσαν και τα ρούχα που ετοίμαζε η νύφη και η μάνα της στον αργαλειό, από εσώρουχα μέχρι και τα απαραίτητα κλινοσκεπάσματα.
Μέχρι το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα κάποιοι στα χωριά μας και για λόγους καθαρά συμφέροντος δεν διστάζανε να κλέψουνε τη γυναίκα που ήθελαν, για να εκβιάσουν τους δικούς της ότι αφού ο απαγωγέας κοιμήθηκε μαζί της είναι «μεταχειρισμένη» πλέον και ποιος να την παντρευτεί, και έτσι αναγκαστικά συμφωνούσαν συνήθως και γινότανε ο γάμος δίνοντας βέβαια την προίκα που απαιτούσε ο απαγωγέας. Μια τέτοια απαγωγή που όμως δεν ευοδώθηκε επιχειρήθηκε και μάλιστα δυο φορές στις αρχές της δεκαετίας του ’40 στο χωριό μας.

Σημαντικό ρόλο στο να πετύχει ένα συμπεθέριασμα και να γίνει ένας γάμος εκείνα τα χρόνια έπαιζε η προξενήτρα που αναλόγως πλησίαζε τη νύφη, τον γαμπρό ή τα συμπεθέρια, και με διάφορους τρόπους εκθείαζε εκείνον ή εκείνην  που εκπροσωπούσε. Μετράγανε βέβαια και τα προτερήματα της νύφης και του γαμπρού, η νύφη έπρεπε να ήταν άξια και όμορφη, «να ξέρει ρόκα κι αργαλειό, να ξέρει να κεντάει» όπως μαρτυράει η δημοτική μας παράδοση, και προπάντων, να τραγουδάει και να ξέρει να χορεύει.
Ο χορός και το τραγούδι μετράγανε και στον άνδρα φυσικά (και γενικά στους Αρκάδες από την αρχαιότητα), ‘όπως και η αξιοσύνη του, από ποιο σόι ήταν, πόσα χωράφια ή γιδοπρόβατα είχε, η ομορφιά του και η τσαχπινιά του και πολλά ακόμα.
Δεν παντρεύονταν μεταξύ τους οι συγγενήδες, τα ξαδέλφια δηλαδή πρώτα και δεύτερα, αλλά από τρίτα και μετά θεωρούσαν ότι η συγγένεια δεν κράταγε. Τρίτα τέταρτα (ξαδέρφια) λέγανε «πάρτα πέτατα»! Ακόμα, δεν παντρεύονταν μεταξύ τους τα βαφτιστήρια του ίδιου νονού, όπως επίσης και τα παιδιά του με τα παιδιά των κουμπάρων του.
Υπήρχαν πολλές φορές δυσκολίες είτε γιατί ο γαμπρός έπρεπε να πάει στρατιώτης, είτε γιατί είχε ανύπαντρες αδελφές που έπρεπε πρώτα να «φύγουν’ εκείνες για να πάρει κι αυτός σειρά.
Όταν μετά από πολλά σουρταφέρτα η προξενήτρα ή ο προξενητής  κατάφερνε να κλείσει τη συμφωνία για την προίκα, κάνανε οι γονείς το προικοχάρτι στο οποίο αναφέρονταν επακριβώς και με λεπτομέρειες η προίκα που θα έπαιρνε η νύφη,                                                               και στη συνέχεια ανάλογα βέβαια τους νοικοκυραίους  γίνονταν τα αρρεβωνιάσματα είτε με την παρουσία και τις ευλογίες του παπά του χωριού, είτε τα κάνανε μόνοι τους οι συμπεθέροι σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο.  
Σαν αποφασιζόταν η ημερομηνία του γάμου ο γαμπρός και η νύφη στέλνανε τα καλέσματα στους δικούς τους και σχεδόν πάντα όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήσαν  καλεσμένοι στο γάμο άλλοι από τη νύφη και άλλοι από το γαμπρό. Και γίνονταν τα καλέσματα με αμύγδαλα, καρύδια ή και κουφέτα.
