Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Από την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

 





Στη Ρόδο μπροστά στο Ακταίον πριν από κάποιες δεκαετίες την ημέρα του εορτασμού της Ενσωμάτωσης, με τη Γιαννούλα ντυμένη με παραδοσιακή στολή Μπονιάτισσας (= από το χωριό Εμπωνα ) την ημέρα της καθιερωμένης παρέλασης για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου.
                 Τα Δωδεκάνησα που είναι 14 και μαζί με τις ακατοίκητες νησίδες φθάνουν τα 27, έχουν δεχτεί για πάνω από 600 χρόνια πολλούς επιδρομείς και κατακτητές, από Πέρσες, Σαρακηνούς Βενετούς Γενουάτες, Σταυροφόρους και Τούρκους, με τελευταίους τους Ιταλούς που τα είχαν πάρει το 1912 από τους Τούρκους, και τους Γερμανούς που τα κράτησαν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β¨ Παγκόσμιο πόλεμο το 1943.

                                        Άποψη της Μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.
               Τα τείχη της οφείλονται στους Ιωαννίτες Ιππότες (Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου)
                 που κατείχαν το νησί από το 1309 έως το 1522 

Στη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών Δυνάμεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι το 1946, η Ελλάδα πρόβαλλε το θέμα της Βορείου Ηπείρου, της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, των Δωδεκανήσων, και της Κύπρου.
Δικαιώθηκε στο θέμα των Δωδεκανήσων και στις 31 Μαρτίου του 1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τις βρετανικές αρχές στη Ρόδο, ενώ στις 7 Μαρτίου 1948 έγινε η επίσημη τελετή της Ενσωματωσης που καθιερώθηκε και γιορτάζεται κάθε χρόνο. 


                                Από την τελετή της Ενσωμάτωσης το 1948 στη Ρόδο

Η τελευταία εικόνα είναι από τον ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Λίνδο της Ρόδου που τον έχτισε ο Δαναός με τις 50 κόρες του όταν έφυγε από την Αίγυπτο και κατέπλευσε στη Λίνδο.
Ήταν, βλέπετε, και μεγάλη ναυτική δύναμη η Ρόδος, και εκεί δημιουργήθηκε ο πρώτος γνωστός κώδικας Ναυτικού Δικαίου, γνωστός ως «Νόμος Ροδίων Ναυτικός».









Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Η απεργία των οικοδόμων της 1ης Δεκέμβρη 1960.

Τότε που αλλάξαμε την πορεία των εργατικών διεκδικήσεων και των κοινωνικών αγώνων.

΄


Σε 50.000 υπολογίζονταν οι οικοδόμοι κατά το 1950. Στο τέλος εκείνης της δεκαετίας γίναμε 150.000 και το 1970 ο αριθμός έπιασε τις  250.000.

Καθώς δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η εκβιομηχάνιση της οικοδομής, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόμαστε κατά τις πρώτες δυο δεκαετίες μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τον Εμφύλιο ήσαν από σκληρές μέχρι απάνθρωπες.  Δεν υπήρχε ωράριο εργασίας, αφού δουλεύαμε από το πρωί μέχρι να νυχτώσει με μια διακοπή  2 ωρών το μεσημέρι κατά τις ώρες της κοινής ησυχίας, ενώ ανύπαρκτα ήσαν τα μέτρα ασφαλείας στους τόπους δουλειάς.

Ελάχιστες μεγάλες τεχνικές εταιρείες διέθεταν αναβατόρια, και τα οικοδομικά υλικά τα κουβαλούσαμε στον ώμο από τις σκάλες και τις μαδερωσιές μέχρι τον πέμπτο και τον έκτο όροφο, όπως επίσης την ξυλεία και τα διάφορα άλλα εργαλεία.

Περιττό να θυμίσω ότι ακόμα δεν είχε κάνει την εμφάνισή της η σιδεροσκαλωσιά. 

Στην οικοδομή εκείνα τα χρόνια καταφεύγανε για δουλειά οι κάθε είδους κατατρεγμένοι από την Εξουσία που είχε αναδείξει ο Εμφύλιος πόλεμος. Αγωνιστές της  Εθνικής  Αντίστασης που δεν εύρισκαν στον ήλιο μοίρα, κομμουνιστές και αριστεροί που βγαίνανε από φυλακές και εξορίες, φτωχολογιά με τα κύματα της εσωτερικής μετανάστευσης και με την ελπίδα μιας ανθρώπινης ζωής,  αγρότες και μικροκτηνοτρόφοι, άνθρωποι που για να βρουν ανθρώπινη εργασία σε κάποια εταιρεία ή εργοστάσιο έπρεπε να πάρουν από το χωροφύλακα Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων, πιστοποιητικό δηλ ότι είναι «δικοί μας», ότι δεν είναι κουμουνιστές και αριστεροί, ότι εν πάση περιπτώσει είναι αρεστοί στο χωροφύλακα και το χαφιέ της γειτονιάς τους.

. Η δική μου περίπτωση: Δεκατεσσάρων χρονών περίπου, μαθητής στο νυχτερινό γυμνάσιο, αφού δεν τα κατάφερνα και τόσο καλά σαν αχθοφόρος στον Σταθμό Λεωφορείων Πελοποννήσου λίγο πιο κάτω από την πλατεία Ομονίας εκεί πίσω από την εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου, ή  στην οδό Αθηνάς - εκεί που από πρώτο χέρι έμαθα τι σημαίνει σύρμα - με το πανεράκι μου να πουλάω γυναικεία μαντηλάκια της στάμπας πέντε στο δεκάρικο - αφού είχα δοκιμάσει  πολλές ακόμα δουλειές του ποδαριού για ένα παιδί της ηλικίας μου, δοκίμασα την τύχη μου στην οικοδομή, γιατί εκεί μπορούσα να πουλήσω το χαμαλίκι μου, τη δύναμη και τα μπράτσα μου. ΄Εργάτης στην αρχή, τεχνίτης σοβατζής αργότερα, και το 1955 σε ηλικία δεκαεννιά χρονών Γραμματέας του σωματείου των σοβατζήδων, στο Σύνδεσμο Αμμοκονιαστών Αθηνών, να αγωνίζομαι για τα προβλήματα του κλάδου μου, των οικοδόμων.

Δύσκολα έβγαζε ο οικοδόμος σύνταξη εκείνα τα χρόνια αφού το όριο ηλικίας ήταν στα 65, και άντε κάποιος που είχε περάσει τα εξήντα, να μπορούσε να εργάζεται στο γιαπί για να συνταξιοδοτηθεί. Αν ο οικοδόμος πάθαινε κάποιο ατύχημα δεν είχε τη σχετική άδεια από το ΙΚΑ όπως σήμερα, τα ένσημα δεν τα επικολλάγανε οι κατασκευαστές και οι εργολάβοι στους εργαζόμενους, δεν υπήρχε δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα. Αν π.χ ο καιρός ήταν βροχερός ο οικοδόμος τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα δεν είχε ψωμί να πάει στο σπίτι του.

Το συνδικαλιστικό κίνημα είχε διαλυθεί από τον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά και είχε δεχθεί τη χαριστική βολή από τους νικητές του Εμφυλίου πολέμου. Αντιπροσωπευόταν από διορισμένους καθεστωτικούς εγκάθετους προέδρους και διευθυντές, επαγγελματίες αντικομμουνιστές. Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων ήταν ο Κ. Λυκιαρδόπουλος, που απαιτούσε από τα πρωτοβάθμια σωματεία να κάνουν δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού για να μπορέσουν να γίνουν μέλη της. Τα σωματεία που βρισκόμαστε έξω από την Ομοσπονδία, είχαμε κάνει μια Συντονιστική Επιτροπή για την προώθηση των αιτημάτων μας, και κατάφερε ύστερα από κάποιες απεργίες να πείσει την Ομοσπονδία να κάνουμε την απεργία στην 1η του Δεκέμβρη.
Διεκδικούσαμε μείωση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 65 στα 60,  από 4050 που βάζανε το όριο των ενσήμων για συνταξιοδότηση να μειωθεί στα 2500, να καθιερωθεί δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα όπως και άδεια από το ΙΚΑ, να αναγνωρίσουν και να μας μοιράσουν ανάλογα τα κλεμμένα ένσημα - τα Υπέρ Αγνώστων - και να μας επικολλούν κανονικά τα ένσημά μας ανάλογα με τις ημέρες εργασίας.

Η απεργία είχε καλή συμμετοχή. Γύρω στις 15.000 υπολογίστηκαν οι συγκεντρωμένοι στο Εργατικό Κέντρο  και στους γύρω δρόμους, και όταν ξεκίνησε να μιλάει ο Λυκιαρδόπουλος και να λέει κάποια τρελά, όπως, να έχουμε εμπιστοσύνη στην ευαισθησία και στις καλές προθέσεις του Υπουργού Εργασίας, εξοργιστήκαμε και βάλαμε τις φωνές: "φύγε πουλημένε"! , "προδότη εργατοπατέρα" 

Να θυμίσω ότι Υπουργός Εργασίας για τις καλές προθέσεις του οποίου μας μιλούσε ο Κ.Λ ,ήταν ο Αριστείδης Δημητράτος που κατείχε την ίδια θέση και επί δικτατορίας Μεταξά.

Στο μεταξύ, από το πρωί οι δρόμοι γύρω από το Εργατικό Κέντρο αλλά και σε ευρύτερη περιοχή της Αθήνας αστυνομοκρατούνται, ενώ αστυνομικοί με πολιτικά περιφέρονται και μέσα στα γραφεία του - το περίφημο "Συνδικαλιστικό" της Ασφάλειας - και παρακολουθούν τις εξελίξεις και ό,τι συζητιέται. Βαβούρα και φασαρία μεταξύ Συντονιστικής και των εγκάθετων του Λυκιαρδόπουλου, αποφασίζουμε πορεία στο Υπουργείο Εργασίας για να επιδώσουμε ψήφισμα με τα αιτήματάμας. Η Ομοσπονδία Οικοδόμων όμως, Ο  Λυκιαρδόπουλος δλδ και οι εγκάθετοί του ούτε να ακούσουν δεν θέλουν.

