Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαραίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαραίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

Το νερό που πίναμε

 


              Η ύδρευση του χωριού μας στα χρόνια προτού φέρουμε το νερό από το Βυζίκι, από απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων το 1963, γινόταν από την πηγή της Μπουσμπούνας που βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του χωριού μέσα στη ρεματιά. Το νερό δεν πηγάζει εκεί που είναι χτισμένη η βρύση. Tο μαζέψανε οι Ψαραίοι από το σημείο που ανάβλυζε στα ριζά του κοντινού υψώματος και το μεταφέρανε εκεί με κουριαλό από κεραμίδια, χτίζοντας τη Μπουσμπούνα σε ανοιχτό χώρο, προφανώς για να είναι προσβάσιμη με άνεση από τις γυναίκες που συνωστίζονταν εκεί για να γιομίσουν τα βαρέλια και να κουβαλήσουν το πολύτιμο νερό στα σπίτια για τις ανάγκες των νοικοκυριών τους. Ήταν όμως αμφιβόλου ποιότητας. «Είχαν πεθάνει οι περισσότερες γυναίκες γιατί το νερό είχε μπενοκλάδι» λέει ο Ν. Ζαφειρόπουλος στο βιβλίο του.

             Η μεταφορά του νερού από τη βρύση στο σπίτι ήταν καθαρά γυναικεία υπόθεση, που όμως δεν ήταν καθόλου εύκολη αφού, και χρόνο πολύ απαιτούσε, αλλά και κόπο. Ο χρόνος ήταν πρόβλημα για τις περισσότερες νοικοκυρές που ήσαν μικρομάνες γιατί, πέρα από τον απαιτούμενο για τη μετάβαση και την επιστροφή από τη βρύση, υποχρεώνονταν πολλές φορές να στήνονται με τις ώρες (είχε μπασιά) για να έρθει η σειρά να γιομίσουν το βαρέλι τους. Έτσι, και τα παιδιά μένανε μόνα τους στο σπίτι, αλλά και το νοικοκυριό έμενε πίσω. Η προσπάθεια τώρα και ο κόπος, ανάλογα με τη θέση που βρίσκονταν τα σπίτια τους, ήταν μια άλλη θλιβερή ιστορία για τις περισσότερες γυναίκες. Με ξύλινα βαρέλια χωρητικότητας 30 – 40 οκάδων που τα ζαλώνονταν με σκοινί στην πλάτη, κουβαλούσαν από τη βρύση στα σπίτια το νερό,  αλλά καθώς το χωριό βρίσκεται χτισμένο στους πρόποδες του Αγιολιά, με κλίση τουλάχιστον 70%, και αν σκεφτούμε ότι τα σπίτια στον απάνω μαχαλά απέχουν τετρακόσια και πεντακόσια περίπου μέτρα από την Μπουσμπούνα, το να κουβαλήσει μια γυναίκα 40 οκάδες βάρος στην πλάτη, διπλωμένη σε σχήμα ορθής σχεδόν γωνίας, σε αυτή την ανηφόρα, ήταν πραγματικός άθλος. Μέτρο βάρους τούρκικης προέλευσης η οκά που καταργήθηκε το 1959, αντιστοιχούσε σε 400 δράμια ή 1280 γραμμάρια, οπότε καταλαβαίνετε ότι 40 οκάδες νερό αντιστοιχούσαν σε 51.200 κιλά βάρους. Προσθέστε τώρα και το απόβαρο του βαρελιού, και βγαίνει ένα σύνολο 55 έως 60 περίπου κιλών που κουβαλούσε στην πλάτη της η γυναίκα σε τούτη την ανηφόρα από τη Μπουσμπούνα μέχρι να το ξεζαλωθεί στο σπίτι της, που κατάφερνε και έφθανε με την ψυχή στο στόμα. 

            
Μπουσμπούνα

              Αναγκαστικά λοιπόν η Μπουσμπούνα γινόταν το κέντρο του χωριού για τον γυναικείο πληθυσμό, και όπως καταλαβαίνετε, στις σύντομες ή τις πολύωρες (όταν είχε μπασιά) συναντήσεις τους εκεί, οι γυναίκες για να πάρουν το πολύτιμο νεράκι, βρίσκανε την ευκαιρία να ανταλλάξουνε τις απόψεις τους για διάφορα θέματα, για κάποιο συνοικέσιο που ήταν σε εξέλιξη, για τα ράσινα που υφαίνει κάποια νοικοκυρά στον αργαλειό της, για μια σειρά τρέχοντα που απασχολούσαν το χωριό. Δεν λείπανε και οι καυγάδες αναμεταξύ τους, που προκαλούνταν από κάποια που βιαζόταν και απαιτούσε να παραβιάσει τη σειρά προτεραιότητας γιατί έπρεπε να γυρίσει νωρίς στο σπίτι και να κάψει το φούρνο αλλιώς θα της χάλαγε το ψωμί που είχε ζυμωμένο, ή από κάποια διένεξη και διαφορά απόψεων σε μια κουβέντα που είχαν ανοίξει, και τότε, εκτός από τα της σειράς, όπως, μωρή πήξια μωρή δείξια η μία, μωρή τέτοια μωρή αλλιώτικη η άλλη, πέφτανε και οι σχετικές κατάρες και ακούγονταν και σχετικά… «γαλλικά». 
             Καθώς τα σκέφτομαι τώρα αυτά και προσπαθώ να τα καταγράψω, εύκολα και πολύ λογικά αναδύεται το ερώτημα: γιατί το νερό κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες, το κουβαλούσαν μόνο οι γυναίκες. Γιατί δεν κάνανε και οι άνδρες αυτή τη δουλειά, έστω κατά τις εποχές που δεν είχαν δουλειές και ξημεροβραδιάζονταν στα μαγαζάκια (καφενεδάκια, κουτουκάκια κλπ.) του χωριού; Γιατί δεν φορτώνανε το βαρέλι στο μουλάρι τους – εννιά στις δέκα οικογένειες είχαν το μουλάρι τους ή έστω ένα γάιδαρο -  να καβαλικέψουν κι από πάνω και να πάνε να φέρουν νερό; Δεν βλέπω άλλη λογική απάντηση στο ερώτημα, παρά, στο ότι έτσι ήταν η εποχή τότε και οι κοινωνικές συνθήκες, και στο ότι οι άνδρες έπρεπε να ασκούνται στην κολιτσίνα (κοντσίνα, κολτσίνα)  στην πρέφα και στην ξερή στα καφενεία, ή να κρασοπίνουν και να διηγούνται ιστορίες όταν δεν είχαν άλλη δουλειά.  
           Πολυμελείς κατά κανόνα οι οικογένειες εκείνα τα χρόνια που σπάνια έβλεπες σπιτικό με λιγότερα από 5 παιδιά, και καθώς το χωριό έφτανε να έχει και πάνω από 350 κατοίκους, τα πέντε άντε έξι κυβικά νεράκι που κατέβαζε η Μπουσμπούνα δεν αρκούσε να καλύψει τις ανάγκες τους. Και όσο διαρκούσε ο χειμώνας βολεύονταν και με το βρόχινο νερό, αλλά και με το χιόνι που το ζεσταίνανε στη φωτιά και γινόταν νερό κατάλληλο για το νοικοκυριό. Κατά τους θερινούς μήνες όμως, που και της πηγής το νερό λιγόστευε, οι Ψαραίοι καταφεύγαμε στη βοήθεια δυο-τριών ακόμα πηγών: του Κουριαλού, του Αποστόλη, και του Κρεϊμάδ(ε)η, που βρίσκονταν στη ρεματιά στα βόρεια, σε απόσταση ένα έως δύο χιλιόμετρα  από το χωριό, ενώ ακόμα, πιο παλιά πηγαίνανε και στη Σκόζα, ενάμισι–δύο χιλιόμετρα προς στα νότια, εκεί που αρχίζει το Παλουμπόρεμα. Και σε εκείνες τις πηγές είχαν μαζέψει το νερό φέρνοντάς το σε προσβάσιμα σημεία, τοποθετώντας τις ανάλογες πελεκητές πέτρινες κορύτες σε ένα λιθόχτιστο πεζούλι, για να μπορεί ο κόσμος να γιομίζει τα βαρέλια του ή να ποτίζονται τα ζωντανά, κοπάδια γιδοπρόβατα, βόδια και γαϊδουρομούλαρα, κλπ. 
            
Βρύση Κουριαλού (τα υπολείματα)



Ο Βασίλης Στασινόπουλος ψάχνει τα ίχνη της Βρύσης Αποστόλη

Ό,τι μένει από την Βρύση Κρειμάδη

            Οι τρεις αυτές βρύσες στα βόρεια, βρίσκονται σε σειρά κατά μήκος της ρεματιάς, με πρώτη την του Κουριαλού, της οποίας όμως το νερό ήταν γλυφό και μόνο στην ανάγκη παίρνανε από εκεί οι Ψαραίοι, κυρίως όμως ποτίζανε τα ζωντανά τους. Ήταν και εύκολα προσβάσιμη τούτη η βρύση, αφού βρίσκεται πάνω σε αγροτικό μουλαρόδρομο. 
Λίγο πιο κάτω, μέσα στην ανώμαλη πλέον ρεματιά, συναντάμε τη βρύση του Αποστόλη, και σε μικρή ακόμα απόσταση τη βρύση του Κρεϊμάδη. Αντίθετα με του Κουριαλού που πηγάζει στην κοίτη της ρεματιάς, και οι δυο αυτές βρύσες πηγάζουν από τα βράχια στο πρανές της ρεματιάς, και το νερό τους είναι καλό. Ιδιαίτερα το νερό της πηγής του Κρεϊμάδη ήταν πολύ δροσερό προς το παγωμένο, και θυμάμαι πως οι μεγαλύτεροι μας συμβουλεύανε να είμαστε προσεκτικά εμείς τα παιδιά όταν σκύβαμε στην κορύτα για να πιούμε, γιατί το νερό, λέγανε, ήταν «βαρύ», και αν πίναμε απότομα υπήρχε κίνδυνος να πάθουμε ζημιά.

           Μέχρι του Κουριαλού, ο χωματόδρομος ήταν βατός και οι γυναίκες μπορούσαν στην ανάγκη να πάνε και να πάρουν νερό, που με μεγάλη δυσκολία το κουβαλούσαν στο χωριό, ζαλωμένες  το βαρέλι στην πλάτη. Στις πιο κάτω βρύσες όμως μέσα στην άγρια ρεματιά, στου Αποστόλη και στου Κρεϊμάδη, δύσκολα μπορούσε να κινηθεί κάποια γυναίκα ζαλωμένη το βαρέλι της. Μετά τον πόλεμο, από το 1950 και δώθε, κάποιες γυναίκες ή και άνδρες, πηγαίνανε στου Κρεϊμάδη φορτωμένα τα βαρέλια τους στο μουλάρι και τα γεμίζανε με χωνί, έτσι όπως ήσαν πάνω στο σαμάρι. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα και η βρύση του Κρεφτόχου με πολύ κρύο, παγωμένο σχεδόν νερό, στα βόρεια του χωριού, αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από το χωριό. Πηγές ακόμα υπήρχαν και στο φαράγγι της Γκούρας, μη προσβάσιμες όμως στο χωριό λόγω απόστασης.