Ο γάμος κράταγε σχεδόν πάνω από βδομάδα και ξεκίναγε από την προηγούμενη Κυριακή που γυναίκες συγγενείς και φίλοι της οικογένειας του γαμπρού κουβαλάγανε ζαλιές τα ξύλα που ήσαν απαραίτητα για να βράσουν τα κρέατα και να φουρνίσουν τα ψωμιά που θα καταναλώνονταν στα τραπεζώματα.
Την Δευτέρα στέλνανε τα καλέσματα και την Τρίτη ή την Πέμπτη αναπιάνανε τα προζύμια, ζυμώνανε τα ψωμιά με καθάρειο αλεύρι, τους βάζανε σουσάμι ζάχαρη και άλλα, τους κάνανε ωραία χαρούμενα κεντίδια, βάζανε μέσα και καρύδια καμιά φορά και τα φουρνίζανε. Μόλις τελειώνανε με τα ψωμιά την Πέμπτη ψαίνανε στου γαμπρού το σπίτι και την κουλούρα της νύφης με ιδιαίτερη φροντίδα και με ωραία κεντίδια φτιαγμένη, και εννοείται ότι το τραγούδι δεν σταμάταγε και στηνόταν και κάνας έκτακτος χορός από λέφτερες και παντρεμένες. Η Πέμπτη ακόμα πρέπει να ήταν η ημέρα που συγγενήδες και φιλενάδες της νύφης βγαίνανε και φέρνανε τη βάγια ( κλαριά και φύλα δάφνης) απαραίτητα για να γεμίζουν τα μαξιλάρια και τα στρώματα, και όπως καταλαβαίνετε, με τούτα και με κείνα όλο το χωριό βρισκόταν στο πόδι.
Στου Μπουγιάτι (Λυσσαρέα), από ό,τι μου είπαν η Κατερίνα και ο Κώστας Μητρόπουλος, την Πέμπτη το βράδυ συμπεθεριό από το σόι του γαμπρού πηγαίνανε τραγουδώντας στο  σπίτι της νύφης και λέγανε τα καλορίζικα, βλέπανε τα προικιά,  ασημώνανε κιόλας με κουφέτα αλλά και με λεφτά.. Λίγο πολύ τα ίδια γίνονταν στα χωριά μας, όταν βέβαια οι συμπεθέροι ήσαν «βασταμένοι». Στου Σέρβου που ήταν μεγαλύτερο χωριό και με περισσότερους νοικοκυραίους γινόσαντε με μεγαλύτερες τυπικότητες. Οι Σερβαίοι ‘όπως μαρτυρεί ο Θ. Κ Τρουπής φτιάχνανε και κανίσκι του παπά που του το πήγαινε σε ένα τράσιτο κάποιο παιδί με «μια σπάλα κριάς μια τσιότρα κρασί και ένα κουλούρι καθάρειο ψωμί». Τέτοιες πολυτέλειες στου Ψάρι δεν φαίνεται να είχαμε. Για τα Ψαραίικα κάνει κάποιες αναφορές στο βιβλίο του «Ψάρι Ηραίας Γορτυνίας» ο Ν. Ζαφειρόπουλος, και κάποια τα συζητήσαμε με την Αρετή και τον Καλαμάτα, αλλά λογικό είναι οι θύμισες  για πριν από το μισό του περασμένου αιώνα να έχουν ξεθωριάσει πλέον.

Την Παρασκευή στο σπίτι της νύφης εντένανε (ντύνανε, ετοιμάζανε) τα προικιά. Με τραγούδια, φυσικά, χαρές και πειράγματα μεταξύ τους οι γυναίκες, οι λέφτερες αλλά και οι παντρεμένες.