Με το ξεκίνημα της πορείας πλακώνουν οι αστυνομικές δυνάμεις που καιροφυλακτούν στους γύρω δρόμους, και με πρωτοφανή αγριάδα επιτίθενται στους συγκεντρωμένους οικοδόμους. Ανεβοκατεβαίνουνε τα κλομπ, ανοίγουνε τα πρώτα κεφάλια, κορμιά σφαδάζουνε καταματωμένα στο οδόστρωμα.

Οι οικοδόμοι δεν αργούν να συνέλθουν από το ξάφνιασμα και αντεπιτίθενται. Κάπου εκεί στην Αγησιλάου είναι μια οικοδομή, και από εκεί οι οικοδόμοι αρπάζουν τούβλα καδρόνια τάβλες και παλιοσίδερα και επιτίθενται κατά των πραιτοριανών της κυβέρνησης

Η σύγκρουση γενικεύεται σε μεγάλη ακτίνα στους γύρω από Εργατικό κέντρο δρόμους, από την Ομόνοια ως την πλατεία Κουμουνδούρου, την Κολοκυθούς. Από την Πειραιώς μέχρι την Αγίου Κωνσταντίνου. Ζήνωνος, Αγησιλάου, Κολοκυθούς, Κεραμικού , Βούλγαρη και άλλες μετατράπονται σε πεδίο ανελέητων συγκρούσεων σώμα με σώμα, Γεμάτη οικοδομές οι Αθήνα εκείνη την εποχή, οι οικοδόμοι αρπάζουν σίδερα και καδρόνια και ό,τι άλλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο, και χτυπάνε τους αστυνομικούς. Σπάνε πεζοδρόμια και μάρμαρα που χρησιμοποιούν στις αντεπιθέσεις τους πετώντας τα κατά των αστυνομικών, και πολλές φορές αυτά τα υλικά τα χρησιμοποιούν και οι αστυνομικοί εναντίον τους. Εκείνη την ημέρα για πρώτη φορά οι δυνάμεις καταστολής κάνουν χρήση χημικών με τη ρίψη δακρυγόνων εναντίον των διαδηλωτών.

 Κάποια στιγμή βλέπω δίπλα μου τον αδελφό μου τον Νίκο να σκύβει και να περνάει το χέρι του κάτω από τη μασχάλη ενός πεσμένου συναδέλφου, τον αρπάζω κι εγώ και να τον σέρνουμε σηκωτόν για να μην τον πατάνε. Κάποτε βρίσκομαι κρατούμενος στην οδό Πειραιώς μέσα σε μια τεράστια κλούβα της Αστυνομίας. Ώσπου να συνειδητοποιήσω την κατάσταση το μάτι μου παίρνει ένα στρατιωτικό τμήμα με τα όπλα προτεταμένα να κατεβαίνει στην Πειραιώς από το πάνω μέρος της πλατείας Κουμουνδούρου, αστυνομικές κλούβες τρέχουν και οι σειρήνες επαυξάνουν το χαλασμό που γίνεται, μέχρι και τους Μπουραντάδες ως Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας έχουν κινητοποιήσει. Καθώς μας μπουζουριάζουνε στην κλούβα μάς δέρνουν αγρίως, κι ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι στο απέναντι κάθισμα ένα κτήνος δέρνει μια γυναίκα που φαίνεται πως την αρπάξανε στο σωρό, ένας δίμετρος γορίλας με πλακώνει εκεί όπως ήμουν στο κάθισμα, και… που με πονεί και που με σφάζει! Αισθάνομαι τα αίματα να τρέχουν από το κεφάλι μου. Λιποθύμισα, Η επόμενη εικόνα που θυμάμαι ήταν που μας ανεβάζανε στις σκάλες στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας στη Μπουμπουλίνας. Με υποβαστάζανε οι συγκρατούμενοι στις σκάλες κι εκεί διαπίστωσα πως η αριστερή πλευρά μου από τα μάγουλα μέχρι τα παπούτσια μου ήταν γεμάτη αίματα.. Καθώς με στήνουν μπροστά στο γραφείο κάποιου που έγραφε τα στοιχεία μας, λιποθυμώ από την εξάντληση και συνέρχομαι στο Αιγινήτειο, επάνω σε ένα φορείο που οι γιατροί καθαρίζουν τα αίματα και επιδένουν το κεφάλι μου.

Οι συγκρούσεις γενικευτήκανε εκείνη την ημέρα και η Αθήνα έγινε ένα τεράστιο πεδίο μάχης. Οι οικοδόμοι εξοργιστήκαμε από αυτή την αντίδραση της κυβέρνησης και για να αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις καταστολής που ρίχνανε για πρώτη φορά και δακρυγόνα, αρπάξανε τούβλα πέτρες και καδρόνια από ανεγειρόμενες οικοδομές, στήσανε οδοφράγματα, χτυπήσανε δεκάδες πραιτοριανούς. Γεμίσανε τα νοσοκομεία τραυματίες. 120 ο επίσημος αριθμός των τραυματιών, 3 από πυροβόλα όπλα, αστυνομικοί οι περισσότεροι τραυματίες -  και είναι ευνόητο ότι πολλοί οικοδόμοι  δεν παρουσιαστήκανε σε νοσοκομεία για νοσηλεία για να αποφύγουν τα μπλεξίματα - 173 συνελήφθησαν και 22 παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Εμένα, εκεί στο Αιγινήτειο με βάλανε σε ένα  μεγάλο θάλαμο στο διάδρομο σε ράντσο. Έτυχε να νοσηλεύονται εκεί κάποιοι εξόριστοι που με αναγνώρισαν – ήμουν στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, βλέπεις, -  και ήταν γνωστό το όνομά μου.  Οι παλιοί αυτοί κομμουνιστές  με συμβούλεψαν να προσπαθήσω να φύγω όταν συνέλθω γιατί υπήρχε κίνδυνος να μας παραπέμψει η ασφάλεια σε δίκη. Την επομένη, είχα συνέλθει αρκετά και βγήκα κάπου στην αυλή για να κάνω εξερεύνηση του χώρου. Εκεί περιφερόταν ο Γιάννης Βούλτεψης δημοσιογράφος της Αυγής τότε με τον φωτορεπόρτερ Σπύρο Γκίνη προσπαθώντας να πάρουν καμιά φωτογραφία, πληροφορίες κλπ.

Με αναγνώρισε ο Βούλτεψης. Στάσου να πάρουμε μια φωτογραφία μου λέει. Πέφτουν επάνω τους δυο τρείς ασφαλίτες, συμπλέκεται ο Βούλτεψης μαζί τους και ο Γκίνης με φωτογραφίζει με εκείνο τον τεράστιο επίδεσμο στο κεφάλι μου.  Από εκείνη τη φωτογραφία που δημοσίευαν την επομένη, μπόρεσε και με βρήκε ο αδελφός μου που ήρθε στο νοσοκομείο.  Ήμουν γερό σκαρί, συνήλθα γρήγορα, κι επειδή είχα λάβει σοβαρά υπόψη μου τη συμβουλή του εξόριστου ότι μπορεί να μας παραπέμψουν σε δίκη, το βράδυ της επομένης βγήκα με προσοχή εκεί στην πρασιά που είχα συναντηθεί με τον Βούλτεψη και κατάφερα  να αναρριχηθώ απαρατήρητος σε κάποιο σημείο του τοίχου και να γλιστρήσω έξω.

Την επομένη στις 2 του Δεκέμβρη έγινε ξανά απεργία με τη συμμετοχή 45’000 οικοδόμων και άλλων κλάδων για συμπαράσταση και δεν έλειψαν κι εκείνη την ημέρα τα επεισόδια. Εκείνη η αντίδραση της πρώτης ημέρας, η λεβέντικη και παλικαρίσια στάση των οικοδόμων σηματοδότησε ένα καινούργιο ξεκίνημα στο εργατικό κίνημα και τους κοινωνικούς αγώνες, αφού για πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, κοινωνικές ομάδες σήκωναν το κεφάλι απέναντι στο αστυνομικό κράτος και παρακράτος,και διεκδικούσαν δυναμικά τα δικαιώματά τους.

Η στάση των οκοδόμων τους καθιέρωσε στην πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, και πέρα από το ότι τους τραγούδησε ο λαός με το γνωστό τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη «οικοδόμοι παλικάρια», κάθε φορά που κάποιος κλάδος εργαζομένων τα εύρισκε μπαστούνια με την Εξουσία απειλούσε ότι θα φωνάξει για συμπαράσταση τους οικοδόμους.

 



Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Τον καιρό της Χούντας, το πέρασμα του Ισθμού.





Η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, «το πραξικόπημα για την κατάλυση της Δημοκρατίας» όπως χαρακτηρίστηκε από την Ε’ Αναθεωρητική των Ελλήνων Βουλή το 1975, είχε κηρυχθεί από μερικούς εν ενεργεία συνταγματάρχες του στρατού ονομάζοντάς το «εθνοσωτήριον επανάστασιν» που την έκαναν για να γλιτώσουν τη χώρα από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ισχυρίστηκαν ότι είχαν κατάσχει μερικά φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα όπλα με τα οποία οι κομμουνισταί θα κατέλυαν την νόμιμον εξουσίαν και θα κατελάμβανον την χώραν, και άλλα τέτοια, ποτέ όμως δεν παρουσίασαν τα όπλα που υποτίθεται ότι είχαν βρει, όπως ποτέ δεν βρέθηκαν και τα περίφημα χημικά όπλα που ισχυρίστηκαν οι Αμερικανοί ότι είχε ο Σαντάμ Χουσεϊν και με αυτή τη δικαιολογία τον δολοφόνησαν, διέλυσαν και καταλήστεψαν το Ιράκ.

