Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοκοτρωναίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοκοτρωναίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Ο Κολοκοτρωναίικος σουγιάς


Πιτσιρικάς ο Κολοκοτρώνης έζησε τη «φτώχεια των γονέων». Η χήρα μάνα του και εδώ στην Αρκαδία που ήρθε από τη Μάνη με τα παιδιά της ύφαινε επί πληρωμή για να εξασφαλίσει το ψωμί της οικογένειάς της, ή έκοβε ξύλα στο δάσος (με το τσεκούρι και το χειροπρίονο) που τα πήγαινε ο Μικρός στην Τριπολιτσά με το γαιδουράκι τους και τα πουλούσε.
Έτυχε κάποτε που είχε βρέξει πολύ, δεκατριών χρονών τότε ο Θοδωράκης, να πάει ένα φόρτωμα ξύλα στην Τριπολιτσά, και καθώς περνούσε μπροστά από μια παρέα νοικοκυραίων Τούρκων που ήσαν αραγμένοι σε μια στοά και απολάμβαναν τους (ν)αργιλέδες και το ραχάτι τους, να γλιστρήσουν οι οπλές του φορτωμένου ζώου πάνω στο καλντερίμι και να πεταχτούν κάποιες στάλες από τα λιμνάζοντα νερά πάνω σε έναν από τους Θαμώνες. Νευριασμένος ο Τούρκος άφησε το ναργιλέ του, σηκώθηκε και άστραψε μερικές σφαλιάρες στο παιδί, έτσι, για να… μάθει να φέρεται μπροστά στους Αφέντες. Ο Θοδωράκης συνέχισε το δρόμο του αμίλητος, αλλά εκείνες τις στιγμές αποφάσισε να εκδικηθεί τους Τούρκους. Με αυτές τις σκέψεις όταν μπόρεσε και πούλησε το φόρτωμα τα ξύλα, πήγε στο παζάρι και αγόρασε ένα φτηνοσουγιά, μια μικρή λάμα με ξύλινο χέρι πίσω που δεν μπορούσε ούτε ψωμί να κόψει κανείς. Και έμεινε στην παράδοση αυτό το είδος του σουγιά ως σουγιάς Κολοκοτρώνης, ή Κολοκοτρωναίικος σουγιάς. Ποιος μπορεί να ξέρει αν 38 χρόνια αργότερα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβρη του 1821 που οι Τούρκοι περνούσαν από το λεπίδι των επαναστατημένων Ελλήνων, τη στιγμή που ο Κεχαγιάς εκλιπαρούσε «Κολοκοτρώνη, κάμε ινσάφι στην Τουρκιά, κόψε(σφάξε) μα άφσε κιόλα», ποιος μπορεί να ξέρει αν ο Κολοκοτρώνης αρχηγός των επαναστατημένων Ελλήνων θυμόταν ΚΑΙ εκείνον τον όρκο που είχε κάνει όταν αγόρασε το σουγιά.

Οι προφητάδες


Γνωστή είναι η φιλία που συνέδεε πριν από την επανάσταση τον Κολοκοτρώνη με τους Τουρκαλβανούς Λαλαίους.
Κάποτε, στου Λάλα που ήσαν κλεισμένοι στον πύργο, ο Κολοκοτρώνης και ένας ανεψιός του Αλή Φαρμάκη, του λέει ο Τουρκαλαβανός:
-Κρίμας οπού δεν είσαι Τούρκος, μέγας αφέντης θα γινόσουν
-Αν γενώ Τούρκος, ρωτάει ο Κολοκοτρώνης, θα με σουνουτέψουν;
-Βέβαια΄
-Εμάς όταν μας βαφτίζουν μας κόβουν από τα μαλλιά της κεφαλής μας τρίχες και τις βάζουν εις το εικόνισμα του Χριστού. Αν γένω Τούρκος εις τον άλλον κόσμον θα με τραβούν ο Χριστός από τα μαλλιά και ο Μωάμεθ από την…( εδώ στη σημερινή εποχή δεν βάζουμε ούτε μπιπ!) και δεν θέλω να βάλω εις παρόμοιαν διαφορά δυο τέτοιους προφητάδες. 
Σημ. παρμένο από τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη γραμμένα Τερτσέτη.

Η μπέσα


Γνωστές οι καλές σχέσεις του Κολοκοτρώνη με τους Αλβανούς και η μπέσα του. Ας δούμε μια πτυχή αυτής της πλευράς από την άλωση της Τριπολιτσάς, όπως μας την δίνει ο Φωτάκος στα απομνημονεύματα που έγραψε για τον Κολοκοτρώνη:
«Αλβανοί υπέρ τους 300 εκλείσθησαν μέσα εις τα καταλύματα (κονάκια) του Σεραγιού και κατά το δείλι εζήτησαν τον Κολοκοτρώνην ως φίλον των και πιστόν δια να παραδοθούν. Ήλθεν ο Κολοκοτρώνης, αλλά διότι δεν τον εγνώριζαν, επειδή και δεν ήτο κανένας μπουλούμπασης Αλβανός από εκείνους, οι οποίοι τον εγνώριζαν, να τους βεβαιώση, δεν έδιδαν πίστιν. Ο Κολοκοτρώνης τους έλεγε: «μα τον Θεόν μα τα τέσσερα κιτάπια του Θεού, μα τον προφήτην Χασρέτ Ισά (Χριστόν) εγώ είμαι». Αλλά αυτοί πάλιν δεν τον επίστευαν. Τότε τους είπε και αυτός, επειδή δεν παρεδίδοντο, «να είναι το κρίμα εις τον λαιμόν τους και ότι εγώ δεν είμαι παραβάτης (της μπέσας)»
Έφυγεν έπειτα ο αρχηγός και οι στρατιώται αμέσως έβαλαν φωτιά εις τα κονάκια και τους έκαψαν όλους»

Αδελφέ Γύφτο!


