Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Η σφαγή των Καλαβρύτων και οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις




Η σφαγή των Καλαβρύτων από τους Γερμανούς στις 13/12/1943 έφερε στο νου μου πάλι τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις – επανορθώσεις. Σε πάνω από 300 δις ανέρχεται το ποσό που απαιτεί η χώρα μας από την Γερμανία για πολεμικές αποζημιώσεις, κατοχικό δάνειο, αρπαγές - πλιάτσικο δηώσεις και καταστροφές που γίνανε κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής, και όπως προανήγγειλε ο πρωθυπουργός πριν λίγες ημέρες από τα Καλάβρυτα, το θέμα θα συζητηθεί στη Βουλή μετά τις γιορτές (ζήσε Μαύρε μου να φας τριφύλλι, ή, εκλογές έρχονται).
Η Γερμανία που με τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς και τεράστιες καταστροφές στην ανθρωπότητα, αμέσως μετά τον πόλεμο και για να αποτελέσει ανάχωμα στις βλέψεις της τότε Σοβιετικής Ένωσης βοηθήθηκε οικονομικά και όχι μόνο από τους νικητές Άγγλους και Αμερικανούς να σταθεί στα πόδια της, και τα χρέη της προς την Ελλάδα γραφτήκανε πίσω από την πόρτα!
Τα τελευταία χρόνια με την κρίση (που είναι κρίση του Κεφαλαίου) και την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πλουσίων η Γερμανία όπως λένε οι ειδικοί οικονόμησε κάπου πάνω από 80 δις σε βάρος της χώρας μας αλλά τα χρέη της Γερμανίας δεν είχαμε τα κότσια να τα απαιτήσουμε.
Πάνω από 526.000 αμάχους εκτελέσανε οι Γερμανοί στη χώρα μας, κάψανε πάνω από 100 πόλεις και χωριά και πάνω από 40.000 σπίτια. Πήρανε χιλιάδες ομήρους που δεν επέστρεψαν στα σπίτια τους, αρπάξανε αρχαιολογικούς θησαυρούς, δηώσανε και ληστέψανε, βιάσανε και σκοτώσανε τη χώρα μας αλλά το θέμα των αποζημιώσεων θα έρθει στη Βουλή… μετά τις γιορτές!
Στα μαρτυρικά Καλάβρυτα εκτελέσανε τον ανδρικό πληθυσμό από 12 – 13 χρονών και πάνω κάπου 742 αμάχους και μαζί με άλλους που αρπάξανε από τα γύρω χωριά οι εκτελεσμένοι ανήλθαν στους 848. Και βέβαια, κάψανε το χωριό. Τις γυναίκες τις είχαν κλείσει στο χτίριο του δημ. Σχολείου, ο φρουρός όμως
( που εκτελέστηκε αμέσως μετά) άνοιξε την πόρτα και γλυτώσανε.
Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν
στη μέση στα Καλάβρυτα και τελειωμό δεν έχουν.
Μαϊδέ σε γάμο πέφτουνε μαϊδέ σε πανηγύρι
Μον’ καίνε τα Καλάβρυτα, καίνε το μοναστήρι…
Τραγουδάει η δημοτική μας μούσα.
Σημ: Κάποια στοιχεία που αναφέρω εδώ τα πήρα από την Google

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες Φιγαλείας.




Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο μισό του 5ου πχ αιώνα (από το 425 και ύστερα) στο όρος Κωτίλιο  στο κέντρο της Πελοποννήσου, στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας – Μεσσηνίας, σε υψόμετρο 1130 μέτρων, 13 χιλιόμετρα νότια της Ανδρίτσαινας (που για πολλές δεκαετίες ήταν το οικονομικοπολιτικό κέντρο της περιοχής). Ο ναός αφιερώθηκε από τους Φιγαλείς στον Απόλλωνα που του είχαν δώσει το επίθετο Επικούριος γιατί κατά μια εκδοχή τους βοήθησε να ξεπεράσουν κάποιο επιδημία πανώλης, ή, κατά άλλη  γιατί τους βοήθησε στον πόλεμο κατά των Σπαρτιατών (γύρω στο 650 π.χ) από τους οποίους  είχαν βρει τον διάβολό τους εκείνη την εποχή, και η κατασκευή του αποδίδεται στον Ικτίνο που λίγα χρόνια νωρίτερα μαζί με τον Καλλικράτη και υπό την εποπτεία του Φειδία κατασκευάσανε τον Παρθενώνα.