Καταργήσανε τη Δημοκρατία και αλυσοδέσανε τον ελληνικό λαό για εφτά ολόκληρα χρόνια οι συνταγματάρχες μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974 που εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο και υποδούλωσαν ένα μεγάλο τμήμα της επικράτειας της, οπότε κατέρρευσαν υπό το βάρος των εξελίξεων και εγκατέλειψαν κακήν κακώς την εξουσία.

Στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, οργανωτικός Γραμματέας της Νεολαίας του Δυτικού Τομέα της Αθήνας και Γραμματέας της Νεολαίας Περιστερίου ήμουν τότε, και για πολλά χρόνια βρισκόμουν στο στόχαστρο της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής στη Δυτική Αθήνα.

Αριστερό κόμμα η ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) που είχε δημιουργηθεί μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, συμμετείχαν σε αυτήν και κομμουνιστές αφού το ΚΚΕ ήταν παράνομο, δρούσε και πολιτευόταν σε ημιπαράνομες συνθήκες και πολλά μέλη και στελέχη της διώκονταν με κάθε τρόπο από το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος. Συλλαμβάνονταν με τις πιο απίθανες δικαιολογίες, τρομοκρατούνταν δέρνονταν και προπηλακίζονταν, και κάποιες φορές τους αγώνες τους για κοινωνική δικαιοσύνη ίσες ευκαιρίες και διαφάνεια, για Ειρήνη και Αμνηστία που τόσο είχε ανάγκη η χώρα αφού χιλιάδες δημοκρατικοί πολίτες και αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης βρίσκονταν στις φυλακές και εξορίες σε ξερονήσια, τους πλήρωσαν με την ζωή τους. Τηλεγραφικά αναφέρω τις δολοφονίες των Γρηγόρη Λαμπράκη και Στέφανου Βελδεμίρη στη Θεσσαλονίκη, του Σωτήρη Πέτρουλα στην Αθήνα, του Διονύση Κερπινιώτη στην Αρκαδία.

Στο Αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω είχα προσαχθεί δυο τρεις φορές, στα υπόγεια μπουντρούμια όμως του ΙΖ Παράρτηματος Ασφαλείας Περιστερίου είχα (σαν Περιστεριώτης που ήμουν) την τιμητική μου, με είχαν ξυλοφορτώσει άγρια πολλές φορές και δυο φορές με είχαν υποβάλει στο μαρτύριο της φάλαγγας.

Ο στρατηγός βουλευτής της ΕΔΑ Γεράσιμος Αυγερόπουλος με είχε παρουσιάσει στον Εισαγγελέα και στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης διαμαρτυρόμενος για τις σε βάρος μου αδικαιολόγητες βιαιοπραγίες κλπ αλλά ο υπουργός: Μα τι λέτε στρατηγέ μου, η αστυνομία δεν δέρνει πολίτες!

Με τη Χωροφυλακή της Ανθούπολης Περιστερίου εκτός από τις αδικαιολόγητες προσαγωγές και ξυλοδαρμούς, είχα δημιουργήσει και προσωπικά με τον υπομοίραρχο διοικητή του Σταθμού γιατί σε αντιπαράθεση που είχα μαζί του στην πλατεία Αγίου Ιεροθέου και σε επήκοο πολλών πολιτών, σε απειλή του θα σηκώσει το χέρι του και θα με κοντύνει μια πιθαμή, αποφασισμένος να του δώσω ένα μάθημα που θα το θυμόταν σε ολόκληρη τη ζωή του αν δοκίμαζε να κινηθεί τον είχα προκαλέσει: «Τόλμα να κουνήσεις το χέρι σου και θα δεις ποιος θα κοντύνει» . Δεν είχε τολμήσει, αλλά στην δικτατορία έστειλε στις 11 τη νύχτα ομάδα χωροφυλάκων στον Αγιαντώνη στο Περιστέρι που ήταν το σπίτι μας (δεν είχαν δικαιοδοσία εκεί ήταν η Αστυνομία Πόλεων) και αρπάξανε την κυρία Ελένη στέλεχος της Σπουδάζουσας Νεολαίας που την στείλανε συστημένη στη Γυάρο όπου βρήκε και τις δυο αδελφές της που μείνανε εξόριστες τρία ολόκληρα χρόνια. Γνωστές τότε στους εξόριστους/ες από τον χαρακτηρισμό που τους είχε προσδώσει ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος ως «οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ».

Και με την Χωροφυλακή Νέων Λιοσίων (σημερινό Ίλιον) είχα προβλήματα, ξυλοδαρμούς και προσαγωγές, και με τέτοιες και τόσο στενές σχέσεις με τις του αντικομουνισμού διωκτικές αρχές δεν χρειαζόταν και πολύ σκέψη για να αποφασίσουμε πως πρέπει να εξαφανιστούμε από το σπίτι το γρηγορότερο δυνατόν, και να φυλαχτούμε τις πρώτες ημέρες ώσπου να ησυχάσει και να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Κρυφτήκαμε κάνα δυο βδομάδες στην Αθήνα οι ασφαλίτες του Περιστερίου μας έψαχναν στο σπίτι, αποφασίσαμε να πάμε για λίγο στο χωριό μου στην Αρκαδία, και, να ‘μαστε πάνω στην παλιά γέφυρα του Ισθμού μέσα σε ένα από εκείνα τα παλιά λεωφορεία που κάνανε τη συγκοινωνία, σταματημένοι από το στρατό για έλεγχο.

Στον Ισθμό, που συζητώντας κάπου πριν λίγες μέρες ότι θα υπάρχουν μπλόκα εκεί και δεν θα μπορούσαμε να περάσουμε, είχα πετάξει με την ανεμελιά του νέου και άπειρου: Έλα μωρέ, εγώ τον Ισθμό τον περνάω – ήμουν, βλέπετε καλώς κολυμβητής και 31 μόνο χρόνων – και κολυμπώντας, τι θα κάνω όμως με την γυναίκα μου! Είχαμε καταλήξει όμως ότι μάλλον δεν κινδυνεύουμε να μας πιάσουνε εκεί γιατί θα πρέπει να έχουν χιλιάδες ονόματα σαν σε τηλ κατάλογο, πράγμα που φαινόταν αδύνατο.

Τέλοσπάντων, ένας ανθυπολοχαγός με δυο φαντάρους μπήκαν από την πίσω πόρτα του λεωφορείου, ταυτότητες παρακαλώ κλπ. Κι εγώ μόλις είδα το μικρό χαρτί που κρατούσε καμουφλαρισμένο στην αριστερή του παλάμη ο αν/γός, σκέφτηκα ότι το πολύ να έχει 10 – 15 ονόματα μεγαλοστελεχών, άρα εμείς δεν κινδυνεύουμε, και καθησύχασα και την γυναίκα μου. Ο έλεγχος τελείωσε ομαλά, κατέβηκαν οι στρατιωτικοί και κατευθύνθηκαν προς το τέλος του λεωφορείου για να ελέγξουν το επόμενο κι εγώ με την κυρία Ελένη ανασάναμε ήσυχοι. Στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου καθόμαστε στη μέση περίπου, και καθώς με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη γνωστή φιγούρα ενός χωροφύλακα με δερμάτινο αμάνικο σακάκι που προχωρούσε στην πίσω πόρτα του λεωφορείου με δυο ακόμα συναδέλφους του, ο κόσμος έφυγε κάτω από τα πόδια μου.

Ήταν για πολλά χρόνια ένας από τους διώκτες μου από τη Χωροφυλακή στις περιοχές Ανθούπολης και Νέων Λιοσίων και δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσω από δαύτον.

-Μας πιάσανε, είπα στη γυναίκα μου.

-Ταυτότητες παρακαλώ, άκουσα τον γνωστό μου χωροφύλακα στο πίσω μέρος του λεωφορείου, και βέβαιος ότι πιαστήκαμε στη φάκα, ασυναίσθητα άφησα την ταυτότητά μου να πέσει μπροστά στα πόδια μου και έσκυψα προσπαθώντας τάχα να την μαζέψω. Ε, και; Τι περίμενα; Σε λίγα δευτερόλεπτα, άντε σε δυο τρία λεπτά οι χωροφύλακες θα ήσαν πάνω από το κεφάλι μου και ήμουν υποχρεωμένος να τους αντικρύσω κατά πρόσωπο. Ούτε ο από μηχανής θεός των αρχαίων Ελλήνων δεν μας γλίτωνε. Και, ώ του θαύματος!!! Σαν μέσα σε όνειρο έτσι όπως ήμουνα σκυμμένος με το κεφάλι μου να ακουμπάει σχεδόν στα παπούτσια μου και έκανα πως ψάχνω για την ταυτότητα άκουσα φωνή απέξω: «Αφήστε ρε τον κόσμο να φύγει, μόλις τελείωσα τον έλεγχο, έχει φρακάρει η κυκλοφορία εδώ!» Κατάλαβα ότι ο ανθυπολοχαγός ήταν που τους φώναζε και διατήρησα την ψυχραιμία μου παραμένοντας σκυμμένος μπροστά στα πόδια μου

- Συγνώμη κύριε ανθυπολοχαγέ, άκουσα τον χωροφύλακα, κατεβαίνουμε!

Από το θόρυβο κατάλαβα ότι είχαν κατέβει από την πίσω πόρτα, και από φόβο μην με πάρει κάνα μάτι δεν σήκωσα το κορμί μου στο κάθισμα μέχρι που ξεκίνησε το λεωφορείο.

Γλιτώσαμε λοιπόν μέσα από τη φάκα, αλλά οι κίνδυνοι παραμόνευαν. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε λίγες ώρες αργότερα στη Δημητσάνα κοντά στο χωριό μου.