Τον καιρό του ξεσηκωμού του γένους οι καπεταναίοι είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Αντρούτσο οι φίλοι του τον ελέγανε Γεροχουλιάρι (χουλιάρι = κουτάλι, αλλά και ανακατωσούρης) για τις πονηριές και τα τερτίπια του. Το Γκούρα τον ελέγανε γέροντα για τη φρονιμάδα του, και τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του τον λέγανε γύφτο. «Αδερφέ Γύφτο» έγραφε ο Αντρούτσος στον Κολοκοτρώνη σε ένα γράμμα του!

Οι καταραμένοι κλέφτες.


Γνωστός είναι ο αφορισμός της κλεφτουριάς από την Εκκλησία το 1804 ύστερα μάλιστα από διαμαρτυρίες που κάνανε οι προύχοντες και προεστοί του Μωρηά στον Πασσά, γνωστός ο διωγμός και οι θυσίες των Κολοκοτρωναίων ως απόρροια του αφορεσμού, ιδιαίτερα η προδοσία από τον καλόγερο του μοναστηριού των Αιμυαλών ανάμεσα Στεμνίτσα Δημητσάνα όπου στο πατητήρι που έμεινε γνωστό ως ο ληνός των Κολοκοτρωναίων από τότε, σκοτώσανε οι Τούρκοι τον αδελφό του Θ Κολοκοτρώνη τον Γιάννη τον επιλεγόμενο Ζορμπά και τον ξάδερφό τους τον Κουντάνη μαζί με άλλους το Φλεβάρη του 1806.
Αργότερα έτυχε στη Ζάκυνθο που είχαν καταφύγει, (υπό αγγλική κατοχή τότε η Ζάκυνθος) να διαβάζει ο Κολοκοτρώνης το Ευαγγέλιο στην αγγλική έκδοση, και σε κάποια στιγμή ο Δικαίος Φλέσσας που καθόταν δίπλα του τον σκουντάει και του λέει: 
_ Μην διαβάζεις , δεν πρέπει, έχει αφορισμόν ο Πατριάρχης. Εσύ που διαβάζεις είσαι καταραμένος, οργισμένος από τον θεόν.
Ο Κολοκοτρώνης έκανε πως δεν δίνει σημασία και συνέχισε το διάβασμα οπότε και τον ξανασκουντάει ο Φλέσσας. επιμένοντας να του θυμίσει ότι είναι αφορισμένος και καταραμένος, μην υπολογίζοντας βέβαια ότι του έριχνε αλάτι στη βαθειά πληγή του.
Ε, ποιος είδε το θεό και δεν τον εφοβήθηκε! προτού τελειώσει τη φράση του ο Φλέσσας πετάγεται ο Κολοκοτρώνης και τον αρπάζει από τη μαλούθρα ( τα μαύρα περίσσεια μαλλιά του όπως αφηγείται στα απομνημονεύματά του ο Γ Τερτσέτης), τον πλακώνει κάτω και είδανε και πάθανε οι φίλοι τους να τον γλιτώσουν από την οργή του!

Μωρή ζουρλή!



Τον καιρό του ξεσηκωμού επήγε μια γυναίκα στον Κολοκοτρώνη και του ζήτησε να της κάνει κάποια χάρη, κάποια εξυπηρέτηση που για εκείνη είχε ζωτική σημασία.
-Αφέντη μου, του λέει, κάνε μου ετούτο το καλό και σκλάβα σου να γίνω!
-Τι λες μωρή ζουρλή, της λέει ο Κολοκοτρώνης, σκλάβα μου! Για τη λευτεριά πολεμάμε και θες να γίνεις σκλάβα μου!

Το αίμα των Κολοκοτρωναίων και η εμπάθεια του στρατηγού Μακρυγιάννη



Γνωστοί οι αγώνες και οι θυσίες των Κολοκοτρωναίων στην προσπάθεια να αποτινάξει ο ελληνισμός τον τουρκικό ζυγό, αλλά και οι διωγμοί και ο αφανισμός τους από τους Τούρκους και τα μεγάλα τζάκια του Μωρηά που καλοπερνάγανε με τους Τούρκους και βγάζανε φλύκταινες στο άκουσμα και μόνο κάποιας κουβέντας για απελευθέρωση των Ελλήνων. Και φθάσανε τα μεγάλα τζάκια και οι Προύχοντες του Μωρηά να ζητήσουν τη βοήθεια των Τούρκων και της Εκκλησίας για τον αφανισμό της κλεφτουριάς!

Οι γέροντες κι οι προεστοί, κι οι προύχοντες του τόπου
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή στο Βασιλιά στην Πόλι:
«Άκουσε Αφέντη Βασιληά και πολυχρονεμένε:
Οι κλέφτες πούνε στον Μωρηά γινήκαν βασιλειάδες
Ο Θοδωράκης βασιληάς και ο Γιάννης είν Βεζύρης
… μαρτυρεί η δημοτική μας  παράδοση..

