Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Σελίδες από την επική μάχη των οχυρών τον Απρίλη του 1941

 






Όπλισε το Βάλτερ και έμεινε ακίνητος, λουφάζοντας μέσα στους θάμνους, σα ζώο του δάσους, αψηφώντας το τσουχτερό φλεβαριάτικο κρύο.
Πριν ένα χρόνο σχεδόν, κυνηγούσε τους Ιταλούς στο Αλβανικό Μέτωπο, τους κοκορόφτερους Ιταλούς, με τα οχτώ εκατομμύρια λόγχες, όπως περηφανευόταν ο Αρχηγός τους ο Μουσολίνι, που νόμιζαν πως θα έκαναν περίπατο στην Ελλάδα.
                              Την μονάδα του την είχαν προωθήσει στο Αλβανικό μέτωπο στα μέσα Νοέμβρη του ’40, όταν το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε πεισθεί πως η Ελλάδα δεν επρόκειτο να δεχθεί βουλγαρική επίθεση.
Τι αγώνας κι αυτός! Στις τρεις ημέρες μετά που φτάσανε στο μέτωπο πολεμώντας πέτρα-πέτρα, βράχο-βράχο, με υπεράνθρωπες προσπάθειες μπήκανε στην Κορυτσά! Στις είκοσι δύο του Νοέμβρη. Συνέχισαν το κυνήγι των Ιταλών με την ψυχή στα δόντια, με αντιπάλους, όχι μόνο τους υπεράριθμους Ιταλούς και την Αεροπορία τους, αλλά και τον αγριότερο χειμώνα των τελευταίων είκοσι χρόνων.
                          Μια τρομερή βαρυχειμωνιά που έφραζε τις διαβάσεις με τα χιόνια και δεν μπορούσαν να εφοδιαστούν τα μαχόμενα τμήματα του ελληνικού στρατού, που στερούνταν μηχανοκίνητων και προσπαθούσαν να μεταφέρουν μέσα από τα χιονισμένα κατσάβραχα και τα άγρια ρουμάνια τα πυρομαχικά με τα μουλάρια.
             Έβλεπες την προσπάθεια που έκανε το ζώο, έβλεπες στα μάτια του την εξάντληση και το λυπόσουνα... που γκρεμοτσακιζότανε φορτωμένο ανήμπορο να αντιδράσει, όσο ανήμπορος ήσουνα και συ να το βοηθήσεις... Και σε απόκρημνα σημεία και διαβάσεις που δεν μπορούσαν να φτάσουν τα μουλάρια, έτρεχαν οι γυναίκες της περιοχής και κουβαλούσαν τα πυρομαχικά ζαλωμένες στην πλάτη.
               Χιλιάδες φαντάρους αχρήστευσε αυτός ο τρομερός χειμώνας με τα κρυοπαγήματα, πολύ περισσότερους από όσους αχρήστευσαν τα ιταλικά πυρά. Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο... Παραμονές Δεκέμβρη στις είκοσι δύο, ένα μήνα μετά την Κορυτσά, ο ελληνικός στρατός πήρε την Χιμάρα. Αρχές Γενάρη, μπροστά στην Κλεισούρα, ο Δήμος τραυματίστηκε. Ακόμα και τώρα δεν έχει καταλάβει γιατί δεν πετάξαμε τους Ιταλούς στην θάλασσα. Ένα μήνα στο νοσοκομείο, και ύστερα αντί να τον στείλουν στο Αλβανικό μέτωπο, τον ξαναστείλανε στη Μακεδονία, στα Οχυρά. Πεζικό Επιφανείας για προστασία των Οχυρών. Άλλη εποποιία εκεί. Φτιαγμένα τα Οχυρά για να αντιμετωπίσουν την Βουλγάρικη απειλή, δεν είχαν καμιά πιθανότητα να αντέξουν μπροστά στην τεράστια ατσάλινη μηχανή του Χίτλερ.