Αλλάξαμε λεωφορείο στην Τρίπολη και πήραμε ένα άλλο που έκανε δρομολόγιο Τρίπολη – Δημητσάνα μέχρι Σέρβου. Στη Δημητσάνα κάναμε ολιγόλεπτη στάση στην πλατεία εκεί που και τώρα σταματούν τα λεωφορεία για να κατέβουν κάποιοι επιβάτες, κι ενώ περιμέναμε να ξεκινήσει για του Σέρβου πλέον – αν θυμάμαι καλά εκείνες τις στιγμές μέσα στο λεωφορείο παραμέναμε μόνο εγώ και η Ελένη – να σου ένας χωροφύλακας από έξω να με κοιτάζει επίμονα στο παράθυρο

_ Κάπου σε ξέρω εσένα, μου λέει.

Του είπα ότι δεν γνωριζόμαστε, ότι ήμουν από την περιοχή, πιο κάτω βρίσκεται το χωριό μου, αυτός επέμενε να με κοιτάζει και κάθε λίγο και λιγάκι να μου λέει ότι κάπου με ξέρει.

Ούτε εγώ τον γνώριζα, υπέθεσα ότι θα ήταν κάποιος που είχε υπηρετήσει στην Ανθούπολη ή στα Λιόσια και με είχε συναντήσει εκεί, για μένα όμως το να με πιάσουν εκείνες τις ώρες στη Δημητσάνα νόμιζα – κακώς βέβαια και λάθος μου – ότι σήμαινε λιντσάρισμα. Λέω ότι σκεφτόμουνα λάθος γιατί σχετικά με τη Δημητσάνα είχα μείνει είκοσι χρόνια πριν στο 1948 στην αιχμή του Εμφυλίου πολέμου που υπήρχε φανατισμός και είχα δει εκεί πτώματα ανταρτών να τα σέρνουν πίσω από τα αμάξια της χωροφυλακής. Και καθώς η ψυχολογική πίεση, το στρεσάρισμα και η κούραση της ημέρας δεν ήσαν καλοί σύμβουλοι, αποφάσισα πως αν με αναγνώριζε ο χωροφύλακας και δοκίμαζε να με συλλάβει θα τον εξουδετέρωνα και θα πηδούσα κάτω από τον τοίχο αντιστήριξης της πλατείας να διαφύγω προς το φαράγγι του Λούσιου. Άλλο λάθος, γιατί ο τοίχος αυτός είναι πανύψηλος και αν πηδούσα εκεί θα εύρισκα σίγουρο θάνατο.

Ευτυχώς δεν με θυμήθηκε ο χωροφύλακας και το λεωφορείο ξεκίνησε ενώ εγώ και η γυναίκα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι του Σέρβου είχαμε τα μάτια μας καρφωμένα προς τα πίσω μήπως φανεί κάνα περιπολικό της Χωροφυλακής να έρχεται στο κατόπι μας. Το ίδιο και όταν φτάσαμε στου Σέρβου παρακολουθούσαμε με αγωνία μήπως μας περιμένουν χωροφύλακες εκεί που σταματούσε το λεωφορείο. Ήταν ησυχία, κατεβήκαμε με την Ελένη και το κόψαμε για του Ψάρι τον κατήφορο από το Μύλο της Τρουπούς. Εκεί σε εκείνα τα βράχια την Ελένη την πέρασα σηκωτή για να κατέβουμε στη Γκούρα. Ούτε παπούτσια της προκοπής είχαμε – η Ελένη φορούσε τακούνια _ τέλοσπάντων κάναμε αυτά τα 7 – 8 χιλιόμετρα μέσα στα κατσάβραχα, φθάσαμε στο χωριό περνώντας Γκούρα – τρία ρέματα – Κουριαλού – Καταλώνι και στο πρώτο σπίτι η Κόλιαινα που μας είδε να περνάμε έμεινε αποσβολωμένη και μόλις της μίλησα έκανε το σταυρό της λες και έβλεπε φάντασμα. Ήρθε κοντά και με έψαχνε στα χέρια και τους αγκώνες, δεν πίστευε ότι ήμουν ζωντανός. Αργότερα μάθαμε ότι είχαν κυκλοφορήσει απίστευτης φαντασίας και … καλής προαίρεσης ιστορίες στο χωριό, ότι με είχαν σκοτώσει σε συμπλοκές οι χωροφύλακες, ότι είχα σκοτώσει πολλούς αστυνομικούς και διέφευγα, ότι μου είχαν κόψει χέρια ή πόδια, τέτοια τρελά. Το ίδιο πιο πάνω που η Χαρίκλεια είχε σταθεί και σταυροκοπιόταν καθώς πλησιάζαμε.

Ο πατέρας μου έλλειπε όταν πήγαμε σπίτι αλλά όταν σε λίγο ήρθε και με αντίκρυσε στη βεράντα με κοίταζε παγωμένος με απλανές βλέμμα μην πιστεύοντας ότι είμαι ζωντανός. Τέλοσπάντων, μείναμε καμιά βδομάδα το πολύ 10 ημέρες στο χωριό, δεν μας σήκωνε το κλίμα, επιστρέψαμε στην Αθήνα όπου σε λίγες ημέρες αρπάξανε την κυρία Ελένη ενώ εγώ συνέχισα να κρύβομαι – αντίθετα με κάποιους που ανυπομονούσαν ή εκφράζανε την αδημονία τους γιατί ακόμα δεν τους έχουν συλλάβει - δεν εννοούσα να πιαστώ.

Δεν με πιάσανε, αργότερα πήγα στη Ρόδο, αλλά η ζωή μας βιάστηκε, κλαδεύτηκε. Επιβιώσαμε στη Ρόδο - απολύθηκε και η Ελένη – αλλά χάσαμε τους φίλους και όλες τις δημόσιες σχέσεις, γνωριμίες κλπ που είχαμε στην Αθήνα σαν νέοι άνθρωποι, και, ξένοι στη Ρόδο που όσο ήταν η δικτατορία δεν τολμάγαμε να πούμε το όνομά μας, σε δύσκολες καταστάσεις, ξεκινήσαμε από την αρχή.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Τουρκία, τα Σεπτεμβριανά του 1955


H 6 του Σεπτέμβρη είναι η μαύρη επέτειος των τραγικών γεγονότων που  προκάλεσαν οι Τούρκοι στον ελληνισμό  της Πόλης κυρίως, αλλά και  της Σμύρνης στις 6 και 7 Σεπτέμβρη του 1955. 
             Κατευθυνόμενος τουρκικός όχλος οπλισμένος με τσεκούρια, λοστούς και ρόπαλα, κασμάδες και φτυάρια, μπιτόνια βενζίνης κλπ,  είχε εξαπολυθεί τότε εναντίον των Ελλήνων αξιωματικών του κλιμακίου (ΝΑΤΟ) της Σμύρνης και των οικογενειών τους αλλά και ολοκλήρου του ελληνικού στοιχείου και στην Πόλη, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας, προβαίνοντας σε βιασμούς ανδρών και γυναικών, βανδαλισμούς και εξανδραποδισμούς, καταστροφές των περιουσιών τους και άλλα θεάρεστα. 
              Τα ελληνικά ΜΜΕ και η τότε κυβέρνηση προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το θέμα, που όμως δεν μπορούσε να κουκουλωθεί και να περάσει απαρατήρητο, και γίνανε  κάποιες διαμαρτυρίες τις πρώτες ώρες, προαναγγέλλοντας και κινητοποιήσεις σωματείων για συγκεντρώσεις που θα εκφράζανε την αγανάκτηση του κόσμου.
                             Σημαδιακή όμως υπήρξε και για μένα εκείνη η ημέρα, καθώς δεκαεννιάχρονος τεχνίτης Σοβατζής τότε, ήμουν γενικός γραμματέας του σωματείου μου των σοβατζήδων – Σύνδεσμος Αμμοκονιαστών Αθηνών –  συμμετείχα με την υπογραφή μου για λογαριασμό του σωματείου μου σε έγγραφη διαμαρτυρία 22 ακόμα σωματείων του Εργατικού Κέντρου Αθηνών για τις τουρκικές αυτές  ωμότητες σε βάρος του ελληνικού στοιχείου η οποία δημοσιεύτηκε στις πρωινές εφημερίδες της επομένης.
 Κατά το  απόγευμα που πήγα στο  γραφείο του σωματείου μου στο Εργατικό Κέντρο και προτού προλάβω να ανοίξω τα χαρτιά για τη συνήθη γραφική εργασία, να σου δυο Ασφαλίτες από το «Συνδικαλιστικό» της Ασφάλειας που κινητοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει τα σωματεία και να μην γίνουν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας  – εκείνα τα χρόνια η Ασφάλεια παρακολουθούσε δημοσίως τα πάντα, των Πανεπιστημίων συμπεριλαμβανομένων με το περίφημο «Σπουδαστικό» – οι οποίοι άρχισαν να με επιπλήττουν και να με απειλούν επειδή είχα υπογράψει το κείμενο διαμαρτυρίας  μαζί με τα άλλα σωματεία.
        Τέλοσπάντων, άμαθος ακόμα από τα τερτίπια του μετεμφυλιακού κράτους και παρακράτους και άπειρος, αλλά και χωρίς να γνωρίζω φόβο – λόγω ηλικίας προφανώς – κατέληξα να τους επιπλήξω λέγοντάς τους: Καλά, δεν ντρεπόσαστε, Έλληνες αστυνομικοί που αντί να με επαινείτε γιατί συμμετέχω με τη διαμαρτυρία μου κατά των τουρκικών ωμοτήτων σε βάρος του ελληνισμού με απειλείτε κι από  πάνω;
Κι έτσι, εκείνη την ημέρα έμαθα από τους δυο αυτούς Ασφαλίτες του «Συνδικαλιστικού» ότι είμαι κομμουνιστής!
      Το ωραίο είναι ότι στην πρώτη συνεδρίαση του ΔΣ, και επειδή κυριαρχούσαν ακόμα στο συνδικαλιστικό κίνημα οι εμφυλιοπολεμικοί Μακρής πρόεδρος της ΓΣΕΕ και Λυκιαρδόπουλος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, τα «άκουσα» και από τους δεξιούς συναδέλφους!
Και, έτσι για την ιστορία, να θυμίσω:
Οι Τούρκοι απέδωσαν στους κομμουνιστές τα γεγονότα, ο ισχυρισμός τους όμως κατέρρευσε αμέσως από τις αναφορές των ξένων πρεσβειών στις κυβερνήσεις τους, που καταλόγισαν τις ευθύνες στην Τουρκική κυβέρνηση και τον όχλο.
Το εγκληματικό πογκρόμ των Τούρκων εκείνη την ημέρα είχε ως αποτέλεσμα:
-Τον φόνο 16 και τον τραυματισμό 32 Ελλήνων.
- Τον βιασμό 12 Ελληνίδων.
- Τον βιασμό και την περιτομή πολλών ανδρών, αλλά
και την περιτομή πολλών ιερέων.
- Την καταστροφή και λεηλασία χιλιάδων ελ. εμπορικών καταστημάτων
-Την λεηλασία και καταστροφή χιλίων περίπου ελληνικών κατοικιών
- την καταστροφή εκκλησιών, εργοστασίων κλπ.
Την αξία των καταστροφών - εκτός από τους βιασμούς, φόνους και τραυματίες - η τότε κυβέρνηση Παπάγου υπολόγισε σε πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια. Οι αποζημιώσεις όμως που δόθηκαν δεν κάλυψαν ούτε το 20%.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Στη Ρόδο κατά την εορτή της Ενσωμάτωσης