Μετά τον αφορισμό  από την Εκκλησία ο διωγμός της Κλεφτουριάς είναι πάνδημος, οι χριστιανοί το θεωρούν καθήκον να καταδίδουν τους κλέφτες στα τούρκικα αποσπάσματα.
Τούρρκοι, Ρωμαίοι, στ’ άρματα! Τους κλέφτες να σκοτώστε,
Τους κλέφτες τους αρματωλούς, τους Κολοκοτρωναίους!
Γνωστή και η προδοσία του καλόγερου στο ληνό του Μοναστηριού των Αιμυαλών ανάμεσα Δημητσάνα – Στεμνίτσα εδώ στη Γορτυνία που ενώ πρόσφερε φαγητό σε μια ομάδα Κολοκοτρωναίων υπό τον ατίθασο Γιάννη αδελφό του Θ. Κολοκοτρώνη, στη συνέχεια έστειλε έναν βοηθό του στη Στεμνίτσα να ειδοποιήσει το απόσπασμα και ο ίδιος έτρεξε να ειδοποιήσει  στη Δημητσάνα, με αποτέλεσμα τα τούρκικα αποσπάσματα να εγκλωβίσουν τους Κολοκοτρωναίους στο ληνό.
Τους κάλεσαν να πετάξουν τα’ άρματα και να παραδοθούν μα εκείνοι αρνήθηκαν. Έτσι, οι Τούρκοι:

Ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό κουβάρια θειαφοκέρι,
Πιάσαν οι κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει:
Τώρα να ιδής Μπουλούμπαση, να ιδής πως προσκυνάνε
….
Και το τουφέκι του άδειασεν έκαμ’ ένα γιουρούσι.


Εφτά Κολοκοτρωναίους σκοτώσανε εκεί οι Τούρκοι που τους κόψανε τα κεφάκια και τα στείλανε στην Τρίπολι..
Κι όταν το Μάη του 1806 ο Θ. Κολοκοτρώνης κατόρθωσε να διαφύγει στη Ζάκυνθο που ήταν υπό αγγλική κατοχή, είχε κοντά του μόνο 7 από τους 36 συγγενείς που είχε στο σώμα του στην Αρκαδία.. Αργότερα, κατά τον δεύτερο μετά το 1821 εμφύλιο πόλεμο εκεί μεταξύ 1824 και 1825 τον αποκαλούμενο και «Πόλεμο των Προεστών», ο Κουντουριώτης και η παρέα του σκορπώντας αφειδώς τις αγγλικές λίρες των δανείων, για να υποτάξουν και να εξευτελίσουν τους Καπεταναίους κατέβασαν στίφη εξαθλιωμένων Ρουμελιωτών που με επικεφαλής τον Κωλέτη και τον Γκούρα  εξαπολύθηκαν και λεηλατούσαν, έκαιγαν και εδήωναν το Μωρηά, σπέρνοντας την καταστροφή το φόβο και τον τρόμο στους αντιπάλους τους, και σε μια σύγκρουση στην Αρκαδία με το σώμα του στρατηγού Μακρυγιάννη που υπηρετούσε πιστά τον Κουντουριώτη σκοτώθηκε και ο γιος του Κολολκοτρώνη Πάνος. Δείτε πως αναφέρεται στο τραγικό γεγονός στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης:  «… πέσαμε εις τα Καλύβια της Τροπολιτζάς. Εκεί άφησα τους ανθρώπους μου, ήταν ο Βάσιος εκεί. Θέλησε να τους πολεμήσει ο Πάνος ο Κολοκοτρώνης και τον σκότωσαν. Αυτό είναι  το αίμα οπού χύθηκε Κολοκοτρωναίικον δια την λευτεριά της Ελλάδος».
Έτσι λοιπόν, το μόνο αίμα Κολοκοτρωναίικο που χύθηκε για την πατρίδα κατά τον στρατηγό, είναι αυτό  του Πάνου, και καλώς βέβαια έγινε αφού τον σκοτώσαν οι δικοί του!
 Τόση εμπάθεια και τέτοιου μεγέθους μικρότητα από έναν μεγάλο άνδρα!

Υ.Γ 1: Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα πρωτοδιάβασα κάπου εκεί στα 1960 και μου είχε κάνει εντύπωση η εμπάθεια του στρατηγού για τους Κολοκοτρωναίους. Αλλά τότε, εντυπωσιασμένοι όλοι από τα απομνημονεύματα μιλούσαν για το μεγαλείο του αγωνιστή, τον άδολο πατριώτη, τον ανιδιοτελή, τον «ξένον προς πάσαν βλέψιν προσωπικών ωφελημάτων». κλπ.  Αργότερα τα ξαναδιάβασα και είχα την περιέργεια να διαβάσω  περισσότερα και για το στρατηγό, γι αυτό έστω και τώρα αφού μου δίνεται η ευκαιρία με το Fb βγάζω αυτό το «απωθημένο» από μέσα μου.

Υ.Γ 2: Βορειότερα, στην περιοχή των Καλαβρύτων – Αχαΐα, βγάλανε σε δημοπρασία τα βρακιά της Ζαΐμαινας για να εξευτελίσουν την οικογένεια. Λέει ο Μακρυγιάννης καρφώνοντας τον Καραϊσκάκη: «.. και πήγαν εις την Κερπινή εις το σπίτι του κυρίου Ζαΐμη, και ο Καραϊσκάκης το κυβέρνησε οπού δεν του αφήσαν οι άνθρωποί του ούτε στάχτη μέσα, και οι άλλοι πήγαν εις τ’ άλλα σπίτια και χωριά».




Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Ο Ληνός των Κολοκοτρωναίων

 

 

 

 

Ο Θ Κολοκοτρώνης γύρω στα 1826 χρυσοποίκιλτος.
 