Αντίθετα με τους άλλους ναούς που χτίζονταν με προσανατολισμό από ανατολή προς τη δύση, ο ναός του Επικούριου έχει κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Λέγεται ότι αυτό έγινε για λατρευτικούς κυρίως λόγους που συνδέονταν με τις θρησκευτικές παραδόσεις των Αρκάδων, και είναι (ο προσανατολισμός του) ο λόγος που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ναούς της αρχαιότητας. Ακόμα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτός ο προσανατολισμός του ναού έγινε για λόγους οικονομίας χώρου.Υποστηρίζεται ότι περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του κατά 50,2 δευτερόλεπτα τοις μοίρας κάθε χρόνο όση είναι και η μετάπτωση των ισημεριών, με στόχο να βλέπει το ίδιο ακριβώς αστρικό σημείο (Σείριος) κλπ, αλλά αυτές οι θεωρίες είναι για τους ειδικούς.


Αρχαιολάτρες ‘φιλέλληνες’ και αρχαιοκάπηλοι επί τουρκοκρατίας  ακόμα κάνανε ανασκαφές εκεί και το 1815 επί Βελήμ Πασά του Μορέως πουλήθηκαν πάνω από 300 κομμάτια – ευρήματα από το ναό σε επιτήδειους που σήμερα βρίσκονται σε διάφορα Μουσεία, κυρίως στο Βρετανικό του Λονδίνου, ενώ κατά το 1814 τμήμα της Ζωφόρου αγοράστηκε από την Βρετανική κυβέρνηση και εκτίθεται στο Βρετ Μουσείο.

  Ήταν το πρώτο Μνημείο στην Ελλάδα που ανακηρύχτηκε Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1986 από την UNESCO, και από το 1987 αποφασίστηκε να καλυφθεί το μνημείο με προσωρινό στέγαστρο για την προστασία του από την επίδραση των καιρικών φαινομένων και δράσεων ενώ παράλληλα γίνονται εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης στατικών κυρίως προβλημάτων.
Από την κατεύθυνση της Τρίπολης φθάνει κανείς εκεί μετά από μια ωραία διαδρομή ανάμεσα στα Αρκαδικά βουνά περνώντας από Καρύταινα - Ανδρίτσαινα. Ωραία είναι και η διαδρομή μέσω Πάτρας - Πύργου - Ανδρίτσαινας, όπως και μέσω Φιγάλειας παραλιακά από το χωριό Θολό,

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Νεράιδες και Αερικά.



- "Ήτανε πολύ πριν το χίλια εννιακόσια, πάνε καμιά εξηνταριά χρόνια από τώρα", άρχισε τη διήγηση του ο γερο Θανάσης. "Στη Γορτυνίτσα ήτανε παγεμένος σώγαμπρος ένας αδελφός του πατέρα μου, ο μπάρμπας μου ο Λιάς και πάντρευε τότε τον πρώτο του γιό, τον ξάδερφό μου τον Δημητράκη. Είχαμε, που λέτε, αποφασίσει να πάμε στο γάμο μαζί με τον αδερφό μου και τις φαμελιές μας και, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορήγαμε να πάμε με άδεια τα χέρια, είμαστε τόσα στόματα"