Πριν από κάποιες δεκαετίες  με τη Γιαννούλα ντυμένη με παραδοσιακή στολή Μπονιάτισσας  (= από το χωριό Εμπωνα ) την ημέρα της καθιερωμένης παρέλασης για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου
Τα Δωδεκάνησα που είναι 14 και μαζί με τις ακατοίκητες νησίδες φθάνουν τα 27, έχουν δεχτεί για πάνω από 600 χρόνια πολλούς επιδρομείς και κατακτητές, από Πέρσες, Σαρακηνούς Βενετούς Γενουάτες, Σταυροφόρους και Τούρκους, με τελευταίους τους Ιταλούς που τα είχαν πάρει το 1912 από τους Τούρκους, και τους Γερμανούς που τα κράτησαν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β¨ Παγκόσμιο πόλεμο το 1943.
Στη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών Δυνάμεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι το 1946, η Ελλάδα προέβαλλε το θέμα της Βορείου Ηπείρου, της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, των Δωδεκανήσων, και της Κύπρου.
Δικαιώθηκε στο θέμα των Δωδεκανήσων και στις 31 Μαρτίου του1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τις βρετανικές αρχές στη Ρόδο ενώ στις 7 Μαρτίου 1948 γίνεται η τελετή της Ενσωμάτωσης με την Ελλάδα.


Το γεφύρι της Σιδερίτησσας στη Ρόδο που φτιάξαμε το 1969

















… σε μια άγρια ρεματιά 7 – 8 χιλιόμετρα μετά το κεφαλοχώρι Έμπωνα προς τα χωριά Σιάννα - Μονόλιθο μέσα στο δάσος σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων στις νοτιοδυτικές παρυφές του Ατάβυρου που η ψηλότερη κορυφή του φθάνει στα 1215 μέτρα, και τη θέση οι κάτοικοι των όμορων χωριών τη λένε: «της Σιδερίτισσας» ή «στης Σιδερίτισσας», γιατί ο θρύλος λέει πως σε τούτη τη ρεματιά, στα βράχια λίγο πιο πάνω από το σημείο που κατασκευάζαμε το έργο, πολύ παλιότερα επί τουρκοκρατίας, κάποιος Τούρκος κρατούσε φυλακισμένη(;όμηρο);) σε μια σπηλιά που βρίσκεται εκεί, μια Ελληνίδα που είχε απαγάγει από τον Άγιο Ισίδωρο ορεινό χωριό της Ρόδου λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από τη θέση του έργου.



 Οι γνώσεις μου για τούτο το μύθο σταματούν εδώ γιατί δυστυχώς, ο αγώνας για τον επιούσιο εκείνα τα χρόνια δεν μας άφηνε και πολλά περιθώρια για ιστορικές και λαογραφικές ανησυχίες! 
Σε τούτο το τεχνικό που αποτελείται από το Γεφύρι ύψους δέκα περίπου μέτρων και εκτεταμένους τοίχους αντιστήριξη για να στηριχτεί και ο περιφερειακός δρόμος, στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται η ταπεινότητά μου που εξετάζει τον ξυλότυπο της οροφής. Βλέπετε, εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε ακόμα σιδεροσκαλωσιές ( μάλλον εγώ έφερα πρώτος σιδεροσκαλωσιές στη Ρόδο λίγο αργότερα το 1973 όταν έφτιαχνα την επέκταση του ξενοδοχείου «Κοράλι») και το να στηρίξεις τους 80 περίπου τόνους της πλάκας του γεφυριού σε τέτοιο ύψος ήταν σοβαρό πρόβλημα.










 Η δεύτερη φωτογραφία δείχνει να πλησιάζουμε στο κυρίως έργο στην κοίτη της ρεματιάς, η Τρίτη δείχνει την πρόοδο των εργασιών και η τέταρτη που έχω πάρει από τον διαδικτυακό φίλο Ρουβήμ τα βράχια του φαραγγιού ανάντι.


Potsdam Phono



Ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως με ενσωματωμένο πικάπ Philips (συνδυασμός και απόδοση High Fidelity για εκείνη την εποχή) που έπαιζε - και παίζει ακόμα – τους παλιούς δίσκους 33, 45, και εβδομήντα τόσων στροφών (Βινύλιο;) που πλέον έχουν αντικατασταθεί από κασέτες, cd κλπ. Ρ
Το έχω από τη δεκαετία του ’50. Και σε εκείνα τα χρόνια μέχρι το 1967 που αλυσοδέθηκε η Δημοκρατία από τη χούντα των συνταγματαρχών, με τούτο το εργαλείο είχαμε κάνει πολλά γλέντια σε πολλές συνοικίες στο Περιστέρι (Αττικής) σε σπίτια φίλων. Το φόρτωνα σε μια μοτοσυκλέτα - αυτές με το καλάθι δίπλα για όσους τις θυμούνται – και το μετέφερα στο σπίτι του φίλου ή της φίλης που θα κάναμε το γλέντι «ρεφενίζοντας και μην αμαρτάνοντας» φυσικά! 
Ωραία χρόνια με ειλικρινείς φιλίες και ωραίους αγώνες που περάσανε, φύγανε, ξεχαστήκανε! Ποιος ξέρει πλέον πόσοι από εκείνα τα αγόρια και κορίτσια είμαστε ακόμα στη ζωή…

Τα σταγονίδια της Χούντας, το πραξικόπημα της πιζάμας το 1975










Ψάχνοντας προχθές κάποιες παλιές φωτογραφίες από τη ζωή μου στη Ρόδο έπεσα πάνω σε τούτη εδώ που τραβήχτηκε κατά το τέλος του Φλεβάρη του 1975 σε διακομματική συγκέντρωση που πραγματοποιούσαμε κάτοικοι της Ρόδου στην πλατεία μπροστά από τη Νομαρχία διαμαρτυρόμενοι για τα «χουντικά σταγονίδια» που δρόσιζαν ακόμα το στρατό εξακολουθώντας ένα χρόνο μετά την πτώση της δικτατορίας να απειλούν τη δημοκρατία, και μιλούσα σε εκείνη τη συγκέντρωση ως Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας Εσωτερικού. Του ΚΚΕ εσωτερικού που είχε προέλθει από τη διάσπαση με το ενιαίο ΚΚΕ
Δεν είναι μόνο που με έπιασε το συναισθηματικό μου με τούτη τη φωτογραφία που μου θύμισε παλιούς αγώνες και καλούς συντρόφους και φίλους, είναι και το ότι, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε, για τους νεώτερους τουλάχιστον θεωρώ χρήσιμο να πω δυο κουβέντες για τα περίφημα «σταγονίδια» και το πραξικόπημα που εξαρθρώθηκε στις 24 Φλεβάρη του 1975, που καθιερώθηκε να λέγεται και «πραξικόπημα της πιζάμας» γιατί η πολιτεία πρόλαβε και έπιασε τους πραξικοπηματίες στον ύπνο προτού κινηθούν.
Είναι γνωστό ότι η χούντα των συνταγματαρχών κατέρρευσε τον Ιούλη του 1974 αμέσως μετά την τραγωδία που προκάλεσε στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή στη μεγαλόνησο, όμως ο στρατός και ο κρατικός μηχανισμός πόρω απείχαν από την αποχουντοποίηση και τον εκδημοκρατισμό, και απειλούσαν φανερά τη δημοκρατία.
Περιρρέουσες πληροφορίες μιλούσαν για χουντικούς θύλακες μέσα στο στρατό (κυκλοφορούσε ότι οι μονάδες καταδρομών παρέμεναν πιστές στη Χούντα), που σχεδίαζαν απαγωγή του τότε πρωθυπουργού Κ Καραμανλή για να εκβιάσουν την κατάσταση και να αναγκάσουν σε παραίτηση την κυβέρνησή του με σκοπό την επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ από όπου είχε αποχωρήσει μετά την κυπριακή τραγωδία, να απαιτήσουν την απελευθέρωση του έγκλειστου δικτάτορα Ιωαννίδη, αλλά και άλλων χουντικών αξιωματικών που διώκονταν.
Κυκλοφορούσε ότι ο Καραμανλής μέσω των αρχηγών των επιτελείων είχε «προγκίσει» τους αμετανόητους πραξικοπηματίες από τις αρχές κιόλας του Αυγούστου του 1974, αλλά η αποχουντοποίηση του στρατού δεν ήταν εύκολη υπόθεση οι χουντικοί δεν το βάζανε κάτω και συνέχιζαν τις προσπάθειες.
Αυτοί ήσαν τα περίφημα «σταγονίδια» στο στρατό – μάλλον ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης ο Ευάγγελος Αβέρωφ τους είχε αποδώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό για να χαμηλώσει κάπως τις φήμες και την απήχησή τους – γεγονός όμως είναι πως και ο Αβέρωφ κοιμόταν με το πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι του όπως διέδιδε, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ξενοκοιμόταν. Έφευγε κρυφά από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στην πλατεία Συντάγματος που έμενε, και κοιμόταν σε σπίτια φίλων του ή και σε κότερα ακόμα, για λόγους προφύλαξης και ασφάλειας
Με τα χουντικά λοιπόν σταγονίδια να μην το βάζουν κάτω φθάνουμε στο Φλεβάρη του 1975, την ημέρα όμως που είναι έτοιμο να εκδηλωθεί το πραξικόπημα κάποιοι από εκείνους τους αξιωματικούς ειδοποιούν την κυβέρνηση και το πρωινό της 24ης συλλαμβάνονται 37 αξιωματικοί και 150 αποστρατεύονται.
Αυτά μου θύμισε ετούτη η φωτογραφία, αναγνωρίζω το Μανώλη Βρατσάλη που στέκεται δίπλα μου την κυρία όμως που κρατεί το μικρόφωνο δεν την θυμάμαι πλέον.