Ένα μικρό κτίσμα ήταν – ληνός = πατητήρι σταφυλιών -  που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των γεωργών σε παλαιότερες εποχές που δουλεύανε όσο φώταγε η μέρα και χρειάζονταν να διανυκτερεύουν μερικές φορές εκεί, αλλά και να συγκεντρώνουν  και να πατάνε τα σταφύλια  όταν τρυγούσανε τα αμπέλια. Βρίσκεται στη Γορτυνία 3 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Δημητσάνας  λίγες δεκάδες μέτρα πριν από τη μονή των Αιμυαλών στο Ζυγοβιστινό ρέμα ανάμεσα Δημητσάνα – Στεμνίτσα, και έμεινε στην Ιστορία ως ο Ληνός των Κολοκοτρωναίων, επειδή εκεί την 1η του Φλεβάρη 1806 σκοτώσανε 7 κλέφτες υπό τον Γιάννη Κολοκοτρώνη τον επιλεγόμενο Ζορμπά, αδελφό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

 Να σημειώσω εδώ πως ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο βιβλίο του ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ 1715 1820 ισχυρίζεται ότι το παρατσούκλι «Ζορμπάς» για τον Γιάννη Κολοκοτρώνη είναι πλαστό, και ότι το έχει πάρει ο Φαλέζ (εγγονός του Θ. Κολοκοτρώνη) από Ρουμελιώτικο στίχο.
             Έγινε παράλληλα ο Ληνός των Κολοκοτρωναίων σύμβολο της προεπαναστατικής κλεφτουριάς του Μοριά που το εθνικό μας παραμύθι, η προσπάθεια δηλαδή που γίνεται από πολλούς να παρουσιάσουν την Ιστορία μας κατά το δοκούν, θέλει τους προεπαναστατικούς κλέφτες πρωτοπόρους εθνικούς αγωνιστές που δίνανε μάχες με την Τούρκικη Εξουσία για την απελευθέρωση του Ελληνισμού.
                             Στο Μοριά η προεπαναστατική κλεφτουριά αρχίζει να φαίνεται μετά τα Ορλωφικά.  Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τότε γεννήθηκε, το 1770, και κάπου 10 χρόνια νωρίτερα το 1759 είχε γεννηθεί  ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης.Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την τραγική εκείνη 10ετία των Ορλωφικών που η λαίλαπα των Αλβανών λεηλάτησε και εδήωσε το Μοριά, δεν υπάρχει παρουσία κλεφτών. Τα αναφερόμενα από τον Γέρο του Μοριά στα απομνημονεύματά του ότι στην καταστροφή των Αλβανών στην Τριπολιτσά τον Ιούλη του 1779 πήραν μέρος και 1.000 κλέφτες υπό την ηγεσία του πατέρα του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, πολλοί ιστορικοί (Γιάννης Κορδάτος στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ τ.ΙΧ, Γιάννης Βλαχογιάννης ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ 1715 – 1800, κ. α.) υποστηρίζουν ότι δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Το ίδιο αναληθή θεωρούν και τα υποστηριζόμενα από Τάκη Κανδηλώρο στον ΑΡΜΑΤΩΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 1500 – 1821 ότι 3.000 κλέφτες πολέμησαν μαζί με τους 6.000 Τούρκους του Γαζή και συμβάλανε στην σφαγή των Αλβανών στην Τριπολιτσά.
                                     Ο Τάκης Κανδηλώρος στο βιβλίο του Η ΓΟΡΤΥΝΙΑ λέει ότι δέκα χρόνια σχεδόν μετά τα Ορλωφικά « η Πελοπόννησος επλημμύρησεν αύθις από κλέπτας» που περιφέρονταν με ανοιχτές σημαίες χωρίς να φοβούνται την εξουσία ασκούντες γοητεία στο λαό με το αγέρωχο παράστημα και τη μεγαλοπρέπειά τους.Σε λίγο ο αριθμός τους στην Πελοπόννησο έφθασε τις τρεις χιλιάδες, και άλλους μεν δια δωροδοκιών εφόνευε η τούρκικη εξουσία, άλλους φυλάκιζε, και άλλους διόριζε Κάπους «πληρώνουσα και υπέρογγα σιτηρέσια. Η κατάσταση με την Κλεφτουριά όλο και χειροτέρευε και κατά το τέλος του 1805 η Τούρκικη εξουσία  είχε αποφασίσει τον αφανισμός της.
                                 Δείτε μια εικόνα εδώ για το κλίμα της εποχής όπως μάς τα δίνει πολύ παραστατικά η δημοτική μας Μούσα:
Οι γέροντες κι οι προεστοί κι οι προύχοντες του τόπου
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή στον Βασιληά στην Πόλι:
«Άκουσε Αφέντη Βασιληά και πολυχρονεμένε:
Οι κλέφτες πούνε στο Μωρηά γενήκαν  βασιλιάδες
Ο Θοδωράκης  βασιληάς κι ο Γιάννης είν Βεζύρης
Κι ο Γιώργος από τον Αητό είνε Κατής και  κρένει».
Κι ο  Βασιληάς σαν τάκουσε πολύ του κακοφάνη
Κι ευθύς φιρμάνι  έβγαλε και  στον Μωρηά  το στέλνει
Τους κλέφτες να σκοτώσουνε τους Κολοκοτρωναίους.

Συνέβαλε πολύ και ο αφορισμός τους από την Εκκλησία, που υποχρέωνε τους πιστούς όχι μόνο να μην βοηθούν τους κλέφτες και να μην τους δίνουν ούτε νερό ούτε ψωμί, αλλά και να τους καταδίδουν στα τουρκικά αποσπάσματα αλλιώς ο αφορισμός έπεφτε στο κεφάλι τους, θα ήσαν καταραμένοι από τον Θεό, θα ψήνονταν στην κόλαση κλπ.

