Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

Η λεηλασία της Πελοποννήσου από τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα κατά τον Β' Εμφύλιο του 1825

 



Κολοκοτρώνης

Αγώνας για την Εξουσία και κοινωνικές αλλαγές είναι οι επαναστάσεις- και συνήθως γεννούν εμφυλίους πολέμους. Η επαναστατημένη Ελλαδίτσα δεν ξέφυγε από τον κανόνα. O πρώτος εμφύλιος δεν άργησε να ξεσπάσει, σε μια συγκυρία μάλιστα που οι Αιγυπτιακές ορδές του Ιμπραήμ πασά απειλούσαν να εξαφανίσουν ό,τι μέχρι τότε είχαν πετύχει οι αγωνιζόμενοι Έλληνες.

Επικουρούμενοι και από τους Σπετσιώτες και τους Ψαριανούς, οι Υδραίοι μεγαλοεφοπλιστές και καραβοκύρηδες με επικεφαλής τον Λάζαρο Κουντουριώτη, και με την υποστήριξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Ιωάννη Κωλέττη, επιζητούσαν την ηγεμονία του υπό σύσταση ελληνικού κράτους. Αξιώσεις όμως για την ηγεμονία της επαναστατημένης Ελλάδας είχαν και οι Μοραΐτες κοτζαμπάσηδες και οπλαρχηγοί, όπως ο Πετρόμπεης που είχε πίσω του τους Μανιάτες, ο Ζαΐμης, οι Δεληγιανναίοι από την Αρκαδία, οι Λονταίοι και οι Νοταραίοι, ο Σισίνης, ο Φωτήλας, και φυσικά ο Κολοκοτρώνης που ήδη είχε αναδειχθεί σε ηγετική μορφή του Αγώνα.

Ανατρέχοντας στους σύγχρονους ιστορικούς, σε εκείνους δηλαδή που ζήσανε την επανάσταση και τα γεγονότα, δύσκολα βρίσκει κανείς την άκρη, γιατί είναι πολύ φυσικό και ανθρώπινο άλλοι να ήσαν προσκείμενοι στους Πελοποννήσιους και άλλοι στην νησιώτικη ολιγαρχία. 

Ο Φωτάκος για παράδειγμα, τίμιος αγωνιστής και αντικειμενικός ιστορικός, είναι γνωστό ότι ήταν υπασπιστής και φίλος του Κολοκοτρώνη, και είναι πολύ φυσικό στην αφήγησή του για την επίμαχη εποχή να τονίζει αναλόγως ή να αποσιωπά γεγονότα που ευνοούν τους Πελοποννησίους και το αντίστροφο. Ο Σπύρος Τρικούπης ήταν γαμπρός και φίλος του Μαυροκορδάτου, και όσο αντικειμενικός και να ήταν, δεν θα έπαιρνε όρκο κανείς ότι ήταν απόλυτα αντικειμενικός. Ο Νικ. Σπηλειάδης, «θαυμαστής και φίλος του Κολοκοτρώνη, θιασώτης του εις πάσαν περίπτωσην» αναφέρει ο Ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος στο έργο του Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ 4 τόμος σελ 335 «πραγματεύεται το θέμα με απροκάλυπτον εναντίον της κυβερνήσεως Κουντουριώτη διάθεσιν, με δεινούς χαρακτηρισμούς δια τον Κωλέττην και τον Μαυροκορδάτον…» κλπ. Αν δούμε και τον Μακρυγιάννη, που ενώ ήταν από τους πρώτους καπεταναίους που προστρέξανε στην εμφύλια σύρραξη μετά από το κάλεσμα του Κουντουριώτη, και οι άνδρες του όπως ομολογεί ο ίδιος διαπράξανε τρομερές αγριότητες, στα απομνημονεύματά του προσπαθεί να ωραιοποιήσει την συμμετοχή του στη λεηλασία της Πελοποννήσου υπό των ρουμελιώτικων στρατευμάτων, και να της προσδώσει υπερπατριωτική αίγλη.

Οι διαμάχες που υπέβοσκαν κατά τη διάρκεια του Αγώνα οξύνονταν συνεχώς, και όταν κατάφεραν τον Απρίλη του 1823 να συγκεντρωθούν στο Άστρος για την Β΄ Εθνοσυνέλευση, έτοιμοι ήσαν να αρπαχτούν και να αρχίσουν το ντουφεκίδι. «Εκεί ήμεθα χωρισμένοι φανερά δύο κόμματα», αφηγείται ο Κολοκοτρώνης στη ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ. «Το ένα ελέγετο των «Προεστών» και το άλλο «του Κολοκοτρώνη». Των προεστών ήτον οι περισσότεροι, ήτον εκατόν πενήντα πληρεξούσιοι καί έξη χιλιάδες στρατιώτες (Απρίλ 1823). Εγώ είχα τόν Οδυσσέα, τόν Μούρτζινο καί άλλους σαράντα πληρεξουσίους μέ οκτακόσιους. Αυτοί έφεραν στρατιώτας γιά νά υποστηρίξουν τήν γνώμην τους μέ τήν δύναμιν, καί εγώ μέ τήν δύναμιν εγύρευα νά τούς ανατρέψω τήν γνώμην».


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης 

Δύο ήσαν τα κυβερνητικά σώματα που ασκούσαν εξουσία εκείνο τον καιρό. Το Εκτελεστικό, με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και αντιπρόεδρο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που εκπροσωπούσαν τους στρατιωτικούς της Πελοποννήσου, αλλά στην ουσία ολόκληρη την Πελοπόννησο. Και το Βουλευτικό, που υποστηριζόταν από τη νησιώτικη ολιγαρχία των καραβοκυραίων, αλλά και κάποιους Πελοποννήσιους –στην αρχή της διαμάχης-  κοτζαμπάσηδες, και περιλάμβανε έμπειρους πολιτικούς όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο Ιω. Κωλλέττης, ο Ανδρέας Ζαΐμης και άλλους.

Το μοίρασμα των εθνικών προσόδων, η βοήθεια στο Μεσολόγγι, η πολιορκία τω Πατρών, οι αμοιβές των πλοίων των νησιωτών, οι αναμενόμενες λίρες  του δανείου από την Αγγλία, ήσαν κάποια από τα προβλήματα που τους απασχολούσαν. Οι κυβερνητικοί κατηγορούσαν τους αντκυβερνητικούς (Πελοποννήσιους) για δικτατορικές βλέψεις, οι άλλοι κατηγορούσαν τους κυβερνητικούς ότι  θέλουν να παραδώσουν τη χώρα στην Αγγλία κλπ. Η μια παράταξη υπέβλεπε και κατηγορούσε την άλλη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δυο κυβερνήσεις: οι  «Κυβερνητικοί»  με έδρα το Κρανίδι, για να βρίσκονται κοντά στους νησιώτες που τους υποστήριζαν, και οι άλλοι, οι αντικυβερνητικοί με έδρα την Τριπολιτσά.

Εύφορη και πλούσια η Πελοπόννησος– ένας από τους λόγους για τους οποίους επιδιώκει να την υποτάξει η νησιώτικη ολιγαρχία– ισχυροί και οι Πελοποννήσιοι στην αρχή, μετά όμως από τις διαμάχες και τις έριδες, αλλά και τις δωροδοκίες και εξαγορές κυρίως, η πλάστιγγα γέρνει προς τους τελευταίους. Ο Κολοκοτρώνης υφίσταται συστηματικό πόλεμο. Χάνει σιγά σιγά τα ερείσματά του και φθείρεται. Τον εγκαταλείπουν οι φίλοι του, ακόμα και οι συγγενείς του. Το παλεύει. «Μη μού βροντάς το πόδι γιατί βροντώ το σπαθί και σού κόβω το κεφάλι» λέει στον Επίσκοπο Άρτης, όπως μας πληροφορεί στην ΔΙΗΓΗΣΗ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ, ενώ απειλεί τον Μαυροκορδάτο όταν διορίζεται πρόεδρος του καινούργιου Βουλευτικού « … σού λέγω μην καθίσεις πρόεδρος, διότι έρχομαι καί σέ διώχνω μέ τα λεμόνια και την βελάδα πού ήλθες».

Ένοπλο τμήμα 200 ανδρών υπό τον Πάνο Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και τον Τζόκρη πάνε στο Άργος, αρπάζουν τα αρχεία, τρομοκρατούν και διαλύουν τους βουλευτές οι οποίοι καταφεύγουν στο Κρανίδι, και από εκεί τον Δεκέμβριο καθαιρούν το υπό τον Πετρόμπεη και Κολοκοτρώνη Εκτελεστικό και εκλέγουν καινούργιο με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Αρχίζει ουσιαστικά ο εμφύλιος πόλεμος και οι μικροσυγκρούσεις  που εξελίσσονται σε ένοπλες συρράξεις. «Αφού πήγαμε εις Τριπολιτζά, άνοιξε τό ντουφέκι καί σκοτωνόμαστε σάν τά σκυλιά είς τ’ αμπέλια» γράφει ο Μακρυγιάννης.

Τον Φεβρουάριο της επόμενης  χρονιάς η κυβέρνηση Κουντουριώτη παίρνει την πρώτη δόση του Δανείου και η πλάστιγγα γέρνει προς το μέρος της. Ο Κολοκοτρώνης και ο γιος του ο Πάνος θεωρούνται στασιαστές. Σε κάποια φάση συμπεθεριάζει με τους Δεληγιανναίους αρραβωνιάζοντας τον 11χρονο γιό του τον Κολίνο με την 6άχρονη κόρη του Δεληγιάννη, και κάπου εκεί κατά τον Μάϊο, υποχωρεί και αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη. Η κυβέρνηση χορηγεί αμνηστία στους πολιτικούς της αντιπάλους, οπότε κατά τον Ιούλιο λήγει ο Α΄ Εμφύλιος που θεωρήθηκε ως «ο πόλεμος του Κολοκοτρώνη». Βασικό μέλημα της κυβέρνησης Κουντουριώτη είναι να ισχυροποιήσει τη θέση της, και καθώς διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τις αγγλικές λίρες του δανείου, μοιράζει λεφτά για να πάρει κόσμο με το μέρος της, εξαγοράζει στελέχη από το αντίπαλο στρατόπεδο, μοιράζει κυβερνητικές θέσεις, διπλώματα και στρατιωτικούς βαθμούς.

Ο Μακρυγιάννης, για παράδειγμα, δεν είχε κανένα στρατιωτικό αξίωμα, πολιτάρχης των Αθηνών ήταν, αστυνόμος δηλαδή, αλλά, πέρα από τις διακόσιες χιλιάδες γρόσια που του δώσανε όπως ακούστηκε για να τον εξαγοράσουν,  τον κάνανε χιλίαρχο, και σε λίγους μήνες στρατηγό. Ο ίδιος βέβαια στα απομνημονεύματά του προσπαθεί να εξιδανικεύσει, και επενδύει με πολύ πατριωτισμό τη συμμετοχή του, και πως αλλιώς θα τα έγραφε; "Μού παραγγέλνουν», γράφει, «νά γυρίσω μ’ αυτούς καί μού δίνουν διακόσιες χιλιάδες γρόσια. Τούς παραγγέλνω: … ότι κιντυνεύει η πατρίς. κι  εγώ γρόσια δεν θέλω, δεν πουλιώμαι διά γρόσια, δέν ορκίστηκα δι’ αυτά, ορκίστηκα δια πατρίδα, καί αν  είναι διά την πατρίδα δέχομαι να την βοηθήσω εγώ ….».

Η ηρεμία όμως που φάνηκε να επικρατεί αμέσως μετά τη λήξη του Α'  εμφυλίου, αποδείχτηκε εύθραυστη και επιφανειακή, καθώς και τα δύο στρατόπεδα διατηρούσαν επιφυλάξεις για τις συμφωνίες που είχαν κάνει. Οι Πελοποννήσιοι προύχοντες που ήσαν με την πλευρά της κυβέρνησης, Ζαΐμης, Λόντος, βλέποντας το άγριο φαγοπότι και την κατασπατάληση του δανείου, αισθάνονται ότι κάνανε πολλές παραχωρήσεις στους νησιώτες, και κάποιοι ξαναγυρνούν με την πλευρά των στρατιωτικών.

Από την επαρχία της Αρκαδιάς την Κυπαρισσία, όταν οι κάτοικοι αρνούνται να πληρώσουν τους οφειλόμενους φόρους, και διώχνουν και τον Έπαρχο ως ακατάλληλο, φαίνεται να ξεκινάει ο Β΄ Εμφύλιος που ονομάστηκε και «πόλεμος των προεστών». Η συμπεριφορά αυτή των Αρκάδων θεωρείται ανταρσία από την κυβέρνηση του Κουντουριώτη, και ο πρόθυμος Παπαφλέσσας που δεν συμπαθεί τους Αρκάδες, με ένα ισχυρό σώμα από 5.000 ρουμελιώτες, Βουλγάρους του Χατζηχρήστου που πριν ήσαν στην Ύδρα και άλλα μαζώματα, υπό τους Καρατάσσο, ΧατζηΣτεφανή, Μακρυγιάννη, Βάσσο και Χατζηχρήστο,  αναλαμβάνει να τους επαναφέρει στην τάξη. Εκστρατεύει στην Αρκαδία στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ύστερα από μάχες δυο ημερών με τους Αρκάδες, «Το σώμα Παπαφλέσσα διεσκορπίσθη, αυτός δε ο ίδιος μόλις κατώρθωσε να διασωθή εις τα Σαμπάζικα…» μας πληροφορεί ο Διον. Κόκκινος τ 4 σελ.  501.