Το Σάββατο ξεκινάγανε από του γαμπρού συμπεθέροι, στενοί συγγενείς του με μουλάρια όμορφα στολισμένα με τις πολύχρωμες χάντρες και τα μάτια, τις χανάκες και τα γκριγκινέλια στα καπίστρια τους, με τα πλουμιστά χεράμια ή τις πιο φανταχτερές κουβέρτες στα σαμάρια τους υφασμένες στον αργαλειό, για να πάνε να πάρουνε τα προικιά από το σπίτι της νύφης. Μπροστά πάει ο πεθερός της νύφης με την πολυκεντημένη και μυρωδάτη κουλούρα μέσα σε ένα πλουμιστό με φούντες και μπιχλιμπίδια τράσιτο υφασμένο στον αργαλειό, που υποτίθεται ότι την μοιράζονται με τη νύφη όταν φθάσουν στο σπίτι της,  αλλά στην πραγματικότητα  αγωνίζονται ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι που αργότερα τα μοιράζουν μπουκιά - μπουκιά στους καλεσμένους τους.
Εννοείται πως από το συμπεθεριό που πάει να πάρει τα προικιά δεν λείπει και εκείνος που έχει μαζί του το προικοχάρτι, και κατά την παραλαβή γίνεται ενδελεχής έλεγχος να μην λείπει ούτε μια… μπελερίνα.
  Το έθιμο θέλει, επιστρέφοντας το συμπεθεριό με τα προικιά, να πετάνε  το πρώτο μαξιλάρι στα κεραμίδια του γαμπρού.
Αρχίζει το φαγοπότι και οι χοροί και στα δυο σπίτια, στου γαμπρού και στης νύφης μέχρι πρωίας.
Εδώ πρέπει να πω ότι οι καλεσμένοι και του γαμπρού και της νύφης πέρα από το όποιο δώρο της ανάλογα και των δυνατοτήτων της η κάθε οικογένεια στα νιογάμπρια, έπρεπε να πάνε και το ανάλογο κανίσκι  για τη συμμετοχή τους στα φαγοπότια. Όπου, κανίσκι ήταν το κρέας κυρίως αλλά και ψωμί και κρασί.
Οι οικογένειες εκείνα τα χρόνια ήσαν πολυμελείς, κι ένας νοικοκύρης  υπολογίζοντας τα στόματα που είχε, έπρεπε να πάει ολόκληρο σφαχτό. Μικρότερη οικογένεια πήγαινε και μισό, ή συνεννοούνταν με κάποιους άλλους και πήγαιναν ολόκληρο σφαχτό. Κι επειδή η ζωοκλοπή ήταν κάτι το συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια, περιττό να πούμε ότι εξαιτίας των γάμων αναστενάζανε οι στάνες των γειτονικών χωριών. Να σημειώσω ότι ο θεσμός αυτός για το κανίσκι ήρθε στα μέρη μας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, τον φέρανε μάλλον οι πρόσφυγες.
Και της νύφης και του γαμπρού οι οικογένειες, τα μαγειρέματα, τα κρέατα που έπρεπε να βράσουν έξω στα λεβέτια με χοντρά ξύλα αλλά και αυτά που ψήνονταν στο φούρνο τα αναθέτανε σε ανθρώπους με εμπειρία, ενώ κάποιοι άλλοι επειδή καρέκλες και τραπέζια ήσαν άγνωστα στα χωριά μας από την δεκαετία του’40 και κάτω,  αγωνίζονταν με σανίδια που μαζεύανε από το χωριό, μαδέρια και πορτοπαραθυρόφυλλα για να στήσουν υποτυπώδη τραπέζια και καθίσματα για να κάθονται άνετα επί τόσες ώρες οι καλεσμένοι και να απολαμβάνουν το φαγητό, να τραγουδάνε, και να υπάρχει χώρος και για χορό.