                            Ο Τάκης Κανδηλώρος στην ΓΟΡΤΥΝΙΑ του μας πληροφορεί πως ο Οσμάν Πασάς με το  που μπήκε το 1806, έστειλε μέσα στον βαρύ χειμώνα τον Κεχαγιά που εστρατοπέδευσε με μεγάλη δύναμη  στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, «άγων μεγάλην δύναμιν και πλήθος βασανιστικών οργάνων… συνέταξε κατάλογον προγραφών ως άλλος Σύλλας, και συλλαμβάνων πλείστους αθώους ως υποθάλποντας τους κλέπτας ανεσκολόπιζεν ή διεμέλιζεν εις τέσσαρα ή έψηνεν επί της σούβλας ή συνέτριβεν επί άκμονος…» ΄Αγρια τρομοκρατία, θρήνος και κλαυθμός στο Μωρηά, και ο λαός φοβούμενος  τους Τούρκους αλλά και την οργή  του θεού έσπευδε στα τούρκικα αποσπάσματα να καταδώσει την παρουσία των κλεφτών που μέσα  στον βαρύ χειμώνα ρακένδυτοι γδυτοί και πεινασμένοι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν σε κατοικημένους χώρους για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί.
Δείτε τι μας λέει η δημοτική μας παράδοση:
Ένα μεγάλο σύγνεφο  κι  ένα κομμάτι ακόμα
Στους κάμπους ρίχνει τα νερά και στα βουνά τα χιόνια
Δεν είναι χιόνια και νερά μον’ είναι μαύρα δάκρυα
Που χύνει όλος ο  Μωρηάς για  το φιρμάνι πούρθε
«Τούρκοι! Ρωμαίοι! Στ’ άρματα! Τους κλέφτες να σκοτώστε,
Τους κλέφτες τους αρματωλούς τους Κολοκοτρωναίους»!
Ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης και σίγουρος ότι δεν θα επιβιώσουν μέσα στο βαρύ χειμώνα μάζεψε εκεί στην Πιάνα της Αρκαδίας τους άνδρες του που ανάμεσά τους ήσαν και 36 Κολοκοτρωναίοι, και πρότεινε να διαλυθούν ώσπου να περάσει ο δύσκολος καιρός. Οι κλέφτες αρνήθηκαν να διαλυθούν όπως πρότεινε ο αρχηγός τους και σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης κατά της Εξουσίας στο Μωρηά. Με τα τούρκικα αποσπάσματα όμως που είχαν πλημμυρίσει την Αρκαδία ιδιαίτερα, δεν μπορούσαν –  και για λόγους επιμελητηριακούς – να σταθούν και τους χώρισε  σε δυο σώματα που τράβηξαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνος με 120 παλικάρια τράβηξε προς τον Άγιο Πέτρο, ενώ το άλλο σώμα υπό τον εικοσαετή ανεψιόν του Μήτρον ύστερα από τέσσερεις ημέρες συνεπλάκη με δύναμη 500 Τούρκων, και 44 από τους άνδρες του ανάμεσά τους και 7 νεαροί Κολοκοτρωναίοι πέσανε μαχόμενοι ηρωικώς ο ένας δίπλα από τον άλλον. Κάποιοι από τους υπόλοιπους σκοτωθήκανε στα Μαγούλιανα και κάποιοι λίγοι που είχαν επιζήσει από τις δυο αυτές συγκρούσεις «ακέφαλοι και άσιτοι εξωλοθρεύθησαν δια προδοσιών και ενέδρας. Ένα από τα αδέλφια του Κολοκοτρώνη ο Γιάννης ο επιλεγόμενος Ζορμπάς λόγω του αγέρωχου χαρακτήρα του, με τον Γιώργα από τον Αετό και μερικούς ακόμα συντρόφους τους τραβήξανε την 1η Φλεβάρη του 1806 για τη Ζάτουνα για τον οικογενειακό φίλο και προστάτη τους Θανόπουλο, και αφού δεν τον βρήκαν τραβήξανε για το μοναστήρι των Αιμυαλών, όπου, όπως μαρτυρεί η δημοτική μας Μούσα:
  Καλόγερος εκλάδευε στης Αιμυαλούς τ’ αμπέλι
 Βλέπει από πέρα νάρχωνται τον Γιώργα και τον Γιάννη
 Από μακρυά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε:
 «Για κρύψε μας Καλόγερε, κρύψε μας Μπουραζέρη
 Ψωμί κρασί για φέρε μας τ’ είμαστε πεινασμένοι»
 Ελάτε μπάτε στο ληνό να κάνετε λημέρι,
 Που ο τόπος είν’ απόμερος κι αλάργ’ από την στράταν.

 

Ο ληνός των Κολοκοτρωναίων με τα κυπαρίσσια

Ο καλόγερος έβαλε την ομάδα στο ληνό και πήγε στη μονή να τους ετοιμάσει φαγητό ενώ έστειλε τον υπηρέτη του στη Στεμνίτσα να ειδοποιήσει το Απόσπασμα. Τους πήγε φαγητό και κρασί, κι έσπευσε  κι εκείνος στην Δημητσάνα να ειδοποιήσει το άλλο απόσπασμα. Δεν αργήσανε τα τούρκικα αποσπάσματα να περικυκλώσουν το ληνό:

Από μακρυά τους έζωσαν, κι’ από μακρυά τους λένε:
«Έβγα Ζορμπά προσκύνησε μ’ όλη την συντροφιά σου
Και σου χαρίζω τη ζωή και σε και στα παιδιά σου»
-Πως με περνάς Μπουλούμπαση για να σε προσκυνήσω
Πού ‘γω είμ’ ο Γιάννης ο Ζορμπάς κι αν σου βαστάη ζύγω!»
Δεν κόταγαν να παν κοντά τους έτρωγε το φείδι,
Μα όσα φτερά και πούπουλα έχει ν’ η μαύρη κότα
Τόσα τουφέκια πέσανε μεσ’ του ληνού την πόρτα.
Βλέποντες όμως οι Τούρκοι ότι νυχτώνει και θα τους ξεφύγουν με τα σπαθιά στα χέρια οι κλέφτες,
Ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό κουβάρια θειαφοκέρι,
Πιάσαν οι κληματόβεργες…
Ασφυκτιούντες και πνιγόμενοι από τους καπνούς οι κλέφτες κάνανε ηρωική έξοδο με τα σπαθιά στα χέρια και σκοτώθηκαν από τα πυρά των Τούρκων.