Ιωάννης Κωλέττης 

Ο Μωρηάς είναι ισχυρός ακόμα, το Υδραίικο μίσος εναντίον του απύθμενο, και πρέπει με κάθε θυσία να τον υποτάξουν, να τον βιάσουν και να τον ληστέψουν, να τον ταπεινώσουν και να τον ισοπεδώσουν. Οι προσπάθειες εξαγοράς Πελοποννησίων με χρήματα και στρατιωτικούς βαθμούς εντείνονται, φυλλορροούν τα Μωραΐτικα στρατεύματα και φεύγουν προς τους κυβερνητικούς, αλλά αυτό δεν αρκεί. Ο  Ιωάννης Κωλέττης, τετραπέρατος πολιτικός που έχει σπουδάσει γιατρός στο Παρίσι, έχει όμως θητεύσει και στην αυλή του Αλή Πασσά- και τρέφει απύθμενο μίσος κατά των Μωραϊτών, διατηρώντας επαφές με Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, σκέφτεται ότι τα ρουμελιώτικα στρατεύματα μπορεί να γίνουν το υπερόπλο για την ισοπέδωση της Πελοποννήσου. Με επιστολές του στον Γκούρα, στον Καραϊσκάκη και σε άλλους οπλαρχηγούς, τους καλεί να κατέβουν στην Πελοπόννησο για να συνετίσουν τους Μωραΐτες, να τους λαφυραγωγήσουν και να πλουτίσουν. Δείτε τι γράφει σε κάποιον ρουμελιώτη οπλαρχηγό:

  «Αδελφέ

Οι Μωραΐτες ελύσσαξαν από τά πολλά πλούτη τά οποία ήρπασαν από τούς Τούρκους τής Τριπολιτσάς, τού Ναυπλίου, τής Κορίνθου, τής Μομεμβασίας, τού Νεοκάστρου καί τών λοιπών μερών και έγιναν ντερμπεήδες, και προσπαθούν ν’ αντικαταστήσουν τόν Κιαμήλμπεην καί τούς λοιπούς μπέηδες καί αγάδες. Καί σείς τρέχετε αύτού χωρίς ψωμί, χωρίς τσαρούχι, χωρίς φορέματα, μέ μίαν παλαιόκαπαν, καταβασανίζεσθε. Τί λοιπόν περιμένετε; Άλλην αρμωδιωτέραν και ευτυχεστέραν διά σάς περίστασιν  δεν θέλει εύρετε ποτέ, δια να πλουτίσετε μεγάλοι καί μικροί. Τώρα άνοιξαν διά σάς δύο  πηγαί πλούτου, οι λίρες του δανείου καί τά πλούσια   λάφυρα του Μωρέως. Τί άλλα πλέον επιθυμείτε;» (Διον Κόκκινος Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ τ. 4 σελ.509.)

Εκείνες τις ημέρες, συμβαίνει στην Πελοπόννησο ένα επεισόδιο που θα έχει  καθοριστική σημασία στην έκβαση του εμφυλίου καθώς θα επηρεάσει αρνητικά τη στάση του Γέρου του Μωρηά και θα τον βγάλει εκτός μάχης. Στις 13 Νοεμβρίου, Βούλγαροι στρατιώτες σε ενέδρα  έξω από το χωριό Θάνα πυροβολούν και σκοτώνουν τον Πάνο Κολοκοτρώνη. «Εκεί άφησα τούς ανθρώπους μου» λέει ο Μακρυγιάννης, «ήταν ο Βάσιος εκεί. Θέλησε νά τούς πολεμήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης (;)καί τόν σκότωσαν. Αυτό είναι τό αίμα Κολοκοτρωναίικον διά τήν λευτεριά  τής Ελλάδος». 

Τι να πει κανείς για το μίσος του Μακρυγιάννη κατά των Κολοκοτρωναίων… 



Καραϊσκάκης

Στις 23 του Νοέμβρη, ρουμελιώτικα στρατεύματα με γενικό αρχηγό τον Γκούρα περνάνε τον Ισθμό και εισβάλλουν στην Κορινθία στοχεύοντας  τους Νοταραίους. Λίγες ημέρες αργότερα αποβιβάζονται στην Αιγιαλεία άλλα στρατεύματα προερχόμενα από τα Σάλωνα  που στοχεύουν προς τη Βοστίτσα (Αίγιο), και την επαρχία Καλαβρύτων για τον Ζαΐμη. Συμμετέχει και ο Καραϊσκάκης που δεν εννοεί να χάσει τέτοιο πλιάτσικο. Σπεύδει αυτόκλητος, και με επιστολή του στην κυβέρνηση (Διον. Κόκκινος τ.4 σελ 523) δηλώνει ότι «.. θά πολεμήσω διά τούς νόμους και την πολιτικήν ύπαρξιν τού έθνους, καί έρχομαι αυθόρμητος εις τήν Πελοπόννησον επί τούτω». Οι αγώνες του Καραϊσκάκη προς την πατρίδα και η σταδιοδρομία του σαν αγωνιστή που αρχίζουν εκείνες τις ημέρες. Θα διαρκέσουν λειψά δυόμισι χρόνια, καθώς χάνει τη ζωή του (δολοφονείται;) στις 23 Απριλίου του 1827 στην μάχη του Φαλήρου.

Λεηλατούνται οι βόρειες περιοχές κυρίως, η περιοχή των Καλαβρύτων όπου εδρεύουν και κινούνται οι Ζαΐμηδες, η Γορτυνία των Δεληγιανναίων, η περιοχή της Κορινθίας των Νοταράδων, η Γαστούνη που εδρεύει ο Σισίνης κλπ. Βλέποντας οι Δεληγιανναίοι, Ζαΐμης κλπ ότι οι φρουρές τους αλληθωρίζουν προς τους κυβερνητικούς και δεν πολεμάνε, εγκατέλειψαν τους τόπους τους και προσπάθησαν να σώσουν τις οικογένειές τους, ενώ τα ρουμελιώτικα στρατεύματα «όθεν επέρνων κατέστρεφαν και ελαφυραγώγουν τά χωρία», γράφει ο Φωτάκος.

Οι μισθωμένοι στρατιώτες των Πελοποννησίων οπλαρχηγών, πολλοί από τους οποίους κατάγονται από τη Ρούμελη, αρνούνται λίγο  λίγο να πολεμήσουν και προσχωρούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο που μοιράζει λεφτά και στρατιωτικά αξιώματα, η αντίσταση ων αντικυβερνητικών παύει σε ολόκληρο το Μωρηά και αρχίζει η λεηλασία του από τους Ρουμελιώτες. Στην Κορινθία, ο Ι. Νοταράς και ο πατέρας του Σωτήρης παρεδόθησαν αμαχητί στον Γκούρα, αλλά «… τούς ετυράννησαν, τούς επήραν χρήματα καί άλλα πράγματα, έπειτα τους εβίασαν καί υπέγραψαν έγγραφα περί υιοθεσίας καί κληρονομίας, καί άλλας πολλάς βασάνους τούς έκαμαν. Έπειτα εξαπλώθησαν μέσα εις την Πελοπόννησον πολλά στρατεύματα της Διοικήσεως, και έκαμαν πολλάς καταχρήσεις, διότι δεν αφήκαν καμμιάς γυναικός σκουλαρίκια (ενώτια), ούτε κασέλα κλειδωμένην». (Φωτάκος σελ 346 ). Τους βασάνισαν και αφού τους πήραν 3.000 φλουριά βενέτικα, τους υποχρεώσανε να υπογράψουν «βουλωμένο» χαρτί με το οποίο παραχωρούσαν ολόκληρη την περιουσία τους στο γιατρό Στεφανόπουλο, μέντορα του Γκούρα... 

Τα ρουμελιώτικα στίφη όμως δεν ικανοποιούνταν μόνο με τα σκουλαρίκια και τις κασέλες των γυναικών, αλλά, αλίμονο στη γυναίκα ή σε μικρό παιδί, αγόρι ή κορίτσι που θα έπεφτε στα χέρια τους.

Στην Ιστορία της Ελλάδας του Γιάννη Κορδάτου, στον τόμο Χ σελ. 431 βλέπουμε στην έγγραφη διαμαρτυρία των κατοίκων των Γαργαλιάνων της Μεσσηνίας στις 22 Φλεβάρη 1825 προς την κυβέρνηση για τους βιασμούς των γυναικών: «Έφθασαν νά καθυβρίσουν σχεδόν καί αυτάς τάς γυναίκας ημών καί νά αφαιρέσουν καί αυτήν τήν τιμήν δια τήν οποίαν χύνομεν καί αυτό τό ίδιον αίμα μας πρός υπεράσπισιν καί φύλαξιν αυτής. Καί περί πλέον εκείνα είς καιρόν τής τυραννίας τών αθέων αγαρηνών ούτε οί προπάτορές μας, ούτε ημείς εδοκιμάσαμεν…». Ο δέ έπαρχος πάλι της Τριφυλίας στην έκθεσή του που έστειλε στην κυβέρνηση, μιλάει για βιασμούς και  μικρών παιδιών, αγοριών και κοριτσιών: «Τα ξένα (ρουμελιώτικα) στρατεύματα αφήρεσαν την τιμήν ακόμη και μικρών παιδιών ηλικίας κάτω των δέκα ετών αμφοτέρων των φύλων…» καταγγέλλει.

Την Κερπινή που ο Κωλέττης θέλει να πιάσει το Ζαΐμη, την αναλαμβάνουν ο Καραϊσκάκης, ο Τζαβέλλας, ο Μπακατσέλος και άλλοι με χίλιους άνδρες, και μετά από σοβαρές μάχες τεσσάρων ημερών ο Ζαΐμης που τον εγκαταλείπουν οι προερχόμενοι από τη Ρούμελη μισθωμένοι στρατιώτες του, ο  Λόντος, ο  Νικηταράς που μένει με πέντε μόνο άνδρες, υποχωρούν και αφήνουν τον τόπο φεύγοντας στην Ηλεία και στη συνέχεια φθάνουν στη δυτική Ελλάδα. Καταπατείται το αρχοντικό των Ζαΐμηδων, και, «πρωτοστατήσαντος του Καραϊσκάκη… τίποτε δεν έμεινεν όρθιον εις τας εστίας των  ταλαιπώρων κατοίκων μέχρι και των πτωχοτέρων» μαρτυρεί ο Δ. Κόκκινος.

Ο Μακρυγιάννης δεν του χαρίζεται του Καραϊσκάκη: «… τότε μπήκαν κι αυτήνοι καί πέρασαν τήν Βοστίτζα καί πήγαν εις τήν Κερπινή, εις τό σπίτι τού κυρίου Ζαΐμη΄ καί ο Καραϊσκάκης τό κυβέρνησε, οπού δέν τού αφήκαν οι άνθρωποί του ούτε στάχτη μέσα΄ καί οι άλλοι πήγαν εις τ’ άλλα σπίτια καί χωριά». Ο Φωτάκος μας πληροφορεί ότι λαφυραγώγησαν την Κερπινή και το αρχοντικό του Ζαΐμη, και μάλιστα, ότι πιαστήκανε αναμεταξύ τους «επειδή οι ύστερον ερχόμενοι δεν εύρισκαν λάφυρα, διότι τα είχαν αρπάσει οι ελθόντες πρότερον», αλλά, και για τα γέλια, τις ειρωνείες, τους χλευασμούς και τα πειράγματα που πέταγαν όταν ανεμίζανε τα ρούχα της Ζαΐμαινας που βγάλανε σε πλειστηριασμό. «…τά δέ πράγματα καί τά ενδύματα αυτού τά έβγαλαν εις δημοπρασίαν, καί ο κήρυξ φωνάζων χλευαστικώς έλεγε «πωλείται τό φουστάνι τής Ζαΐμαινας» καί άλλα τοιαύτα πρός εμπαιγμόν έλεγεν». (Φωτάκος, σελ 346).


Λαγκάδια Αρκαδίας

Τη Γορτυνία την τιμά ο ίδιος ο Κωλέττης. Επικεφαλής 2.000 Ρουμελιωτών εκστρατεύει κατά των Δεληγιανναίων στα Λαγκάδια, οι οποίοι όμως, εκτιμώντας ότι δεν μπορούν να αντισταθούν αφού τους εγκατέλειπαν οι δικοί τους που ήσαν ρουμελιώτες οι περισσότεροι, πήραν τις οικογένειές και έφυγαν. Στα έρημα Λαγκάδια ο Κωλέττης άραξε για αρκετές ημέρες στο αρχοντικό των Δεληγιανναίων, και οι άνδρες του καταστρέφανε ό,τι είχε ακόμη μείνει όρθιο. Τόσο ήταν το μίσος κατά των αντιπάλων τους και τέτοια η μανία καταστροφής, που για να γδάρουν τα χοιρινά που σφάζανε για να φάνε, αντί για νερό (το βραστό νερό είναι απαραίτητο για το γδάρσιμο του χοιρινού) βράζανε κρασί που το τραβούσαν με τους κουβάδες από τις δεξαμενές και τα βαρέλια.!

Και μην νομίζετε ότι τα κυβερνητικά στρατεύματα περιόριζαν τις δραστηριότητές τους μόνο στα σπίτια των προυχόντων και των καπεταναίων του Μωρηά. Έπαιρναν σβάρνα τα χωριά και δεν κάνανε διακρίσεις. Λήστευαν, βίαζαν, πρόσβαλλαν και καταστρέφανε τα πάντα όπου περνούσαν. «…τά στρατεύματα τού Γκούρα καί τών λοιπών τής Διοικήσεως οπλαρχηγών εδόθησαν εις τήν μέθην καί εις τάς άλλας ηδονάς καί αρπαγάς. Όλην δε σχεδόν την Πελοπόννησον  εγύρισαν αδιακρίτως συλλαμβάνοντες. καθώς έλεγαν, αντάρτας και τιμωρούντες αυτούς ως τοιούτους…», αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματα του περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, στη σελίδα 355. Και στη σελίδα 360 «Οι στρατιώται του Εκτελεστικού δεν έβαλαν σύνορον δια να διακρίνουν δια τούτου τον φίλον και τον εχθρόν της Διοικήσεως, ήρκει μόνον ότι όλοι ήσαν Μωραΐται και όλους τους εγύμνωναν και τους εκαταφρόνουν, δεν άκουέ τις άλλο τίποτε, παρά χουχουλητά και κλάϋματα». Την αράζανε σε ένα νοικοκυριό και απαιτούσαν από τους οικοδεσπότες σουσάμι ψητό στη σούβλα, γάλα ψητό στη σούβλα, ελιές τηγανισμένες, χαβιάρι «έγκαιρον δια την όρεξιν», και άλλα τέτοια για να κάνουνε όρεξη και κέφια. Σκεφτείτε τώρα τη φουκαριάρα τη νοικοκυρά, τις κόρες της ή τον άντρα της που κάτω από τις ειρωνείες και τα χαχανητά των επιδρομέων αυτών, δεν τα κατάφερναν να ψήσουν το αβγό στη σούβλα ή να σουβλίσουν το γάλα για να ικανοποιήσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους. 