21 Απριλίου 1967 η Χούντα των συνταγματαρχών







Δεν είναι καθόλου ευχάριστες οι μνήμες από εκείνη την αποφράδα ημέρα,
Και στο τραπέζι πριν λίγη ώρα με την κυρία Ελένη ( είχε την τύχη να απολαύσει τη φιλοξενία των συνταγματαρχών στα Γιούρα -  οι 2 αδελφές της μείνανε τρία συναπτά χρόνια) συζητούσαμε ότι ενώ ήταν κοινό μυστικό ότι η δικτατορία ήταν προ των πυλών, η Αριστερά τότε κοιμόταν ύπνο βαθύ. Απόδειξη ότι τους πιάσανε στον ύπνο και τους κουβαλούσαν με τις πιτζάμες στα γήπεδα (προθάλαμος για φυλακές και εξορίες) όπως το Μανώλη Γλέζο, το μακαρίτη Λεωνίδα Κύρκο τον Ηλία Ηλιού και άλλους.

Και κάτι φαιδρό και ιλαρό. Κάνα δυο μήνες πριν, κάποια Σπουδαστική οργάνωση έκανε ένα χορό στο ξενοδοχείο Ακροπόλ απέναντι από το Πολυτεχνείο, και θυμάμαι το Στρατηγό Παυσανία  Κατσώτα -  έσυρε μάλιστα και το χορό εκείνο το βράδυ – να λέει ότι δεν θα τολμήσουν να κάνουν πραξικόπημα γιατί θα βγεί ο κόσμος στους δρόμους  να τους πολεμήσει!
Λεπτομέρεια: Ο στρατηγός αργότερα  ήταν από τους πρώτους «συνομιλητές  ¨της Χούντας!


Τοπικές διάλεκτοι και ιδιωματισμοί. Η βίλα στην Έμπωνα της Ρόδου.










Η τοπική διάλεκτος και οι ιδιωματισμοί μιας περιοχής αποτελούν ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού μας, η άγνοια όμως της σημασίας έστω και μιας λέξης σε μια περιοχή μπορεί καμιά φορά να προκαλέσει παρεξηγήσεις και απρόβλεπτες καταστάσεις.
Σε τέτοιες καταστάσεις αμηχανίας ευτυχώς αλλά και αδυναμίας αλλού για να συνεννοηθώ και να επικοινωνήσω βρέθηκα κι εγώ πολλές φορές στη Ρόδο και στην Κάλυμνο τη δεκαετία του’60 όταν πήγα εκεί για κατασκευή τεχνικών έργων.
Τριάντα χρονών ήμουνα το 1967 όταν κηρύχτηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ – γραμματέας της νεολαίας ΕΔΑ Περιστερίου κλπ – και φυσικά τραβήχτηκε βίαια το χαλί κάτω από τα πόδια μου.
Η δικαιολογία των συνταγματαρχών για την κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ότι
είχαν βρει αποθήκες και φορτηγά με όπλα με τα οποία η Αριστερά ετοιμαζόταν να καταλάβει βιαίως την Εξουσία και γι αυτό εκείνοι κατεβάσανε τα τανκς στους δρόμους και αλυσοδέσαμε τον ελληνικό λαό βάζοντάς τον στο γύψο. Δικαιολογίες και ψέματα φυσικά για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου, αφού δεν βρέθηκε ούτε ένα όπλο.
Τέλοσπάντων, ανατράπηκε η ζωή ημών των αριστερών και όχι μόνο, για άλλους κόπηκε μαχαίρι όπως λέει η λαϊκή θυμοσοφία, χιλιάδες πήρανε την άγουσα για φυλακές με στημένες κατηγορίες του Εμφυλίου  (ότι πχ εσχεδίαζαν την ανατροπή του καθεστώτος κλπ), άλλοι για τα ξερονήσια και άλλοι κρύβονταν προσπαθώντας να οργανώσουν μια κάποια αντίσταση κατά της Χούντας.
Με την σύζυγό μου κρυβόμαστε κι εμείς για ένα διάστημα με τη λογική να γλιτώσουμε τον πρώτο καιρό και με την ελπίδα να ηρεμήσει η κατάσταση, οι δουλειές μου φυσικά κοπήκανε και εξαντληθήκαμε οικονομικά, χαθήκανε και διακοπήκανε οι κοινωνικές μας σχέσεις και φιλίες, υπήρχε πλέον και άμεσο πρόβλημα επιβίωσης. 
Εμπειροτέχνης εργολάβος οικοδομών στο ξεκίνημα ήμουνα τότε - είχα κάνει μερικές δουλειές στο Περιστέρι στην Κολοκυθού κυρίως – αλλά οι δουλειές μου σταματήσανε, δεν έκανα ούτε μεροκάματο.
Η κα Ελένη πιάστηκε τελικά στο Περιστέρι από τη Χωροφυλακή (παρόλο που το Περιστέρι είχε Αστυνομία Πόλεων, αλλά είχαμε βλέπετε την τιμή εκτός από την Αστυνομία να μας κυνηγάει και η χωροφυλακή της ευρύτερης περιοχής) και στάλθηκε στη Γυάρο όπου βρήκε και τις άλλες δυο αδελφές της  που είχαν συλληφθεί πριν καμιά 20ριά ημέρες κι εκείνες - μείνανε στην ιστορία οι τρεις αδελφές Λερού όπως και οι τρείς αδελφές Μπενά που βγάλανε μερικά χρόνια στην εξορία -  εγώ όμως πρόσεχα τις κακοτοπιές και φυλαγόμουνα παρόλο που εκτός των άλλων δραστηριοτήτων μου τη νύχτα έριχνα και προκηρύξεις κατά της Χούντας.
Το πρόβλημα της επιβίωσης και βιοποριστικά πλέον γινόταν όλο και οξύτερο μέχρι που ένας θείος μου με πληροφόρησε πως η εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν έψαχνε για ένα συνεργείο που θα μπορούσε να κατασκευάσει τα τεχνικά (γεφύρια και τοίχους αντιστήριξης) σε τμήμα του περιφερειακού  άξονα Καλαβάρδα – Μονόλιθος της Ρόδου.
Η προοπτική να βρεθώ έξω από το επικίνδυνο και νοσηρό περιβάλλον της Αθήνας που τόσκιαζε η φοβέρα και ο χαφιεδισμός, και να έχω έστω και για λίγους μήνες δουλειά  παρουσιαζόταν πολύ ελκυστική, καθώς ούτε πέρασε από τη σκέψη μου ότι για 35 χρόνια θα έμενα και θα γινόμουν πολίτης της Ρόδου όπου και θα τελείωναν οι επαγγελματικές μου δραστηριότητες ενώ θα ξεκοβόμουν οριστικά από την ως τότε ζωή μου αφού θα έχανα τις επαγγελματικές μου σχέσεις και επαφές που είχα στην Αθήνα, αλλά κυρίως τους φίλους και τους συντρόφους μου σε αγώνες.
Πήγα στα γραφεία της εταιρείας στον Πειραιά, είδα τα σχέδια των τεχνικών, συμφωνήσαμε την αμοιβή μου ανά κυβικό μέτρο  μπετό, και αμ έπος αμ έργον!
Δανείστηκα 15000 δραχμές, φόρτωσα την μπετονιέρα μου – δεν υπήρχε ακόμα το έτοιμο μπετόν – την ξυλεία και τα εργαλεία μου σε ένα καράβι στον Πειραιά και νάμαι με δυο τρία αδέλφια μου στην Έμπωνα της Ρόδου αφού η εργολαβία ξεκινούσε λίγο έξω από το χωριό  στην τοποθεσία Σαραντάρι ή Βορεινό.
Στην Έμπωνα λοιπόν η έδρα μου που νοίκιασα ένα πρόχειρο δωμάτιο όπου έμενα με τα αδέλφια μου και ξεκίνησα το έργο χρησιμοποιώντας και ντόπιους εργάτες.