Με την έναρξη βέβαια του ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβρη του ’40, η γραμμή Μεταξά έπαυε να έχει οποιαδήποτε αξία, γιατί ήταν αδύνατο να οργανωθεί σοβαρή άμυνα σ’ όλο αυτό το τεράστιο τόξο των ελληνικών συνόρων από το Ιόνιο ως τον Έβρο, εναντίων των τριών Αυτοκρατοριών, της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας. Κι όμως, το θάρρος, η πίστη και η γενναιότητα των Ελλήνων, καθήλωσαν για τρεις ημέρες εκεί στα Οχυρά την πρωτοφανή και ακατάβλητη ως τότε πολεμική μηχανή της Βέρμαχτ, προκαλώντας της τεράστιες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Πολλά από τα φρούρια άντεξαν και αντιστάθηκαν ως την ημέρα της ανακωχής, παρά την τεράστια πίεση που δεχτήκανε από ξηράς και αέρος, και παρά την ανυπαρξία της αεροπορίας μας. Κάποια άλλα οχυρά πέσανε μέχρι του τελευταίου πολεμιστή. Στο Κέλκαγια, όταν μπήκαν οι Γερμανοί, βρήκαν τους τελευταίους Έλληνες υπερασπιστές, άλλους αποπνιγμένους και άλλους ως και τον φρούραρχο, λιπόθυμους από έλλειψη οξυγόνου.
               Μέσα στον ορυμαγδό από τις βόμβες των Στούκας που αλώνιζαν ανενόχλητα στον αέρα, τις οβίδες των κανονιών και τα βλήματα των όλμων, το γάζωμα των αυτόματων και των πολυβόλων, το Πεζικό Επιφανείας προστάτευε τα Οχυρά απ’ έξω.
Εκτός από το πεζικό των Γερμανών που έκανε συνεχείς εφόδους, είχαν να αντιμετωπίσουν και τους αλεξιπτωτιστές που έπεφταν με ειδικές αποστολές για να ανατινάξουν τα πολυβολεία και τα Οχυρά με κάθε μέσον.
                          Χρησιμοποιώντας ακόμα και ηλεκτρικά τρυπάνια, άνοιγαν τρύπες στο μπετόν, που τις γέμιζαν με εκρηκτικά και ανατίναζαν τα Οχυρά στον αέρα. Αλλού έριχναν αέρια αποπνιγμού και χειροβομβίδες μέσα από τις πολεμίστρες, αλλού έχτιζαν τις πολεμίστρες και τις οπές αερισμού για να σκάσουν μέσα στα Οχυρά οι υπερασπιστές τους από έλλειψη οξυγόνου, όπως στο Κέλκαγια. Εδώ το πάλεμα, όταν δεν προλάβαινες να πυροβολήσεις, γινόταν με την ξιφολόγχη, με νύχια και με δόντια. Σε μια τέτοια πτώση Αλεξιπτωτιστών, πολεμώντας μέσα από ένα λάκκο που είχε ανοίξει η βόμβα ενός Στούκας, κι όπως τους πυροβολούσαν και τους σκότωναν σαν σπουργίτια στον αέρα προτού προλάβουν να πέσουν, είχε ρίξει άψυχο δίπλα του ένα Γερμανό Αλεξιπτωτιστή. Από αυτόν είχε πάρει το Βάλτερ που κρατούσε ο Δήμος τώρα στα χέρια του.