         Μπορεί τούτες οι περιφερειακές βρύσες, της Σκόζας, του Κουριαλού, του Αποστόλη και του Κρεϊμάδη να βρίσκονταν μακριά από το χωριό, σε αυτές όμως καταφεύγανε οι γυναίκες για να κάνουν την ολοκληρωμένη μπουγάδα τους. Όταν δηλαδή έπρεπε να πλύνουν πολλά ρούχα, ακόμα και στρωσίδια που δεν ήταν δυνατόν να τα πλύνουν στο σπίτι, λόγω ιδιαίτερα και της έλλειψης νερού. Παρέες ολόκληρες γυναικών φόρτωναν στο μουλάρι –το μεταφορικό μέσο εκείνων των εποχών-  τα ρούχα που είχαν για πλύσιμο, το λεβέτι και τη σκάφη την ξύλινη, την πλάκα και τον κόπανο, και την απαραίτητη στάχτη φυσικά για να κάνουν την αλισίβα τους.  Ήταν δε η αλισίβα, το σταχτόνερο που κάνανε βράζοντας νερό και στάχτη εκεί κατά τη διαδικασία της μπουγάδας, βασικό στοιχείο, γιατί και στη λεύκανση των ρούχων βοηθούσε, αλλά, και στο καθάρισμα, γιατί υποκαθιστούσε το σαπούνι. Απλώνονταν λοιπόν στο ρεματάκι από τη Μπουσμούνα μέχρι κάτω στου Πούσι, στη ρεματιά από του Κουριαλού μέχρι του Κρεϊμάδη, ή στη ρεματιά της Σκόζας, για να κάνουν τη μπουγάδα τους. Γιόμιζε η ατμόσφαιρα από τον καπνό και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου που αναδίνανε οι φωτιές που ανάβανε για να βράσουνε το νερό στα λεβέτια, άναβε το κουβεντολόι στις συντροφιές των γυναικών, και ο αχός πολλές φορές από τον κόπανο μπερδευόταν με τα τραγούδια που λέγανε όλες μαζί για να βγάλουνε από μέσα τους τους καημούς τους. Από κάποια τέτοια σκηνή είναι ίσως εμπνευσμένο το γνωστό, γεμάτο καημούς τραγουδάκι της δημοτικής μας παράδοσης που αναφέρεται στην κόρη που έπλενε στον ποταμό:


Μάνα μια κόρη που είδα εγώ, στον ποταμό να πλένει, 
Μά είχε ασημένιο κόπανο, και πλάκα μαρμαρένια… κλπ.

          Δεν ήταν μόνο το νερό που βρίσκανε άφθονο οι γυναίκες σε τούτες τις ρεματιές για να κάνουν τη μπουγάδα τους, ήταν και η άπλα του χώρου, που τους επέτρεπε να απλώνουν τα πλυμένα ρούχα πάνω στις πέτρες και στους θάμνους, για να στεγνώνουν γρήγορα. Στο χωριό όμως, δεν ήσαν μόνο οι άνθρωποι που είχαν ανάγκη για νερό, ήσαν και τα ζωντανά. Από τα οικόσιτα μέχρι τα κοπάδια, τα βόδια και τα γαϊδουρομούλαρα κλπ. Και, τα κοπάδια ιδιαίτερα, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα αριθμούσαν χιλιάδες γιδοπρόβατα.Τα μικρά οικόσιτα, σκυλιά γατιά και κάνα μαρτινάκι (μαρτίνα = κατσίκα ή προβατίνα που την τρέφανε στο σπίτι όσοι δεν είχαν κοπάδια, εξασφαλίζοντας έτσι το γάλα για τα παιδιά τους και το κρέας από τα κατσίκια ή τα αρνάκια), τα  ποτίζανε στο σπίτι. Κάποιοι διατηρούσαν και περισσότερα μαρτίνια. Τα κοπάδια με τα γιδοπρόβατα τα ποτίζανε στα ρέματα, ανάλογα προς τα πού είχαν οι τσοπάνηδες τις στάνες τους. Εκείνοι που είχαν τις στάνες τους στα βόρεια και βορειοανατολικά του χωριού, ποτίζανε τα κοπάδια στη ρεματιά από Κουριαλού και προς τα κάτω, Τρία ρέματα κλπ, όπως επίσης και στο φαράγγι της Γκούρας. Κάποιοι άλλοι ποτίζανε και στο ρεματάκι που ξεκινούσε από τη Μπουσμπούνα, συνέχιζε στου Πούσι, στα Τρία ρέματα και κατέληγε στη Γκούρα. Όσοι είχανε τα κοπάδια τους προς τα νότια, τα ρίχνανε για νερό στη Σκόζα.

           Να σημειώσω ότι σε τούτα τα ρέματα, οι τσοπάνηδες του χωριού μας φρόντιζαν να ανοίγουν μικρές γούρνες κατά διαστήματα, που γεμίζανε νερό από τη ροή, διευκολύνοντας έτσι το πότισμα του κοπαδιού τους. Μάλιστα, στη ρεματιά της Σκόζας είχανε καραβώσει κάποτε μια μεγάλη γούρνα και οι πιτσιρικάδες ξεβρακώνονταν και κάνανε τα πρώτα τους μπάνια. Θυμάμαι ότι σε εκείνη τη ρεματιά πηγαίναμε πολλές φορές και μαζεύαμε καβούρια. Είχανε νερά τότε τα ρέματα, γιατί καλλιεργούσε τον τόπο ο κοσμάκης, δεν υπήρχαν δάση και τα νερά τρέχανε.

           Το νερό το είχαν ανάγκη φυσικά και τα γαϊδουρομούλαρα και τα βόδια. Σχεδόν όλα τα σπίτια στο χωριό είχαν από ένα μουλάρι ή ένα γάιδαρο για τις ανάγκες του σπιτιού, κάποιοι νοικοκυραίοι είχαν και δυο μουλάρια. Με το μουλάρι καλλιεργούσαν τα χτήματά τους κατά τις παλιότερες εποχές. Αλωνίζανε και μεταφέρανε τα γεννήματά τους, κουβαλούσανε τα ξύλα από τα χωράφια, που ήσαν απαραίτητα για τη θέρμανση το χειμώνα, πηγαίνανε στο μύλο για άλεσμα και κάνανε μια σειρά από βοηθητικές δουλειές. Σπιτικό χωρίς μουλάρι, χωρίς έστω ένα γάιδαρο, δεν στεκόταν εύκολα. Τα βόδια ή γελάδια τα χρησιμοποιούσαν για όργωμα και σπορά, και στην ανάγκη και αλώνισμα. Στο χωριό μας το βοδινό κρέας ήταν άγνωστο πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’40, φουρκίστηκε ή τσακίστηκε ένα βόδι, και τότε είναι που πρωτοφάγανε κρέας βοδινό οι Ψαραίοι. Το βιδέλο, όπως το λέγανε τότε. Όχι όλα τα σπίτια του χωριού- πολλοί είχαν προκατάληψη και δεν θέλανε ούτε να ακούσουν για βοδινό κρέας. Και τούτα τα ζωντανά λοιπόν, θέλανε πότισμα, και φυσικά ήταν αδύνατο να ποτιστούνε στη Μπουσπούνα. Τα πηγαίναμε για νερό στις περιφερειακές βρύσες. 

         

Ό,τι μένει από το πηγάδι. 

Τη χρονιά του 1936, η Αδελφότητα των εν Αθήναις Ψαραίων έφτιαξε το πηγάδι του χωριού λίγες δεκάδες μέτρα πιο πάνω από τη Μπουσμπούνα, και εκεί από τότε ποτίζανε τα γαϊδουρομούλαρα, αλλά στήνονταν και γυναίκες καμιά φορά και κάνανε τη μπουγάδα τους. Ήταν πραγματικό κόσμημα για την εποχή, με μονοκόμματο μαρμάρινο επιστόμιο, με περίτεχνες από πατητή τσιμεντοκονία ποτίστρες, αλλά δυστυχώς η κακομοιριά μας το αχρήστευσε. Και τη Μπουσμπούνα και το πηγάδι, για να μην πω και τις άλλες βρύσες, Κουριαλού, Αποστόλη και Κρεϊμάδη, θα έπρεπε να τις συντηρούμε και να τις διατηρούμε, γιατί είναι στοιχεία της παράδοσης, της ζωής και του πολιτισμού μας.

 

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Τότε που θερίζαμε και αλωνίζαμε τα γεννήματα στο Ψάρι.

 


        Γνωστό σε όλους ότι τούτος ο μήνας που διανύουμε, ο Ιούλιος, λέγεται και αλωνάρης, επειδή κατά την διάρκειά του κυρίως αλωνίζαμε κατά τις παλιές εποχές τα γεννήματα, σιτάρια, κριθάρια κλπ. Εδώ στο χωριό μας στο Ψάρι της Γορτυνίας, όπως και σε ολόκληρη την ύπαιθρο, τον άρτον τον επιούσιο τον φτιάχνανε στα σπίτια τους ο κοσμάκης, καλλιεργώντας δημητριακά στα  χωραφάκια τους. Αλωνίζανε μετά τα γεννήματα για να ξεχωρίσουν τον καρπό από την καλαμιά και το άχυρο, και τον αποθηκεύανε στα σπίτια τους. Σε νερόμυλους της περιοχής καταφεύγανε για να αλέσουν τα σιτάρια τα κριθάρια και τα αραποσίτια, και ζυμώνανε το ψωμάκι τους που το ψήνανε στους ξυλόφουρνους που σχεδόν κάθε σπίτι είχε στην αυλή του. Τον Ιούλη λοιπόν γινόταν το αλώνισμα, αλλά λόγω του ανάγλυφου της περιοχής και των καιρικών συνθηκών, πολλές φορές ο θερισμός που κυρίως γίνεται κατά τον προηγούμενο μήνα τον Ιούνιο - τον και θεριστή αποκαλούμενο -  καθυστερούσε και μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη. 

        Να πούμε εδώ ότι ο θέρος και το αλώνισμα, όσες μέρες κρατούσαν αυτές οι δουλειές μέχρι να μεταφερθεί καθαρός ο καρπός από τα γεννήματα στα σπίτια, ήσαν διαδικασίες γιορτής με πανηγυρική ατμόσφαιρα για ολόκληρο τον αγροτικό κόσμο, γιατί ήταν οι ημέρες που βλέπανε συγκεντρωμένους τους κόπους τους που τους εξασφαλίζανε το ψωμί ολόκληρης της χρονιάς για την οικογένειά τους.
Κατά τη διάρκεια του θέρους και μέχρι να αλωνιστούν τα γεννήματα και να αποθηκευτεί ο καρπός στα σπίτια, γινόταν ένας αγώνας ταχύτητας, και για να προλάβουν τις δουλειές, αλλά και γιατί δεν λείπανε και οι ξαφνικές μπόρες και νεροποντές καμιά φορά. 
            Αν έπιανε μια βροχή και εύρισκε αθέριστα τα χωράφια προκαλούσε μεγάλη ζημιά, γιατί πέφτανε τα γεννήματα κάτω, ήταν δύσκολος  μετά ο θερισμός, και για να τα ρίξουνε στο αλώνι έπρεπε να αποξηραθούν τα στάχια και οι καλαμιές. Επί πλέον, οι καλοκαιρινές μπόρες που ήσαν ξαφνικές και βρίσκανε τον κοσμάκη στα χωράφια με τα δρεπάνια στα χέρια, πέρα από τις ζημιές στα γεννήματα, τις πλημμύρες κλπ, εγκυμονούσαν κινδύνους και για τη ζωή τους. Κάπου εκεί στη δεκαετία του 1950, μια καλοκαιρινή μπόρα σε διπλανό χωριό, στου Σαρακίνι Ηραίας, έστειλε μια οικογένεια με τα δρεπάνια στα χέρια κάτω από ένα δένδρο για να προστατευτούν από το χαλάζι. Ένας κεραυνός όμως που έπεσε στο δένδρο έκαψε δυο αδέρφια αγόρι κορίτσι δεκαοχτώ και είκοσι χρονών και μια συνομήλικη ξαδέλφη τους, ενώ μισοκαμμένη γλύτωσε η μητριά των δυο αδελφών.
            Αλλά και για το αλώνι ο κίνδυνος από τις καλοκαιρινές μπόρες ήταν μεγάλος. Γιατί, η διαδικασία του αλωνίσματος ήταν σχετικά χρονοβόρα και δεν τελείωνε σε μια ημέρα. Μετά από το αλώνισμα το γέννημα έμενε στο αλώνι μέχρι να λιχνιστεί, να ξεχωρίσει δηλαδή ο καρπός από το άχυρο, για να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί στα σπίτια. Και εκεί, κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας που πολλές φορές καθυστερούσε γιατί δεν υπήρχε αέρας για το λίχνισμα, αν έπιανε μια βροχή ήταν καταστροφή. Δεν υπήρχε τότε το πλαστικό, και ο κόσμος έτρεχε να σκεπάσει το γέννημα που βρισκόταν στο αλώνι με κλινοσκεπάσματα, με μπατανίες σαγίσματα και κουβέρτες, με ό,τι τελοσπάντων έβρισκε, αλλά η ζημιά ήταν τεράστια, η βροχή διαπερνούσε αυτά τα πρόχειρα σκεπάσματα και το γέννημα βρεχόταν. Για να μπορέσουν μετά να το λιχνίσουν έπρεπε να το απλώσουν για να στεγνώσει, και καταλαβαίνει κανείς τα βάσανα αυτών των ανθρώπων που είχαν την ατυχία να βραχεί το αλώνι.