- "Έπρεπε δηλαδή να πάτε το κανίσκι σας μπάρμπα Θανάση, έτσι;" παρατήρησε κάποιος από την παρέα.
- "Ποιο κανίσκι ρε", τον αντίκοψε ο γερο Θανάσης, "δεν γινόσαντε αυτά τα πράγματα τότε. Αυτά τα έθιμα ήρθανε πολύ αργότερα, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, μπορώ να σου ειπώ και μετά το είκοσι - είκοσι δύο, μετά δηλαδή από τη Μικρασιατική καταστροφή... Από την πίσω μεριά του Φονιά", ξανάρχισε ο γέροντας τη διήγηση του, "μισή ώρα δρόμο από την κορυφή που ξεκινάει η Φούρκα το ταξίδι της για τον Παραπoνιάρη, είχανε τα στανοτόπια τους οι Γκέκηδες από τη Μπεντενίτσα και κάποτε που έτυχε να περάσω από κει κοντά, μου μπήκε ο διάβολος πως ένα σφαχτό από αφτούνη τη στάνη θα ‘λεγε πολλά τραγούδια. Ήμουνα δεν ήμουνα καμιά τριανταριά χρονών και το μυαλό το είχα πάνω από τη σκούφια, τότε. Τέλος πάντων, είχα υποσχεθεί και στον αδελφό μου ότι το σφαχτό για το γάμο ήταν δική μου δουλειά, και έτσι, την προηγούμενη που θα έπρεπε να φύγουμε για το γάμο εγώ κατέβαινα νυχτιάτικα από το Φονιά, φορτωμένος μια γκιόσα καμιά τριανταριά οκάδες, που την είχα αρπάξει από τη στάνη των Γκέκηδων και της είχα κομμένο το λαιμό. 
Κούνησε το κεφάλι του αργά και κοίταξε την ομήγυρη.
-"Ήταν ένας παλιόκαιρος ρε παιδιά, τι να σας ειπώ, έβρεχε με το τουλούμι λες και χάλαγε ο Θεός τον κόσμο. Από τη μια μεριά, με βολεύανε η βροχή και το σκοτάδι, γιατί με τέτοια κοσμοχαλασιά, θα έφτανα στο χωριό χωρίς να με πάρει ανθρώπου μάτι, από την άλλη όμως, κινδύνευα να γκρεμοτσακιστώ μέσα στις γράνες στον κατήφορο που ερχόμουνα, αλλά και να πνιγώ σε κανένα ρέμα έτσι που ήσαν φουσκωμένα από τα νερά που πέφτανε. Με τα πολλά, που λέτε, με τη βοήθεια της γκλίτσας μου, με τη σφαγμένη παλιόγιδα στην πλάτη και την ψυχή στα δόντια, πέφτω στην κατηφοριά και φτάνω κοντά στον μύλο του Αντριά. Μπορεί να ήμουνα παλικάρι, αλλά με τόσες οκάδες φόρτωμα στην πλάτη μου να βολοδέρνω νυχτιάτικα με αυτή τη κοσμοχαλασιά μέσα στις γιδόστρατες τόσες ώρες που δεν έβλεπα τη μύτη μου και έβρισκα το δρόμο ψάχνοντας τον με την γκλίτσα μου, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο και ψόφιος από την κούραση, είχα αρχίσει να φοβάμαι πως δεν θα τα κατάφερνα να κουβαλήσω το σφαχτό μέχρι το χωριό. Για καλή μου τύχη, καθώς εζύγωνα στο μύλο η βροχή είχε σταματήσει και είχε αρχίσει να ξανοίγει κάπως ο τόπος, από το λιγοστό φως που ξεχύνεται όταν σταματάει η βροχή και διαλύονται τα σύννεφα. Ροβόλαγα, που λέτε, από την από πάνω μεριά του Μύλου και σκεφτόμουνα πως θα κατάφερνα να περάσω τον Παραπονιάρη, όταν σε μια στιγμή, μπραφ!"