Τρεις μέρες τιτανομαχία στα Οχυρά, φωτιά και αίμα, σάρκες κομματιασμένες και ατσάλι, κουρνιαχτός και τρόμος. Ύστερα σύγχυση. Οι στρατηγοί είχαν υπογράψει Συνθηκολόγηση. Άλλοι πολεμούσαν ακόμα και άλλοι είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής.
Ο Δήμος δεν χρειάστηκε τότε να το πολυσκεφτεί. Μπουλούκια-μπουλούκια κατέβαιναν οι φαντάροι προς τα κάτω. Ακόμα ήσαν ελεύθεροι να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους.
         Ο Χίτλερ, λόγω της γενναιότητας, λέει, που επέδειξε ο ελληνικός στρατός στο Μέτωπο, δεν τον θεωρούσε αιχμάλωτο. Ασυναίσθητα ο Δήμος, καθώς λούφαζε μέσα στους θάμνους, κούνησε το κεφάλι του και ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. Μπορεί ο Χίτλερ να αναγνώρισε την ανδρεία και την αυταπάρνηση του Έλληνα στρατιώτη, δεν έγινε όμως το ίδιο από κάποιες γυναίκες των ακριτικών περιοχών, που στην απελπισία και την τρομάρα τους, βλέποντας να εγκαταλείπονται στο έλεος των εισβολέων, κατηγορούσαν τους Έλληνες φαντάρους που έφευγαν για τον τόπο τους για δειλία...
- Δε βαριέσαι, τα ‘χει αυτά ο πόλεμος, σκέφτηκε με πίκρα. Μήπως σε άλλες περιοχές, όπως έφευγαν, δεν είδαν τη συμπόνια στα πρόσωπα των γυναικών, όπως στις Σέρρες, που τους περίμεναν με μια κανάτα νερό στα χέρια, όπως το ‘θελε η παράδοση για το στρατό;
              Εκεί στις Σέρρες, μέσα στην ανακατωσούρα, είχε ακούσει να φωνάζει κάποιος το όνομα του:
- Διαμαντόπουλε !
Ήταν ο λοχαγός του με μια ομάδα αξιωματικών.
- Κύριοι συνάδελφοι, είχε στραφεί ο λοχαγός του στους άλλους αξιωματικούς, ‘από δω ο Διαμαντόπουλος, ο καλύτερος σκοπευτής μου.
Γύρισε και έβαλε το ένα του χέρι προστατευτικά πάνω στην πλάτη του Δήμου καθώς συνέχισε:
- ‘Εφύτεψε πολλούς Γερμανούς στο Οχυρό να το φυλάνε με τα κόκαλα τους...’
Ο λοχαγός του... Παλικάρι με τα όλα του. Ολόκληρο λόχο Γερμανών είχαν στριμώξει σε ένα φαράγγι δίπλα στο Οχυρό και τους είχαν αιχμαλωτίσει, εκατόν είκοσι από δαύτους, μα σαν τους μαντρώσανε, ο λοχαγός του άκουσε έκπληκτος τον αξιωματικό τους να του λέει με συγκαταβατικό χαμόγελο:
    - ‘Εντάξει, είμαστε αιχμάλωτοι σας, αλλά και σεις είστε αιχμάλωτοι του Γερμανικού στρατού. Του είχε δείξει ένα ισχυρότατο για την εποχή και τα ελληνικά δεδομένα ραδιόφωνο που κρατούσε στο χέρι του, από όπου επαναλαμβανόταν η είδηση: ‘Οι Γερμανοί μπαίνουνε στη Θεσσαλονίκη... οι στρατηγοί της Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας είχαν δώσει διαταγή για κατάπαυση πυρός.... ‘
- Διαμαντόπουλε, εμείς αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τον πόλεμο και τραβάμε για το μέτωπο της Αλβανίας. Είσαι; τον είχε ρωτήσει ο λοχαγός του.
Ήταν. Στο κάτω - κάτω, πιο κοντά θα ήταν από κει προς την ιδιαίτερη πατρίδα του την Πελοπόννησο. 
        Από τις όχθες του Στρυμόνα είχαν βγει στην Χαλκιδική, και από κει, δρόμο για την Ήπειρο. Στην Άρτα όμως, μια βόμβα που χτύπησε το καμιόνι που τους μετέφερε, σκότωσε τους περισσότερους, μαζί και τον λοχαγό του. Χαμός.
Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος είχε ήδη δώσει διαταγή κατάπαυσης του πυρός σε όλο το Μέτωπο, και ο Δήμος είχε πάρει το δρόμο προς την Πάτρα. Χιλιάδες φαντάροι έφευγαν προς τα κάτω, από χωράφια και φαράγγια, με τη σύγχυση στο μυαλό τους για το αν θα πρέπει να κρύβονται ή όχι. Σε είκοσι μέρες ο Δήμος ήταν στο χωριό του με μοναδικά κειμήλια από τον πόλεμο το τραύμα του, τη χλαίνη και το Βάλτερ που κρατούσε αυτή τη στιγμή στο χέρι του περιμένοντας τους Ιταλούς. Το Βάλτερ, που το είχε κρατήσει πάνω του ώσπου να φτάσει στο χωριό του, αψηφώντας τους κινδύνους.
                        Διακόσια μέτρα μακριά καθώς έστριβε ο δρόμος, φάνηκαν οι Ιταλοί στρατιώτες με το μουλάρι. Έρχονταν με το πάσο τους, συζητώντας μεγαλόφωνα.
Περίμενε σαν τον κυνηγό στο φύλαγμα. Καθώς πλησίαζαν άφησε δίπλα του το πιστόλι και έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους, για να ζεσταθούν τα δάχτυλά του. Εκατό μέτρα... Έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στο Βάλτερ και κοκάλωσε ακίνητος. Πενήντα μέτρα... διέκρινε καθαρά τα χαρακτηριστικά τους.
Τριάντα μέτρα... είκοσι.... τώρα!