Στου γαμπρού το σπίτι και στις νύφης εκείνες τις ημέρες συμμετείχε στις χαρές ολόκληρο το χωριό, οι κάτοικοι  τις στενοχώριες και τα προβλήματα που ποτέ δεν απολείπανε τα αφήνανε στο σπίτι τους,  έρχονταν πολύ κοντά ο ένας με τον άλλον, τρώγανε και τραγουδάγανε, χορεύανε και αστειεύονταν απολαμβάνοντας εκείνες τις χαρούμενες στιγμές και κάποιοι υπερέβαιναν τον εαυτόν τους στην προσπάθεια να μεταδώσουνε κέφι στον κόσμο. Κάποιοι «ανακάλυπταν» έναν ατυχή συμπέθερο από το άλλο στρατόπεδο που περνούσε τυχαία τάχα απ΄ έξω για να τους κατασκοπεύσει, και στήνανε ολόκληρη παράσταση προσπαθώντας  να τον σαμαρώσουν ενώ εκείνος έκανε πως αντιστεκότανε, ή και τον μουντζουρώνανε στο πρόσωπο. Κάποιος άλλος  καβάλα στο μουλάρι του προσπαθούσε να μπει μέσα εκεί που τρώγανε, το σαμαρωμένο ζωντανό με τον καβαλάρη δεν χοράγανε να περάσουνε την πόρτα, το κέφι όμως έδινε κι έπαιρνε. Κι αυτά τα από καρδιάς χαρούμενα δρώμενα καταλήγανε καμιά φορά και σε  κάνα μικροατύχημα όπως τότε στου Σαρακίνι που εκεί που αναπιάνανε τα προζύμια, ο Μαυρέλιας στην προσπάθειά του με ένα άλμα να περάσει το προζύμι πάνω από το πατερό της στέγης καρφώθηκε στο τσιγκέλι που κρεμόταν από το πατερό και το είχαν για να κρεμάνε τα σφαχτά, και αυτό το όλο κέφι και χαρά άλμα του παρά λίγο να το πληρώσει με τη ζωή του.

Την Κυριακή ετοιμάζανε τη νύφη και κατά το απόγευμα όταν ο ήλιος βρισκόταν καμιά τριχιά ψηλά, πέρναγε μπροστά από το σπίτι της ο γαμπρός με τους δικούς του – ολόκληρο το συμπεθεριό – τραγουδώντας και τραβούσαν προς την εκκλησιά. Ακολουθούσε η νύφη με τους δικούς της, γινόταν το μυστήριο, και βγαίνοντας παντρεμένοι πλέον από την εκκλησιά στήνανε χορό με την συμμετοχή του ιερέως και στενών συγγενών τους.
Το γλέντι και το φαγοπότι συνεχιζόταν στο σπίτι του γαμπρού πλέον, και κατά τα μεσάνυχτα το ζευγάρι αποσυρόταν για να ξαπλώσει. Μικρά ήσαν τα σπίτια τότε και αφού το γλέντι συνεχιζόταν, οι νεόνυμφοι αποσύρονταν σε κάποιο διπλανό σπίτι, όχι γιατί δεν άντεχαν από την κούραση αλλά γιατί το έθιμο απαιτούσε σημάδι ότι η νύφη ήταν αγνή παρθένα.
Ύστερα από σχετική ώρα οι συμπεθέρες παρουσίαζαν ένα ματωμένο σεντόνι ή ένα γυναικείο πουκάμισο με αίματα, σημάδι ότι πάνω σε αυτά δόθηκε η μάχη και παρέδωσε η νύφη την παρθενιά της, κι αφού κάποιος από το σόι του γαμπρού τράβαγε μια ντουφεκιά στον αέρα για να γνωστοποιηθεί σε ολόκληρο το χωριό το χαρμόσυνο γεγονός, το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τις πρωινές ώρες, όσο αντέχανε. Το πρωί η νύφη κι ο γαμπρός περνάγανε και χαιρετάγανε όλον τον κόσμο σε κάθε σπίτι και την Τρίτη γίνονταν τα λεγόμενα Πιστρόφια, που σήμαιναν επίσκεψη των νιόπαντρων στους γονείς της νύφης για φαγητό.
Την Τρίτη κράταγε ακόμα ο γάμος καθώς λέφτερες και παντρεμένες αδειάζανε τα προικιά, τα στρώματα, τα μαξιλάρια κλπ τραγουδώντας και μετά πηγαίνανε στη βρύση με κάποια ρούχα της νύφης, βάζανε ένα παιδί που είχε και τους δυο γονείς κι έπλενε την κορύτα και στη συνέχεια έριχνε μέσα ένα κέρμα ο γαμπρός που έπρεπε να το πιάσει μέσα στο νερό με το στόμα της η νύφη και κάπως έτσι τέλειωναν οι διαδικασίες του γάμου.