         Ο θερισμός ήταν κουραστική και επίπονη δουλειά. Γινόταν τον Ιούνιο που οι θερμοκρασίες είναι συνήθως πολύ ανεβασμένες, και απαιτούσε από τους θεριστάδες να δουλεύουν σκυφτοί, διπλωμένοι σχεδόν στα δύο. Γυναίκες και άνδρες ντύνονταν με όσο το δυνατόν ελαφρά και ανοιχτόχρωμα ρούχα με μακριά όμως μανίκια, φορώντας ψάθινα ή αυτοσχέδια καπέλα ακόμα και από χαρτιά οι άνδρες προσπαθώντας να έχουν καλυμμένο και το σβέρκο τους, και οι γυναίκες τύλιγαν το κεφάλι το λαιμό και ένα μέρος από το πρόσωπο με την τσεμπέρα τους.
        Όταν πηγαίνανε να θερίσουν ένα χωράφι, ολόκληρη η οικογένεια μικροί μεγάλοι ήταν εκεί, και μωρό ακόμα αν υπήρχε το παίρνανε κι αυτό με τη νάκα του που την κρεμούσαν σε κάποιο δένδρο ή την τοποθετούσαν σε προφυλαγμένο ίσκιο. Η δουλειά ξεκινούσε πρωί προτού σκάσει ο ήλιος και τελείωνε με τη δύση του, με μια μικρή διακοπή για το φαγητό και για λίγη ξεκούραση το μεσημέρι που η ζέστη χτυπούσε κόκκινο.

        Ο θερισμός γινόταν με τα δρεπάνια. Διπλωμένος σχεδόν στα δύο άπλωνε το αριστερό του χέρι εκείνος ή εκείνη που θέριζε, άνοιγε όσο μπορούσε την παλάμη και έπιανε όσα περισσότερα στάχια μπορούσε, και με μια γρήγορη κίνηση, χράπ τα έκοβε σε ύψος είκοσι περίπου εκατοστών με το δρεπάνι που χειριζόταν με το δεξί χέρι. Τέσσερεις πέντε τέτοιες χεριές σχημάτιζαν ένα χερόβολο με τα στάχια που είχε κόψει, και με μια επιδέξια κίνηση ξεχώριζε δυο τρεις καλαμιές μαζί και τύλιγε το χερόβολο που το άφηνε κάτω και προχωρούσε για το επόμενο. Ο νοικοκύρης που ερχόταν πίσω ή κάποιος άλλος ειδικός στο δεμάτιασμα μάζευε τα χερόβολα σχηματίζοντας τα δεμάτια, δέματα δηλαδή από χερόβολα με διάμετρο εβδομήντα – ογδόντα εκατοστά. Τα δεμάτια τα δένανε με τα «δεματικά» που τα φτιάχνανε από καλαμιά σίκαλης, που από το περασμένο βράδυ είχαν βάλει στο νερό για να «λουρώσει», να είναι δηλαδή μαλακή και εύκαμπτη. Τα δεμάτια έπρεπε να δένονται σφιχτά – και γι αυτό ασχολούνταν δυο με αυτή τη  δουλειά -  για να φορτώνονται εύκολα στα μουλάρια και να μεταφέρονται με ασφάλεια στο αλώνι.

       Έτυχε κάποτε να δένουν τα δεμάτια ο Τασ..κος – φλεγματώδης, και παροιμιώδης καλαμπουρτζής  -  με τη γυναίκα του σε ένα χωράφι τους στο κάτω μέρος της πεζούλας, και καθώς προσπαθούσαν να σφίξουν το δεμάτι πιέζοντας από την αντίθετη πλευρά ο καθένας τους, χρατς… σπάει το δεματικό και η Τασ..αινα που ήταν από την κάτω μεριά διαγράφει μια κωλοτούμπα και προσγειώνεται στην αποκάτω πεζούλα επάνω στις καλαμιές, κάνα μέτρο  χαμηλότερα! Ατάραχος ο Τασ…κος, αφού είδε ότι η γυναίκα του δεν είχε πάθει ζημιά, δεν έχασε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει τον εαυτό του: "Τήρα να ιδείς ρε φίλε μου, καλά που δεν ήμουνα από την κάτω μεριά, θα σκοτωνόμουνα!"

        Πολλοί αντί για δεμάτια φτιάχνανε τις λεγόμενες «κουντούρες». Αντί δηλαδή να κάνουν χερόβολα και μετά δεμάτια, προσθέτανε τη μια χεριά πάνω στην άλλη σχηματίζοντας ένα μικρό δέμα από καλαμιές με τα στάχια τους, με διάμετρο τριάντα – σαράντα εκατοστών, το δένανε, και ήταν έτοιμο για φόρτωμα στο μουλάρι. Aν οι οικογένειες ήσαν ολιγομελείς και δεν μπορούσαν μόνοι τους να θερίσουν, τότε κάνανε ένα είδος σεμπριάς με κάποια άλλη οικογένεια, και θερίζανε τα χωράφια τους μαζί. ΄Ήσαν οι λεγόμενες δανεικαριές. Θερίζανε τα χωράφια της μιας οικογένειας και μετά πιάνανε τα χωράφια της αλληνής. 

Ένας άλλος τρόπος ήταν και ο θερισμός με «ξέλαση». Καλούσε κάποιος δέκα δεκαπέντε άτομα να θερίσει το χωράφι του, και τους πλήρωνε σε είδος, χρήμα, και με διάφορους άλλους τρόπους, ακόμα και με δανεικαριά,  με την υποχρέωση δηλαδή να πάει κάποιος από την οικογένεια και να ανταποδώσει την υποχρέωση όταν θα θερίζανε κι εκείνοι. Και μην νομίζετε ότι τόσοι πολλοί που πέφτανε στο χωράφι ήσαν μπουλούκι. Ο καθένας έπιανε ένα είδος οδηγού δύο μέτρα π.χ, και τραβούσε μπροστά θερίζοντας. Εργό τον λέγανε αυτό τον οδηγό, αλλά όπως και την ξέλαση ή το δεματικό δεν τα γνωρίζει ο μεγάλος Μπαμπινιώτης. 

        «Εργό τον έργό θέριζε, και τα δεμάτια έδενε», μας μεταφέρει η παράδοση. Τον εργό τους λοιπόν οι θεριστάδες, και άλλοι αγκομαχάγανε  για να είναι στην αράδα τους, να μην «κρεμάνε» πίσω, και άλλοι για να φανεί η επιδεξιότητά τους, να αναδειχτεί η αξία τους. Και κάπως έτσι αποχτούσαν κάποιοι τη φήμη ότι ήσαν το «πρώτο δρεπάνι», οι «πρώτοι θεριστάδες», και ήσαν περιζήτητοι στο θέρο.

          Αφόρητη η ζέστη, έτρεχε ο ιδρώτας και κολλάγανε τα ρούχα στο κορμί, άναβε η καλαμιά και το άγανο, άναβε ο τόπος ολόκληρος, πετάγανε σπίθες τα δρεπάνια από την κίνηση, και πολλές φορές σε πείσμα όλης αυτής της κούρασης κάποια ή κάποιος άρχιζε το τραγούδι. Έλεγε την πρώτη στροφή, τον πρώτο στίχο, και καθώς το πιάνανε οι άλλοι σαν αρχαίος χορός, το τραγούδι άναβε. Τραγουδώντας για την «παπαδοπούλα που θέριζε», για τον «ήλιο που αργεί να βασιλέψει και τον καταριέται η εργατιά», για «τα γεννήματα που γινήκανε, γινήκανε για θέρο», και άλλα τέτοια, τραγουδούσαν τους καημούς και τις ελπίδες τους, αλλά παράλληλα αντιδρούσανε και καταπολεμούσαν και την κούραση τους.

       Στο θέρο ήσαν όλοι απασχολημένοι. Οι μεγάλοι θερίζανε και δεματιάζανε, τα παιδιά κουβαλούσανε με τα μουλάρια τα δεμάτια στο αλώνι, τα μικρότερα κάνανε θελήματα, και αν ήταν και καμιά γιαγιά, έπαιρνε ένα τράσιτο και μάζευε στάχια στο θερισμένο. Για ένα δωδεκάχρονο αγόρι το να πάρει το μουλάρι φορτωμένο και να το οδηγήσει στο αλώνι και να λύσει τα δεμάτια να πέσουν  ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά και ευχάριστος περίπατος. Γιατί καθώς επέστρεφε στο χωράφι  καβάλα στο μουλάρι, εύρισκε την ευκαιρία να απολαύσει λίγο τζιρίκισμα σε κάποια σημεία που ο δρόμος σχημάτιζε καμιά σχετική ευθεία. Όπου, τζιρικάω, στα Ψαραίικα σημαίνει ότι καθώς είμαι καβάλα στο μουλάρι το πιέζω και καλπάζει. Ήμερο ζώο και υπάκουο μέλος της οικογένειας, συμμετείχε κι αυτό στην όλη διαδικασία και στην πανηγυρική ατμόσφαιρα, και σπάνια δυστροπούσε.

       Ανατολικά του χωριού εκτείνεται σε λίγα στρέμματα μια σχετικά υπερυψωμένη περιοχή που πήρε την ονομασία «στη Ράχη στα αλώνια». Την ονομάσανε έτσι οι Ψαραίοι, επειδή εκεί επιλέξανε να φτιάξουν τα πρώτα τους αλώνια. Ο λόγος είναι ότι βρίσκεται κοντά, συνορεύει με το χωριό, αλλά κυρίως, επειδή είναι υπερυψωμένη και ελεύθερη από παντού, την πιάνει και το παραμικρό ρεύμα αέρα που είναι απαραίτητο για το λίχνισμα του αλωνιού, τη διαδικασία δηλαδή και τις απαραίτητες εργασίες για το διαχωρισμό του καρπού από την καλαμιά και το άχυρο. 