 

Σελίδες από βιβλίο μου. 









Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Καραϊσκάκης, ο γιός της καλογριάς, ο στρατηγός.



Με τους γιορτασμούς αυτές τις μέρες, τα ταραταντζούμ και τις παράτες, θυμήθηκα μια μικρή πιπεράτη ιστοριούλα που διάβασα πριν από καμιά 60ριά  χρόνια στη μονογραφία « ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ» του Δημ Φωτιάδη. Ένα μικρό επεισόδιο στην αυλή του Αλή Πασσά που δείχνει και τον ανυπότακτο χαρακτήρα του όπως από τα μικράτα του διαμορφωνόταν.

 Το βιβλίο βρίσκεται  στη βιβλιοθήκη μου στο χωριό και δυστυχώς απλησίαστο σήμερα λόγω του περιορισμού μας (lock down) στην Αθήνα, και έτσι, θα σας διηγηθώ τη σύντομη ιστοριούλα με δικά μου λόγια όπως τη θυμάμαι.

Καρπός παράνομου έρωτα ο Καραϊσκάκης, η μάνα του από τη ντροπή της τον εγκατέλειψε πολύ μικρό και έγινε καλογριά, κι έτσι εκείνος κληρονόμησε το προσωνύμιο «ο γιός της καλογριάς» που τον συνοδεύει ακόμα.

Μεγάλωσε σε μια οικογένεια Σαρακατσάνων, στα 15 του όμως την εγκατέλειψε και δημιούργησε μια ομάδα κλεφτών με συνομηλίκους του. Τρία περίπου χρόνια διήρκεσε η κλέφτικη ζωή με την ομάδα του, και κάπου εκεί έπεσε στα χέρια του Αλή Πασσά που εκτιμώντας τον ισχυρό χαρακτήρα του τον πήρε στη σωματοφυλακή του.



Είχε στηθεί ένας πρόχειρος χορός εκεί στην αυλή των ανακτόρων γράφει ο Δ. Φωτιάδης, και τη στιγμή που χόρευε μπροστά ο Καραϊσκάκης έτυχε να περνάει από εκεί ο γιός του Αλή Πασά, ο Βελής, εκείνος που αργότερα κατά το 1805 – 1806 κατάφερε και εξολόθρευσε την κλεφτουριά του Μωρηά. Κάπως έγινε και ο γιός της καλογριάς έκανε μια χορευτική φιγούρα ακριβώς τη στιγμή που ΄περνούσε δίπλα σε απόσταση αναπνοής ο Βελής, κι εκείνος θεώρησε ότι ήταν προσβλητική γι αυτόν, ότι ο Καραϊσκάκης την είχε κάνει για να τον μειώσει. Φουρκισμένος έτρεξε μέσα στον οντά του πατέρα του: Το και το, το κερατά το Καραισκάκι… μου έδειξε τα…απαυτά του!