Κάποιοι παρουσιάζουν την παράδοση να θέλει τον Θ Κολοκοτρώνη να παρατηρεί τον χαμό του αδελφού του  και των συντρόφων τους από ψηλότερα στην Κλινίτσα που του ξεφεύγει το παράπονο: Άϊντε ρε Γιάννη δεν μ’ ακούς.                            

 


Αυτό είναι το εθνικό μας παραμύθι, η κυριαρχούσα άποψη εκείνων που θέλουν την προεπαναστατική κλεφτουριά του Μοριά δημιούργημα των Κολοκοτρωναίων που με την ηρωική στάση και τους αγώνες τους κατά της Τούρκικης Εξουσίας ανοίξανε το δρόμο για το μεγάλο του γένους ξεσηκωμό. Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Οι προεπαναστατικοί κλέφτες του Μοριά τίποτα το ηρωικό, καμία σοβαρή μάχη κατά της Τούρκικης εξουσίας δεν έχουν να παρουσιάσουν, και η λέξη Ελλάδα τους ήταν άγνωστη.
                              Μπορεί κάποιοι, ελάχιστοι, να βγαίνανε στο βουνό γιατί δεν άντεχαν την τούρκικη εξουσία, αλλά τα κίνητρα που ωθούσαν κάποιον να βγει στο κλαρί ήταν κυρίως η φτώχεια και η ανέχεια, οι αγγαρείες, η τοκογλυφία, οι άδικες τιμωρίες, και άλλα παρεμφερή,  της ληστείας και της κλεψιάς μη εξαιρουμένων, και καταντούσαν να ζουν κλέβοντας και ληστεύοντας τον χριστιανικό πληθυσμό.
             Ο γνωστός Τζόρτζ Φίνλευ 1799 – 1875 που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, εργάστηκε, και έγραψε την Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, γράφει πως «…τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη αν και δοξασμένα με τραγούδια  αντιποιητικά και με πεζογραφία παραγεμισμένη, δεν ήταν παρά καμώματα ληστών και κατσικοκλεφτών».
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης παρουσιάζει μαρτυρίες περιηγητών που περιγράφουν τους Κλέφτες «αγριοκάτσικα, ξεκομμένα από το κοπάδι το κοινωνικό, θεριά ξαγριεμένα από τον κατατρεγμό των Αρβανιτών μπουλουκμπασήδων» κλπ.  
 Η σφαγή τους στο ληνό από τα άτακτα μπουλούκια που είχαν κινητοποιήσει οι προύχοντες της Δημητσάνας ήταν απλά ντροπιαστική. Πως έγινε και τους πιάσανε στον ύπνο; Τι έγινε το χιλιοτραγουδισμένο κλέφτικο καραούλι που παρατηρούσε τα πάντα και σε μεγάλη απόσταση;  Η κοινή λογική λέει ότι  μια τέτοια ομάδα εφτά μπαρουτοκαπνισμένων Κλεφτών υπό την αρχηγία μάλιστα του Γιάννη Κολοκοτρώνη του επιλεγόμενου Ζορμπά για το ατίθασο του χαρακτήρα του, αλλά και την παρουσία εκεί του ξακουστού Γιώργα από το Αετό της Τριφυλίας πασίγνωστου για την αγριότητά του, δεν θα κλείνονταν μέσα στο ληνό σαν τα ποντίκια στη φάκα. Θα βγάζανε καραούλι (μια σκοπιά) εκ περιτροπής για να μπορούν να κατοπτεύουν την περιοχή και να επισημάνουν οποιαδήποτε εχθρική κίνηση. Το ότι δεν πήραν τα στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης ενώ ολόκληρος ο Μοριάς είχε ξεσηκωθεί και τους κυνηγούσαν θεοί και δαίμονες (όλος ο Μοριάς σηκώθηκε να κατατρέξει την Κλεφτουριά μαρτυρά ο Θ.Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του), Χριστιανοί και Οθωμανοί, δείχνει ότι αυτοί οι Κλέφτες δεν είχαν καμία σχέση με τα ηρωικά κλέφτικά τραγούδια και ποιήματα που εξυμνούν την ηρωική Κλεφτουριά του Μοριά.  Τρομαγμένα κυνηγημένα αγρίμια ήσαν, και καμιά σχέση με ηρωισμούς δεν είχαν.

Η Δημητσάνα

«Ο Γιάννης Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους που του μέναν, κλειστήκανε στο ληνό και παραδώσαν τα κεφάλια τους στους χωριάτες όχι σαν παλιοί Κλέφτες, αλλά σαν πρωτόβγαλτα τσοπανόπουλα» σχολιάζει ο Γιάννης Βλαχογιάννης.