Η κακοποίηση, η ακολασία, η προσβολή και ο διασυρμός των Πελοποννησίων από τα κυβερνητικά στρατεύματα ήταν καθήκον τους. Έμεινε δε στην ιστορία η φράση: «Μην με βαρείς, δεν είμαι Πελοποννήσιος, Χιώτης είμαι!» Ο Χιώτης δηλαδή, είχε ανθρώπινα δικαιώματα και άξιζε σεβασμού, αντίθετα με τον Πελοποννήσιο που ήταν νόμος πλέον ότι δεν είχε ανθρώπινα δικαιώματα, και η μοίρα του ήταν να τον αγγαρεύουν, να τον διασύρουν και να τον δέρνουν.

«Τό νά εξιστορήση δέ κάλαμος ανθρώπου» γράφει ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του, «τάς αρπαγάς, τάς, κακώσεις, τάς βιαιοπραγίας, τάς παραβιάσεις υπάνδρων καί παρθένων γυναικών, τάς οποίας έπραξαν ο Γκούρας, ο Τζαβέλλας, ο Καραϊσκάκης καί συντροφία εις τάς επαρχίας εκείνας  όθεν διέβησαν, είναι αδύνατον καθ’ ότι μήτε οι Τούρκοι επί τής επαναστάσεως μάς έπραξαν τοιαύτας αθεμιτουργίας…». Και μέσα σε όλον αυτόν τον χαμό, ο Κολοκοτρώνης, επηρεασμένος από το θάνατο του γιού του, την είχε αράξει και έδειχνε πλήρη αδιαφορία για όσα φοβερά και τρομερά διαδραματίζονταν  γύρω του, αρνούμενος  -όπως έλεγε– να ανακατωθεί στον εμφύλιο πόλεμο. Κατά τον Φωτάκο, «Εκάθητο δε ο Κολοκοτρώνης εις την Στεμνίτσαν, ως ο Αδάμ απέναντι του Παραδείσου και αγνάντευε την καταστροφήν της Πελοποννήσου…»

Κατά το τέλος Δεκεμβρίου ο Κολοκοτρώνης πείθεται από τον Δ. Πλαπούτα να παρουσιαστεί στην κυβέρνηση ελπίζοντας ότι θα συμβάλλει ώστε να ειρηνεύσει ο τόπος. Παρουσιάζεται στο Ναύπλιο, αλλά δεν αργεί να αντιληφθεί ότι βρίσκεται υπό περιορισμό, και στις 6 Φλεβάρη του 1825, μαζί με  Δεληγιανναίους, Νοταράδες, Μητροπέτροβα κλπ., φυλακίζονται στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Έξη ημέρες αργότερα, ο Ιμπραήμ εισπλέει με πενήντα πλοία στη Μεθώνη και αποβιβάζει ανενόχλητος 4.000 στρατό, 600 ιππείς, και σώμα ατάκτων, ενώ ύστερα από ένα περίπου μήνα με μια δεύτερη  απόβαση φέρνει άλλους 7.000 άνδρες και 400 ιππείς, εφόδια κλπ. 

Το Εκτελεστικό αποφασίζει και ο Γεώργιος Κουντουριώτης αναλαμβάνει να  ηγηθεί της εκστρατείας κατά του Ιμπραήμ, με Ρουμελιώτικα στρατεύματα και ελάχιστα Πελοποννησιακά. Στις 16 Μαρτίου, με χρήματα για να εξαγοράζει τους αντικυβερνητικούς οπλαρχηγούς και στρατιωτικά διπλώματα χωρίς τα ονόματα (για να συμπληρώνονται επί τόπου) «ξεκινάει από το Ναύπλιο δια την Τριπολιτσάν μετά πολλής πομπής, υπό τιμητικούς κανονιοβολισμούς… και εν μέσω δημοσίων εκδηλώσεων υπέρ της νίκης ο Γεώργιος Κουντουριώτης». (Διον Κόκκινος τ. 4 σελ 592). Τον συνοδεύει ως έμπιστος σύμβουλος και ο Μαυροκορδάτος, ενώ Αρχιστράτηγος διορίζεται ο επίσης Υδραίος ναυτικός Κυριάκος Σκούρτης, που όμως δεν έχει εμπειρίες από πολέμους στην ξηρά, και όπως ήταν επόμενο, ο διορισμός του προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στους έμπειρους οπλαρχηγούς της ξηράς.


Αλ Μαυροκορδάτος

Φαιδρό και γελοίο άτομο αποκαλούν πολλοί τον Κουντουριώτη, που άσχετος με ιππασία, ξεκίνησε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ καβάλα σε ένα χρυσοστόλιστο άτι που μόνο ένας πολύ καλός ιππέας μπορούσε να κουμαντάρει. Τον κρατούσαν δυο Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι, ένας από τη μια μεριά και ένας από την άλλη του αλόγου, για να μην πέφτει. Για να φτάσει με αυτό το άλογο, με την πομπή του από υπηρέτες, σωματοφύλακες και παρατρεχάμενους, από το Ναύπλιο στην Τριπολιτσά, χρειάστηκαν τρεις ημέρες. Το στρατηγείο του τον εγκατέστησε στη Σκάλα Μεσσηνίας κάπου δέκα ώρες μακριά από το ελληνικό στρατόπεδο, και από εκεί θα καθοδηγούσε την επιχείρηση κατά των "στραβαραπάδων".

Στις 7 Απριλίου 1825 γίνεται η περίφημη μάχη στο Κρεμμύδι - μεταξύ Μεθώνης και Πύλου – όπου τα ελληνικά στρατεύματα ( και με πληγωμένη τη μαχητικότητα και το ηθικό των Πελοποννησίων) ηττώνται κατά κράτος από τους στραβαραπάδες του Μπραήμη. Ακολουθεί η Σφακτηρία, το Παλιόκαστρο, το Νιόκαστρο κλπ. Ο Μπραήμης σαρώνει παντού τις αντιστάσεις των Ελλήνων, οι ρουμελιώτες οπλαρχηγοί με το πρόσχημα ότι θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για να προστατέψουν τις οικογένειές τους απαιτούν τους μισθούς τους για να φύγουν, δηλώνοντας πολλαπλάσιο (πλασματικό, για τους μισθούς) αριθμό στρατιωτών. Ο κόσμος διαδηλώνει στο Ναύπλιο και απαιτεί από την κυβέρνηση να ελευθερώσει τους φυλακισμένους καπεταναίους για να πολεμήσουν το Μπραήμη- κάτι που ούτε να ακούσουν δεν θέλουν οι Υδραίοι. Οι  εξελίξεις όμως τους αναγκάζουν να τους αμνηστεύσουν στις 12 ή στις 14 του Μάη, και να αναθέσουν την αρχηγεία στον Πετρόμπεη και στον Κολοκοτρώνη.

Θα μπορούσε πιθανόν, να τους δέσει τους αντιπάλους του τότε ο Κολοκοτρώνης, αλλά είχε ήδη δηλώσει μεταμέλεια και μετάνοια στον Κουντουριώτη, με επιστολή του μέσα από τη φυλακή. «Ερχόμενοι εις τό Ναύπλιον» διηγείται, «ορκοθήκαμεν τό Βουλευτικόν, τό Εκτελεστικόν καί ημείς εις τήν εκκλησίαν, ότι «νά αφήσωμεν τά περασμένα, καί νά λησμονήσωμεν, νά ενωθώμεν καί νά μήν έχωμεν άλλην ιδέαν παρά νά δουλεύσωμεν τήν πατρίδα μας».

Έτσι κάπως έληξε ο δεύτερος Εμφύλιος στην Πελοπόννησο, αλλά ο κόσμος δεν ήταν ίδιος πλέον. Οι Μωραΐτες είχαν υποστεί βιασμούς και εξευτελισμούς από τους κυβερνητικούς, ληστείες και καταστροφές, και τώρα καλούνταν να πολεμήσουν δίπλα τους για την πατρίδα. Η ανθρωπιά όμως, η αγάπη για τον διπλανό, η μπέσα, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στο λόγο του συνανθρώπου είχαν εκλείψει.  Τους είχαν προσβάλει, είχαν διασύρει την αξιοπρέπειά τους, είχαν ληστέψει το βιός τους, είχαν σφάξει και φάει τα ζωντανά τους και δεν είχαν στον ήλιο μοίρα- και κάποιοι είχαν πλουτίσει ξαφνικά και βρίσκονταν με θέσεις και αξιώματα, επειδή είχαν πουλήσει την ψυχή τους και είχαν εξαγοραστεί. 

Πέρα από τις υλικές καταστροφές, ο εμφύλιος είχε προσβάλει και εξευτελίσει ανθρώπινα δικαιώματα και ηθικές αξίες, που ούτε οι Οθωμανοί κατακτητές είχαν τολμήσει να θίξουν στο πέρασμα των αιώνων. 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Η Κλεφτοπούλα

 

  



Κόντρα στην παγκοσμιοποίηση και στις προσπάθειες που γίνονται από ορατά και αόρατα κέντρα για να χάσουμε την ταυτότητά μας σαν λαός, η ταπεινότητά μου επιμένει στην ιστορία και τις παραδόσεις μας.

Γνωστό είναι το δημοτικό τραγουδάκι που αναφέρεται στην κλεφτοπούλα την Αρκαδιανή.   

Που επί δώδεκα χρόνια στα κλέφτικα ντυμένη ζούσε και πολεμούσε με τους κλέφτες και κανείς δεν είχε υποψιαστεί ότι ήταν γυναίκα. Παρά μια ημέρα Κυριακή – όπως αφηγείται το τραγούδι – που καθώς ρίχνανε στο σημάδι  της κόπηκε ένα κουμπί «κι εφάνει, κάτι εφάνει». Στο ίδιο πνεύμα υπάρχει και ένα άλλο τραγουδάκι που διηγείται μια παράλληλη ιστοριούλα, και αν διαθέσετε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας να το δείτε, δεν θα απογοητευτείτε:



Ποιός είδε ψάρι ‘ς τό βουνό καί θάλασσα σπαρμένη,

Ποιός είδε κόρη λυγερή ΄ς τά κλέφτικα ντυμένη;

Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ’ αρματωλούς καί κλέφταις,

Κανείς καί δέν τή γνώρισε νάπό τή συντροφιά της.

Καί μιάν αυγή καί μιά λαμπρή, μιά πίσημον ημέρα

Βγήκαν νά παίξουν τό σπαθί, νά ρήξουν τό λιθάρι.

Εκόπη τ’ασημόκουμπο κ’ εφάνη τό βυζί της.

Κανένας δέν τή λόγιασε από τά παλληκάρια,

μά να μικρό κλεφτόπουλο σκυφτό χαμογελά της.

«Τί έχεις βρέ βλάμη καί γελάς, τί έχεις καί χαμοβλέπεις;

-Είδα τόν ήλιο πόλαμψε κ’ έφεξε τό φεγγάρι,

είδα καί τό βυζάκι σου πού είν’ άσπρο σάν το χιόνι.

-Σώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, μιλιά μή μολογήσεις,

καί νά σέ πάρω ψυχογιό, βαριά νά σέ πλουτίσω,

γιά νά βαστάς τό νταμασκί καί τό χρυσό τουφέκι.

-Εγώ δέ θέλω ψυχογιός, βαριά νά μέ πλουτίσης,

γιά νά βαστώ τό νταμασκί καί τό χρυσό τουφέκι,

μόν΄ θέλω σε γυναίκα μου καί νά μέ πάρης άντρα.

-Πού ειπή τό «θέλω», είς εμέ πρέπει καί νά ναι άξιος,

Νά ναι πρωτοπαλλήκαρο καί κλεφτοπολεμάρχος.

-Τό ζήτημά σου είναι βαρύ, μά ά θέλει ό θιός θά γίνη,

Ά θέλει ό θιός καί μ’ αγαπάς, ο πρώτος ούλων είμαι.

Δείξε μου πού ναι οί φωτιαίς, οί σπαθισμοί τά βόλια,

κ’ εγώ γιά τήν αγάπη σου θά πέσω πρώτος ΄ς ούλα».

 

 

 

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Ο Καραϊσκάκης, ο Κόχραν, και η ομαδική αυτοκτονία των Ελλήνων στη μάχη του Ανάλατου.

 

Η μάχη του Ανάλατου.

Νεαρός πριν μερικές δεκαετίες είχα την τύχη να διαβάσω το εξαίρετο βιβλίο του Δημ. Φωτιάδη ΚΑΡΑϊΣΚΑΚΗΣ, και μου είχαν κάνει εντύπωση η πεποίθηση και τα επιχειρήματα του συγγραφέα ότι το φονικό βόλι που είχε πλήξει στην κοιλιά το στρατηγό στις 22 Απρίλη του 1827 σε μια αψιμαχία Ελλήνων και Τούρκων στη μάχη του Φαλήρου, είχε φύγει από όπλο «πληρωμένων μπράβων του Μαυροκορδάτου», ενώ εμπνευστές και ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του θεωρούσε απροκάλυπτα τους δυο Άγγλους αξιωματικούς, τον αρχιστράτηγο Τσωρτς (τσουρτς προφερόταν), και τον αρχιναύαρχο Κόχραν.

Αφορμή όμως για τούτο το σημείωμα στάθηκε ένα πικάντικο φραστικό  επεισόδιο που αναφέρει ο Δημ. Φωτιάδης ότι συνέβη πάνω στη φρεγάτα «Ελλάς», τη ναυαρχίδα τότε του ελληνικού στόλου, ανάμεσα στον Κόχραν και τον στρατηγό Καραϊσκάκη, που δείχνει τις εντάσεις και την αγεφύρωτη διαφορά αντίληψης και στρατηγικής ανάμεσα στους οπλαρχηγούς του Αγώνα και τη διορισμένη ηγεσία του ελληνικού στρατεύματος.