        Ολόκληρο το χωριό έφτιαξε τα αλώνια του στη Ράχη, εδώ η μια οικογένεια, το ένα σόι, εκεί η άλλη, έτσι ώστε όλοι το  να αλωνίζουν τα γεννήματά τους. Διαμορφώνανε ένα χώρο επίπεδο και στρογγυλό με διάμετρο δώδεκα περίπου μέτρων, τον πατάγανε καλά με αυτοσχέδιο κύλινδρο από πέτρα, στήνανε ένα ξύλο με διάμετρο δέκα έως δεκαπέντε εκατοστά και ενάμισι μέτρο ύψος στη μέση, το λεγόμενο στηχερό, στρώνανε αυτό το χώρο με αραιωμένη σβουνιά, κοπριά δλδ από βόδια και μουλάρια, και αφού ξεραινόταν το μείγμα της σβουνιάς, το αλώνι ήταν έτοιμο  για τη διαδικασία του αλωνίσματος. Με την πάροδο του χρόνου κάποιοι νοικοκυραίοι που αποκτούσαν οικονομική άνεση αρχίσανε να φτιάχνουνε πέτρινα αλώνια, δικά τους, και επειδή στο αλώνι διεκπεραιώνονταν πολλές δουλειές φροντίζανε να τα φτιάχνουν σε χωράφια τους κοντά στο χωριό για να είναι εύκολα προσβάσιμα από ολόκληρη την οικογένεια.  αλώνια που το βασικό συστατικό κατασκευής τους ήταν η κοπριά των τετράποδων, εύκολα παθαίνανε ζημιές και χρειάζονταν συνεχείς επισκευές, ενώ τα πέτρινα αλώνια που στρώνονταν με μεγάλες πέτρες ήσαν αθάνατα. 

       Για να φτιάξουν το αλώνι επιλέγανε ένα σημείο στο πάνω μέρος του χωραφιού που το έπιανε το βοριαδάκι επειδή ήταν απαραίτητο για το λίχνισμα, και φροντίζανε να έχει ελεύθερο χώρο για να αποθηκευτούν τα δεμάτια καθώς τα κουβαλούσαν και από τα άλλα χωράφια τους. Τα τοποθετούσαν έτσι ώστε να δημιουργούν τις θημωνιές, δεμάτια δηλαδή χτισμένα κυκλικά, δίπλα και επάνω στα άλλα  που εφάπτονταν στο αλώνι, ώστε να μην καταλαμβάνουν πολύ χώρο και απομακρύνονται από το αλώνι, και να μπορούν εύκολα να τα απλώσουν όταν ερχόταν η ώρα για το αλώνισμα.

       Συνήθως σε ένα αλώνι αλωνίζανε περισσότερα από ένα νοικοκυριά, γι αυτό στήνανε τις θημωνιές με τάξη. Αλωνίζανε δηλαδή τα γεννήματά τους στο οικογενειακό τους αλώνι δυο και τρία αδέλφια, ή ακόμα, συνέβαινε ο νοικοκύρης που είχε το αλώνι να φιλοξενήσει κάποιους που δεν είχαν δικό τους . Και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που επιβάλλανε να χτίζονται με τάξη οι θημωνιές. Εννοείται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο καθένας περίμενε τη σειρά του για να αλωνίσει. Όταν ο νοικοκύρης τελείωνε το θερισμό στα χωράφια του, όριζε την ημέρα που θα αλωνίσει, και φρόντιζε να εξασφαλίσει τα μουλάρια που ήσαν απαραίτητα για το αλώνισμα.
        Ένα ελαφρύ αλώνι μπορούσε να γίνει και με δυο μουλάρια, το βαρύ όμως, το «φορτωμένο» αλώνι που είχε πολλά δεμάτια χρειαζόταν πέντε  και έξι  μουλάρια για να γίνει, και χρειαζόταν και χέρια που θα δουλεύανε τα δικράνια και θα τρέχανε και τα μουλάρια. Πρωί πρωί προτού σκάσει ο ήλιος ρίχνανε τα δεμάτια μέσα στο αλώνι και τα απλώνανε -αν δεν είχε υγρασία ο καιρός τα απλώνανε από την προηγούμενη ημέρα – σε ένα ύψος που κάλυπτε τα γόνατα των μουλαριών, και καμιά φορά έφθανε ως την κοιλιά τους. Στερέωνε ο νοικοκύρης ή όποιος άλλος κουμαντάριζε τα μουλάρια εκείνη τη στιγμή την αλωναριά στο στηχερό, και στη συνέχεια περνούσε τη θηλειά στη λαιμαριά του κάθε μουλαριού φροντίζοντας στη μέσα και την έξω μεριά της ζυγιάς να βάλει έμπειρα στο αλώνι μουλάρια, για να οδηγούνε αυτά που βρίσκονταν από μέσα. Άρχιζε μετά με φωνές και με τη βίτσα του να ξαμώνει τα μουλάρια, που ξεκινούσαν την πορεία τους πάνω  στα απλωμένα δεμάτια, από την έξω μεριά του αλωνιού, και σε κάθε κύκλο η αλωναριά τυλιγόταν στο στηχερό.
     Σε μερικούς κύκλους μάζευε η αλωναριά στο στηχερό, και τότε γινόταν αναστροφή των ζωντανών που ξεκινούσαν την αντίστροφη πορεία από το κέντρο  προς τα έξω. Σε λίγη ώρα τα απλωμένα δεμάτια  είχαν «καθίσει» από τα πέταλα μουλαριών κάτω από τα γόνατα, και μπορούσε να ξεκινήσει πλέον η  γρήγορη κίνησή τους, ο καλπασμός. Στο γύρω του αλωνιού, στη Σφεντόνα όπως λέγανε τις μεγάλες πλάκες που στεφανώνουν το αλώνι στον εξωτερικό του κύκλο, στέκονταν αραιά με τα δικράνια τους κάποιοι που ήσαν μέλη της οικογένειας ή αγωγιάτες που είχαν το μουλάρι τους στο αλώνι, και σπρώχνανε προς τα μέσα την καλαμιά, το άχυρο που είχε «κλωτσήσει» από τα μουλάρια. Η βοήθεια με τα δικράνια ήταν απαραίτητη, γιατί, πέρα από τη δουλειά που προσφέρανε εκεί στη Σφεντόνα, όταν «καθότανε» λίγο το αλώνι, η καλαμιά, έπρεπε να το γυρίσουν, να αναποδογυρίσουν δηλαδή την καλαμιά μέσα στο αλώνι για να πατιέται από τα ζωντανά. Βοηθούσαν επίσης μπαίνοντας στο αλώνι και οδηγώντας τα μουλάρια, αλλάζοντας ο ένας τον άλλον, γιατί δεν ήταν δυνατόν μόνος του ένας άνθρωπος να  τρέχει πίσω από τα μουλάρια ολόκληρη την ημέρα μέσα στην αφόρητη ζέστη, στο άγανο και την καλαμιά. Κάπου εκεί, όταν είχε κάτσει σχετικά το αλώνι αφού είχαν γυρίσει το «πρώτο δικράνι», και τα μουλάρια γυροφέρνανε καλπάζοντας, παρουσιαζόταν και η κυρά με τα σχετικά της τραταρίσματα, με ό,τι τέλοσπάντων   υπήρχε στο φτωχό νοικοκυριό , και ακούγονταν και οι ευχές για καλοφάγωτο και τέτοια.

      Το κολατσιό συνήθως γινόταν στο πόδι, αλλά το κυρίως φαγητό ήταν το κάτι άλλο. Στο χωριό μας το πλούσιο φαγητό στο αλώνι κάτω από τον δροσερό ίσκιο του πουρναριού ή της γκορτσιάς ήταν κάτι το εξαιρετικό, ένα είδος ιεροτελεστίας που επαναλαμβανόταν όπως όλες οι γιορτές μια φορά το χρόνο, κατά την ημέρα που αλωνίζαμε. Η Νοικοκυρά φρόντιζε να φυλάει έναν κόκορα για τούτη την ημέρα, και τις ανάλογες χυλοπίτες, και φυσικά, ποτέ δεν έλειπε το κρασί. Ερχότανε την ώρα του φαγητού βοηθούμενη και από κάποια κόρη της κουβαλώντας το φαγητό και όλα τα συμπράγκαλα. Έστρωνε κάτω από τον δασύ ίσκιο του πουρναριού την πολύχρωμη αντρομήδα που την είχε υφάνει μόνη της στον αργαλειό, και με την κόρη ετοιμάζανε τα πιατικά τους. Όταν ο νοικοκύρης έκρινε ότι ήταν ώρα για φαγητό, σταματάγανε τα μουλάρια μέσα στο αλώνι και τρίβανε τις πλάτες τους με χεριές άχυρο για να απορροφήσουν τον ιδρώτα που έτρεχε πάνω τους, περνούσανε την παλάμη τους χαϊδευτικά  πάνω τους μιλώντας τους ήρεμα σαν να ήθελαν να τους πουν ότι αναγνωρίζανε την προσφορά και την κούρασή τους, και τους κρεμάγανε τον τορβά με την τροφή στο στόμα. Τα ζωντανά λες και καταλαβαίνανε κι εκείνα, το είχαν ανάγκη εκείνο το χάδι και το διάλειμμα, ηρεμούσανε και πιάνανε να μασάνε το κριθάρι τους στον τορβά.

     Τινάζανε οι  άνδρες το άχυρο και το άγανο από πάνω τους και τραβούσαν προς το πουρνάρι. " Καλώς τους! Κοπιάστε! Τους καλωσόριζε η κυρά, γειά στα χέρια σας!¨. Έβαζε στραγγιχτές χυλοπίτες στα πιάτα τους που τις πασπάλιζε με μπόλικη μυζήθρα, έβαζε και το σχετικό μεζέ από τον κόκορα, έπιανε το καρβέλι ο νοικοκύρης και ξεκίναγε να κόβει ψωμί, και όταν σηκώνονταν και οι κούπες με το κρασί, ακούγονταν και οι ευχές: " Καλοφάγωτο νοικοκυραίοι, και με υγεία!" εύχονταν όλοι. "Χίλια μόδια!" ευχόταν ο ένας, "χίλια μόδια κι όξω ο σπόρος!" υπερθεμάτιζε ο διπλανός. Χίλια μόδια γέννημα βέβαια δεν μπορούσαν να βγουν στο αλώνι αφού το μόδι αντιστοιχούσε σε τριακόσιες οκάδες, αλλά έτσι το ήθελε το έθιμο, αυτό το πνεύμα να εκφράζουν οι ευχές.

Μετά από ώρες δουλειάς η καλαμιά κοβότανε, γινόταν άχυρο και ο καρπός ξεχώριζε. Το αλώνι είχε γίνει, ήταν έτοιμο. Ξεζεύανε τα μουλάρια και τα τρίβανε από το λαιμό μέχρι τα καπούλια  με άχυρο για να φύγει το ξάναμα και ο ιδρώτας από πάνω τους και ένας δυο τα πηγαίνανε για νερό ενώ οι υπόλοιποι με τα δικράνια τους σηκώνανε το αλώνι. Έτσι δηλαδή όπως ήτανε τριμμένο το σιτάρι και το άχυρο μαζί το σηκώνανε με τα δικράνια και τα ξυλόφτυαρα στη μέση του αλωνιού σε έναν μεγάλο σωρό, για να είναι έτοιμο για λίχνισμα.

         Από εκείνη την ώρα η οικογένεια δεν έφευγε από το αλώνι, περιμένοντας το ευλογημένο αεράκι, και όταν έπιανε να φυσάει ξεκινούσαν το λίχνισμα. Πετάγανε δηλαδή το μίγμα στον αέρα με τα δικράνια και ο καρπός έπεφτε κάτω κατακόρυφα λόγω της βαρύτητας, ενώ το άχυρο παρασυρόταν λίγο πιο πέρα. Στενάχωρη και επίπονη δουλειά που μπορούσε να διαρκέσει δυο και τρεις ημέρες, αφού για πολλές ώρες δεν φύσαγε, και πολλές φορές άμα έπιανε αεράκι λιχνίζανε και κατά τη διάρκεια της νύχτας.  Όταν ο καρπός καθάριζε από το άχυρο, και επειδή πάντα μένανε κομμάτια από στάχυα και κόμποι από καλαμιά, τον περνούσαν από το δρυμόνι, ένα μεγάλο κόσκινο με διάμετρο 80 εκατοστά έως ένα μέτρο.