Μην ξεχνάμε και τους συχαρικιάρηδες που ήταν θεσμός σχεδόν σε γάμους που η νύφη ήταν από άλλο χωριό, και όταν την έφερναν, δυο τρείς νέοι κυρίως με γερά και όμορφα μουλάρια τρέχανε μπροστά από το συμπεθεριό μα αναγγείλουν τον ερχομό της, κι όταν φθάνανε στο σπίτι του γαμπρού βγαίνανε και τους κερνούσαν με τη τσιότρα ενώ στο πρώτο μουλάρι κρεμάγανε μεταξωτά μαντήλια.








Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Το βιβλίο του Βασ. Κ. Αναστασόπουλου για το Ψάρι ηραίας


Είναι το βιβλίο του Ψαραίου Βασίλη Κων. Αναστασόπουλου που παρουσίασε στο Γαλάτσι στις 20 του περασμένου Μάη.
Ένα εξαίρετο πόνημα στο οποίο ο συγγραφέας με επιστημονικό τρόπο αλλά και σεβασμό στην παράδοση και σε γραπτές πηγές παρουσιάζει στοιχεία για το Ψάρι Ηραίας από την ίδρυσή του σχεδόν, για το χώρο που χτίστηκε ο πρώτος οικισμός και τις μεταβολές του, για τη ζωή, τους αγώνες επιβίωσης τις σχέσεις και τις συμπεριφορές, τις συνήθειες και τις ασχολίες των κατοίκων του στην μακραίωνη πορεία του μέχρι σήμερα.
Με αναφορές και ονόματα Ψαραίων σε Οθωμανικά Κατάστιχα απογραφής του 1461 – 1574, αναφορές σε πολλές άλλες γραπτές πηγές όπως, της Ακαδημίας Αθηνών και τα Γενικά Αρχεία του κράτους, σε έργα κορυφαίων επιστημόνων όπως του Χ. Σακελλαρίδη, του Τάσου Γριτσόπουλου και άλλων, σε ιστορικές και λαογραφικές εκδόσεις της ευρύτερης  περιοχής, σε Μητρώα αρρένων των γύρω χωριών και  σε πρακτικά της Κοινότητας Ψάρι.
Πολύ καλή δουλειά επίσης έχει κάνει ο Βασίλης Κων Αναστασόπουλος και με τα τοπωνύμια της περιοχής του χωριού μας που μας δείχνουν την πορεία των κατοίκων του και τις διάφορες φυλετικές ομάδες που τους συνέθεταν στο πέρασμα των αιώνων αλλά και την ιστορία του, που αποτελεί και μέρος της ιστορίας της ευρύτερης περιοχής, ανατρέχοντας σε στοιχεία και από το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Δημητράκου, αλλά και ελληνοαλβανικών, ελληνοβουλγαρικών και άλλων λεξικών.
 Το βιβλίο τούτο είναι πολύ χρήσιμο όχι μόνο σε εμάς τους Ψαραίους για να γνωρίζουμε τον τόπο και την ταυτότητά μας, αλλά και σε ερευνητές και ιστοριοδίφες της Γορτυνίας και όχι μόνο.
Στον δικό μας Βασίλη, στον γιο της Μαρίνας και του Κωστή Αναστασόπουλου έχω να πω ένα μεγάλο Εύγε, να τον συγχαρώ για την δουλειά του και να του ευχηθώ να είναι το βιβλίο του καλοτάξιδο.


Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Λυσσαρέα Αρκαδίας - το παλιό Μπουγιάτι



Όμορφο Γορτυνιακό χωριό στην ορεινή Ηραία χτισμένο αμφιθεατρικά στους Λόφους του Σκουλαρά (Αγ Παρασκευής) και του προφήτη Ηλία στα 660 περίπου υψμτρ με ωραία πετρόχτιστα σπίτια πιστά στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Γορτυνίας. Βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Σαρακίνι, Ψάρι, Αράπηδες, Κοκκινοράχη και Όχθια στις παρυφές της Γκούρας, του φαραγγιού – χείμαρου που ξεκινάει από τον μυθικό Αρτοζήνο στην περιοχή του Σέρβου και μετά από διαδρομή 13.5 χλμ καταλήγει στον Τουθόα χαμηλότερα στο Καρασαναίικο.