Σηκώνει τα χέρια του, σαν για να δείξει το μέγεθος, το μεγαλείο, ο γέρο Θανάσης. Τα μάτια του λάμπουν, οι δε άλλοι, τον κοιτούν με κομμένη την ανάσα, καθώς συνεχίζει συνομωτικά την αφήγηση του.
-"...κάνει στην πέρα μεριά προς το Σφεντάμι μια πανύψηλη Νεράιδα ντυμένη στα κάτασπρα και στα πλουμιστά, και πηδάει που λέτε με τα φορέματα της να ανεμίζουνε απάνου στα βράχια και χάνεται. Την άλλη στιγμή, αλλού εγώ, αλλούθε η Γκλίτσα μου κι αλλούθε το σφαχτό. Κατάλαβα πως κουτρουβάλαγα κατά το ρέμα, χεσμένος από την τρομάρα μου και μόλις που πρόλαβα κι αρπάχτηκα από κάτι κλαριά, αλλιώς θα ‘φτανα κάτω, μέσα στο νερό. Μπουσουλώντας που λέτε με τα τέσσερα, κατάφερα και ξανανέβηκα στο μονοπάτι, αφού μάζεψα στο μεταξύ και την γκλίτσα μου που γυάλιζε το ραβδί της μέσα στη νύχτα. Στην πέρα μεριά στο Σφεντάμι δεν φαινότανε τίποτα, ούτε νεράιδα ούτε διάβολος. Ευτυχώς το σφαχτό είχε μείνει εδεκεί που μου έπεσε. Όπως σας είπα ήμουνα νέος απάνω στα καλά μου, είχα και το μυαλό απόξω από τη σκούφια μου και δεν πίστευα σε αερικά και άλλους τέτοιους δαιμόνους. Έτσι, ενώ πίστευα πως είχα ιδεί για μια στιγμή μια θεόρατη νεράιδα να πηδάει στα βράχια, από την άλλη τώρα που είχα συνέλθει, ο εαυτός μου μού έλεγε πως αυτά είναι ανοησίες είναι αφύσικα, δεν έχουν λογική και επομένως κάτι λάθος θα είχα κάνει, κάτι άλλο θα είχε πάρει το μάτι μου. Στάθηκα στο σημείο που ήταν πεσμένο το σφαχτό και έκανα ένα δύο βήματα μπρος και ξανά προς τα πίσω, κοιτάζοντας ακριβώς απέναντι ν’ ανακαλύψω τι διάβολο είχα ιδωμένο. Με το ένα μου χέρι ακουμπισμένο πάνω σε ένα παλιομπίστολο που είχα περασμένο στο σελάχι μου και με το άλλο στηριζόμενος στη γκλίτσα μου αλαφροπάταγα μπρος πίσω πεισματωμένος σαν παλιομούλαρο, μέχρι που τα μάτια μου αρχίσανε να δακρύζουν από την προσπάθεια και με τσούζανε, ενώ πάγωνε ο ιδρώτας μου και είχα αρχίσει να τρέμω από το κρύο. Δεν φαινόταν τίποτα απέναντι, παρά οι όχθες της ρεματιάς και τα βράχια"
-"Εμ βέβαια! Σε είδε η νεράιδα ολόκληρο μαντράχαλο με τις μουστάκες σου, τη φουστανέλα και το σελάχι σου, με τη μπιστόλα και το μαχαίρι σου και το ‘βαλε στα πόδια από την τρομάρα της!", κάρφωσε το γερο Θανάση ένας άλλος ηλικιωμένος, που δεν έφτανε όμως τα χρόνια του. 