Είχε ένα μεγάλο χαλκά, ένα αρβάλι στο έξω του μέρος, και από εκεί το στερεώνανε σε έναν πάσσαλο ή σε ένα δικράνι σε ύψος πάνω από ένα μέτρο, έριχνε ένας μέσα τον καρπό με το ξύλινο φτυάρι που ήταν ειδικό για χρήση στο αλώνι και ο άλλος κουνούσε το δρυμόνι παλινδρομικά για να κοσκινίζεται το γέννημα. Έπεφτε πλέον καθαρός ο καρπός κάτω, ενώ τα σκύβαλα τα συγκρατούσε αυτό το κοσκίνισμα. Από εκείνη την ώρα μπορούσαν να φορτώνουν τον καθαρό καρπό και να τον μεταφέρουν με τα μουλάρια στο σπίτι τους, αποθηκεύοντάς τον σε ένα μεγάλο ξύλινο κασόνι έτοιμο να μεταφερθεί στο μύλο για άλεσμα.  Και τα άχυρα επίσης που ήταν η απαραίτητη τροφή για τα γαϊδουρομούλαρα, μεταφέρονταν και αποθηκεύονταν στο χωριό στα υπόγεια και στα κατώγια , και το αλώνι καθάριζε. Αλωνίζανε λοιπόν σιτάρι, κριθάρι σίκαλη και βρώμη, αλλά οι δουλειές δεν τελείωναν εκεί. Στο αλώνι μεταφέρονταν τα φασόλια και τα ρεβύθια που σπέρνανε στα χωράφια τους, οι φακές, και τα αραποσίτια. Τα απλώνανε για να ξεραθούν και να μπορέσουν να τα καθαρίσουν, να τα αποφλοιώσουν.

       Είναι ευνόητο ότι από την ώρα που αρχίζανε να καταφτάνουν τα δεμάτια στο αλώνι,  δεν το αφήνανε ούτε στιγμή μόνο του οι νοικοκυραίοι, πολλοί κοιμούνταν εκεί. Για να φυλάνε τα γεννήματα από τα ζωντανά, που από την ώρα που θερίζονταν τα χωράφια βόσκιζαν ελεύθερα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά και από πιθανές κλοπές. Τα αραποσίτια τα θερίζανε τον Αύγουστο. Μαζεύανε τα τρουμπούκια σε Κόφες (μεγάλα κοφίνια) ή σε (μεγάλα) τσουβάλια της Ρίγας όπως τα λέγανε, και με τα μουλάρια τα κουβαλούσαν στο αλώνι.

Το ξεφλούδισμα (ξεφλίτσιαμα) γινόταν συνήθως βραδινές ώρες με ξέλαση, και ήταν ένα μικρό πανηγύρι, μια γιορτή που όλοι ήθελαν να συμμετέχουν.Κάθονταν κατάχαμα στο αλώνι, από δω οι γυναίκες από ‘κει οι άντρες και πιάνανε δουλειά, ανοίγανε στα δυο τη φλούδα και έμενε το τρουμπούκι (στέλεχος) με τον καρπό. Απλώνανε την άλλη μέρα τα αραποσίτια στο αλώνι να ξεραθούν, και μετά τα ξεσπυρίζανε, διαχωρίζανε δηλαδή τον καρπό από το τρουμπούκι, είτε στουμπίζοντάς τα με δυο κοντά ξύλα δεμένα σε σχετική απόσταση το ένα με το άλλο με σκοινί, είτε τρίβοντάς τα πάνω σε κάποιο ξύλο που του είχαν σκαλίσει δόντια για αυτήν ακριβώς τη δουλειά, είτε τρίβοντάς τα και με τα χέρια.

          Σε κάθε τέτοια ξέλαση που πολλές φορές τράβαγε μέχρι τις πρωινές ώρες ακούγονταν κάτω από το αμυδρό φως των άστρων και του φεγγαριού όλες οι ιστορίες του χωριού πραγματικές ή φανταστικές, για φόνους και απαγωγές γυναικών, για φαντάσματα και αερικά, και τόσα άλλα. Εξαντλούσαν αυτές οι βραδιές και όλο το ρεπερτόριο των τραγουδιών. Και φυσικά, δεν έλειπαν και τα φλερτάκια, και ένα «τυχαίο» άγγιγμα του χεριού άναβε φωτιές ολόκληρες και καλλιεργούσε ελπίδες και προσδοκίες.
      Μιλώντας για τα  αλώνια, θα ήταν παράλειψη  να μην αναφερθώ στους χορούς και τα γλέντια που περιστασιακά σε περιόδους γιορτών όπως οι απόκριες κλπ., στήνονταν στο Κολιαίικο αλώνι, όπου, πραγματικά μερικές φορές «καιγότανε το πελεκούδι». 

        Έναν αιώνα ζωής έχει το Ζαφειραίικο αλώνι στη Ρούγα όπως και άλλα πέτρινα αλώνια του χωριού και  παραμένουν άθικτα, ενώ από τα αλώνια που φτιάχνανε με κοπριά δεν υπάρχει ούτε ίχνος σήμερα. Υπολογίζω ότι στο Ψάρι και στην ευρύτερη περιοχή του χωριού πρέπει να υπάρχουν πάνω από 25 πέτρινα αλώνια, δύο από τα οποία, το Καταλώνι και το Κολιαίικο βρίσκονται μέσα στο χωριό.

(Σημ.: Το Δρυμόνι είναι από το αλώνι της Ρούγας, τις άλλες φωτογραφίες τις δανείστηκα από το διαδίκτυο)

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

 



Καλικάντζαροι, καρκαντζέλια, κωλοβελόνηδες, με αμέτρητα ακόμα ονόματα και παρατσούκλια.

Κακομούτσουνα όντα, μικροκαμωμένα δαιμόνια, τρομερά ή αστεία στην εμφάνιση, ξεβράκωτα ή ντυμένα με κουρέλια, ασουλούπωτα, κουτσά στραβά κι ανάποδα κουβαλώντας πάνω τους περισσή ασχήμια

Βγαίνουν από τη γη τη νύχτα, στους μύλους στα τρίστρατα τα ρέματα και τα ποτάμια κατά το δωδεκαήμερο από παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τις 6 του Γενάρη που «τα νερά είναι αβάφτιστα» για να ανακατώσουν τους ανθρώπους, να προξενήσουν ζημιές στα σπίτια και τα νοικοκυριά τους από κακία ή κάνοντας την πλάκα τους, πηδάνε σε στέγες σπάζοντας τα κεραμίδια ή χώνονται στις καμινάδες, γκρεμίζουνε τον τέντζερη με το φαγητό πάνω από την σιδεροστιά στο τζάκι, βρωμίζουνε τα φαγητά, τα κάνουν όλα μπάχαλο, και εξαφανίζονται προτού φωτίσει, όταν ο κόκορας λαλεί για Τρίτη φορά.

Γλιτώνουμε από τούτα τα παράξενα όντα με τους αγιασμούς των υδάτων στις 6 του Γενάρη την ημέρα των Φώτων όπου το βάζουνε στα πόδια τρομοκρατημένα και όπου φύγει φύγει για να ξανά χωθούν στη γη.

«Φύγετε να φύγουμε

έρχεται ο τρελόπαπας

με την αγιαστούρα του….»

Μεταφέρει τον τρόμο τους καθώς εξαφανίζονται η λαϊκή μας παράδοση.

Χρόνια μας πολλά!

 

Το σφάξιμο των γουρουνιών στο Ψάρι στα παλιά τα χρόνια κατά τις Αποκριές

 





Εκείνη η βδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη που σφάζαμε τα γουρούνια στο χωριό μου το Ψάρι Ηραίας στη Γορτυνία, σε συνδυασμό και με τις αποκριές ήταν κάτι σαν πανηγύρι,   αλλά και έθιμο   που έδινε την ευκαιρία στους Ψαραίους να ξεφύγουν λίγο από την καθημερινότητα, τη ζοφερή πραγματικότητα με τις αγροτικές δουλειές μέσα στο Φλεβαριάτικο καταχείμωνο, να φάνε και να πιούνε, να ξεσπάσουνε σε γλέντια και χαρές. Καθώς η οικονομία στα περισσότερα χωριά της ορεινής Αρκαδίας ήταν καθαρά οικιακή και ο κόσμος ζούσε με ό,τι παρήγε στον τόπο του, η εκτροφή των χοιρινών κατά τη διάρκεια ολόκληρου του χρόνου που τα σφάζανε για να εξασφαλίσουν το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια, αλλά και την αρτυμή των φαγητών τους με το λίπος τους αφού λάδια και βούτυρα στα περισσότερα σπίτια δεν υπήρχαν, ήταν μια σοβαρή βοήθεια για να βγάλει η οικογένεια τη χρονιά. 



Κάθε οικογένεια κατά την αρχή της Άνοιξης φρόντιζε να αγοράσει ένα  μικρό χοιρινό που ακόμα βύζαινε τη μάνα του, είτε από γυρολόγους που περνούσαν, είτε κατεβαίνοντας κάποιος για αυτόν τον λόγο στα χαμηλότερα χωριά σε εύπορες περιοχές στα σύνορα συνήθως Αρκαδίας – Ηλείας, ή στην Ολυμπία. Η εκτροφή του χοιρινού όσο ήταν μικρό γινόταν με πλύμα, ένα μίγμα από νερό και πίτουρο συνήθως, που μπορεί να εμπλουτιζόταν με αποφάγια και περισσεύματα από γάλα ή τυροκομικά (από όσους είχαν γιδοπρόβατα), αλλά μεγαλώνοντας, εκτός από το πλύμα έτρωγε βελάνι και (α)γκόρτσα, και καθώς ήταν ελεύθερο να περιφέρεται έξω από το σπίτι και σε ολόκληρο το χωριό, δεν περιφρονούσε και τα ανθρώπινα περιττώματα που τα εύρισκε μπόλικα σε απόμερα σημεία αφού τρεχούμενο νερό, εσωτερικές τουαλέτες βόθροι και όλα αυτά τα αγαθά του πολιτισμού μας ήσαν άγνωστα. 

Μόλις τσάπωνε λίγο το χοιρινό έπρεπε να το μουνουχίσουν, να το στειρώσουν δηλαδή για να τρέφεται καλύτερα και να μην μυρίζει βαρβατίλα το κρέας του, και για αυτή τη δουλειά υπήρχαν ειδικοί  και στα γύρω χωριά.                

 Το τρέφανε λοιπόν το χοιρινό με επιμέλεια (κάπως έτσι είχε αποχτήσει την προσωνυμία «θρεφτάρι») για να μεγαλώσει κανονικά και να δώσει το απαραίτητο κρέας και λίπος όταν ερχόταν η ώρα να το σφάξουν, και καταφέρνανε να θρέψουν χοιρινά που ζυγίζανε συνήθως από 80 μέχρι και 150 οκάδες (οκά: 400 δράμια = 1282 γραμμάρια).                          Αλλά το σφάξιμο γουρουνιού από 80 μέχρι 150 οκάδες δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά, ήταν ολόκληρη διαδικασία που απαιτούσε δεξιότητες αλλά και προετοιμασίες. Δεξιότητες στον χειρισμό του μαχαιριού και γνώσεις έπρεπε να είχε εκείνος που θα το έσφαζε, για να ξέρει σε ποιο σημείο και πως θα χτυπήσει με το μαχαίρι ώστε να ξεψυχήσει γρήγορα το ζωντανό. Και φυσικά ένα γουρούνι με τόσο βάρος, για να το ακινητοποιήσουν απαιτούνταν συνήθως τρεις και τέσσερεις άνδρες.         Στο πέρασμα των χρόνων πολλές φορές είχε συμβεί να ξεφύγει κάποιο χοιρινό μισοσφαγμένο και να τρέχει αιμορραγώντας μέσα στο χωριό (ξέφραγες οι περισσότερες αυλές εκείνα τα χρόνια) με τις σπαρακτικές κραυγές του να σκίζουν την ατμόσφαιρα, προκαλώντας ευχάριστη αναστάτωση στο χωριό, ειρωνικά σχόλια και πειράγματα για εκείνους που τρέχανε να το πιάσουν. Θυμάμαι που ένας γείτονάς μας μια χρονιά για να γλιτώσει τη φασαρία με το σφάξιμο το ντουφέκισε, τα σκάγια όμως δεν το «κρατήσανε», και καθώς οι αυλή ήταν κατηφορική με αναβαθμίδες και το λαβωμένο ζωντανό έτρεχε πάνω κάτω ουρλιάζοντας ή γκρεμιζόταν από τη φόρα και την αγωνία του να γλιτώσει, έγινε χαμός μέχρι να μπορέσει με μερικές ακόμα ντουφεκιές να το αποτελειώσει.