Το χωριό φαίνεται να πρωτοκατοικήθηκε γύρω στα 1550 από μικροκτηνοτρόφους που αργότερα ξεχερσώσανε τμήματα της περιοχής και ασχολήθηκαν και με την καλλιέργεια της γης για να επιβιώσουν,
Τον καιρό της Τουρκοκρατίας, στα βόρεια του χωριού στα βράχια της Γκούρας, «στης Παναγιάς τα βράχια» όπως το λένε αλλά και «στης Φούσιας», Μπουγιαταίοι και κάτοικοι των γειτονικών χωριών χτίσανε μια επταώροφη σπηλιά μέσα στα κοιλώματα των βράχων και μια άλλη με τρία πατώματα παρα δίπλα για να καταφεύγουν εκεί, να κρύβονται και να προφυλάγονται σε ώρες ανάγκης από τους Τούρκους, και λέγεται πως κατέφευγε εκεί και ο Κολοκοτρώνης. Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει ότι κατά την μεγάλη επιδρομή του Ιμπραήμ πασά στο Μωρηά το 1825 «ο Κολοκοτρώνης επορεύθη εις Μπουγιάτι όπου συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας και συνήλθον και διάφοροι οπλαρχηγοί …»
Πέρα από την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της γης οι Μπουγιαταίοι στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα αναπτύξανε παράδοση στο χτίσιμο της πέτρας και έφθασε εποχή που από το χωριό φεύγανε και 10 μπουλούκια για «μαστοριά». Παρέες δηλαδή, ομάδες ανθρώπων, συνεργεία ολόκληρα μαστόρων της πέτρας και βοηθών τους με τα γαϊδουρομούλαρά τους που ξενιτεύονταν για μήνες σε γειτονικούς νομούς για να χτίσουν κατοικίες, δημόσια χτίρια, γεφύρια κλπ.





Στο διάβα της μακραίωνης ζωής των Μπουγιαταίων όπως συνέβαινε στα χωριά προτού καταδικαστούν στην ερήμωση αναπτύχθηκαν διάφορα επαγγέλματα που αναλόγως απασχολούσαν έναν ή και περισσότερους ανθρώπους. Όπως για παράδειγμα οι μαραγκοί που φτιάχνανε πατώματα και στέγες, πορτοπαράθυρα σκάλες και έπιπλα, αλλά και οι ξυλογλύπτες που κάνανε τα ξυλόγλυπτα τέμπλα στις εκκλησίες.
Του (το) Μπουγιάτι διέθετε καλούς τεχνίτες κατεργασίας του σίδερου τους λεγόμενους γύφτους που φτιάχνανε ή επισκευάζανε κασμάδες τσάπες και ξινάρια, υνιά για τα αλέτρια αλλά και πέταλα για τα αλογομούλαρα, διάφορα εργαλεία και εξαρτήματα ακόμα και μαχαίρια. Κάθε χρόνο προτού ξεκινήσει το όργωμα και ο σπαρτός, οι κασμάδες τα υνιά κλπ έπρεπε να περάσουν από το γύφτο για ατσάλωμα και οι Ψαραίοι ήμασταν από τους καλύτερους πελάτες τους.
Απαραίτητοι ήσαν και οι καλαντζήδες ( καλαϊτζήδες) οι γνωστοί γανωτήδες που γάνωναν τα χαλκώματα (τενζέρια τηγάνια και τσουκάλια, σαγάνια τέσσες και ταψιά, λεβέτια κλπ), οι οποίοι καλαντζήδες όταν είχαν ευχέρεια περιόδευαν και στα χωριά για να ασκήσουν το επάγγελμά τους.