Αυτό το υπέροχο βιβλίο δεν υπάρχει πλέον στη βιβλιοθήκη μου, πιθανόν κατά το πέρασμα των χρόνων, μετακινήσεις επί Χούντας κλπ, κάποιος καλός φίλος που το δανείστηκε να ξέχασε να μου το επιστρέψει, παραμένει όμως πάντα επίκαιρο και για τους προβληματισμούς του γύρω από το θάνατο του Καραϊσκάκη, αλλά και για την καταστροφή που επέφερε τότε στον Αγώνα η διορισμένη ηγεσία που αλλότρια συμφέροντα εκπροσωπούσε, και όχι τους σκοπούς του Αγώνα.

Στις αρχές του Απρίλη 1827 και ενώ η ελληνική επανάσταση βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη  καμπή, η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας αφαίρεσε την αρχηγία των  στρατιωτικών δυνάμεων από τον Καραϊσκάκη, και των ναυτικών δυνάμεων από τον Ανδρέα Μιαούλη, και ανέθεσε την διεύθυνση του Αγώνα σε δυο διεθνείς τυχοδιώκτες μισθοφόρους,  τους Άγγλους πράκτορες Ρίτσαρντ Τσώρτς και Τόμας Κόχραν

Στον Τσωρτς ανέθεσε «την αρχηγίαν απασών των κατά την Ελλάδα στρατιωτικών δυνάμεων», και στον Τόμας Κόχραν «την αρχηγίαν των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων». Το γενικό πρόσταγμα όμως φαίνεται πως είχε ο Κόχραν.

«Ο Ρίτσαρντ Τσούρτς ήτο εκ των στρατιωτικών πρακτόρων της Αγγλίας» διαβάζουμε στον 5ο τόμο σελ.605 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, ενώ για τον Κόχραν μας πληροφορεί ότι «είχε προταθεί εις την ελληνικήν επιτροπήν του Λονδίνου υπό των Άγγλων πιστωτών κατά την συνομολόγησιν του δευτέρου δανείου… ».

Οι Τούρκοι υπό τον Κιουταχή κατείχαν την Αθήνα και πολιορκούσαν την Ακρόπολη που την υπεράσπιζε ισχυρή φρουρά υπό τον Γιάννη Γκούρα, ενώ οι Έλληνες υπό την αρχηγία του Καραϊσκάκη κατείχαν την παραλία του Φαλήρου και του Πειραιά, και προετοιμάζονταν να χτυπήσουν τις δυνάμεις του Κιουταχή και να σπάσουν την πολιορκία της Ακρόπολης.

Ο Γιάννης Γκούρας.

Από τις πρώτες ώρες της ανάληψης της αρχηγίας των στρατιωτικών δυνάμεων  από τους δυο ξένους, φάνηκαν και οι σοβαρές διαφορές στον τρόπο που αντιμετώπιζαν το πρόβλημα ο Τσώρτς και ο Κόχραν από τη μια μεριά, και οι επαναστατημένοι Έλληνες από την άλλη.

Οι δυο Βρετανοί απαιτούσαν κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των πολυάριθμων  δυνάμεων του Κιουταχή, ενώ ο Καραϊσκάκης υποστήριζε ότι έπρεπε να εφαρμόσουν πλήρη αποκλεισμό του αντιπάλου κατά ξηρά και θάλασσα ώστε  να του στερήσουν τις δυνατότητες ανεφοδιασμού, να εγκλωβίσουν δηλαδή τις δυνάμεις του Κιουταχή, και από τη θέση των πολιορκητών να βρεθούν σε θέση πολιορκούμενων και να εξαντληθούν λόγω έλλειψης τροφίμων και εφοδίων.

Για τον Καραϊσκάκη και τους άλλους οπλαρχηγούς ήταν φανερό ότι μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τις πολυάριθμες και καλά οπλισμένες δυνάμεις του Κιουταχή, αλλά και με το ισχυρότατο ιππικό του τους 2.000  περίφημους Ντελήδες σε ανοιχτό πεδίο θα ήταν καταστροφή. Γνωστό επίσης είναι ότι και ο Κολοκοτρώνης που είχε αναγάγει τον ανταρτοπόλεμο σε Επιστήμη,  απέφευγε τις κατά μέτωπο συγκρούσεις με οργανωμένες πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις.

«Αν χάσω σε ένα πόλεμο τέσσερεις  - πέντε χιλιάδες Έλληνες», έλεγε σε όσους τον εγκαλούσαν γιατί δεν έκανε κατά μέτωπο επιθέσεις στους Τούρκους, «που θα βρω άλλη δύναμη να πολεμήσω τον εχθρό; Ο Μπραήμης όμως,  και δέκα χιλιάδες να χάσει, βρίσκει άλλους».

Έτσι ήταν η κατάσταση όταν τις 7 του Απρίλη εκείνης της χρονιάς, σε εθιμοτυπική επίσκεψη του Καραϊσκάκη και άλλων Ελλήνων αξιωματούχων πάνω στη φρεγάτα «Ελλάς», ήταν πολύ φυσικό  το κυρίαρχο θέμα να είναι η τρέχουσα κατάσταση και η προετοιμαζόμενη επίθεση κατά των δυνάμεων του Κιουταχή.



Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη.



Ο Κόχραν ανακοίνωσε πάνω στη φρεγάτα ότι απορρίπτει το σχέδιο του Καραϊσκάκη και απαιτεί κατά μέτωπο επίθεση κατά των είκοσι περίπου χιλιάδων Τούρκων του Κιουταχή

Υπερόπτης και αλαζόνας καθώς ήταν, μιλώντας πάντα αφ υψηλού και με ύφος που έκοβε κάθε προσπάθεια έκφρασης διαφορετικής γνώμης, και για να τονίσει ότι το σχέδιό του ήταν το μοναδικό,  είπε στους επισκέπτες του ότι έπρεπε να αρπάξουν τον ταύρο από τα κέρατα ( εκ των κεράτων τον ταύρον!).

- Αμ πέστε του ναύαρχου, είπε  ο Καραϊσκάκης, πως εδώ στη Ρούμελη τον ταύρο δεν τον πιάνουμε από τα κέρατα γιατί τρυπάει, από τα α@@@@@@ με το συμπάθιο τον πιάνουμε, και παραλά και πέφτει κάτω!

Όσο και αν επέμειναν οι Έλληνες οπλαρχηγοί και ο Καραϊσκάκης ότι η πολεμική τακτική των επαναστατημένων Ελλήνων δεν έχει καμιά σχέση με την τακτική που πρότειναν οι δυο Άγγλοι πράκτορες ο Τσώρτς και ο Κόχραν, που από ό,τι φάνηκε αργότερα ήθελαν να αποτύχει η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και να περιοριστεί στα όρια της Πελοποννήσου, επέμειναν, απειλώντας μάλιστα να παραιτηθούν αν δεν εισακούονται, και τελικά αποφάσισαν να γίνει η τελική επίθεση στις 24 εκείνου του μήνα.

Όσο διαρκούσαν οι προετοιμασίες για την πραγματοποίηση της επιχείρησης γίνονταν σκόρπιες αψιμαχίες μεταξύ των αντιμαχόμενων, και σε ένα τέτοιο επεισόδιο  στις 22 του Απρίλη, ο Καραϊσκάκης που έσπευσε να ηρεμήσει τα πνεύματα για να μην αρχίσει πρόωρα η σύγκρουση, τραυματίστηκε στη βουβωνική χώρα από πυροβολισμό, και την επομένη, ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής πέθανε.

Η θλίψη και η συμφορά ήταν μεγάλη για το ελληνικό στρατόπεδο που ο Καραϊσκάκης ήταν πολύ αγαπητός και άξιος, αλλά και οι Τούρκοι που αναγνώριζαν την αξία του, φώναζαν από τις οχυρώσεις τους στους Έλληνες:

- Ο Καραϊσκάκης δεν υπάρχει πλέον, δεν έχετε άλλον σαν κι αυτόν, να ντυθείτε στα μαύρα!

Πολλά έχουν γραφτεί, και πολλά  ερωτηματικά υπάρχουν για το θάνατο του Καραϊσκάκη, ενώ πολλοί κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει ότι δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι, και πολλοί ακόμα υποστηρίζουν ότι ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του στρατηγού ήταν ο Μαυροκορδάτος.

Αναφέρονται και μαρτυρίες αγωνιστών της εποχής, όπως του Νικ Κασομούλη ότι και ο ίδιος ο στρατηγός πίστευε ότι τον δολοφόνησαν. «Γνωρίζω τον αίτιον» φέρεται να είπε, «και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκηση) ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάση τον πούτζον μου και αυτός».




Καραϊσκάκης.

Ενώ ήταν ακόμα ζωντανός ο στρατηγός, ο Κόχραν κάλεσε σύσκεψη και ανακοίνωσε ότι η προγραμματισμένη επίθεση κατά των δυνάμεων του Κιουταχή θα πραγματοποιηθεί τις επόμενες ώρες όπως είχε σχεδιαστεί, αλλά οι οπλαρχηγοί ούτε να ακούσουν ήθελαν για επίθεση την ώρα μάλιστα που ο στρατηγός ξεψυχούσε και το ηθικό όλων βρισκόταν στο Ναδίρ. Ζήτησαν αναβολή, ο Κόχραν όμως που έλεγε ότι ήρθε για να διώξει τους Τούρκους, να ανασυστήσει την Βυζαντινή αυτοκρατορία και να στήσει την ελληνική σημαία στην Αγιά Σοφιά, όχι μόνο αναβολή δεν δεχόταν αλλά δείχνοντας ειδική μεταχείριση σε νησιώτες ( Υδραίους και άλλους) έταξε διάφορα οικονομικά έπαθλα, προκαλώντας την δυσαρέσκεια  των οπλαρχηγών.

Τελικά η επίθεση ξεκίνησε το πρωί της 24ης Απριλίου,και δεν χρειάστηκαν πολλές ώρες στις δυνάμεις του Κιουταχή να σαρώσουν όλες τις θέσεις των Ελλήνων στο σημερινό Νέο Κόσμο, την Νέα Σμύρνη, το Φάληρο, και να φθάσουν μέχρι τον Πειραιά.

Εκτός από τον κακό σχεδιασμό και τα απανωτά λάθη του Κόχραν υπήρξε και ηθελημένη έλλειψη βασικών εφοδίων. Χίλιους κασμάδες και φτυάρια είχε ζητήσει ο Καραϊσκάκης  και οι οπλαρχηγοί για να ανοίξουν χαρακώματα και τους στείλανε μόνο 70, αφήνοντάς τους ακάλυπτους στον κάμπο, έρμαιο των Ντελήδων του Κιουταχή.

Σε τέτοια τερτίπια οι Εγγλέζοι είναι μανούλες. Κατά το 1943 – 44 όπως γνωρίζουμε οι παλαιότεροι, στους αντάρτες του ΕΛΑΣ  που ήσαν σύμμαχοί τους στον πόλεμο κατά της ναζιστικής Γερμανίας στέλνανε άρβυλα π.χ, αλλά μόνο αριστερά ή μόνο δεξιά, ώστε να μην μπορούν να φορεθούν. Στέλνανε όπλα σαν σύμμαχοι για βοήθεια , αλλά χωρίς επικρουστήρες. Και άλλα τέτοια εγγλέζικα τερτίπια. Όπως τότε  θέλανε να περιορίσουν την ελληνική επανάσταση σε ένα μικρό μόρφωμα εκεί στην Πελοπόννησο, έτσι και με τους αντάρτες, στη σκέψη ισχυρού αντάρτικου στα ελληνικά βουνά, βγάζανε φλύκταινες.


Κόχραν

Από 10. 000 περίπου που ήσαν οι Έλληνες  μείνανε 3.500, οι άλλοι σκορπίσανε. Χίλιοι έως δυο χιλιάδες υπολογίζεται ότι σφάχτηκαν εκείνες τις ώρες, οι υπόλοιποι φύγανε να πάνε ο καθένας στον τόπο του.

Για να καταλάβετε το μέγεθος της νίλας που πάθανε εκείνη την ημέρα οι ελληνικές δυνάμεις, σκεφτείτε ότι ο Μακρυγιάννης γλίτωσε όπως αναφέρουν πολλοί γιατί ήταν γρήγορος στα πόδια, και γιατί είχε γερά πνευμόνια.

Οι τούρκοι πιάσανε 250 αιχμαλώτους πάνω στους οποίους κάνανε κάθε είδους βασανιστήριο, αναστέναξε λένε ο τόπος από τα βογγητά εκεί στον Ανάλατο. Στον Άγιο Σώστη περίπου στη λεωφόρο Συγγρού προσδιορίζεται ο Ανάλατος, και ονομαζόταν έτσι γιατί στην περιοχή υπήρχαν τότε πηγάδια με πόσιμο νερό.

Τους στήσανε τέλος στη σειρά να βλέπουν, και αποκεφάλιζαν έναν – έναν με την ησυχία τους.

Ρίχνανε το ακέφαλο κορμί μέσα στο πηγάδι ενώ 10 από αυτούς τους ανάγκασαν να γδέρνουν τα κομμένα κεφάλια. Κάνανε μια τομή και αφαιρούσαν προσεκτικά το δέρμα από το κρανίο, μετά το γεμίζανε με χοντρό αλάτι και το συρράβανε για να διατηρηθεί προφανώς, και να τα στείλουν στην Κωνσταντινούπολη ως απόδειξη της νίκης τους. Αφού σφάχτηκαν και οι 240 αιχμάλωτοι και γδάρανε τα κεφάλια τους, ήρθε η σειρά και των υπόλοιπων 10 των οποίων τα κεφάλια υποχρεώθηκε να «επεξεργαστεί» ο γνωστός για τους αγώνες του Δημήτριος Καλλέργης, που εκτός από τους βασανισμούς που είχε υποστεί, του είχαν κόψει και τα αυτιά (άλλες πηγές λένε ότι του είχαν κόψει μόνο το ένα).  Με υπομονή ο Καλλέργης, γνωρίζοντας ότι στο τέλος οι Τούρκοι θα γδάρουν και το δικό του κεφάλι τελείωσε τη δουλειά που του είχαν αναθέσει, αλλά, επειδή προερχόταν από πλούσια οικογένεια που κινητοποιήθηκε και κατέβαλε 70.000 γρόσια ως λύτρα, τον άφησαν ελεύθερο.