           Είχε την άνεση ο καλόγερος να στείλει τον υπηρέτη του στη Στεμνίτσα για να ειδοποιήσει κατά τον Κανδηλώρο το απόσπασμα, και αφού και ο ίδιος τους πήγε φαγητό και κρασί, έτρεξε μετά στη Δημητσάνα να ειδοποιήσει το άλλο Απόσπασμα. Δεν άργησαν τα αποσπάσματα να περικυκλώσουν το ληνό κλπ  - κλπ, και οι κυνηγημένοι Κλέφτες δεν αγρίκησαν την Τουρκιά που τους έζωνε, για να, με τα σπαθιά στα χέρια και με δυο σάλτους πέσουνε στη ρεματιά (το Ζυγοβιστινό ρέμα μπροστά από τη Μονή) και να χαθούν. Αστεία πράγματα, ιστορίες ούτε για μικρά παιδιά. 
Ο Γιάννης Κορδάτος γράφει πως τους Κλέφτες στο ληνό τους πρόδωσε κάποιος καλόγερος και σπεύσανε οι προεστοί της Δημητσάνας με τους Κάπους τους (πιστολάδες, σεκουριτάδες της εποχής) και τους σκοτώσανε.
                  Ο Γιάννης Βλαχογιάννης παρουσιάζει τη μαρτυρία του Ζυγοβιστινού Κωνσταντίνου Χρ. Σταυρόπουλου από το βιβλίο του Ιστορία Ζυγοβιστίου 1905. «Ο φόνος έγινε το 1806 …. Είχαν το λημέρι τους στο βουνό Κλινίτζα. Απ’ εκεί πήγαν στο μοναστήρι Αιμυαλών για να ζητήσουν τρόφιμα, όμως ο καλόγερος Γεράσιμος ο λεγόμενος Καμπούρης κατέβηκε στη Δημητσάνα και τους πρόδωσε στους προεστούς. Χτύπησαν οι καμπάνες και μαζεύτηκαν οι χωριάτες από τα γύρω χωριά και οπλισμένοι πήγαν στο μοναστήρι και μπλοκάρισαν τους Κλέφτες. Κι επειδή δεν παραδόθηκαν τους σκότωσαν…… τοις πάσιν είναι έκτοτε γνωστόν ότι ο εν τω ληνώ φόνος των Κολοκοτρωναίων δεν εγένετο εκ μέρους Τούρκων, καθόσον Τούρκοι δεν υπήρχαν εκεί, αλλά εγένετο εκ μέρους χριστιανών».
Μέσα στον επόμενο μήνα οι Τούρκοι και οι Κοτζαμπάσηδες είχαν τελειώσει με τους κλέφτες στο Μοριά. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε καταφέρει να σωθεί στα εφτάνησα με 2 - 3 μόνο συντρόφους του.

 

 

 

 

 

 

 


Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Τους κλέφτες να σκοτώσετε τους Κολοκοτρωναίους!



Γνωστή λίγο πολύ είναι η ιστορία γύρω από τους διωγμούς  της κλεφτουριάς και τον αφανισμό των Κολοκοτρωναίων κατά το 1805 -  1806 στην Πελοπόννησο επειδή είχαν γίνει πολύ ενοχλητικοί για τους κοτζαμπάσηδες περισσότερο, αλλά και για τους Τούρκους. Την εικόνα και το κλίμα της εποχής μάς τα δίνει πολύ παραστατικά η δημοτική μας Μούσα και πιστεύοντας  πως αξίζει τον κόπο  μεταφέρω εδώ  και όσο επιτρέπει ο χώρος ελάχιστα στοιχεία:

 Οι γέροντες κι οι προεστοί κι οι προύχοντες του τόπου
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή στον Βασιληά στην Πόλι:
«Άκουσε Αφέντη Βασιληά και πολυχρονεμένε:
Οι κλέφτες πούνε στο Μωρηά γενήκαν  βασιλιάδες
Ο Θοδωράκης  βασιληάς κι ο Γιάννης είν Βεζύρης
Κι ο Γιώργος από τον Αητό είνε Κατής και  κρένει».
Κι ο  Βασιληάς σαν τάκουσε πολύ του κακοφάνη
Κι ευθύς φιρμάνι  έβγαλε και  στον Μωρηά  το στέλνει
Τους κλέφτες να σκοτώσουνε τους Κολοκοτρωναίους.

Συνέβαλε πολύ και ο αφορισμός τους από την Εκκλησία, που υποχρέωνε τους πιστούς όχι μόνο να μην βοηθούν τους κλέφτες και να μην τους δίνουν ούτε νερό ούτε ψωμί, αλλά και να τους καταδίδουν στα τουρκικά αποσπάσματα αλλιώς ο αφορισμός έπεφτε στο κεφάλι τους, θα ήσαν καταραμένοι από τον Θεό, θα ψήνονταν στην κόλαση κλπ.
Ο Τάκης Κανδηλώρος στην ΓΟΡΤΥΝΙΑ του που έγραψε το  1898 μας πληροφορεί πως ο Οσμάν Πασάς με το  που μπήκε το 1806 έστειλε μέσα στον βαρύ χειμώνα τον Κεχαγιά που εστρατοπέδευσε με μεγάλη δύναμη  στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας «άγων μεγάλην δύναμιν και πλήθος βασανιστικών οργάνων…  συνέταξε κατάλογον προγραφών, ως άλλος Σύλλας, και συλλαμβάνων πλείστους αθώους ως υποθάλποντας τους κλέπτας ανεσκολόπιζεν ή διεμέλιζεν εις τέσσαρα ή έψηνεν επί της σούβλας ή συνέτριβεν επί άκμονος…» ΄Αγρια τρομοκρατία, θρήνος και κλαυθμός στο Μωρηά, και ο λαός φοβούμενος  τους Τούρκους αλλά και την οργή  του θεού έσπευδε στα τούρκικα αποσπάσματα να καταδώσει την παρουσία των κλεφτών που μέσα  στον βαρύ χειμώνα ρακένδυτοι γδυτοί και πεινασμένοι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν σε κατοικημένους χώρους για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί.
Δείτε τι μας λέει η δημοτική μας παράδοση:

Ένα μεγάλο σύγνεφο  κι  ένα κομμάτι ακόμα
Στους κάμπους ρίχνει τα νερά και στα βουνά τα χιόνια
Δεν είναι χιόνια και νερά μον’ είναι μαύρα δάκρυα
Που χύνει όλος ο  Μωρηάς για  το φιρμάνι πούρθε
«Τούρκοι! Ρωμαίοι! Στ’ άρματα! Τους κλέφτες να σκοτώστε,
Τους κλέφτες τους αρματωλούς τους Κολοκοτρωναίους»!

Ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης και σίγουρος ότι δεν θα επιβιώσουν μέσα στο βαρύ χειμώνα μάζεψε εκεί στην Πιάνα της Αρκαδίας τους άνδρες του που ανάμεσά τους ήσαν και 36 Κολοκοτρωναίοι, και πρότεινε να διαλυθούν ώσπου να περάσει ο δύσκολος καιρός:
Κατά πως μαρτυρεί ο λαϊκός ποιητής:

Προψές το βράδυ πέρναγα, απ’ τα βουνά της Πιάνας
Πώχουν τα πεύκα τα πολλά και τα πολλά λημέρια
Πώχουν τους κλέφτες τους πολλούς τους Κολοκοτρωναίους,
Κι ακώ τον Γέρω – Θοδωρή να λέη στα παλληκάρια:
«Παιδιά μ’ ήρθε ο χινόπωρος, παιδιά μ’ ήρθε ο χειμώνας
Εχιονιστήκαν η κορφές, κρουστάλλιασαν η βρύσες
Πέσαν τα φύλ’ απ’ τα κλαργιά, ξισκιώσαν τα λιμέρια…
Παιδιά μου!... να χωρίσωμε να γίνωμε μπουλούκια
Σύρτ΄ άλλοι στ’ Αρκουδόρρεμα, κι άλλοι κατά τον κάμπο
Να βρήτε φίλους μας παληούς να βρήτε και κουμπάρους
Κι εγώ θα  πάω ‘ς τη Ζάκυνθο να σμίξω με τους Φράγγους
Όσο να ξεπεράσωμε τον φετεινόν χειμώνα.
Κι απέ σαν πάρη η άνοιξι και λειώσουνε τα χιόνια
Κι ανοίξη ο γράβος κ’ η οξυά, κ’ ισκιώσουν τα λιμέρια
Εδώ να ξανασμίξωμε..

Οι κλέφτες αρνήθηκαν να διαλυθούν όπως πρότεινε ο αρχηγός τους και σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης κατά της Εξουσίας στο Μωρηά. Με τα τούρκικα αποσπάσματα όμως που είχαν πλημμυρίσει την Αρκαδία ιδιαίτερα δεν μπορούσαν –  και για λόγους επιμελητηριακούς – να σταθούν και τους χώρισε  σε δυο σώματα που τράβηξαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνος με 120 παλικάρια τράβηξε προς τον Άγιο Πέτρο, ενώ το άλλο σώμα υπό τον εικοσαετή ανεψιόν του Μήτρον ύστερα από τέσσερεις ημέρες συνεπλάκη με δύναμη 500 Τούρκων, και 44 από τους άνδρες του ανάμεσά τους και 7 νεαροί Κολοκοτρωναίοι πέσανε μαχόμενοι ηρωικώς ο ένας δίπλα από τον άλλον. Κάποιοι από τους υπόλοιπους σκοτωθήκανε στα Μαγούλιανα και κάποιοι λίγοι που είχαν επιζήσει από τις δυο αυτές συγκρούσεις «ακέφαλοι και άσιτοι εξωλοθρεύθησαν δια προδοσιών και ενέδρας».
Το υπό τον Θ Κολοκοτρώνη σώμα χωρίς τροφές  και πολεμοφόδια πέφτοντας σε   ενέδρες και προδοσίες, δίνοντας συνεχείς μάχες διέτρεξε σχεδόν ολόκληρο τον Μωρηά μειούμενο συνεχώς από τις απώλειες και τέλος ο ίδιος επέστρεψε στη Γορτυνία με 17 μόνο συγγενείς του. Ίδια κατάσταση  και στη Γορτυνία με πιο γνωστή την ιστορία με τον χαμό μιας ομάδας Κολοκοτωναίων υπό τον αδελφό του Γιάννη τον επιλεγόμενο Ζορμπά  που κατέφυγαν στο μοναστήρι της Αιμυαλούς κοντά στην Δημητσάνα  για τροφή.

 Μαρτυράει η δημοτική παράδοση:

Καλόγερος εκλάδευε στης Αιμυαλούς τ’ αμπέλι
Βλέπει από πέρα νάρχωνται τον Γιώργα και τον Γιάννη
Από μακρυά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε:
«Για κρύψε μας Καλόγερε, κρύψε μας Μπουραζέρη
Ψωμί κρασί για φέρε μας τ’ είμαστε πεινασμένοι»
Ελάτε μπάτε στο ληνό να κάνετε λημέρι,
Που ο τόπος είν’ απόμερος κι αλάργ’ από την στράταν

Ο καλόγερος έβαλε την ομάδα στο ληνό και πήγε στη Μονή να τους ετοιμάσει φαγητό ενώ έστειλε τον υπηρέτη του στη Στεμνίτσα να ειδοποιήσει το Απόσπασμα. Τους πήγε φαγητό και κρασί, κι έσπευσε  κι εκείνος στην Δημητσάνα να ειδοποιήσει το άλλο απόσπασμα. Δεν αργήσανε τα τούρκικα αποσπάσματα να περικυκλώσουν το ληνό, και επειδή οι Κολοκοτρωναίοι δεν παραδίνονταν, οι Τούρκοι:
Ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό κουβάρια θειαφοκέρι,
Πιάσαν οι κληματόβεργες…
Ασφυκτιούντες και πνιγόμενοι από τους καπνούς οι Κολοκοτρωναίοι κάναν ηρωική έξοδο με τα σπαθιά στα χέρια και σκοτώθηκαν από τα πυρά των Τούρκων.
Κατά τον Μάη εκείνης της χρονιάς ο Κολοκοτώνης κατάφερε να φθάσει στη Μάνη και να φύγει με πλεούμενο για την Ζάκυνθο με μόνον εφτά συγγενείς του που  είχαν απομείνει από τους 36, και κάπως έτσι τελείωσε ο αρματωλισμός τότε στο Μωρηά.