Το ίδιο απαραίτητοι στο χωριό ήσαν και οι τσαγκάρηδες που επισκευάζανε τα παπούτσια, οι γνωστοί μπαλωματήδες. Απαραίτητα εργαλεία ένα μικρό τραπεζάκι, η φαλτσέτα το σφυρί και το αμόνι, μερικά προκάκια, η παπουτσοκλωνά και το σουγλί, κερί για την κλωστή και καμιά φόλα (κομμάτι από δέρμα) από παλιοπάπουτσα για να μπαλώνει τις τρύπες στα παπούτσια. Φυσικά υπήρχαν και οι τεχνίτες που φτιάχνανε καινούργια παπούτσια. κλπ. Δεν γνωρίζω ακριβώς για τους Μπουγιαταίους μπαλωματήδες, αλλά υπήρχαν και περιοδεύοντες που φορτώνονταν το τραπεζάκι στον ώμο με τα τσαμασίρια τους και περιόδευαν τα χωριά επισκευάζοντας παπούτσια, και ένας τέτοιος και πολύ συμπαθής κατά την πρώτη γερμανική κατοχή ήταν ο Σπυράκος (Σπύρος Σπαγάκος) από του Λυκούρεση.
Υπήρχαν ακόμα εκείνοι που φτιάχνανε τα σαμάρια για τα γαϊδουρομούλαρα, αλλά κι εκείνοι που πεταλώνανε τα μουλάρια.
Και να μην ξεχνάμε τους αγωγιάτες. Κάποιος με το μουλάρι του αναλάβαινε να μεταφέρει ένα φορτίο, κρασί πχ, να πάει ένα φόρτωμα για άλεσμα στο μύλο, να πάει να οργώσει ή να αλωνίσει, ή να μεταφέρει κάποιον σε άλλο χωριό, και διάφορες άλλες υπηρεσίες. Και μια σειρά άλλα ακόμα επαγγέλματα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, ‘όπως πχ οι Μαμές, οι εμπειρικές εκείνες που ξεγεννούσαν τις γυναίκες του χωριού, οι καμινιαρέοι που καίγανε καμίνια για να φτιάχνουν ασβέστι απαραίτητο για τις οικοδομές, οι καρβουνιαρέοι κλπ.
Το χωριό που έφθασε να έχει πάνω από 650 κατοίκους διέθετε και πολλά μαγαζιά από καφενεία και κουτούκια για κρασί μέχρι γενικού εμπορίου, και θυμάμαι ότι την δεκαετία του’40 μπορούσες να βρει κανείς στο μαγαζί του Μαρίνη του Χριστιανού από παστό μπακαλιάρο και υφάσματα μέχρι βελόνες ή μπογιές για τη βαφή των ρούχων.




Να αναφέρω τέλος εδώ ότι πολλές οικογένειες Μπουγιαταίων κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα παρόλο που η ζωή ήταν πολύ δύσκολη προσπαθήσανε να δώσουνε μια κάποια διέξοδο στη φτώχεια και τη μιζέρια θέτοντας σαν στόχο να σπουδάσουν ένα από τα παιδιά τους.
Η παιδεία όμως εκείνες τις εποχές δεν ήταν δωρεάν όπως είναι σήμερα και το να σπουδάσει κάποιος από τα χωριά μας ήτανε άπιαστο όνειρο.

Παρόλα αυτά, κάποιοι με θυσίες, πολλές στερήσεις, υπομονή και θέληση, καταφέρανε να αντιμετωπίσουνε τα έξοδα στέλνοντας τα παιδιά τους στο σχολαρχείο και στο Γυμνάσιο στη Δημητσάνα ή στα Λαγκάδια και μετά στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης, και να έχουμε στη συνέχεια ίσως και πάνω από 15 δασκάλους από το χωριό αλλά και παπάδες
Μετά τη λήξη του πολέμου και από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 το Μπουγιάτι ακολουθεί την κοινή μοίρα της εσωτερικής μετανάστευσης, της αστυφιλίας της εγκατάλειψης και της ερήμωσης, και σήμερα Ιούλιο μήνα να μην συγκεντρώνει ούτε 30 κατοίκους και αυτούς απόμαχους της ζωής.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Ο Κολοκοτρωναίικος σουγιάς


Πιτσιρικάς ο Κολοκοτρώνης έζησε τη «φτώχεια των γονέων». Η χήρα μάνα του και εδώ στην Αρκαδία που ήρθε από τη Μάνη με τα παιδιά της ύφαινε επί πληρωμή για να εξασφαλίσει το ψωμί της οικογένειάς της, ή έκοβε ξύλα στο δάσος (με το τσεκούρι και το χειροπρίονο) που τα πήγαινε ο Μικρός στην Τριπολιτσά με το γαιδουράκι τους και τα πουλούσε.