- "Σκάσε συ και άκου!", τον αντέκοψε εκείνος. "Τη νεράιδα την ξαναείδα, δεν είχα προλάβει να κάνω τέσσερα πέντε βήματα προς τα κάτω, φορτωμένος ξανά την γκιόσα, και φάνηκε ακριβώς απέναντι από το Μύλο, στην όχθη της ρεματιάς. Μόνο που δεν ήταν νεράιδα, αλλά ένας καταρράχτης νερού τρία τέσσερα μέτρα ψηλός, που κατέβαινε από το Σφεντάμι και γκρεμιζότανε από τα βράχια στο ρέμα αφρισμένος. Έτσι όπως είχε σταματήσει η βροχή και ο τόπος είχε ξαστερώσει, τα αφρισμένα νερά που γκρεμιζόντουσαν από το βράχο φαινόντουσαν κάτασπρα μέσα στη νύχτα. Σταμάτησα πάλι στον τόπο, καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί. Έκανα ένα δύο βήματα πάλι προς τα πίσω, έτσι φορτωμένος όπως ήμουνα και ο καταρράχτης δεν φαινόταν, κρυβόταν από κάποιο βράχο. Ξανά ένα δύο βήματα μπροστά και, να’ σου ο καταρράχτης αφρισμένος και κάτασπρος, που εγώ στην βιασύνη και την κούραση μου τον είχα πάρει για νεράιδα. Παρόλη την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόμουνα, γέλασα με τον εαυτό μου και ξεκίνησα γρήγορα, αισθανόμενος ότι, το μεγάλο βάρος είχε φύγει από πάνω μου". 
- "Θες να πεις, παππούλη, πως δεν ήτανε νεράιδα αυτό που είδες στην αρχή;" ρώτησε το γεροΘανάση ένα δεκαπεντάχρονο εγγονάκι του που παρακολουθούσε με κατάνυξη την αφήγηση.
- "Τι νεράιδες και αερικά και πράσινα άλογα, παιδάκι μου",απάντησε ο γέρος "τίποτα από αυτά δεν υπάρχει! Αυτά είναι για τους ανόητους! Υπάρχει μόνο η πλάση του Θεού και τα πλάσματα του! Τηράτε να ιδείτε πως δημιουργούνται αυτές οι ιστορίες για αερικά και τέτοια", συνέχισε με σοβαρό ύφος "Εγώ κατέβαινα ψόφιος από την κούραση μέσα στην κοσμοχαλασιά, φορτωμένος ένα κλεμμένο σφαχτό. Τα μάτια μου κάνανε πουλάκια στην προσπάθεια να βρίσκουν το δρόμο, είχα και το φόβο του κλεψιμέϊκου που κουβάλαγα στην πλάτη, και ξαφνικά, πιάνει η άκρη του ματιού μου τον καταρράχτη του νερού που γκρεμιζόταν κάτασπρος από τους αφρούς απέναντι στα βράχια και δεν χρειαζόταν και πολύ σ’ αυτή την κατάσταση που ήμουνα, να τον πάρω για νεράιδα. Έτσι γίνονται αυτές οι ιστορίες, τις πλάθει ο φόβος του ανθρώπου, ο φόβος και η αγραμματοσύνη του και το ότι δεν ξέρει να εξηγήσει πολλά φυσικά φαινόμενα. Όλα τα χωριά μας, ολόκληρη η Ελλαδίτσα μας είναι γεμάτη με ιστορίες για νεράιδες και φαντάσματα, αερικά, βρικόλακες και άλλα τέτοια. Κι εγώ, αν δεν είχα το θάρρος να το ψάξω το πράγμα και το ‘βαζα στα πόδια, θα ορκιζόμουνα ύστερα πως αυτό το πράγμα που είχα ιδωμένο ήτανε νεράιδα".