Το μάδημα.

                      

 Απαραίτητος λοιπόν ο ειδικός που θα έσφαζε το γουρούνι, απαραίτητοι και δυο τρεις ακόμα για να το ακινητοποιήσουν και να το γδάρουν μετά, απαραίτητο βέβαια και ένα καλό «μαυρομάνικο» μαχαίρι. Το ίδιο αναγκαία και η φωτιά σε μια άκρη της αυλής που πάνω σε μια μεγάλη σιδεροστιά έβραζε το λεβέτι με νερό που  χρειαζόταν για να μαδήσουνε το χοιρινό. Άλλη θλιβερή ιστορία αυτή με το νερό. Υδρευόταν τότε το χωριό μας από την Μπουσμπούνα την πηγή μας στο κάτω μέρος του χωριού και το μετέφεραν οι γυναίκες συνήθως με ξυλοβάρελα που τα ζαλώνονταν με σκοινί στην πλάτη.

                            Το πλαστικό δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του, τα δοχεία ήταν δυσεύρετα και το νοικοκυριό έπρεπε να βολευτεί με τις τριάντα - σαράντα περίπου οκάδες νερό που έπαιρνε το βαρέλι, άντε και μια βαρέλα ακόμα γύρω στις 5 οκάδες. Αλλά το να φθάσει το νερό στο σπίτι ήταν δεν ήταν και εύκολη δουλειά, αφού και στην πηγή έβγαινε λίγο, και οι γυναίκες στήνονταν στη σειρά (είχε μπασιά όπως λέγανε) για να γεμίσουν το βαρέλι τους. Τα σπίτια στον απάνω μαχαλά όπου και το πατρικό μου απέχουν 400  περίπου μέτρα από την Μπουσμπούνα και οι γυναίκες ανεβαίνανε αυτήν την ανηφορική διαδρομή που έχει τουλάχιστον 70% κλίση ζαλωμένες το βαρέλι, με διπλωμένο σχεδόν το κορμί τους.

Ακινητοποιούσαν λοιπόν το ζωντανό και το έσφαζε ο ειδικός, αλλά ώσπου να ξεψυχήσει, οι πονεμένες οιμωγές του δονούσαν την ατμόσφαιρα και ξεσηκώνανε το χωριό. Καθώς το σφάξιμο των γουρουνιών γινόταν κυρίως κατά την πριν από την Τσικνοπέμπτη εβδομάδα – λίγοι τα σφάζανε τα Χριστούγεννα - σκεφτείτε,  ότι μπορεί εκείνη τη στιγμή αυτή η διαδικασία να επαναλαμβανόταν παράλληλα  σε τρία τέσσερα σπίτια ακόμα, και βάλτε στο νου σας το κλάμα και τις απελπισμένες κραυγές των ανήμπορων ζωντανών μέχρι να ξεψυχήσουν.

Μόλις έπαυε το γουρούνι να αναπνέει, ο σφάχτης τού αφαιρούσε  το «καρύδι» από τον λαιμό, τον λάρυγγα που τον λέγανε και καρούτζαφλα, και τη φούσκα την ουροδόχο κύστη με τα αμελέτητα, τα γλυκάδια, (κατρουλήθρα την λένε στη δεύτερη πατρίδα μου τη Ρόδο εκεί στην Έμπωνα) και κάποιος του περνούσε ένα λεμόνι στο στόμα.

Το καρύδι και τα αμελέτητα τα έπαιρνε η νοικοκυρά και αφού τα ξέπλενε λίγο να φύγουν τα αίματα τα έβαζε στην άκρη στα κάρβουνα εκεί που έβραζε το λεβέτι φροντίζοντας να ψηθούν χωρίς να της καούνε, ενώ τη φούσκα που την περιμένανε ανυπόμονα οι πιτσιρικάδες την αρπάζανε και την συγκυλάγανε λίγο στο σβηστό τζάκι σε κρύα στάχτη, την φουσκώνανε και φτιάχνανε ένα μπαλόνι σαν  μπάλα, είδος πολυτέλειας για τον τότε μικρόκοσμο και αρχίζανε το παιγνίδι.

Στη συνέχεια οι άνδρες σηκώνανε το σφάγιο και το τοποθετούσαν πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο που είχαν ετοιμάσει εκεί στην αυλή με το φύλο κάποιας πόρτας ή με σανίδια, που ήταν απαραίτητος γιατί επάνω του θα μαδούσαν το χοιρινό, και φρόντιζαν να είναι επικλινής για να φεύγουν τα νερά που χρησιμοποιούσαν για το μάδημα, αλλά και ελεύθερος γύρω  - γύρω για να κινούνται και να εργάζονται.

Αμέσως άρχιζε άλλη μια δύσκολη και λεπτή διαδικασία το μάδημα, η απαλλαγή του σφάγιου από το τρίχωμά του, που γινόταν με καλά, ακονισμένα μαχαίρια και βραστό νερό με το οποίο καταβρέχανε με πολύ προσοχή το τρίχωμα και το ξύνανε με τα μαχαίρια με τρόπο και επιδεξιότητα ώστε να μην πληγώνουν το δέρμα, ούτε όμως και να «αρπάξει» από το καυτό νερό. Πετυχαίνοντας σωστή διαβροχή με το βραστό νερό – πολλές φορές σκεπάζανε το σφάγιο εκεί στο μάδημα με κάποιο χοντρό ρούχο για να «φαφατιάζει» το δέρμα -  αλλά και επιδέξια χρήση των μαχαιριών καταφέρνανε να ξεριζώνονται οι τρίχες χωρίς να κόβονται μέσα στο δέρμα.

Στα παλιότερα και πιο δύσκολα χρόνια πριν το τέλος του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα που η φτώχεια και η ανέχεια χτυπάγανε κόκκινο, επειδή το δέρμα στη ράχη του χοίρου είναι πολύ σκληρό το παίρνανε και φτιάχνανε κάτι σαν μοκασίνια, τα γουρνοτσάρουχα, που προσαρμόζονταν με δερμάτινα λουριά στα πόδια και στην ανάγκη τα φορούσαν αντί για παπούτσια.

Τελειώνοντας το μάδημα και αφού το πλένανε εκεί στον πάγκο, ο ειδικός άνοιγε το σφάγιο στην κοιλιά και αφαιρούσαν με προσοχή έντερα πατσά εντόσθια κλπ, και κάπου εκεί ερχόταν και η κυρά με ένα δίσκο με το πικάντικο μεζεδάκι που είχε βγάλει από τα κάρβουνα, το καρύδι και τα γλυκάδια, και την κανάτα με το κόκκινο κρασί και τις σχετικές κούπες. Λίγος ο μεζές, ίσα για να νοστιμίσει το στόμα τους με το κριτσάνισμα του μισοψημένου γουρνολάρυγγα, αρκετός όμως για να σκορπίσει κέφι και να αδειάσουνε οι πρώτες κούπες με το ευλογημένο κρασάκι  από τα δικά τους αμπέλια και να πέσουνε και οι πρώτες ευχές:

-Καλοφάγωτο νοικοκυραίοι!  Και του χρόνου! Άντε, καλές Απόκριες! Χρόνια πολλά!

Η κυρά έπαιρνε σε ένα ταψί τη συκωταριά  πρώτα – πρώτα  και αμέσως ξάκριζε κάποια μεζεδάκια που αφού τα ξέπλενε τα έριχνε  στο μεγάλο τηγάνι με το μακρύ χέρι και τα έβαζε πάνω στη σιδεροστιά.

Δεν ξεχνούσε καθώς καθάριζε τη συκωταριά να ξεχωρίσει και κάνα δυο μεζεδάκια – σπλήνα πλεμόνι και κάνα κομματάκι άντερο - για το σκύλο του σπιτιού που περίμενε υπομονετικά σε μια άκρη μπροστά στο δρόμο εποπτεύοντας την κίνηση, και που τα άρπαζε στον αέρα καθώς του τα πετούσε και τα μασούλαγε περιχαρής.

                       Ώσπου οι άνδρες να καθαρίσουνε το σφάγιο και να βγάλουν έντερα πατσά και λοιπά, να το ζυγίσουν και να το κρεμάσουνε στο πατερό με το κεφάλι προς τα κάτω που θα έμενε δυο τρεις ημέρες για να στραγγίσει και να είναι έτοιμο για τεμάχισμα, είχαν ψηθεί και τα  συκωτάκια  και όλη η συντροφιά απολάμβανε  τη νοστιμιά τους. Και μην πάει ο νους σας σε τραπέζια και σερβίτσια, στο πόδι συνήθως με ένα πιάτο μπροστά τους εκεί στην αυλή και με ένα καρβέλι ψωμί από τον φούρνο του σπιτιού ρίχνανε τις πιρουνιές τους απολαμβάνοντας τα πικάντικα μεζεδάκια σχολιάζοντας το τελικό βάρος και το πάχος του γουρουνιού, το πόσες οκάδες καθαρό κρέας και πόσο  λίπος υπολογίζανε να βγάλει, για το ποιοι άλλοι σφάζανε σήμερα, και άλλα τέτοια σχετικά με την ημέρα. 

                               Όλα τούτα μέσα και κάτω από μια χαρούμενη και πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου κυριαρχούσε ο καπνός από τις φωτιές που καίγανε σε κάποιες αυλές, ανακατεμένος με την  κνίσα από τα μεζεδάκια που ψήνανε ή τηγανίζανε οι νοικοκυραίοι, τα σκουξίματα από τα ζωντανά που έμπαινε το μαχαίρι στο λαιμό τους, οι φωνές και τα χωρατά, τα παιγνίδια και οι χαρούμενες φωνές των παιδιών.

Αργότερα η νοικοκυρά αφού έπλενε τα έντερα θα έφτιαχνε λουκάνικα με ψιλοκομμένο κρέας και διάφορα καρυκεύματα, αλλά  και την απαραίτητη οματιά με το παχυάντερο που την έψηνε στο φούρνο με σιτάρι και ψιλοκομμένο κρέας, μαϊντανό μάραθο και δυόσμο, λίγη καυκαλήθρα, κρεμμυδάκι, κανελογαρίφαλα, πιπέρι και καμιά φλούδα πορτοκάλι αν βρισκόταν, και γινόταν ένα πράμα που εκείνοι που το τρώγανε γλείφανε  και τα δάχτυλά τους.