Έτυχε κάποτε που είχε βρέξει πολύ, δεκατριών χρονών τότε ο Θοδωράκης, να πάει ένα φόρτωμα ξύλα στην Τριπολιτσά, και καθώς περνούσε μπροστά από μια παρέα νοικοκυραίων Τούρκων που ήσαν αραγμένοι σε μια στοά και απολάμβαναν τους (ν)αργιλέδες και το ραχάτι τους, να γλιστρήσουν οι οπλές του φορτωμένου ζώου πάνω στο καλντερίμι και να πεταχτούν κάποιες στάλες από τα λιμνάζοντα νερά πάνω σε έναν από τους Θαμώνες. Νευριασμένος ο Τούρκος άφησε το ναργιλέ του, σηκώθηκε και άστραψε μερικές σφαλιάρες στο παιδί, έτσι, για να… μάθει να φέρεται μπροστά στους Αφέντες. Ο Θοδωράκης συνέχισε το δρόμο του αμίλητος, αλλά εκείνες τις στιγμές αποφάσισε να εκδικηθεί τους Τούρκους. Με αυτές τις σκέψεις όταν μπόρεσε και πούλησε το φόρτωμα τα ξύλα, πήγε στο παζάρι και αγόρασε ένα φτηνοσουγιά, μια μικρή λάμα με ξύλινο χέρι πίσω που δεν μπορούσε ούτε ψωμί να κόψει κανείς. Και έμεινε στην παράδοση αυτό το είδος του σουγιά ως σουγιάς Κολοκοτρώνης, ή Κολοκοτρωναίικος σουγιάς. Ποιος μπορεί να ξέρει αν 38 χρόνια αργότερα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβρη του 1821 που οι Τούρκοι περνούσαν από το λεπίδι των επαναστατημένων Ελλήνων, τη στιγμή που ο Κεχαγιάς εκλιπαρούσε «Κολοκοτρώνη, κάμε ινσάφι στην Τουρκιά, κόψε(σφάξε) μα άφσε κιόλα», ποιος μπορεί να ξέρει αν ο Κολοκοτρώνης αρχηγός των επαναστατημένων Ελλήνων θυμόταν ΚΑΙ εκείνον τον όρκο που είχε κάνει όταν αγόρασε το σουγιά.

Οι προφητάδες


Γνωστή είναι η φιλία που συνέδεε πριν από την επανάσταση τον Κολοκοτρώνη με τους Τουρκαλβανούς Λαλαίους.
Κάποτε, στου Λάλα που ήσαν κλεισμένοι στον πύργο, ο Κολοκοτρώνης και ένας ανεψιός του Αλή Φαρμάκη, του λέει ο Τουρκαλαβανός:
-Κρίμας οπού δεν είσαι Τούρκος, μέγας αφέντης θα γινόσουν
-Αν γενώ Τούρκος, ρωτάει ο Κολοκοτρώνης, θα με σουνουτέψουν;
-Βέβαια΄
-Εμάς όταν μας βαφτίζουν μας κόβουν από τα μαλλιά της κεφαλής μας τρίχες και τις βάζουν εις το εικόνισμα του Χριστού. Αν γένω Τούρκος εις τον άλλον κόσμον θα με τραβούν ο Χριστός από τα μαλλιά και ο Μωάμεθ από την…( εδώ στη σημερινή εποχή δεν βάζουμε ούτε μπιπ!) και δεν θέλω να βάλω εις παρόμοιαν διαφορά δυο τέτοιους προφητάδες. 
Σημ. παρμένο από τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη γραμμένα Τερτσέτη.