(Απόσπασμα απο το ανέκδοτο ακόμα, βιβλίο μου)

Αλκυονίδες ημέρες, Αλκυόνη.


Κόρη του θεού των ανέμων Αιόλου και της Ενάρετης ήταν κατά τη μυθολογία η πανέμορφη Αλκυόνη που ζούσε ευτυχισμένη με τον άντρα της τον Κήυκα.
Το λάθος του νεαρού ζευγαριού ήταν πως από την πολλή ευτυχία τους πίστεψαν ότι μοιάζανε με τους θεούς και παρασυρθήκανε τόσο πολύ που φτάσανε να αποκαλούν Δία τον άντρα της, η κοπελιά και Ήρα εκείνος, την όμορφη γυναίκα του. Οι θεοί όμως οργίστηκαν για αυτή τους την ασέβεια. Ιδιαίτερα ο Δίας «ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων», που μια ήρεμη ημέρα  κοπάνησε μια καταιγίδα και ένα κεραυνό στο πλεούμενο του Κήυκα που διέλυσε το καράβι και ο νέος πνίγηκε στα μανιασμένα κύματα.


Η Αλκυόνη έτρεξε περίλυπη στην παραλία που βρήκε στα βράχια μόνο κομμάτια ξύλων από το καράβι αλλά δεν εννοούσε να ξεκολλήσει και συνέχισε να ψάχνει και να θρηνεί για τον άντρα της μέχρι που ο Δίας τη λυπήθηκε και δείχνοντας τη μεγαλοθυμία του τη μεταμόρφωσε σε θαλασσοπούλι που ζει στα βράχια κοντά στη θάλασσα. Η δυστυχία όμως της Αλκυόνης συνεχίστηκε αφού τα αυγά της που γεννούσε το χειμώνα και τα πουλιά της τα αρπάζανε τα κύματα και φυσικά δεν μπορούσε να σταματήσει τους θρήνους και τους κοπετούς. Πάλι έδειξε τη μεγαλοθυμία του ο Δίας και πρόσταξε να ηρεμεί για δεκαπέντε ημέρες ο καιρός για να μπορεί η Αλκυόνη να γεννάει και να κλωσάει τα αυγά της.

Ετούτες οι ζεστές ημέρες με ήλιο που εμφανίζονται εκεί γύρω στις 15 Δεκέμβρη μέχρι 15 του Γενάρη επικράτησε να λέγονται Αλκυονίδες. Κατά μια άλλη εκδοχή,  συνδέονται με το θαλάσσιο πουλί Αλκυόνη στον αστερισμό των Πλειάδων που μεσουρανεί αυτή την εποχή και είναι ορατός τις νύχτες που δεν υπάρχουν σύννεφα.

Οι Στήλες του Ολυμπίου Διός.


Περήφανα απομεινάρια ενός από τους πιο λαμπρούς ναούς της αρχαιότητας στη βορεινή όχθη του Ιλισσού που μέσα στο φαράγγι του, όπως μαρτυρεί η αρχαία παράδοση, απορροφήθηκαν τα νερά του Κατακλυσμού.

Ο Δευκαλίωνας για να τιμήσει το Δία έστησε βωμό παραδίπλα και τον ναό εθεμελίωσε ο Πεισίστρατος, που τον αποπεράτωσε εφτά αιώνες αργότερα ο Ανδριανός.

Χαρακτικό του πάλαι ποτέ φίλου από την αείμνηστη ΕΔΑ Γ. Φαρσακίδη.

Υ. Γ. Ο επιδραμών αργότερον Χριστιανισμός και το παπαδαρείον του φαίνεται πως δεν βρήκαν κατάλληλη τη θέση να χτίσουν μια εκκλησία πάνω στα ερείπια του ναού όπως με μανία κάνανε καταστρέφοντας κάθε μνημείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πολύ πιθανό να φοβηθήκανε μην πέσουν οι κολώνες στο κεφάλι τους!

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Η Λήδα και ο κύκνος.


Γνωστός με διάφορες εκδοχές ο μύθος του Δία που ερωτεύτηκε τη Λήδα σύζυγο του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω.
Επειδή η Λήδα δεν συναινούσε στις ερωτικές του διαθέσεις, για να την καταφέρει ο παμπόνηρος Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο με αποτέλεσμα να ξυπνήσει κάποια στιγμή η Αρχόντισσα από την ερεθιστική ανάσα ενός πάλλευκου τεράστιου κύκνου που την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του.