                        Ύστερα από τρεις περίπου ημέρες αφού είχε στεγνώσει το σφάγιο εκεί όπως κρεμόταν, ξεκινάγανε τη διαδικασία για το «λιώσιμο», να παστώσουνε δηλαδή το κρέας για να φτιάξουνε το «άλειμα», την τσιγαρίδα.  Το «ξεφερτσιάζανε» αφαιρώντας με λεπτές λουρίδες το δέρμα του ( και για να μην ξεχνιόμαστε φέρτσα ή σγόρτσα το λέγαμε οι Ψαραίοι, και το λίπος λίγδα), και στη συνέχεια σε λουρίδες πάλι αφαιρούσαν το παχύ λίπος που το περίβαλλε. Μετά το τεμαχίζανε βάζοντας χωριστά τα πόδια και το κεφάλι και χωριστά το κρέας αφαιρώντας του τα κόκκαλα, βράζανε στο λεβέτι το καθαρό κρέας και τις σκόρτσες, τις λουρίδες δλδ το δέρμα που τις κόβανε σε μικρά κομμάτια που  με λίγο νερό, με κάνα μπαχαρικό ακόμα και λίγα λουκάνικα για να νοστιμίσει , κάποιοι ανάλογα τους νοικοκυραίους βάζανε και κρασί ή ξύδι, αφαιρούσαν σε κάποια φάση  αφαιρούσαν το λίπος που το σουρώνανε και το αποθηκεύανε, και βράζανε καλά το κρέας προσθέτοντας και πολύ αλάτι χοντρό  και το παστώνανε αφού δεν υπήρχαν ψυγεία, και το αποθηκεύανε σε δοχεία – πήλινα κατά το δυνατόν, λαήνες κλπ – αλλά και τις γνωστές μας λάτες (ντενεκέδες)  εξασφαλίζοντας το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια, αλλά και το απαραίτητο λίπος για να αρταίνουν τα φαγητά τους. Η έμπειρη νοικοκυρά τοποθετούσε με τάξη το κρέας στις λαήνες  - που το καλύπτανε με το λίπος για να διατηρείται - βάζοντας αλλού το καθαρό κρέας, αλλού τις φέρτσες και αλλού τα λουκάνικα, ώστε ανάλογα την περίσταση, να ξέρει που θα βάλει το πιρούνι για να βγάλει και τον σωστό μεζέ.

Τίποτα δεν περίσσευε για να πετάξουν από το χοιρινό. Με τα πόδια και το κεφάλι φτιάχνανε τον πατσά που όταν πάγωνε γινόταν η γνωστή πηχτή. Από την Μπόλια παίρνανε εκείνο το λίπος της το «βασιλικό» που χρησίμευε να επαλείφουν άρβυλα, ζώνες, δερμάτινα εξαρτήματα στο σαμάρι του μουλαριού κλπ για να μαλακώνουν, ενώ με διάφορα     υπολείμματα  φτιάχνανε σαπούνι.


 





 Ψαραίικα

Καλημέρα με την Ανατολή από το Ψάρι
... που γιορτάζει σήμερα και πανηγυρίζει τον Άη Γιάννη.
Ο ήλιος μάς βγαίνει από τον Αρτοζήνο, το βουνό από όπου κατά τη μυθολογία μας χαμηλότερα στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις προμηθεύονταν τον άρτο για να θρέψουνε το Δία(κρυφά βέβαια για να μην τον ανακαλύψει ο πατέρας του ο κρόνος που έτρωγε τα παιδιά του και τον... μασήσει). Αρτοζήνος λοιπόν από το άρτος του Ζηνός( ο Ζεύς του Διός τον Ζήνα του Ζηνός κτλπ).




Είπα πανηγυρίζει το Ψάρι σήμερα, οι μυημένοι όμως γνωρίζουν ότι το πανηγύρι κρατάει τρεις ημέρες, με τις βραστές του γίδες, τα ψητά του, τον ζεστό του από το ζωμό των βραστών τραχανά και πολλά άλλα.

 


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

 Η συγκομιδή των καρυδιών.


Στο Ψάρι (που εννοείται ότι είναι το κέντρο του κόσμου), τα καρύδια τα μαζεύουμε μετά τις πρώτες βροχές στο 10ήμερο περίπου που τρέχει από τέλος Σεπτέμβρη μέχρι 10 Οχτώβρη. Είναι η εποχή που μετά τις βροχές ωριμάζουν τα καρύδια , φουσκώνουν και ανοίγει η φλούδα τους. Αρχίζουν και πέφτουν με τον αέρα και τη βροχή, αλλά η διαδικασία απαιτεί ράβδισμα της καρυδιάς για να ρίξουμε όλα τα καρύδια και να τελειώνουμε. Ραβδίζουμε το δέντρο από το έδαφος με μια μακριά τέμπλα μέχρι ένα ορισμένο ύψος που φτάνουμε και αν είναι ψηλό ανεβαίνουμε στον κορμό του για να ραβδίσουμε τα κλαδιά που δεν φθάνουμε από κάτω, αλλά κι εκείνα της κορυφής, Το να ανέβει κανείς πάνω στην καρυδιά για να την ραβδίσει δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να είναι ικανός να ισορροπεί στηριζόμενος στα πόδια του πάνω στα κλαδιά, αφού για να «ραβδίσει» χρειάζεται να κρατεί την τέμπλα – ένα ξύλινο κοντάρι τριών τεσσάρων μέτρων -  και με τα δυο του χέρια, και κυρίως να επιλέγει με προσοχή το κλαδί πάνω στο οποίο θα στηρίζεται ενώ ραβδίζει.

Αφού «ρίξουμε» τα καρύδια που συνήθως με το πέσιμο τα περισσότερα αποβάλλουν τη φλούδα τα μαζεύουμε. Όσα δεν απογυμνώθηκαν με το πέσιμο τα πατάμε ελαφρά όπως βρίσκονται στο έδαφος και αποχωρίζονται εύκολα από  τη φλούδα, ενώ για κάποια δύσκολα που παραμένουν ακόμα στο… καβούκι τους χρήσιμο είναι να κρατάμε ένα μαχαιράκι της κουζίνας για να τα ανοίγουμε επί τόπου. Αλλά (για όσους βέβαια δεν τα γνωρίζουν αυτά), μην νομίζεται ότι με το να μαζέψουμε τα καρύδια τελειώσαμε .

Η διαδικασία της συγκομιδής σε αυτή την καρυδιά δεν σταματάει εκείνη την ημέρα. Είναι ευνόητο ότι η τέμπλα δεν φθάνει σε ‘όλες τις κορυφές των κλαδιών και κάποια καρύδια μένουν πάνω στο δένδρο θα συνεχίσουν να πέφτουν με τον αέρα ή τη βροχή, και από την επομένη πάλι θα περάσουμε ξανά κάτω από το δέντρο που ραβδίσαμε και θα μαζέψουμε δυο τρια κιλά ακόμα που πέσανε κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι αυτό γίνεται συνεχώς τις επόμενες ημέρες μέχρι να εξαντληθούν τα καρύδια. 



Συμβαίνει όμως καμιά φορά η καρυδιά να έχει ψηλώσει πολύ οπότε χρειάζεται κλάδεμα. Πρέπει δηλ κατά τη διαδικασία συγκομιδής των καρυδιών να κοπούν οι κλάδοι που έχουν αναπτυχθεί πολύ, και δεν είναι εύκολο να ανέβει κάποιος να τους ραβδίσει, όπως επίσης δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά. 


Πρέπει να ανέβεις ψηλά και να στηρίζεσαι πολύ καλά για να μπορέσεις να κόψεις τα κλαδιά με το αλυσοπρίονο, και να τα τραβήξεις κάτω γιατί συνήθως σκαλώνουν πάνω στο δένδρο. Μετά, τα κλαδιά αυτά, αφού βέβαια μαζέψουμε τα καρύδια που έχουν επάνω τους, τα κλαδέματα χρειάζονται ειδική διαχείριση. 

Να τα ξεκλαρίσουμε, να συγκεντρώσουμε χωριστά τους κορμούς για να τους τεμαχίσουμε για το τζάκι - η καρυδιά όταν ξεραθεί κάνει πολύ καλή φωτιά -  και χωριστά τα απόκλαρα που από 1η Νοέμβρη και ύστερα μπορούμε να τα κάψουμε





Αρχίζει μετά από αυτό το στάδιο μια άλλη επίπονη διαδικασία, το λιάσιμο. Πρέπει να απλώνουμε τα καρύδια στον ήλιο για μερικές ημέρες για να λιαστούν και να είναι έτοιμα για χρήση. Και λέω ότι είναι επίπονη διαδικασία γιατί πρέπει να εξασφαλίσουμε τον κατάλληλο χώρο που θα τα λιάζουμε, να τα απλώνουμε το πρωί _ βλέπετε τις εικόνες - και να τα μαζεύουμε το απόγευμα  γιατί τη νύχτα έχει υγρασία και φυσικά δεν μπορούμε να τα αφήνουμε έξω. Αυτή η διαδικασία, άπλωμα μάζεμα πρωί απόγευμα, συνεχίζεται για εφτά – οχτώ ημέρες για να έχουμε καλά αποτελέσματα, και στο μεταξύ, παράλληλα με το άπλωμα – μάζεμα φροντίζουμε να τα ξεσκαρτάρουμε και να πετάμε τα χαλασμένα καρύδια και όταν λιαστούνε καλά τα μαζεύουμε και… καλοφάγωτα!

 


Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Το πανηγύρι στο χωριό μας παλιότερα και τώρα


 Τα καζάνια βράζουν τις γκιόσες.

                    Για να μιλήσουμε για τα πανηγύρια στα χωριά μας, τις μικρές κοινότητες της Ηραίας, θα πρέπει να γυρίσουμε νοερά πίσω στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, σε εποχές που οι συνθήκες ζωής ήσαν εντελώς διαφορετικές από την σημερινή. Σε εποχές που δεν υπήρχαν ακόμα συγκοινωνίες στη Γορτυνία και που οι επικοινωνίες γίνονταν μέσω των ταχυδρομείων με γράμματα (επιστολές) που καμιά φορά φθάνανε στον παραλήπτη τους (και αν φθάνανε) ύστερα από μήνες. Αυτοκίνητο, σταθερά και κινητά τηλέφωνα, ραδιόφωνο τηλεόραση και διαδίκτυο, ηλεκτρονική ενημέρωση και όλα αυτά που απολαμβάνουμε σήμερα, η γενιά μου στα μικράτα της ούτε στα όνειρα της δεν μπορούσε να τα φανταστεί.
            Απομονωμένα ζούσαν τα χωριά μας εκείνες τις εποχές επιβιώνοντας οι κάτοικοι  με την οικιακή τους οικονομία που στηριζόταν στη γεωργία και την μικροκτηνοτροφία με μοναδικό μεταφορικό μέσο το μουλάρι και το γαϊδούρι, και που οι οχτώ από τις δέκα οικογένειες συνήθως δεν κατάφερναν να εξασφαλίζουν το απαραίτητο ψωμί της χρονιάς για τις πολυμελείς οικογένειές τους. Σε τέτοιες συνθήκες φτώχειας, απομόνωσης και σκληρής βιοπάλης το πανηγύρι ήταν η κορυφαία ετήσια λατρευτική εκδήλωση στον προστάτη Άγιο ή Αγία του χωριού, παράλληλα όμως και ημέρα γλεντιού, φαγητού και ξεφαντώματος των κατοίκων.
        Και όταν μιλάμε για γλέντια και ξεφαντώματα μην πάει ο νους σας στις σημερινές εικόνες των πανηγυριών με τις σούβλες, τις ψητές γουρνοπούλες και τα καζάνια που βράζουνε τις γκιόσες, ή στις άμεμπτες εξυπηρετήσεις από εταιρίες Κέττερινκ. Ούτε και στις ζυγές τα όργανα με τα ηλεκτρονικά τους βοηθήματα τα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα όπως τα βλέπουμε στα σημερινά πανηγύρια. Αυτά αρχίσανε από το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα και εδώθε. 
 