 Οι κάτοικοι της Έμπωνας όπως και τα περισσότερα χωριά της Ρόδου μιλούσαν τη δική τους διάλεκτο που αν πρόσεχε κανείς, απλή παραφθορά των αρχαίων ελληνικών ήταν. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι χρησιμοποιούσαν πολύ το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο των ρημάτων πχ λέγουσι(ν) είπασιν, εκάμασιν κλπ αντί του - λένε, είπαν, κάνανε ή έκαμαν – αλλά και πολλές τούρκικες και ιταλικές λέξεις. Το αυλάκι ή το χαντάκι το λέγανε κουνέτο, την ομπρέλα παρασόλι κλπ.
Η επικοινωνία με τον ντόπιο πληθυσμό δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ από τον ιδιαίτερο τρόπο που μιλούσαν αλλά και από τους ιδιωματισμούς που φυσικά τους αγνοούσαμε εμείς οι «ξένοι». «Ελάμπασεν το γαρί και έβαλέν με κάτω(ή χαμαί) έλεγε η άλλη, και άντε να καταλάβεις εσύ ότι είχε προγκίσει ο γάιδαρος και την είχε ρίξει κάτω (γαρί, γάρος = ο γάιδαρος).
Ακόμα μεγαλύτερες ήσαν οι δυσκολίες στο να επικοινωνήσω με τους Καλύμνιους όταν σε λίγο ανέλαβα μια μικρή (υπ)εργολαβία στην Κάλυμνο κοντά στα χωριά Αργυνώντας και Εμποριό.  Ο γρήγορος και συρτός τρόπος που μιλούσαν οι Καλύμνιοι τα αρχαΐζοντα αλλά φθαρμένα ελληνικά δυσκόλευε πολύ την επικοινωνία  και την συνεννόηση μαζί τους και τους παρακαλούσα να μιλάνε σιγά για να μπορώ να τους καταλαβαίνω. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που με έκανε να μην ξαναπάρω επόμενη δουλειά στην Κάλυμνο και να περιοριστώ στη Ρόδο.

Σε κάποια φάση λοιπόν στην Έμπωνα προέκυψε η ανάγκη να βρω ένα μεγαλύτερο σπίτι, και αφού βρήκα ένα πανωσήκωμα με εξαίρετη θέα πήγα ευχαριστημένος στο καφενείο του Μαρουλλάκη που βρίσκονταν και πολλά παιδιά από την Έμπωνα που τους χρησιμοποιούσα ως εργάτες στο έργο ‘οπως Γιώργος Κουντούρης, ο Γιάννης Παπασταματάκης, ο Γιώργος το Πουζανί όπως τον λέγανε που δεν θυμάμαι το επίθετό του, ο Γιουρντάνης ( Ιορδάνης ), ο Γιάννης Κατινάκης ( που μου ενοικίαζε το αμάξι του για μεταφορά του προσωπικού στο έργο) και πολλοί άλλοι που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, εξαίρετα παιδιά, εργατικοί άνθρωποι, φίλοι και μπεσαλήδες, και ευχαριστημένος και γελώντας μέχρι τα αυτιά μου τους είπα:
-Μάγκες, βρήκα μια πολλή ωραία βίλα!
Αυτομάτως διαπίστωσα ένα «κούμπωμα» στη στάση τους, μια κάποια δυσφορία και κάτι σαν αμηχανία. Τους είδα να ανταλλάσσουν αμήχανες ματιές, το Πουζανί μάλιστα με κοίταξε κάπως ιδιαίτερα κα έπνιξε ένα πονηρό χαμογελάκι. .
Είδα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και για να μου δοθεί χρόνος να καταλάβω τι συμβαίνει προσπάθησα να τους εξηγήσω τα πλεονεκτήματα της κατ’ ευφημισμό  βίλας που είχα ενοικιάσει, λέγοντάς τους και το όνομα του ιδιοκτήτη (Παπαηλίας αν θυμάμαι καλά), ότι είναι στον πάνω όροφο, ότι έχει εξαίρετη θέα κλπ, μελετώντας ταυτοχρόνως τα πρόσωπά τους για να βγάλω κάποια άκρη. Σεμνοί ανθρώποι, φαίνεται ότι προσπαθούσαν να μην με προσβάλουν. Τέλος πάντων, ύστερα από επιμονή μου, μου λέει το Πουζανί: Μάστορα μην πεις ξανά «βίλα» έξω που θα βγεις, ιδιαίτερα σε καμιά γυναίκα γιατί θα γίνει καμιά παρεξήγηση, μπορεί και να σε χτυπήσει κανείς!
Η εξήγηση; Απλή: Βίλα στην (τότε) τοπική διάλεκτο της Έμπωνα σήμαινε το ανδρικό μόριο!
Αφορμή για τούτο το σημειωματάκι στάθηκε η σημερινή (λαογραφική) ανάρτηση του Μπονιάτη φίλου Σταύρου Κωνσταντάκη η σχετική με το Μαριάκι που τη σταμάτησε κάποιος στο δρόμο (πριν πολλές πολλές δεκαετίες) και τη ρώτησε αν είναι μακριά η βίλα του Κοτσαύτη, και φυσικά έγινε… «το έλα να δεις», γιατί όπως σημειώνει και ο Σταύρος, «βίλα» στην τοπική διάλεκτο της Έμπωνα είχε εντελώς διαφορετική σημασία από την γνωστή.

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Αριστεροί στρατεύσιμοι Τάγματα Σκαπανέων.






Με το σημερινό μου σημείωμα θέλω να αναφερθώ στην αντίληψη που είχε το κράτος περί δημοκρατίας, ισονομίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισοπολιτείας πριν μερικές δεκαετίες, και ειδικότερα τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους αριστερούς στρατεύσιμους, παιδιά δλδ που καλούνταν να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις.
Αλλά για να μπείτε (οι νεώτεροι) στο πνεύμα και το πολιτικό κλίμα εκείνης της εποχής θα πρέπει να γνωρίζετε ότι για τρεις ολόκληρες δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο, τις δεκαετίες δλδ του ’50, του ’60 και του ’70 ο αριστερών φρονημάτων πολίτης στις σχέσεις του με το κράτος δεν είχε δικαιώματα και οι πόρτες του δημοσίου ήσαν κλειστές γι αυτόν με κλειδιά και δικλείδες ασφαλείας που είχαν σφυρηλατήσει και εφάρμοζαν το κράτος και το παρακράτος που (το παρακράτος) ζούσε και βασίλευε, και σκότωνε, όπως για παράδειγμα το βουλευτή της Αριστεράς στη Θεσσαλονίκη το 1963 Γρηγόρη Λαμπράκη.
Ο αριστερός δεν είχε δικαίωμα και δεν μπορούσε να διοριστεί σε δημόσια Υπηρεσία – το Δημόσιο, τράπεζες, Υπηρεσίες κοινής ωφέλειας κλπ ήταν φέουδο των νικητών του Εμφυλίου και των παιδιών τους - και φυσικά δεν ήταν κατάλληλος για το Στρατό, το Ναυτικό ή την Αεροπορία, πολύ περισσότερο για την Αστυνομία και τη Χωροφυλακή. Δεν μπορούσε - για παράδειγμα.- να μπει στο Πανεπιστήμιο, ακόμα και να βγάλει άδεια οδήγησης αν δεν είχε το περίφημο Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων ( η κλειδαριά και η δικλείδα ασφαλείας) Και που αυτό το Πιστοποιητικό δεν ήταν τίποτα άλλο από μια απλή βεβαίωση από την αστυνομία ή τον τελευταίο χωροφύλακα ότι δεν είσαι αντικοινωνικό στοιχείο, επικίνδυνος για τη δημόσια Τάξη, μαχαιροβγάλτης κλπ. Και όμως, ο αριστερός πολίτης δεν είχε πρόσβαση σε αυτή τη Βεβαίωση – κλειδί!
Έτσι λοιπόν, με αυτό το πνεύμα από τη δεκαετία του ’50 το κράτος είχε δημιουργήσει δυο στρατόπεδα για την υποδοχή των προβεβλημένων αριστερών στρατεύσιμων που ήσαν συνήθως στελέχη της Αριστερής Νεολαίας και τα χαρακτήριζε «επικίνδυνα δια την Δημοσίαν Τάξιν και Ασφάλειαν».
 Δημιούργησε λοιπόν τα Τάγματα Σκαπανέων Εράτυρας Κοζάνης και Κολινδρού Πιερίας στα οποία έστελνε τους αριστερών φρονημάτων φαντάρους με την ειδικότητα του Τυφεκιοφόρου Σκαπανέως ή του Ημιονηγού! Χωρίς όπλα φυσικά, σε μια ιδιότυπη ομηρία με βασικά συστατικά τα καψώνια και τους ξυλοδαρμούς, τη χειρονακτική εργασία και οτιδήποτε άλλο θεωρούσαν ότι μπορεί να μειώσει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά τους μέχρι να σπάσουν το ηθικό τους, να αποκηρύξουν τις ιδέες τους και να γίνουν όργανά τους.. Ειδικότερα το σπορ των ξυλοδαρμών – να σε χτυπάει ο άλλος κι εσύ να μην έχεις δικαίωμα ούτε τα ματόκλαδά σου να κινήσεις καθότι καραδοκούσε το στρατοδικείο – εξελίχθηκε σε τεχνικές ανωτέρου επιπέδου, και αντί να χτυπάν έναν έναν έπαιρναν οι Α Μ τους μισούς από τη Διμοιρία γύρω στα δέκα δεκαπέντε άτομα, τους μετέφεραν στα λουτρά του τάγματος που συνδέονταν με τα μαγειρεία, τους πλακώνανε με τα στειλιάρια και «που σε πονεί και που σε σφάζει»! Κι όταν τους πετάγανε έξω σέρνονταν για να φθάσουν στο θάλαμο.