Ο επικρατέστερος μύθος λέει πως ο Δίας είδε τη Λήδα στον Ταΰγετο και την ερωτεύτηκε.
Την πλησιάζει λοιπόν και της τα «ρίχνει»:
έρετε Μεγαλειοτάτη, εγώ έχω καλές προθέσεις για Σας, και άλλα τέτοια που όμως δεν συγκινούν τη Λήδα που όπως κάθε σοβαρή κυρία τον αποπαίρνει!
-Για ποια με περάσατε κύριε, του λέει και του δείχνει την έξοδο του παλατιού γυρνώντας του την πλάτη.
Λούζεται την πρώτη κρυάδα ο Δίας αλλά επειδή κατά τη… μυθολογία καμία κυρία δεν κατάφερε να του αντισταθεί, κάθεται και ξύνει τα … γένια του για να κατεβάσει ιδέες και να μπορέσει να καμακώσει την ωραία βασίλισσα. Του κατεβαίνει λοιπόν η φαεινή ιδέα να ζητήσει τη βοήθεια της Αφροδίτης της θεάς της Ομορφιάς και του Έρωτα που τυχαίνει να είναι κόρη του και τρέχει σ’ εκείνη.
-Ρε Αφροδιτάκι, της λέει, το γκομενάκι μου το παίζει σκληρή και δεν μου στέκεται, τι διάβολο θα κάνω με δαύτην;
- Αμάν ρε Πατέρα, αναφωνεί η Αφροδίτη, δεν θα σοβαρευτείς ποτέ εσύ; Τέλοσπάντων, για να ιδούμε τι θα κάνουμε.
Θεά του Έρωτα η Αφροδίτη, κωλοπετσωμένη γύρω από τέτοια προβλήματα βρίσκει αμέσως τη λύση.
-Τήρα να ιδείς τι θα κάνουμε, του λέει, και του εξηγεί το σχέδιό της.
Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο της Αφροδίτης της θεάς της Ομορφιάς και του Έρωτα, και πάντα κατά τη Μυθολογία, μεταμορφώνει η κυρία ( συγνώμη, η θεά) το Δία σε κύκνο, παίρνει κι εκείνη τη μορφή γερακιού, κι αρχίζει το γεράκι να κυνηγάει (τάχα) τον κύκνο! Μπροστά λοιπόν ο κατάλευκος και «τρομαγμένος» κύκνος και πίσω το αγριεμένο γεράκι πάνω στις πλαγιές του Ταΰγετου, εδώ σ’ έχω, εκεί σ’ έχω, και φθάνουν να πετούν πάνω από το παλάτι του Τυνδάρεω! Βλέπει η σπλαχνική βασίλισσα τον τρομαγμένο κύκνο που τρέμει το φυλλοκάρδι του, κι αισθάνεται συμπόνια και διάθεση να τον προστατέψει! Ανοίγει την αγκαλά της κλείνοντας το πουλί μέσα στους κόλπους της, και λίγο αργότερα από αυτήν την ένωση γεννήθηκαν δυο αυγά. Από το ένα γεννήθηκαν ο Πολυδεύκης και η Ελένη - τα παιδιά του Δία, και από το άλλο ο Κάστωρ και η Κλυταιμνήστρα, τα παιδιά του Τυνδάρεω.


Αυτόν το μύθο προσπάθησα στα νιάτα μου να χαράξω πάνω στο ξύλο δανειζόμενος το σκίτσο κάποιου αρχαίου καλλιτέχνη. Τέλοσπάντων, ατζαμής εγώ, το ξύλο ακατάλληλο για ξυλογλυπτική _ Ιρόκο απομεινάρι από κάποιο πάγκο που έφτιαχνα στο σπίτι μου - μήπως είχα και χρήματα εκείνη την εποχή να αγοράσω το κατάλληλο ξύλο; Και βγήκε αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία.


Υ.Γ. 
Μεταξύ μας τώρα, το πρόβλημα με τα εξωσυζυγικά γκαστρώματα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το είχαν αναγάγει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα κάποιος θεός είχε χώσει την … ουρά του!