Υπάρχουν αναφορές που ανεβάζουν σε 1200 τα κομμένα κεφάλια που γεμίσανε με αλάτι οι Τούρκοι στον Ανάλατο.

Σε ένα περίπου μήνα, στις 24 Μαΐου η υπό τον Γκούρα φρουρά της Ακρόπολης συνθηκολόγησε και παραδόθηκε στον Κιουταχή, και κάπως έτσι τελείωσε η μάχη του Φαλήρου, που από πολλούς θεωρήθηκε σαν ομαδική αυτοκτονία.

 

 

 

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

Το όργωμα της γης και η σπορά

 

Σπορά


       Με το κυνήγι, καρπούς δένδρων, φρούτα, λαχανικά, γάλα τρεφόταν ο πρωτόγονος άνθρωπος, μέχρι που κατά την νεολιθική εποχή (10.000 έως 3.000 π.χ.) όπως υπολογίζουν οι ειδικοί, ανακάλυψε την καλλιέργεια της γης και άρχισε να χρησιμοποιεί διάφορα πρωτόγονα εργαλεία για το σκάψιμο και το φύτεμα. Εργαλεία φτιαγμένα από οστά, λίθινα ή ξύλινα με λίθινη άκρη για τις ανάγκες της καλλιέργειας, μέχρι που κάνει την εμφάνισή του ο χαλκός (και ο σίδηρος αργότερα), και χρησιμοποιούνται στην κατασκευή των εργαλείων, και η καλλιέργεια της γης γίνεται συστηματική, και το βασικό είδος παραγωγής.

 Η ανακάλυψη και χρήση του αλετριού, του αρότρου, βασικού εργαλείου καλλιέργειας της Γης υπολογίζεται κατά τη λίθινη εποχή, ενώ υπάρχουν αποδείξεις ότι στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία το χρησιμοποιούσαν γύρω στο 4000 π.χ. σε φυτείες σιταριού και κριθαριού. Με δυο βόδια να το σέρνουν, και τον γεωργό να τα οδηγεί.

Στον ελλαδικό χώρο, σύμφωνα με τη Μυθολογία μας, η Δήμητρα που ήταν θεά της γεωργίας, της καλλιέργειας και της γονιμότητας, έδωσε εντολή σε έναν από τους τέσσερεις βασιλιάδες της Ελευσίνας τον Τριπτόλεμο, να φύγει με το ιπτάμενο άρμα της φορτωμένο με σιτάρι και να διδάξει και σε άλλους λαούς την καλλιέργεια της γης, την τέχνη της σποράς του σίτου και του θερισμού των χωραφιών.
Από τότε, κατά τον μήνα Πυανεψιώνα - μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Οκτωβρίου - καθιερώθηκε η εποχή της σποράς. Στους νεότερους χρόνους, και επειδή για τη σπορά απαιτείται προετοιμασία της γης, καθιερώθηκε το όργωμα που ξεκίναγε συνήθως μετά τα πρωτοβρόχια, κατά το Φθινόπωρο. Δύσκολα και πετρώδη τα χωράφια μας που προέρχονταν από εκχερσώσεις γεμάτες θάμνους και πέτρα, για να καλλιεργηθούν απαιτούσαν όργωμα από ζευγάρι, από αλέτρι δηλαδή που το σέρνανε δυο μουλάρια.
   
 Στα χωριά μας στην ορεινή Γορτυνία, , οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κυρίως τα μουλάρια για τις γεωργικές τους εργασίες που είναι πιο ανθεκτικά, και για την καλλιέργεια της γης με το αλέτρι. Κάθε σπίτι, σχεδόν κάθε νοικοκυριό είχε το μουλάρι του, κάποιοι όμως ευπορότεροι νοικοκυραίοι είχαν και δεύτερο. Φτωχότερα νοικοκυριά είχαν ένα γαϊδουράκι, σπανίως και δεύτερο, τα οποία αν ήσαν λίγα τα χωραφάκια τους μπορούσαν να τα ζέψουν στο αλέτρι και να τα οργώσουν, ήσαν όμως πολύ πιο αργοκίνητα από τα μουλάρια. Για τους νοικοκυραίους που είχαν μόνο ένα μουλάρι και όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσαν να οργώσουν και να σπείρουν μόνοι τους, υπήρχε η λύση της Σεμπριάς. Συμφωνούσαν δηλαδή δυο νοικοκυραίοι να βάλει ο καθένας το μουλάρι του για να κάνουνε ζευγάρι και να οργώσουνε ,ή να σπείρουνε τα χωράφια τους. Υπήρχαν πάντα και οι μικρολεπτομέρειες, όπως, ότι δεν είχαν τα ίδια στρέμματα για όργωμα, ή τα χωράφια του ενός χρειάζονταν δυο τρία μεροκάματα περισσότερα με κασμά και ξινάρι, αλλά αυτά τα βρίσκανε μεταξύ τους οι Σέμπροι και τα συμφωνούσαν. Μια άλλη λύση ήταν οι δανεικαριές, που σήμαινε ότι έδινε κάποιος το μουλάρι του για δέκα ημέρες σε έναν συγχωριανό του να κάνει ζευγάρι για όργωμα και σπαρτό, θα του έδινε κι εκείνος το δικό του για άλλες τόσες μέρες. Κάποιοι ακόμα, ανάλογα τις ανάγκες που είχαν, μπορούσαν να πληρώσουν κάποια μεροκάματα για ένα μουλάρι για να κάνουν τη δουλειά τους.
  
Μονοζεύλι

Σπάνιες ήσαν οι περιπτώσεις που μπορούσε κάποιος να δουλέψει με ένα μουλάρι το αλέτρι. Μονοζεύλι το λέγανε, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά. Για να σπείρει κανείς με μονοζεύλι, να οργώσει δηλαδή με ένα μουλάρι στο αλέτρι, έπρεπε να κάνει ειδική κατασκευή στο αλέτρι αλλά κυρίως, και πολύ σπάνιο, να είναι το χώμα αφράτο.

Με τα πρωτοβρόχια λοιπόν κατά το Σεπτέμβρη το όργωμα, και έπρεπε να βρέξει αρκετά για να ποτίσει η γη που είχε ξεραθεί από το καλοκαίρι, να φουσκώσει το χωράφι για να μπορεί το αλέτρι να το ανοίξει, να το αυλακώσει. Περνάγανε και δεύτερο χέρι το όργωμα, και τρίτο καμιά φορά, το διβόλισμα ή τριβόλισμα όπως το λέγανε, για να σκαφτεί καλά και να αναγουμιστεί το χώμα, να ανακατωθεί και να ανασάνει. Να διαλύσουν οι χωμάτινες μπάλες και τα κουτρούλια, οι υπερμεγέθεις σβόλοι, να αεριστεί και να λιαστεί. Αλλά όχι σπάνια, οι βροχές δεν έρχονταν όπως τις περίμενε η αγροτιά, και αυτή η αβεβαιότητα για το πότε θα βρέξει για να προλάβουν να τελειώσουν οργώματα και σπαρτά προτού πιάσει η βαρυχειμωνιά, έφερνε πολλές στενοχώριες.

Αφού τελείωνε το όργωμα και ξεκουραζόταν λίγο το χώμα ακολουθούσε η σπορά, το σπαρτό όπως το λέγαμε εμείς, που σπέρνανε σιτάρια, κριθάρια βρόμη, σίκαλη. Διαδικασία που ξεκίναγε κατά τα μέσα του Οχτώβρη και τελείωνε μέσα στο Νοέμβρη, το πολύ να τράβαγε μέχρι τις αρχές του Δεκέμβρη. Αλέτρι, κασμάδες και ξινάρια, έπρεπε να έχουν περάσει από έλεγχο και να είναι έτοιμα για δουλειά - οι καλοί νοικοκυραίοι τα περνούσαν από το γύφτο για ατσάλωμα αν ήταν ανάγκη - και ο σπόρος κοσκινισμένος και έτοιμος, διαλεγμένος από το αλώνι, από το καιρό που αλωνίστηκε το σιτάρι. Βάζανε και κάνα καρύδι, σκόρδο ή ρόδι μέσα στο τσουβάλι για να πάει καλά η σοδειά.

Οι Ψαραίοι βγάζαμε καλό σιτάρι φημισμένο στην περιοχή, το Μαυραγάνι. Το σπυρί του ήταν μεγάλο, ξεχώριζε. Έρχονταν από τα χαμηλότερα χωριά και προμηθεύονταν το σπόρο από του Ψάρι. 

Κατά τις ημέρες του σπαρτού τα ζα τα ταΐζανε από τη νύχτα για να αντέξουν τον κάματο του αλετριού ολόκληρη την ημέρα, και το ξεκίνημα για το χωράφι που ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία έπρεπε να γίνεται πολύ πρωί προτού βγει ο ήλιος. Ο νοικοκύρης, αν είχε και κάνα μεγαλούτσικο παιδί από οχτώ – δέκα χρονών και πάνω ήταν μια βοήθεια, αλλιώς, το πάλευε μόνος του. Έπρεπε να βγάλει τα μουλάρια από το κατώι, να τα σαμαρώσει, να φορτώσει αλέτρι και εργαλεία, το τσουβάλι με το σπόρο, μια βαρέλα με νερό, τα σακούλια με τα απαραίτητα συμπράγκαλα, τους ντορβάδες των ζωντανών με το κριθάρι που θα τρώγανε στο διάλειμμα ή κατά την ώρα που θα σταματάγανε για φαγητό το μεσημέρι.
Η νοικοκυρά που είχε σηκωθεί από δυο ώρες νύχτα, με τη βοήθεια που της έδινε μια λάμπα πετρελαίου και το αμυδρό φως από τα ξύλα που έκαιγε το τζάκι, αγωνιζόταν να ετοιμάσει ένα ζεστό τραχανά που θα τρώγανε προτού ξεκινήσουν, αλλά και το φαγητό που θα παίρνανε στο χωράφι για να φάνε το μεσημέρι. Είχε να συμμαζέψει το νοικοκυριό, να καθαρίσει και να αλλάξει το μωρό που είχε στο μπεσίκι, να ετοιμάσει και τη Νάκα για να το πάρουν μαζί τους.

Ένα σοβαρό πρόβλημα κατά την εποχή του σπαρτού ήταν τα παιδιά. Οι οικογένειες ήσαν πολυμελείς εκείνα τα χρόνια, οι γυναίκες είχαν μεγάλη θνησιμότητα ( από την καλοπέραση) και οι άνδρες παντρεύονταν δυο και τρεις φορές. Και αφού τηλεόραση και ηλεκτρικό δεν είχαν, ξαπλώνανε νωρίς και αραδιάζανε παιδιά που «τα έδινε ο θεός», και κάθε οικογένεια είχε από πέντε μέχρι οχτώ παιδιά κατά μέσο όρο. 
Αν στην οικογένεια υπήρχε παππούς και γιαγιά βοηθάγανε, είχανε το νου τους στα παιδιά και δεν υπήρχε πρόβλημα όταν οι γονείς λείπανε στα χωράφια. Αν δεν υπήρχαν παππούδες η κατάσταση ήταν δύσκολη. Εκείνα που πηγαίνανε σχολείο μένανε μόνα τους προσέχοντας το ένα το άλλο, ενώ τα μικρότερα τα παίρνανε οι γονείς μαζί τους στο χωράφι.

Ξεκίναγε λοιπόν η κουστωδία με το νοικοκύρη να κουμαντάρει τα φορτωμένα ζωντανά, κάνα δυο μαρτινάκια ( = γίδα ή προβατίνα οικόσιτες) που τα είχανε για να πίνουν γάλα τα παιδιά, δεμένα πίσω από τα μουλάρια με τριχιά, η μικρομάνα νοικοκυρά με τη Νάκα με το μωρό στην πλάτη, την τέσα με το φαγητό στο ένα χέρι, και ένα τρίχρονο ή τετράχρονο παιδί στο άλλο της χέρι. 

Το σαμάρι γίνεται μπεσίκι
Και όταν φτάνανε στο χωράφι, διαλέγανε να ξεφορτώσουνε σε μια άκρη κοντά σε δασάκι. Καθώς ο άντρας ξεφόρτωνε το αλέτρι, το σπόρο και τα συμπράγκαλα και τα έβανε στην άκρη, η γυναίκα δίπλωνε μια τριχιά σε δυο κοντινά δέντρα και έφτιαχνε την κούνια που μέσα της τοποθετούσε τη Νάκα με το μωρό. Ένα είδος αιώρας σε ένα μέτρο ύψος πάνω από το έδαφος, για να μπορεί να το περιποιείται και να μην κινδυνεύει από τα ζούδια. Αν δεν υπήρχε όμως ευκολία για κούνια, γυρνάγανε ανάποδα το σαμάρι του μουλαριού σαν πρόχειρο μπεσίκι, και τοποθετούσαν εκεί μέσα τη Νάκα με το μωρό.  Το πρόσεχε το μεγαλύτερο αδελφάκι του κουνώντας και την κούνια του κάπου κάπου, και βέβαια, σε όποιο σημείο του χωραφιού και να βρισκόταν αργότερα η μάνα του με τον κασμά στο χέρι, είχε το νου και το βλέμμα της πάνω του, και πεταγόταν κοντά του να του προσφέρει με το βυζί της το μητρικό γάλα.