Στο δικό μας στρατόπεδο στον Κολινδρό Πιερίας σκάβαμε άχρηστα ορύγματα στο βουνό, σπάζαμε βράχια ή κάναμε αποψίλωση με τα πτυοσκάπανα , αλλά και όταν χιόνιζε, για να μην καθόμαστε γκρεμίζαμε τους κορμούς των δένδρων που ήσαν χτισμένοι σαν είδος φράχτη σε μια περιοχή του στρατοπέδου για τις ανάγκες του σε ύψος δυο περίπου μέτρων και τους ξαναχτίζαμε. 
Τυφεκιοφόρος Σκαπανεύς η ειδικότητά μου άνευ όμως τυφεκίου, έπιανα με γυμνά χέρια από τη μια του άκρη τον χιονισμένο κορμό που αφού είχε βραχεί είχε πολλαπλασιαστεί το βάρος του, και από την άλλη ο ημιονηγός (μουλαράς) σύντροφος και φίλος τότε Γιώργος Κατηφόρης καθηγητής του Oxford University και αργότερα Ευρωβουλευτής και τον σηκώναμε να τον «χτίσουμε». Εννοείται ότι αυτά γίνονταν για να «σπάσουμε», να κάνουμε μια δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης τον ιδεών και του πιστεύω μας οπότε και το κράτος θα ήταν ικανοποιημένο αλλά και όποιος έσπαγε θα γλύτωνε από τα βάσανα. ¨Όχι μόνο κατά το διάστημα που ήμουν εκεί, αλλά ποτέ κανείς όσο λειτούργησε αυτό το στρατόπεδο δεν «έσπασε», και δυστυχώς μια ολόκληρη εποχή δεν περιγράφεται σε μια σελίδα,
Με την πρώτη φωτογραφία από το στρατόπεδο του Κολινδρού κάνω μια ακόμα προσπάθεια να φωτίσω καλύτερα το πολιτικό κλίμα της εποχής. Πλάι μου με το μπερέ είναι ο Στέφανος Βελδεμίρης από τη Θεσσαλονίκη στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ στην πολιτική του ζωή που τον αποκαλούσαμε «ο καλός στρατιώτης Σβέικ» λόγω της έμφυτης ευγένειας, της καλοσύνης και πολλών ακόμα προτερημάτων που τον χαρακτήριζαν
Απολύθηκε ο Στέφανος από τον Κολινδρό και όπως ήταν φυσικό εντάχθηκε αμέσως στην οργάνωση της περιοχής του. Στις 26/10/1961 εν όψει των εκλογών βίας και νοθείας της 29/ 10/61 ο Στέφανος με έναν ακόμα σύντροφό του από ένα ταξί έριχναν εκλογικό υλικό της ΕΔΑ. Αυτό όμως ένας χωροφύλακας το θεώρησε έγκλημα, και τραβώντας το υπηρεσιακό όπλο του έστειλε δυο σφαίρες στο κεφάλι του Στέφανού που έσβησε στο νοσοκομείο. Έτσι απλά, γιατί το κράτος έτσι εκπαίδευε τα όργανά του. Ακόμα, την Κυριακή των εκλογών στο εκλογικό κέντρο του χωριού Δεμίρη Αρκαδίας σκοτώνουν και το στρατιώτη Διονύσιο Κερπινιώτη
Αλλά και το παρακράτος μην νομίζετε ότι ολιγωρούσε. Τηλεγραφικά αναφέρω και την εν ψυχρώ δολοφονία του Μαραθωνοδρόμου βουλευτή της Αριστεράς γιατρού Γρηγόρη Λαμπράκη ύστερα από ενάμισι χρόνο στις 22/5/63 στη Θεσσαλονίκη, δημοσία, σε συγκέντρωση της Οργάνωσης Ειρήνης. Τηλεγραφικά επίσης αναφέρω ότι η απόφαση του δικαστηρίου για τη δολοφονία του Λαμπράκη στις 30/12/66 ήταν «ο θάνατός του ήταν εξ αμελείας» Και οι δυο φυσικοί δολοφόνοι του Κκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης αμνηστεύτηκαν από τη δικτατορία του 1967. Αυτό ήταν το πολιτικό κλίμα εκείνης της εποχής. Στη δεύτερη φωτογραφία ο πρώτος στο χορό είναι η ταπεινότητά μου, ακολουθεί ο Γιώργος Κατηφόρης, τρίτος είναι ο Μιχάλης Σίδος  και τέταρτος ο βιομήχανος επίπλων Δημήτρης Ραγιαδάκος. Στις άλλες δυο φωτογραφίες όλοι εμείς, τα καλά παιδιά του Κολυνδρού το 1960’.








Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Οι μπόρες και οι καταιγίδες του Ιούνη.


Συνηθισμένες στην περιοχή μας οι καλοκαιρινές μπόρες και καταιγίδες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, και μάλιστα παλιότερα που ο κόσμος στην ύπαιθρο ζούσε από τις αγροτικές ενασχολήσεις του ήσαν ο φόβος και ο τρόμος των αγροτών.
Μήνας του θερισμού ο Ιούνιος αφού τότε ωρίμαζαν τα γεννήματα που έπρεπε μετά το θερισμό να μεταφερθούν στα αλώνια για τη διαδικασία του αλωνίσματος ώστε να ξεχωρίσουν τον καρπό από την καλαμιά. Μικροί μεγάλοι, ολόκληρη η οικογένεια κατά τη διάρκεια του θερισμού βρίσκονταν στα χωράφια. Άλλοι θερίζανε, άλλοι δένανε χερόβολα και δεμάτια, τα πιτσιρίκια μαζεύανε τα στάχια που πέφτανε στο χωράφι από τους θεριστάδες, τα μεγαλύτερα παιδιά από 10 χρονών και πάνω κουβαλούσαν τα δεμάτια στα αλώνια με τα γαϊδουρομούλαρα και τα άλογα. Διαδικασία που κρατούσε μερικές ημέρες αφού κάποιος μπορεί να διέθετε και 5 χωράφια σε διαφορετικά σημεία.
Γινόταν αγώνας δρόμου να θερίσουν και να αλωνίσουν, γιατί αν τους έπιανε μια καλοκαιρινή βροχή κι εύρισκε αθέριστο το χωράφι έστρωνε τα γεννήματα κάτω και μετά δεν κάνανε ούτε για σανό. Κίνδυνος από τις βροχές και τις καλοκαιρινές μπόρες υπήρχε και για τα θημωνιασμένα γεννήματα που περίμεναν τη σειρά τους στο αλώνι αλλά και για εκείνα που είχαν αλωνιστεί αλλά δεν είχε τελειώσει ακόμα το λίχνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός από το άχυρο και να μεταφερθούν στα σπίτια.
Οι καλοκαιρινές όμως μπόρες του Ιούνη με τους κεραυνούς και τις πλημμύρες τους προκαλούσαν πολλές φορές και ατυχήματα με θύματα. Μια τέτοια τραγική ιστορία με θύματα τρία παιδιά από καλοκαιρινή μπόρα που συνέβη σε ένα από τα χωριά μας της ορεινής Ηραίας κατά το τέλος της δεκαετίας του’40 παραμένει ακόμα στη μνήμη των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής όχι μόνο για τα θύματα που χάθηκαν αλλά και για τους συνειρμούς που δημιουργήθηκαν στον απλό κόσμο σχετικά με την Θεία Δίκη. Τον Ιούνιο του 1949, τα παιδιά με τη μάνα τους και άλλους συγγενείς τους θερίζανε στο χωράφι, και καθώς ξέσπασε η καλοκαιρινή μπόρα τρέξανε με τα δρεπάνια τους κάτω από ένα πουρνάρι να προφυλαχτούν αλλά ένας κεραυνός που έπεσε στο δένδρο έκαψε τα δυο αδέλφια 21 χρονών το αγόρι και 18 το κορίτσι, έκαψε ακόμα μια εξαδέλφη τους 18 χρονών και τη μάνα τους που όμως επέζησε.
Πολλοί από τους παλιούς που θυμούνται το τραγικό γεγονός με το θάνατο εκείνων των παιδιών μιλούν ακόμα για θαύμα και θεία δίκη. Με δυο λόγια: Την ίδια ημέρα και την ίδια ώρα ένα χρόνο πριν είχε εκτελεστεί στην Τρίπολη μετά από απόφαση στρατοδικείου ένας συγχωριανός τους αριστερός. Στη δίκη του καθώς εξεταζόταν ως μάρτυρας κατηγορίας η μία από τα δυο αδέλφια ( μια από τις στημένες δίκες στα στρατοδικεία του Εμφυλίου), ο κατηγορούμενος συγχωριανός της που καταδικάστηκε και εκτελέστηκε της είχε παρατηρήσει: « Μαρία λες ψέματα, δεν σκέφτεσαι πως μπορεί να υπάρχει θεός και να ρίξει φωτιά να σε κάψει;». Ακριβώς ένα χρόνο πριν την ίδια ώρα. Για αυτό ο κόσμος τοτε μιλούσε για Θεία Δίκη.

Μια άλλη θλιβερή περίπτωση όπως με πληροφόρησε ο συμπατριώτης και καλός διαδικτυακός φίλος Φώτης Σερεμέτης, συνέβη στο χωριό Αετορράχη της Γορτυνίας το 1965 όταν από καλοκαιρινή κακοκαιρία πλημμύρισε ένας χείμαρρος (ξερόρεμα ήταν) και έπνιξε τρία αδελφάκια ηλικίας 12, 14, και 16 χρόνων που προσπάθησαν να σώσουν από τη φουσκονεριά τις γίδες τους.
Νωπές ακόμα είναι και οι μνήμες από το τραγικό ατύχημα στον Λούσιο πριν λίγα χρόνια που φούσκωσε ξαφνικά και έπνιξε ολόκληρη ομάδα νέων ανθρώπων που βρέθηκαν να κάνουν πορεία στην κοίτη του.

Προσοχή λοιπόν στις καλοκαιρινές μπόρες!