Αλφειός


Είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Πελοποννήσου με μήκος διαδρομής 116 χιλιόμετρα. Πηγάζει στο Ασεατικό Πεδίο κοντά στο Λεοντάριο της Μεγαλόπολης στους πρόποδες του Ταΰγετου και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος κοντά στο Κατάκολο Ηλείας, ενώ κατά τη διαδρομή του που για ένα μεγάλο διάστημα αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ Αρκαδίας και Ηλείας δέχεται τα νερά παραπόταμων και ποταμών όπως ο Ελισσώνας, ο Λούσιος, ο Λάδωνας ο Ερύμανθος και ο Κλαδέος.

Θεϊκό ποτάμι με πλούσια παρουσία στη μυθολογία ο Αλφειός, η Βικιπαίδεια, το arcadia.ceid και άλλες ιστοσελίδες μας πληροφορούν ότι ήταν κατά τον Πλούταρχο απόγονος του Ήλιου και της Ρόδου ενώ κατά τον Ησίοδο ήταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. .΄Οσοι/ες γνωρίζετε και το μύθο του Ηρακλή με την κόπρο του Αυγεία θα θυμάστε ότι ο Ηρακλής εξέτρεψε τα νερά του Αλφειού για να καθαρίσει (μέσα σε μια ημέρα παρακαλώ) την κοπριά και τη βρομιά από τα τρεις χιλιάδες βόδια στους στάβλους του ανεπρόκοπου Αυγεία.
Κατά μια εκδοχή στις όχθες του χαμηλά από την Ανδρίτσαινα στην Αλίφειρα γεννήθηκε η Αθηνά θεά της σοφίας της στρατηγικής και του πολέμου (που βγήκε ενήλικη και οπλισμένη από το κεφάλι του Δία), ενώ κατά μια άλλη εκδοχή στις όχθες του γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος από τη Σεμελη και τον Δία. Από τις όχθες του Αλφειού επίσης λέγεται ότι ο Ερμής έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα.
Ερωτικός θεός και όχι μόνο ο Αλφειός (και κατ εξοχήν Αρκαδικό ποτάμι) στην Αρκαδία λατρευόταν περισσότερο και από τον Δία. Είχε και έναν άτυχο έρωτα με την Άρτεμη τη θεά του κυνηγιού, τη βασίλισσα των βουνών και των δασών που δεν τον ήθελε και αναγκάστηκε να το χωνέψει και να δεχτεί την απόρριψη, δεν ήταν όμως το ίδιο με την Αρέθουσα νύμφη και ακόλουθο της Αρτέμιδας που την συνάντησε μέσα στα αρκαδικά δάση καθώς κυνηγούσε (κυνηγός κι εκείνη) και την ηράσθη σφόδρα. Της έπεσε από κοντά της όμορφης νύμφης αλλά εκείνη δεν ενέδιδε και το ‘βαλε στα πόδια. Από κοντά ο ερωτοχτυπημένος Αλφειός περάσανε το Ιόνιο και κάπου εκεί στην Ορτυγία στις Συρακούσες με τη βοήθεια της θεάς Αρτέμιδας η όμορφη Αρέθουσα για να γλιτώσει μεταμορφώθηκε σε πηγή. Και ο Αλφειός όμως μεταμορφώθηκε σε ποτάμι, και από τότε όπως λέει η μυθολογία μόλις χύνεται στο Ιόνιο μεταμορφώνεται σε υποθαλάσσιο ρεύμα και τρέχει προς τη Σικελία για να ενωθεί με τα νερά της αγαπημένης του Αρέθουσας.


Στις όχθες αλλά και στην πλούσια και εύφορη κοιλάδα του Αλφειού με τις φυσικές ομορφιές και τα ειδυλλιακά τοπία γεννήθηκαν κατά το πέρασμα των αιώνων και ζήσανε εκατομμύρια άνθρωποι, ανθίσανε και ακμάσανε πολιτισμοί και πόλεις κράτη μέχρι που φθάσαμε στο σήμερα, στην εποχή της εγκατάλειψης και ερήμωσης της υπαίθρου.