        Ο νοικοκύρης πέρναγε λαιμαριές και λουριά στα μουλάρια και τα έζευε με το αλέτρι. Έπιανε και τη Βίτσα ή το καμουτσί του – για τα βόδια χρησιμοποιούσαν τη Βουκέντρα - που στο πίσω μέρος του είχε εφαρμόσει την ξιόνα, ένα σιδερένιο εξάρτημα για να απομακρύνει τις λάσπες και τους σβόλους το χώμα από το υνί, και οδηγούσε το ζευγάρι στην κόλαρη, στην πρώτη πεζούλα από την οποία θα ξεκίναγε. Αν το χωράφι ήταν επικλινές με πεζούλες ανάμεσα, έσπερνε και όργωνε την κάθε πεζούλα μέχρι να τελειώσει. Αν η πεζούλα εκτεινόταν σε μεγάλη επιφάνεια, την έσπερνε και την όργωνε ανά μια σποριά. Και επίπεδο όταν ήταν το χωράφι και δεν είχε πεζούλες, το έσπερνε μία – μία σποριά.  Τράβαγε με το ζευγάρι μια αυλακιά και χώριζε ένα επίμηκες τμήμα στο χωράφι – μια σποριά το λέγανε – όσο υπολόγιζε ότι θα το οργώσει σε μια μιάμιση περίπου ώρα. Ζωνόταν μετά μια μεγάλη ποδιά, γονάτιζε και έβαζε μέσα της τον ανάλογο σπόρο από το τσουβάλι. Σταυροκοπιόταν στρεφόμενος στην Ανατολή για να πάει καλά η ημέρα και η σοδειά, και ξεκινούσε τη διαδικασία της σποράς. Βούταγε το δεξί του χέρι στην ποδιά - κι ένα σακούλι έκανε για αυτή τη δουλειά - γεμίζοντας σπόρο τη χούφτα του και το τίναζε με επιδεξιότητα φροντίζοντας να ρίχνει απλωτά το σπόρο, έτσι ώστε, ούτε πυκνός να πέφτει, ούτε και αραιός. Σάρωνε με το μάτι του το χωράφι ελέγχοντας ότι δεν μένει ούτε ελάχιστο τμήμα, ούτε μια πατημασιά χωρίς σπόρο. Κι αφού τελείωνε αυτή η διαδικασία, έπιανε το αλέτρι και οδηγούσε το ζευγάρι στην αρχή της πεζούλας άκρη - άκρη στην κόλαρη για να ξεκινήσει το όργωμα.

Αλέτρι ξύλινο

Το όργωμα απαιτούσε επιδεξιότητα, δύναμη στα χέρια και στις πλάτες του ζευγολάτη, και γερά νεύρα.
Με το ένα χέρι στο χερούλι για να κουμαντάρει το αλέτρι και με το άλλο να κρατάει τα λουριά για να οδηγεί το ζευγάρι, ξεκινούσε την πρώτη αυλακιά στο κάτω μέρος της πεζούλας φροντίζοντας ώστε να μην μείνει ούτε μια σπιθαμή άσκαφτη από το υνί. Γιατί για παράδειγμα, αν η αυλακιά έμενε είκοσι - τριάντα εκατοστά μακριά από την πεζούλα που εκτεινόταν στα δεκαπέντε μέτρα, η επιφάνεια αυτή των τεσσάρων πέντε τετραγωνικών έπρεπε να σκαφτεί με τον κασμά για να μην μείνει ακαλλιέργητη και να σκεπαστεί ο σπόρος.

Η πρώτη αυλακιά στην αρχή της πεζούλας πολλές φορές ήταν και λίγο επεισοδιακή μέχρι να την βγάλουν πέρα τα ζωντανά. Τα ζόριζε ο ζευγολάτης να πιάσουν την άκρη οδηγώντας τα με τα λουριά που ξεκινούσαν από τις λαιμαριές τους, έκανε και τους κατάλληλους ελιγμούς με το αλέτρι για να πάει άκρη – άκρη το υνί, και οι φωνές και τα παραγγέλματά του κάποτε ακούγονταν χιλιόμετρα μακριά στο ξάγναντο. Φθάνοντας στο τέλος της η αυλακιά, έπρεπε να κάνουν μεταβολή τα ζωντανά για να συνεχίσουν με την καινούργια προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς παίρνανε επί τόπου τη στροφή, με μια γρήγορη κίνηση ο ζευγολάτης σήκωνε στον αέρα σχεδόν την αλετροπόδα κρατώντας την από το χερούλι και κάρφωνε το υνί για το ξεκίνημα της επόμενης αυλακιάς, ακριβώς δίπλα από την προηγούμενη. Έπρεπε να τραβάει τις αυλακιές συμμετρικά τη μια δίπλα στην άλλη, για να ανασκάβεται και ανακατώνεται το έδαφος, να σκεπάζεται κανονικά ο σπόρος για να φυτρώσει σωστά.

Δύσκολα και πετρώδη καθώς ήσαν τα χωράφια μας, το αλέτρι δεν μπορούσε να σκάψει ρίζα – ρίζα σε μια μεγάλη πέτρα που βρισκόταν καταμεσής της πεζούλας, σε κάποιο βραχώδες σημείο, κοντά στα πεζούλια, σε σημεία που δεν μπορούσε να τα φτάσει το υνί. Και εκεί, αναλάμβαναν υπηρεσία οι κασμάδες και τα ξινάρια. Γιατί το χωράφι ήταν η ζωή τους, έδινε το ψωμάκι της χρονιάς, και έπρεπε να σκαφτεί μέχρι το τελευταίο εκατοστό για να φυτρώσει το ευλογημένο γέννημα που θα έδινα το πολύτιμο αλεύρι. Κασμά και ξινάρι στο χωράφι που χρειάζονταν χέρια για να τα δουλέψουν, και αν δουλευότανε με «σεμπριά» βολευότανε η κατάσταση, υπήρχαν περισσότερα χέρια, αλλιώς, τράβαγε το ζόρι η αγρότισσα που είχε και τη φροντίδα του μωρού στην κούνια. Να πετάγεται κάθε τόσο να το βλέπει, να το βυζάξει, να το κοιμίσει. Καμιά φορά τύχαινε να έχουν κάνα τσαπωμένο παιδί που δεν πήγαινε σχολείο, και μπορούσε να δουλέψει τον κασμά ή το ξινάρι, κι ακόμα στην ανάγκη πληρώνανε και κάποιον μεροκάματο. 

 Στα δικά μας τα χωράφια το σκάψιμο το έκανε ο κασμάς, το ξινάρι χρησίμευε κυρίως για να κυνηγάνε και να διαλύουνε τους μεγάλους σβόλους από χώμα, αγριόχορτα κλπ. Τελειώνοντας η πεζούλα ή η σποριά, ξεκίναγε η ίδια διαδικασία για την επόμενη, και κάπως έτσι τράβαγε η δουλειά ολόκληρη την ημέρα, ήλιο με ήλιο όπως λέγανε εκείνες τις εποχές Σταματάγανε για φαγητό όταν μεσημέριαζε φροντίζοντας να τελειώνει και το όργωμα της σποριάς παράλληλα, για να μην τρώνε το σπόρο τα πουλάκια του θεού. Κρεμάγανε τους ντορβάδες με το κριθάρι στα ζωντανά για να φάνε κι εκείνα έτσι ζεμένα όπως ήταν και να πάρουνε μια ανάσα, και καμιά φορά αν έλειπε το κριθάρι ή και η βρόμη, τους ρίχνανε μια αγκαλιά φύλα – κορμούς και φύλλωμα ξερό από καλαμπόκι – ή λίγο άχυρο. Άπλωνε ένα μικρό στρωσίδι κατάχαμα η νοικοκυρά, κάθονταν γύρω γύρω μικροί μεγάλοι και απολάμβαναν το φαγητό τους. Λιγόωρη ανάπαυλα και πάλι δουλειά, και όταν βράδιαζε φορτώνανε τα συμπράγκαλα και παίρνανε το δρόμο για το χωριό.

Η Νάκα

Με τα αραποσίτια, η διαδικασία της σποράς που γινόταν κατά τον Απρίλιο όταν ζέσταινε ο καιρός, ήταν πιο απλή. Δεν είχε ανάγκη από πολύ κασμά.  
Και καθώς το χωράφι ήταν ποτισμένο όλο κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το χώμα ήταν μαλακό και το αυλάκι άνοιγε εύκολα  χωρίς να ταλαιπωρεί τα μουλάρια και τον ζευγολάτη. Τη δυσκολία περισσότερο την είχε ο πιτσιρικάς που έριχνε το σπόρο πίσω από το ζευγολάτη καθώς το υνί άνοιγε το αυλάκι, γιατί έπρεπε από τα δάχτυλά του να φεύγει ένα - ένα σπυρί ανά σαράντα έως πενήντα εκατοστά.

Όταν για πρώτη φορά με έβαλε ο πατέρας μου – πέντε περίπου χρόνων θα ήμουνα - να ρίξω σπόρο, 
για να μου δώσει να καταλάβω πόσο προσεκτικός πρέπει να είμαι, και να μην πέφτουν περισσότερα από ένα σπυριά από τα χέρια μου, είχε σκαρφιστεί μια ωραία ιστοριούλα. Εκτός του ότι ήταν μεγάλη αμαρτία από το θεό να μην πέφτουν σωστά τα σπυριά στο αυλάκι μου είχε πει, ήταν και μεγάλος ο κίνδυνος για το παιδί που έριχνε το σπόρο απρόσεχτα, να πεθάνει κάποιος συγγενής του.
. Καταλαβαίνετε λοιπόν την τρομάρα μου αν εκεί καθώς έριχνα το αραποσίτι μου πέφτανε στο αυλάκι δυο σπυριά μαζί. Έντρομος έσκυβα αυτομάτως και μάζευα το δεύτερο σπυρί, βέβαιος πλέον ότι δεν θα πεθάνει ο πατέρας μου, και ότι το αραποσίτι θα φυτρώσει σωστά και θα είναι άφθονη η παραγωγή.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο.













Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Το ξύλινο αλέτρι στην καλλιέργεια της Γης

 


Είναι το γεωργικό εργαλείο που και με τη βοήθεια δυο ζωντανών – βόδια, μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια – που το σέρνουν, από αρχαιοτάτων χρόνων χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο για να καλλιεργεί τη Γη. Η χρήση του χάνεται στα βάθη των αιώνων, και από πολλούς θεωρείται ως το βασικό εργαλείο με το οποίο έγινε η πρώτη παγκόσμια γεωργική πολιτιστική επανάσταση κατά τον 12ο αιώνα π.χ. όταν ο άνθρωπος σταμάτησε να περιφέρεται και επέλεξε μόνιμους τόπους διαμονής.
                   Με το κυνήγι, καρπούς δένδρων, φρούτα, λαχανικά, γάλα τρεφόταν ο πρωτόγονος άνθρωπος, μέχρι που κατά την νεολιθική εποχή (10.000 έως 3.000 π.χ.) όπως υπολογίζουν οι ειδικοί ανακάλυψε την καλλιέργεια της γης, και άρχισε να χρησιμοποιεί διάφορα πρωτόγονα εργαλεία για το σκάψιμο και το φύτεμα. Εργαλεία φτιαγμένα από οστά, λίθινα ή ξύλινα με λίθινη άκρη για τις ανάγκες της καλλιέργειας, μέχρι που κάνει την εμφάνισή του ο χαλκός (και ο σίδηρος αργότερα), και χρησιμοποιείται στην κατασκευή των εργαλείων.
Το αλέτρι, μπορεί στην αρχή να ήταν ένα κυρτό ξύλο που το τραβούσε ο άνθρωπος, και με το πέρασμα των αιώνων εξελίχτηκε. Ιδιαίτερα μετά τη λίθινη εποχή που ανακαλύπτεται ο σίδηρος.
      Η ανακάλυψη και χρήση του αλετριού, του αρότρου, υπολογίζεται κατά τη λίθινη εποχή, ενώ υπάρχουν αποδείξεις ότι στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία το χρησιμοποιούσαν γύρω στο 4000 π.χ. σε φυτείες σιταριού και κριθαριού. Με δυο βόδια να το σέρνουν, και τον γεωργό να τα οδηγεί.
Πιθανολογείται ότι σε ήμερα εδάφη στα πρώτα χρόνια της χρήσης του μπορεί να το έσερνε και ο άνθρωπος μόνος του, ώσπου να ανακαλύψει το ζέψιμο των ζώων. Θυμάμαι κατά το 1943 που οι Γερμανοί είχαν υποδουλώσει τη χώρα μας και είχαν επιτάξει τα μουλάρια για τις μεταφορικές ανάγκες των στρατευμάτων τους, τριαντάρης τότε ο πατέρας μου, δοκίμασε να οργώσει τη Ρούγα σέρνοντας το αλέτρι μόνος του, με τη γυναίκα του να κρατάει το χερούλι και το αλέτρι σε ισορροπία, Από φυσικού του όμως σκληρό το έδαφος της Ρούγας, παρόλο που ο πατέρας μου ήταν σκληροτράχηλος και χειροδύναμος, δεν κατάφερε να τραβήξει ούτε μια αυλακιά της προκοπής, και εγκατέλειψε την προσπάθεια.
Ένας φίλος του από κοντινό χωριό, ο Δαυλόγιαννης από την Κοκκινοράχη, έφερε τα βόδια του εκείνη τη χρονιά και όργωσε τα χωράφια του πατέρα μου.
                 Πληροφορίες για το αλέτρι, τη χρήση και την κατασκευή του υπάρχουν στον Ησίοδο, στα «Έργα και ημέρες» του, ενώ και στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια γίνεται αναφορά στο «πηκτρόν άροτρο», ένα πιο σύγχρονο και ανθεκτικό αλέτρι, που δύσκολα έσπαζε, κλπ.
Το αλέτρι είναι ξύλινο εργαλείο με σιδερένιο το υνί που σκίζει το έδαφος, και το σέρνουν ένα ζευγάρι βόδια, άλογα, μουλάρια, ή γαϊδούρια.
Σε περιπτώσεις όμως που το χωράφι ήταν ήμερο και καλοδουλεμένο, μπορούσε να δουλέψει και το λεγόμενο μονοζεύλι, να σέρνει δηλαδή το αλέτρι ένα μόνο του ζωνρτανό.
Μέχρι τον 15ο π.χ. αιώνα που ανακαλύφθηκε ο σίδηρος, οπότε ξεκίνησε η κατασκευή αλετριών από σίδηρο, και αργότερα με την ανακάλυψη του τρακτέρ προσαρμόζεται και δουλεύει με … βιομηχανική ιπποδύναμη.
         Κατά καιρούς εφαρμόστηκαν διάφοροι τύποι αλετριού στην καλλιέργεια για διάφορες χρήσεις, όπως για παράδειγμα, είχαν εφαρμόσει ένα χωνί πάνω στο υνί για να ρίχνει το σπόρο κατά τη διάρκεια του οργώματος.
                                 Στα καθ’ ημάς στο ελλαδικό χώρο, στη γεωργία και την καλλιέργεια κυριαρχεί με διάφορες εκδοχές ο μύθος του Τριπτόλεμου και της θεάς Δήμητρας.
Σύμφωνα λοιπόν με ένα μύθο των Ελευσίνιων Μυστηρίων, σε μια από τις περιπλανήσεις της με το ιπτάμενο άρμα της που το σέρνανε φτερωτοί δράκοντες, η θεά Δήμητρα προσγειώθηκε κοντά στο Καλλίχορον φρέαρ «στην αγέλαστο πέτρα» στην Ελευσίνα. Και επειδή έμεινε ευχαριστημένη από τη φιλοξενία που της παρείχαν, ύστερα και από πολλές … μυθολογικές εκδοχές, η Δήμητρα που ήταν θεά της γεωργίας, της καλλιέργειας και της γονιμότητας, έδωσε εντολή σε έναν από τους τέσσερεις βασιλιάδες της Ελευσίνας τον Τριπτόλεμο, να φύγει με το άρμα της φορτωμένο με σιτάρι και να διδάξει και σε άλλους λαούς την καλλιέργεια της γης, την τέχνη της σποράς του σίτου και του θερισμού των χωραφιών.
       Στην περιήγησή του σε διάφορες χώρες - ακόμα και στη Συρία έφθασε - ο Τριπτόλεμος αντιμετώπισε αντιδράσεις και κινδύνους, ακόμα και για την ίδια του τη ζωή, αλλά η θεά Δήμητρα τον προστάτεψε. Τέτοια, ή παράλληλες περίπου εκδοχές καταγράφονται στη Μυθολογία και άλλων λαών, και στην Κινέζικη παράδοση.