  Την ημέρα του πανηγυριού  κάποιοι που είχαν ένα μαγαζάκι στο χωριό στήνανε τον πάγκο τους που πουλάγανε κρασί στις ανδρικές παρέες προσφέροντας και κάνα μεζέ για το κρασί τους, κάποιος άλλος έστηνε έναν πάγκο και πούλαγε καραμέλες και γλειφιτζούρια για τα παιδιά αλλά και καμιά σφεντόνα, κάποιος έφερνε να πουλήσει κάτι άλλο- εκεί στον προαύλιο και τον περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας κάτω από τα πουρνάρια, αφού ισιώνανε κάπως το χώμα. Θυμάμαι την εντύπωση που είχε κάνει κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’40 στο χωριό μας το ότι ένας Καρασαναίος είχε φέρει και πούλαγε καρπούζι. Που πρώτη φορά το βλέπαμε.
      Ούτε πανηγυρίστρες όπως πχ έχουν διαμορφωθεί σήμερα στου Ψάρι, στου Ράφτη και σε όλα σχεδόν τα χωριά υπήρχαν τότες. Πάντα βρισκότανε ένα κλαρίνο και ένα ούτι που ξεκινάγανε το γλέντι μετά την εκκλησία, και αν υπήρχε και βιολί κάνανε την καλύτερη ορχήστρα και ο μπουχός από το χορό σηκωνόταν σύννεφο!
    Κάποιες ευκαιρίες για ομαδικό γλέντι και ξεφάντωμα  παρουσιάζονταν στις απόκριες που ντύνονταν και μπούλες (μασκαράδες), και σε μικρότερη κλίμακα στους γάμους, στο πανηγύρι όμως παράλληλα με το ομαδικό, κυριαρχούσε το αυθόρμητο και το συλλογικό, δεμένα με την παράδοση και την πολιτισμική ταυτότητα του χωριού. Οι άνδρες που σκοτώνονταν ολόκληρο το χρόνο και σε όλες τις εποχές του στη δουλειά είχαν κι αυτοί δικαίωμα εκείνη την ημέρα να φάνε και να πιούνε κάτι παραπάνω, να τραγουδήσουνε και να χορέψουνε, να μιλήσουνε με τους συγχωριανούς, να αστειευτούν και να ξεδώσουν. Και για τις γυναίκες λέφτερες και παντρεμένες η ημέρα του πανηγυριού ήταν μια ευκαιρία να περιποιηθούνε κάπως ιδιαίτερα τον εαυτό τους, να ντυθούνε με τις καλύτερες φορεσιές τους, να τραγουδήσουνε και να χορέψουν χωρίς φραγμούς
          Στα παλιότερα χρόνια, αγόρια και κορίτσια δεν επιτρεπόταν ούτε να κοιτάξει το ένα το άλλο, στο πανηγύρι όμως παρουσιαζόταν η ευκαιρία να ανταμωθούν και να πιαστούνε στο χορό, να χορέψουν και να τραγουδήσουνε, να δείξουν και τις χορευτικές τους δεξιότητες η να τραγουδήσουν τα τραγούδια που τους άρεσαν, να εντυπωσιάσουν, και ναι, και για κάποιο ανεπαίσθητο άγγιγμα στο χέρι, εκεί στο χορό. Η λέξη «καμάκι» ήταν άγνωστη ακόμα, οι όλο σημασία φλογερές ματιές και τα νυφοδιαλέγματα όμως ήσαν στην ημερησία διάταξη εκείνη την ημέρα. Χορεύανε ομαδικά σε ζυγές (κύκλους ) με σεβασμό στους άλλους, ιδιαίτερα σε εκείνον ή εκείνη που σέρνανε πρώτοι το χορό κάνοντας τις φιγούρες τους, και μόλις τελείωνε το τραγούδι που χόρευαν πηγαίνανε στο τέλος του κύκλου παραχωρώντας τη σειρά στον επόμενο.
                 
 Ψάρι Ηραίας.
 
Το πανηγύρι δεν ήταν μόνο για τους ντόπιους η κορυφαία, η μοναδική ευκαιρία της χρονιάς για το συλλογικό τους αντάμωμα, τις ώρες ξεγνοιασιάς, τον χορό, το ομαδικό τραγούδι και το ξεφάντωμα. Ήταν μια ευκαιρία μια φορά το χρόνο να επικοινωνήσουν και με γειτονικά χωριά, να συναντηθούν με συγγενείς από γάμους κυρίως και φίλους που έρχονταν σαν προσκυνητές την ημέρα εκείνη, άλλοι ποδαράτο και άλλοι  καβάλα πάνω στα μουλάρια τους με τις πολύχρωμες χάντρες στα καπίστρια τους και τα σαμάρια τους τα σκεπασμένα με περίτεχνα πλουμιστά κιλίμια ή κουβέρτες υφασμένα στον αργαλειό,  πραγματικά έργα τέχνης.
                 Μετά τον πόλεμο οι κοινωνικές συνθήκες αρχίζουν να αλλάζουν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 αρχίζει η μετανάστευση, πολλά νέα παιδιά φεύγουν για το εξωτερικό, Αυστραλία Γερμανία Καναδά κλπ, θεριεύει όμως και το κύμα της αστυφιλίας και μικροί και μεγάλοι εγκαταλείπουν τα χωριά και φεύγουν στις πόλεις για μια καλύτερη ζωή. Οι Ψαραίοι καταφεύγουμε στην Αθήνα κυρίως κάνοντας δουλειές του ποδαριού στην αρχή, πολλοί απορροφούνται στην πώληση λαχείων Λαϊκού και Συντακτών που άκμαζε εκείνη την εποχή, άλλοι στην πώληση εφημερίδων και ακόμα περισσότεροι βρίσκουν εύκολα μεροκάματο στο γιαπί, καθώς η οικοδομή είναι ο κλάδος που αναπτύσσεται αλματωδώς. Σαν ανειδίκευτοι εργάτες στην αρχή, που μέσα σε δυο τρία χρόνια το πολύ αρκετοί γίνονται τεχνίτες, χτιστάδες, σοβατζήδες, καλουπατζήδες κλπ.
                      Η νόστος όμως για το χωριό, ο καημός για τους δικούς του και τα πάτρια, τα άγια χώματα, είναι ισχυρά συναισθήματα ριζωμένα βαθιά μέσα στην ψυχή του Έλληνα, και το πανηγύρι παίζει συνδετικό ρόλο και γίνεται πόλος έλξης των ξενιτεμένων για το χωριό. Δύσκολα χρόνια, σκληρός ο αγώνας για την επιβίωση, αλλά, είτε δουλειές του ποδαριού κάνει κάποιος στην Αθήνα είτε μεροκαματιάρης είναι, θέλει να έρθει στο χωριό  τ’ Αγιαννιού στις 29 Αυγούστου που γίνεται το πανηγύρι, να ιδεί τους δικούς του, να προσκυνήσει τη χάρη του και να χορέψει, να ρίξει κάνα χαρτονόμισμα στα όργανα όταν χορέψει, να κάνει κάνα κέρασμα, να δειχτεί και να φανεί στο χωριό με το κουστούμι του ότι είναι «κύριος» πλέον, ότι είναι κάποιος. Το ότι η συγκοινωνία φθάνει μόνο μέχρι τη Δημητσάνα και θα χρειαστεί  να κάνει τρεις τέσσερεις ώρες πορεία μέσα από μουλαρόδρομους για να φθάσει στο χωριό, λίγο μετράει.
                     Από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα το βιοτικό επίπεδο καλυτερεύει σταδιακά, εμφανίζονται και τα πρώτα Ι. Χ αυτοκίνητα που κάνουν πιο εύκολη την επικοινωνία και την κυκλοφορία των ανθρώπων, κυκλοφορεί χρήμα στα χωριά, και με την συμβολή και των ξενιτεμένων που επισκέπτονται τα χωριά τους εκείνες τις ημέρες που τιμούν τον προστάτη Άγιο τους κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, τα πανηγύρια βελτιώνονται πολύ. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, αφού ηλεκτροδοτείται η  Αρκαδία βελτιώνονται και οι κομπανίες των μουσικών και οι ζυγές τα όργανα με μεγάφωνα μικρόφωνα και ενισχυτές, και όταν πανηγυρίζουν οι Ψαραίοι τα κλαρίνα ακούγονται στου Σέρβου, έξι εφτά χιλιόμετρα απόσταση σε ευθεία γραμμή πάνω από τα ρουμάνια και τις βουνοκορφές και αντίστροφα. Πέφτει πολλή χαρτούρα στα κλαρίνα όχι μόνο από εκείνους που σέρνουν πρώτοι το χορό με κάθε τραγούδι, αλλά και από συγγενείς όταν χορεύει κάποιος δικός τους. Η γιαγιά π.χ θα σηκωθεί να ρίξει το κατιτίς της στα όργανα όταν χορεύει  η εγγονή της, ή η πεθερά όταν χορεύει η νύφη ή ο γαμπρός, και άλλα τέτοια.

  Χορός στην πανηγυρίστρα.

        Ο προστάτης Άγιος των Ψαραίων, ο Αγιάννης ο νηστευτής, τιμάται με αυστηρή νηστεία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πιστοί γλεντάνε και χορεύουνε νηστικοί. Από νωρίς την παραμονή, με τη φροντίδα της Αδελφότητας των Ψαραίων, βράζουν σε φωτιές από χοντρά ξύλα καζάνια με γίδα και προβατίνα, στον θαυμάσια διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας, ψήνεται και καμιά γουρνοπούλα στο φούρνο,και μετά τον εσπερινό ξεκινάει το φαγοπότι, εκεί στην εξαίρετη και ευρύχωρη πανηγυρίστρα, σε ένα πραγματικά ειδυλλιακό τοπίο κάτω από τα αιωνόβια πουρνάρια και τις καρυδιές. Είναι έτοιμη και η εξέδρα με τα όργανα στη θέση τους, και μετά το φαγητό αρχινάει ομαδικός συλλογικός χορός με γνήσια παραδοσιακή δημοτική μουσική που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.
                 Την επομένη, ανήμερα τ’ Αγιαννιού μετά την δοξολογία, γίνονται από τους πιστούς οι προσφορές και τα τάματα στην εκκλησία, όπως και οι διάφορες ανακοινώσεις της Αδελφότητας Ψαραίων και αργότερα προσφέρονται αυστηρώς νηστήσιμα εδέσματα. Το παραδοσιακό φαγητό των Ψαραίων την ημέρα τ’ Αγιαννιού είναι πατατούλες στο φούρνο με ντομάτα και κρεμμύδι χωρίς λάδι. Το απόγευμα μετά τον εσπερινό, το πανηγύρι συνεχίζεται με τον κόσμο να απολαμβάνει τα νηστήσιμα ενώ τα καζάνια με τα σφαχτά βράζουνε δίπλα από την πανηγυρίστρα. Κατά τις 10 το βράδυ συνήθως, ο παπάς ανακοινώνει στους Ψαραίους ότι επειδή είναι καλοί χριστιανοί και πιστοί, ο Άγιος δεν θα είχε αντίρρηση, έτσι για το καλό της ημέρας, να αρτυθούνε μια δυο ώρες, πριν από τις δώδεκα που αλλάζει η ημέρα.. Είναι το σύνθημα για να ορμήσει ο κόσμος στα βραστά και τα ψητά και σε λίγο αρχίζουν τα κλαρίνα και οι χοροί που πολλές φορές κρατάνε μέχρι το πρωί.

                    Γνωστό πλέον στην περιοχή το Ψαραίικο πανηγύρι για την συλλογική του έκφραση και την αυστηρή προσήλωσή του στην παράδοση, προσελκύει πολύ κόσμο από τα γύρω χωριά καθώς οι επισκέπτες γνωρίζουν ότι δεν  θα αντιμετωπίζουν πρόβλημα πάρκινγκ,  ότι θα βρούνε άνετα τραπέζι και θα φάνε εξαίρετα φαγητά σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορούν να σηκωθούν με την παρέα τους και να χορέψουν χωρίς περιορισμούς, αφού στην πίστα ξεδιπλώνονται πολλές δίπλες (ζυγές, κύκλοι) χορού και ότι θα περάσουν μια αξέχαστη βραδιά.