Σιδερένιο αλέτρι.Εικόνα από διαδίκτυο
Στη Γορτυνία, στα χωριά της πάνω Ηραίας μέχρι τα μέσα σχεδόν του περασμένου αιώνα, το πολύ και τη δεκαετία του ’60 που σταμάτησαν οι γεωργικές δραστηριότητες λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης, , χρησιμοποιούσαν το ξύλινο αλέτρι που το σέρνανε μουλάρια ή βόδια. Αποτελείται δε το αλέτρι από τα εξής μέρη: Την αλετροπόδα σε σχήμα ορθής γωνίας που πάνω της στηρίζεται ολόκληρο το εργαλείο, το σταβάρι, το χερουλάτη ή χερούλι, τη σπάθα, τα φτερά και το υνί.
                   Το αλέτρι και όλα τούτα τα εξαρτήματα μην φανταστείτε ότι μπορούσε ο γεωργός να τα αγοράσει από κάπου. Έπρεπε να βρει τα κατάλληλα ξύλα στα δάση στην περιοχή του χωριού του, και με μοναδικά εργαλεία ένα χειροπρίονο και ένα σκεπάρνι, κόβοντας και πελεκώντας με υπομονή και επιμονή να τα διαμορφώσει στις σωστές τους διαστάσεις και να τα συναρμολογήσει. Μόνο το υνί που ήταν σιδερένιο έπρεπε να προμηθευτεί από γύφτο.
    Από αιώνων επικρατεί η άποψη ότι καλύτερο ξύλο για το αλέτρι είναι το πουρνάρι – αυτό άλλωστε συνιστά και ο Ησίοδος – αλλά, στην ανάγκη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ο πλάτανος που είναι ανθεκτικό και καλοδούλευτο ξύλο, όπως επίσης και το σφεντάμι, η αγριελιά κλπ.
Στα χωριά μας αφθονεί το πουρνάρι, έχουμε όμως και πλατάνια και σφεντάμια.
Σε πουρνάρι κυρίως ο γεωργός έπρεπε να επισημάνει ένα κορμό είκοσι περίπου εκατοστών πάχους και ενάμισι τουλάχιστον μέτρου μήκος, από τον οποίο σε σχήμα ορθής γωνίας να ξεκινάει ένα παρακλάδι πάχους περίπου 10 εκατοστών. Θα κόψει τον κορμό με τσεκούρι ή χειροπρίονο, φροντίζοντας να είναι πανσέληνος όταν κάνει αυτή τη δουλειά, θα τον ξακρίσει σε διαστάσεις ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά τουλάχιστον από τη μία την πιο χοντρή πλευρά, γύρω στα τριάντα με σαράντα εκατοστά από την λεπτότερη πλευρά, και έχει στα χέρια του το ξύλο με το οποίο θα φτιάξει την αλετροπόδα που είναι και το βασικότερο εξάρτημα του αλετριού. Θα το φορτώσει στο μουλάρι του ή θα το φορτωθεί ο ίδιος στον ώμο του και θα το μεταφέρει στο χωριό. Με την ησυχία του όποτε έχει χρόνο με υπομονή και επιμονή θα πελεκήσει το ξύλο με το σκεπάρνι του, και με τη βοήθεια ενός ξυλοφάγου (αρνάρι το λέγανε στο χωριό μας) θα διαμορφώσει την αλετροπόδα που πάνω της στηρίζεται το αλέτρι, ανοίγοντας παράλληλα κει τρεις τρύπες πάνω της με ένα σκαρπέλο.
                          Στην πρώτη τρύπα, ακριβώς στο σημείο που σχηματίζει γωνία το ξύλο, θα εφαρμόσει το χερούλι ή χερουλάτη, γύρω στο ένα μέτρο ύψος με μια λαβή δέκα δεκαπέντε εκατοστών, με το οποίο κουμαντάρει το αλέτρι και το ζευγάρι κατά τη διάρκεια του οργώματος.
Επειδή το σημείο δέχεται πολύ πίεση, θα το εφαρμόσει καλά πάνω στην όρθια πλευρά της αλετροπόδας, ενισχύοντας τη σύνδεση με δυο τρεις συνδέσμους από λαμαρίνα.
Στη δεύτερη τρύπα κοντά στη γωνιά θα «φυτέψει» το σταβάρι που έχει επιλέξει με τον ίδιο τρόπο και το έχει πελεκήσει και λειάνει υπομονετικά φροντίζοντας να του ανοίξει με το σκαρπέλο και την σχετική τρύπα για να περάσει η σπάθα
Το σταβάρι είναι ένα μακρύ ξύλο, κάτι σαν κυρτό δοκάρι δύο δυόμισι περίπου μέτρων μήκους και οχτώ με δέκα εκατοστά πάχους που συνδέει το αλέτρι με το ζευγάρι ( τα ζα, τα ζωντανά, τα δυο μουλάρια, άλογα, βόδια ή γαϊδούρια),
Θα στερεώσει το σταβάρι στην αλετροπόδα περνώντας από την τρύπα τη σπάθα και θα την στερεώσει με ξύλινες σφήνες, και στο σταβάρι και στην τρύπα της αλετροπόδας. Η σπάθα συνδέει το σταβάρι με την αλετροπόδα και το σταθεροποιεί, αλλά κανονίζει, ρεγουλάρει, και το βάθος που θα οργώνει το αλέτρι. Στην κατάληξη της αλετροπόδας θα εφαρμόσει τα φτερά, μια πελεκητή διχάλα που τοποθετείται κάτω από το υνί για να αναδεύει και να σκορπάει το χώμα καθώς το αλέτρι ανοίγει το αυλάκι. Τέλος, πάνω στα φτερά, στην άκρη της αλετροπόδας στερεώνεται το υνί, και το αλέτρι είναι έτοιμο.
Υπάρχει ακόμα ο ζυγός, ένα ξύλινο κοντάρι ενάμισι μέτρου μήκους που με ένα γάντζο συνδέεται πάνω στο σταβάρι, από το οποίο ξεκινούν τα λουριά που συνδέουν τα δυο ζωντανά που τραβάνε το αλέτρι. Περιττό να πούμε ότι με τον ίδιο τρόπο από τα δέντρα, προμηθευόταν ο γεωργός και τα στειλιάρια για τους κασμάδες και τα σκεπάρνια του.
Για να ζέψουν στο αλέτρι μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια, χρησιμοποιούσαν τις λαιμαριές από δέρμα και άχυρο που τις περνούσαν στο λαιμό τους, και σε γάντζους που τοποθετούσαν πάνω τους συνδέανε τα ζυγόσκοινα με το ζυγό και το αλέτρι για να μπορεί να τα οδηγεί ο ζευγολάτης.
        
Φωτό από διαδίκτυο
Για το ζέψιμο των βοδιών χρησιμοποιούσαν τη ζεύλα, ένα ξύλινο εξάρτημα ενάμισι περίπου μέτρου που το στερεώνουμε στο σβέρκο τους. Από τρύπες κατέβαζαν κάθετα από ένα ξύλο αριστερά και δεξιά του ζώου εβδομήντα ογδόντα περίπου εκατοστών μήκους και τριών πάχους, και κάτω από το λαιμό τους περνούσαν ένα λουρί από δέρμα ή σκοινί Μια ανεστραμμένη δηλ λαιμαριά. Κρατούσαν έτσι ενωμένο το ζευγάρι, και το συνδέανε με το σταβάρι. Ευνόητο είναι ότι το ζευγάρι, τα δύο ζωντανά δηλαδή που έζευε ο ζευγολάτης στο αλέτρι, έπρεπε να γνωρίζονται μεταξύ τους, να είναι περίπου ισοδύναμα, να έχουν δλδ την ίδια περίπου ηλικία για να ταιριάζουν και να μπορούν να ανταπεξέλθουν στον κάματο, να αποδώσουν καλύτερα.
Στο χωριό μας το Ψάρι Γορτυνίας, κάνα δυο οικογένειες τρέφανε βόδια για τις γεωργικές τους ανάγκες μέχρι τα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα. Επειδή η περιοχή είναι ορεινή και τα χωράφια μας σκληρά και πετρώδη, οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κυρίως τα μουλάρια για τις γεωργικές τους εργασίες που είναι πιο ανθεκτικά, και για την καλλιέργεια της γης με το αλέτρι. Κάθε σπίτι, σχεδόν κάθε νοικοκυριό είχε το μουλάρι του, κάποιοι όμως ευπορότεροι νοικοκυραίοι είχαν και δεύτερο.
Τα άλογα δεν τα προτιμούσαν στα χωριά μας λόγω του ορεινού ανάγλυφου, του άγριου τοπίου. Το άλογο ευδοκιμεί και αποδίδει σε ήρεμους τόπους, σε κάμπους, δεν κάνει για τα βουνά, δεν αντέχει και τις χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούν στα ορεινά.
Ελάχιστες οικογένειες πιο φτωχότερες είχαν από ένα, και σπάνια δυο γαϊδουράκια για τις δουλειές τους. Που όμως ήσαν πιο αδύνατα και πολύ πιο αργοκίνητα από τα μουλάρια.
Δύσκολα και πετρώδη τα χωράφια μας που προέρχονταν από εκχερσώσεις γεμάτες θάμνους και πέτρα, για να καλλιεργηθούν απαιτούσαν όργωμα από ζευγάρι, από αλέτρι δηλαδή που το σέρνανε δυο ζωντανά. Χρειαζόταν αγώνας επίπονος με τη Γη από το πρωί ως το βράδυ στο χωράφι, για να σκαφτεί το έδαφος, να ανακατωθεί το χώμα, να αναγουμιστεί όπως λέγαμε στο χωριό, να το δει ο ήλιος, να αεριστεί.
Για τους νοικοκυραίους που είχαν μόνο ένα μουλάρι και όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσαν να οργώσουν και να σπείρουν μόνοι τους, υπήρχε η λύση της Σεμπριάς. Συμφωνούσαν δηλαδή δυο νοικοκυραίοι να βάλει ο καθένας το μουλάρι του για να κάνουνε ζευγάρι και να οργώσουνε ,ή να σπείρουνε τα χωράφια τους. Υπήρχαν πάντα και οι μικρολεπτομέρειες, όπως, ότι δεν είχαν τα ίδια στρέμματα για όργωμα, ή τα χωράφια του ενός χρειάζονταν δυο τρία μεροκάματα περισσότερα με κασμά και ξινάρι, αλλά αυτά τα βρίσκανε μεταξύ τους οι Σέμπροι και τα συμφωνούσαν.
          Μια άλλη λύση ήταν οι δανεικαριές, μου δίνεις δλδ το μουλάρι σου για δέκα ημέρες στο σπαρτό, σου δίνω κι εγώ το δικό μου για άλλες τόσες μέρες.
Κάποιοι ακόμα, ανάλογα τις ανάγκες που είχαν, μπορούσαν να πληρώσουν κάποια μεροκάματα για ένα μουλάρι για να κάνουν τη δουλειά τους.
Όταν ερχόταν ο καιρός για όργωμα ή για σπαρτό, ο νοικοκύρης έπρεπε να έχει έτοιμα και τα εργαλεία του. Το αλέτρι, τους κασμάδες και τα ξινάρια. Υνί κασμάδες και ξινάρια έπρεπε κατά περιόδους να περνάνε από γύφτο για να τα φρεσκάρει, να τα ατσαλώνει για να μπορούν να σκάβουν το χώμα.
΄Επρεπε επίσης να κάνει ένα πέρασμα από τα χωράφια που θα όργωνε για να τα καθαρίσει από πεσμένες πέτρες. Βουνά, λαγκάδια ρέματα και καταράχια, διαμορφώνουν το ανάγλυφο της περιοχής μας, και κατά το μεγαλύτερο μέρος τα χωράφια μας είναι κατηφορικά. Για να συγκρατήσουν τα χώματα οι γεωργοί και να μην τα παρασύρουν οι βροχές φτιάχνανε πεζούλες από ξερολιθιά που αφθονεί στην περιοχή, δημιουργώντας έτσι μικρά επίπεδα μέσα στο χωράφι που μπορούσαν να τα καλλιεργήσουν. Αυτές όμως οι πεζούλες εύκολα παθαίνανε ζημιές από τα βόδια, τα γαϊδουρομούλαρα και τα γιδοπρόβατα που βόσκιζαν ελεύθερα όταν τα χωράφια δεν ήταν σπαρμένα, γκρεμιζόντουσαν εδώ κι εκεί από τα ζωντανά που τις ροβολάγανε και γέμιζε το χωράφι πέτρες.
Γι αυτό το λόγο, προτού πάνε με το ζευγάρι για όργωμα έπρεπε να μαζεύουν τις σκόρπιες πέτρες για να είναι το χωράφι καθαρό. Και να ξεκωλώνουν τα παράσιτα που φύτρωναν εδώ κι εκεί, μουρτζιές, πουρνάρια, τέτοια.
                                  Στην εποχή μας το ξυλάλετρο που επί αιώνες όργωνε τη Γη και έζησε την ανθρωπότητα, δεν χρησιμοποιείται πλέον, η καλλιέργεια γίνεται με μηχανικά μέσα. Άλλαξαν οι εποχές και οι συνθήκες, εγκαταλείψαμε τις καλλιέργειες της Γης και προτιμάμε να τρώμε τα εισαγόμενα προϊόντα.
Πολλές φορές όταν από τη Γορτυνία κατεβαίνω προς την αρχαία Ολυμπία, με πιάνει κατάθλιψη καθώς παρατηρώ την ερημιά που επικρατεί στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού που κάποτε έσφυζε από ζωή και ανθούσαν οι καλλιέργειες, και στο πέρασμα των αιώνων έθρεψε χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπων.







Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

ΓΡΑΙΚΕΙΑ

 


Απο την Συνθήκη του Λονδίνου του 1832

                "Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη Χώρα στον πλανήτη που να γιορτάζει τόσο μονολιθικά τις ήττες και την σκλαβιά της, όσο η Γραικεία. Γιορτάζει το "ΟΧΙ του Μεταξά" ξεχνώντας ότι ήταν ένας δικτάτορας ο οποίος κανένα όχι δεν είπε- και δεν γιορτάζει την απελευθέρωση από την Γερμανική Κατοχή. 

Ο Μεταξάς έτρεμε στην σκέψη και μόνο, ενός πολέμου. Ασχέτως αν τα ΜΜΕ της εποχής διατυμπάνιζαν το υποτιθέμενο όχι του, η πραγματικότητα υπήρξε εντελώς διαφορετική.  Η απόφαση των Ιταλών ήταν ήδη ειλημμένη και η επίθεση προαποφασισμένη. Εξ ου και το τελεσίγραφο της Ιταλίας προς την Γραικεία. Ο τότε Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι γράφει στο ημερολόγιο του ότι σκεφτόταν μήπως "του μείνει το γεροντάκι στα χέρια" όταν ανακοίνωσε στον Μεταξά την, επί της ουσίας, κήρυξη πολέμου.

Κανένα «όχι» δεν ειπώθηκε. Ακόμα χειρότερα, καμία προετοιμασία δεν έγινε για σοβαρή αντίσταση στον επερχόμενο κατακτητή. Ο Παπάγος, αρχηγός του ΓΕΣ το 1940, δήλωνε στον επιτελάρχη συνταγματάρχη Γεωργούλη ότι "θα ρίξωμεν μερικές τουφεκιές δια την τιμήν των όπλων", (Σ.Λιναρδάρος, "Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι μεγάλες δυνάμεις", σελ. 184).Οι εντολές που είχε πάρει ο στρατός ήταν αυτές. Και στρατός δεν υπήρχε εκεί που έπρεπε. "Την απρόκλητον Ιταλικήν επίθεσην της 28ης Οκτωβρίου υπέστη η Ελλάς ούσα σχεδόν ανεπιστράτευτος" αναφέρει και πάλι ο Παπάγος. Όταν οι απλοί στρατιώτες, οι ρακένδυτοι και πεινασμένοι,  άρχισαν να βάζουν σοβαρά τα γυαλιά στην Ιταλική πολεμική μηχανή, ο Μεταξάς άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Στις 5 Δεκεμβρίου 1940 έγραφε στο ημερολόγιο του: "Συνεχείς νίκαι προχωρήσεως. Ανησυχία για το μέλλον μου».

Το κακό με τους Γραικούς είναι ότι έχουν κοντή μνήμη. Μνήμη χρυσόψαρου. Επιμένουν να δοξάζουν δικτατορίσκους/πολιτικάντηδες της δεκάρας. Να καταπίνουν αμάσητη την κυβερνητική προπαγάνδα. Να μην δέχονται ούτε καν μέσα τους, ότι οι ίδιοι σήκωσαν κεφάλι και νίκησαν τους Ιταλούς, ξυπόλυτοι, άοπλοι, πεινασμένοι- και παραβαίνοντας την επίσημη γραμμή του καθεστώτος. Δια της ίδιας λογικής ξεχνάνε και τον ρόλο των ...φιλελλήνων δολοφόνων του Έθνους κατά την διάρκεια της Κατοχής. Δολοφόνων από καταβολής του Έθνους. Και αφεντικών του Έθνους. Ενός Έθνους Γραικών.

Γραικοί. Greeks. Γραικεία. Greece. Από συστάσεως της, αυτό το όνομα έχει η δουλοπαροικία. Ελλάδα δεν υπάρχει. Ούτε Έλληνες. Τα περί Ελλάδος και Ελλήνων είναι για εσωτερική κατανάλωση μόνο. Γιατί Γραικεία; Μεγάλη, πονεμένη ιστορία...

«Γραικεία, διότι έτσι μας αποκαλούν τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης», επέμενε ο Διαμαντής ο Κοραής. Εν γνώση του της ζημιάς- αλλά πάλι, δεν ήταν η μόνη ζημιά που μας έκανε ο εν λόγω, οπότε τον καταλαβαίνω. Όσο για τα «φωτισμένα» έθνη της Ευρώπης, αποκαλούσαν τους ντόπιους Γραικούς, καθαρά υποτιμητικά. Ο Διαμαντής το γνώριζε. Του άρεσε να μελετάει ιστορία, άλλωστε, από τα εξωτερικά όπου ζούσε.

Από τον 8ο αιώνα ακόμα, οι Λατίνοι αποκαλούσαν τους ντόπιους Γραικύλους. Απαξιωτικός ο χαρακτηρισμός. Σήμαινε τον ξεπεσμένο, τον δουλοπρεπή. Οι Ρωμαίοι με την σειρά τους, θα τους αποκαλούσαν γραικούς, επειδή απέφευγαν την ευθεία αντιπαράθεση στη μάχη, στάση που για τον πολεμικό κώδικα των Ρωμαίων σήμαινε δειλία. Με την πάροδο του χρόνου, η λέξη γραικός θα σήμαινε τον επιπόλαιο και τυχοδιώκτη. Τον ελληνορθόδοξο έπειτα. Ένας διαρκής εξευτελισμός των Ελλήνων, του πολιτισμού τους και του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους. Με την βούλα πια και των ιδιοκτητών ετούτης της γης.

Το Προτεκτοράτο της Γραικείας γεννήθηκε εν μία νυκτί, με συναπόφαση Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας. Καμία επανάσταση δεν αναγνωρίστηκε. Κανένας αγώνα για ανεξαρτησία. Σκοπός της δημιουργίας του προτεκτοράτου, ως Βασιλείου μάλιστα, ήταν αφενός να ελεγχθούν οι τσογλαναραίοι κλέφτες και αρματωλοί που είχαν σηκώσει επικίνδυνα κεφάλι με αποτέλεσμα να αγχώνονται οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες και αφετέρου, να προσφερθεί ο θρόνος της δουλοπαροικίας στον Λεοπόλδο Σαξ Κόμπουργκ της Βασιλικής οικογένειας του Βελγίου, τον μετέπειτα "σφαγέα του Κονγκό". Ο Λεοπόλδος αρνήθηκε. Δεν γούσταρε την φτωχολογιά του νεοσύστατου προτεκτοράτου. Ευρήκε μάλιστα, προσβλητική την πρόταση. Για ποιόν με περάσατε, ωρέ και πάτε να μου πασάρετε την μπασκλασαρία? θα μπορούσε να έχει φωνάξει εξοργισμένος. Οπότε "χρεωθήκαμε" στον Βαυαρό Όθωνα. Και ξεκίνησε το παραμύθι... Η Γερμανική κουστωδία του ανήλικου Βασιλιά μας φόρεσε το Σύνταγμα (όπου εσχάτη προδοσία οριζόταν η όποια αντίδραση κατά του Βασιλιά) και το πρώτο "επίσημο" αναγκαστικό δάνειο της περαιτέρω υποδούλωσης μας στον Ευρωπαϊκό οχετό. Βασικός όρος του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830 υπήρξε ο εξής: «Ο ηγεμών της Γραικείας και το Γραικικόν κράτος υποχρεούνται, προ παντός άλλου εξόδου, να αφιερώσουν τας πρώτας εισπράξεις του δημοσίου ταμείου εις την πληρωμήν των τόκων και του χρεολυσίου του δανείου που εγγυήθηκαν οι τρεις δυνάμεις».

Φυσικά, δεν ήταν το μόνο δάνειο αυτό. Ο αναγκαστικός δανεισμός κατά την διάρκεια του Αγώνα, έδινε και έπαιρνε. Δάνεια, δάνεια, δάνεια. Ων ουκ έστιν ο αριθμός. Με ληστρικά επιτόκια. Αλλά το συγκεκριμένο ήταν το επίσημο πρώτο. Και μαζί, παρά τρίχα φόρος υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία οι μαμάδες του προτεκτοράτου καμία όρεξη δεν είχαν να τα χαλάσουν. Με το Πρωτόκολλο του 1829, η Γραικεία αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας υπό Οθωμανική επικυριαρχία, έχοντας την υποχρέωση να καταβάλλει σ’ αυτή ετήσιο φόρο 1.500.000 γρόσια. Αλλιώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν δεχόταν την …ανεξαρτησία μας- ασχέτως αν υποχώρησε τελικά, μετά την ήττα της από τη Ρωσία στον μεταξύ τους πόλεμο.

Τέτοιες επιτυχίες είχαμε. Τόσο μας υπολόγιζαν. Τόσο «ελεύθεροι» ξεκινήσαμε. Και τόσο «ελεύθεροι» συνεχίσαμε. Ενώ οι αληθινοί αγωνιστές του ’21 πέθαιναν στην ψάθα ή τους απαγχόνιζε δημόσια στην Χαλκίδα η Βαυαρική κουστωδία του Όθωνα, η 25η Μαρτίου ορίστηκε ως ημέρα ενάρξεως της "εθνοσωτηρίου επανάστασης" του 1821 από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αρχηγό της Φιλικής Εταιρίας (μεγάλη μπίζνα η εταιριούλα αυτή, και βρώμικος ο ρόλος της, όπως και του εν λόγω). Επικυρώθηκε τελικά και επίσημα ως ημέρα εορτασμού της "επαναστάσεως" με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 της Κυβέρνησης Όθωνα και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, Γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Ο Γλαράκης υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού κόμματος, των Ναπαίων, που εκείνη την περίοδο απολάμβανε την εύνοια του Όθωνα. Ο δε Όθωνας προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, οπότε, ιδού η γιορτή-μείγμα θρησκείας και υποκρισίας. Ένας σκέτος κλαυσίγελος, αν έχεις μυαλό να τον συλλάβεις... Εγκαθιδρυθείσα από έναν φορετό Βασιλιά, η 25η Μάρτη της επαναστάσεως/στημένης για άλλους λόγους, σε ένα νεοσύστατο Προτεκτοράτο-αποτέλεσμα όχι της όποιας νικηφόρου επανάστασης (αστεία πράγματα), αλλά των ευρωπαϊκών πολιτικών παιχνιδιών που οδήγησαν στην ... επανάσταση κατά των Τούρκων για να έλθουν άλλοι αφεντάδες, γιόρταζε κάτι ανύπαρκτο.

 "Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης", που έγραψε και ο μπάρμπα-Γιάννης ο Μακρυγιάννης, ανάμεσα σε πολλά. Μα, αυτός ήταν εξ αρχής ο σκοπός, αγαπητέ. Το ξέρατε όλοι σας. Και αν δεν το ξέρατε, κακό του κεφαλιού σας- και όλων σας των απογόνων, που δεν εννοούν να μάθουν από τα παθήματα τους.

Μια μεγάλη απάτη, η καθοδηγούμενη "επανάσταση" του 1821, με τους "φιλέλληνες" να κόπτονται για την μοιρασιά της πίτας, αν αναλογιστεί κανείς ότι από το 1840 και μετά, Αγγλία, Ρωσία, Ιταλία, Βαυαρία και Γαλλία υπήρξαν σταθεροί συνέταιροι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Εξακολουθούν να είναι εταίροι της Τουρκίας, ειρήσθω εν παρόδω... Και οι Γραικοί εξακολουθούν να γιορτάζουν τις ήττες τους.

Με τις τυμπανοκρουσίες ακριβώς στα 200 χρόνια από το 1821, να πιάνουν επίπεδα παρανοικά στη δουλοπαροικία μας, έρχεται μια ακόμα επική σφαλιάρα. Ακριβώς όπως το έγραψε η εταιρία Callista (δημιουργός του πουγκιού-φουστανέλας της εθνικής μας Γιάννας), "ένα παιχνίδι αποδόμησης που υμνεί την επέτειο" βρίσκεται στα σκαριά. Και γιατί όχι. Γιατί όχι η Γιάννα Αγγελοπούλου των μεγάλων συμφερόντων με σιγκούνια και τσαντάκι ταιριαστό? Γιατί όχι ο Κούλης στο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino ως Κολοκοτρώνης και η εν λόγω κυράτσα ως Μπουμπουλίνα? Αλλά κυρίως, γιατί όχι η Φον Ντερ Λάιεν, ο Μακρόν, ο Τζόνσον και ο Πούτιν ωσάν πρόσωπα-κλειδιά στο πάνελ των "ηρώων" του εξωφύλλου? Ετούτο το προτεκτοράτο υπήρξε το αποτέλεσμα των μυστικών συμφωνιών μεταξύ ευρωπαίων εμπόρων-οπορτουνιστών (βλέπε Φιλική Εταιρία) και τελικά, Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας. Ας τους υμνήσουμε, λοιπόν".

 Σημ: Το σημείωμα τούτο έγραψε η κόρη μου Γιαννούλα με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την έναρξη του Αγώνα.