-Έτσι ε; Έκανε γελώντας ο Αλής, για πάμε όξω να δούμε.

Ο χορός σταμάτησε καθώς πλησίαζε ο Αλή Πασάς με το γιό του, αλλά εκείνος έκανε νεύμα να συνεχίσουν, και απευθύνθηκε στον Καραϊσκάκη:

-Έλα ωρέ μπίρο μου, ρίξε μια φούρλα ρε να σε ιδώ!

Ο Καραϊσκάκης ήρεμος έσυρε το χορό και καθώς βρέθηκε σε απόσταση τριών περίπου μέτρων από τον Αλή εκτέλεσε την περιβόητη φιγούρα: Στηρίχτηκε με το αριστερό του χέρι στον χορευτή που τον κρατούσε, και τίναξε με χάρη και τα δυο του πόδια στον αέρα σε ενάμισι περίπου μέτρο ύψος, χαϊδεύοντας με μια ταυτόχρονη κίνηση τις φούντες και των δυο τσαρουχιών του. Ήταν μια συνηθισμένη φιγούρα που εκτελείται από μερακλήδες και ευκίνητους χορευτές  στον τσάμικο χορό, με τη διαφορά όμως ότι ο Καραϊσκάκης δεν φορούσε βρακί κάτω από τη φουστανέλα και καθώς τίναξε τα πόδια του στον αέρα φάνηκαν τα καλαμπαλίκια του σε όλο τους το μεγαλείο! Αυτή άλλωστε ήταν και η αιτία που είχε κάνει το νεαρό Βελή να παρεξηγηθεί θεωρώντας ότι ο Καραϊσκάκης την  είχε κάνει για να του μοστράρει τα …. απαυτά του!

-Χο χο χο!!! Έσκασε τα γέλια ο Αλή Πασσάς, μπράβο ωρέ μπίρο μου, ρίξε κι άλλη ωρέ, έτσι μπράβο!

Και ο χορός συνεχίστηκε με περισσότερα κέφια.

Καραϊσκάκης ο γιός της καλογριάς, ο Στρατηγός.

 



Με τους γιορτασμούς αυτές τις μέρες, τα ταραταντζούμ και τις παράτες, θυμήθηκα μια μικρή πιπεράτη ιστοριούλα που διάβασα πριν από καμιά 60ριά  χρόνια στη μονογραφία « ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ» του Δημ Φωτιάδη. Ένα μικρό επεισόδιο στην αυλή του Αλή Πασσά που δείχνει και τον ανυπότακτο χαρακτήρα του όπως από τα μικράτα του διαμορφωνόταν.

 Το βιβλίο βρίσκεται  στη βιβλιοθήκη μου στο χωριό και δυστυχώς απλησίαστο σήμερα λόγω του περιορισμού μας (lock down) στην Αθήνα, και έτσι, θα σας διηγηθώ τη σύντομη ιστοριούλα με δικά μου λόγια όπως τη θυμάμαι.

Καρπός παράνομου έρωτα ο Καραϊσκάκης, η μάνα του από τη ντροπή της τον εγκατέλειψε πολύ μικρό και έγινε καλογριά, κι έτσι εκείνος κληρονόμησε το προσωνύμιο «ο γιός της καλογριάς» που τον συνοδεύει ακόμα.

Μεγάλωσε σε μια οικογένεια Σαρακατσάνων, στα 15 του όμως την εγκατέλειψε και δημιούργησε μια ομάδα κλεφτών με συνομηλίκους του. Τρία περίπου χρόνια διήρκεσε η κλέφτικη ζωή με την ομάδα του, και κάπου εκεί έπεσε στα χέρια του Αλή Πασσά που εκτιμώντας τον ισχυρό χαρακτήρα του τον πήρε στη σωματοφυλακή του.

Είχε στηθεί ένας πρόχειρος χορός εκεί στην αυλή των ανακτόρων γράφει ο Δ. Φωτιάδης, και τη στιγμή που χόρευε μπροστά ο Καραϊσκάκης έτυχε να περνάει από εκεί ο γιός του Αλή Πασά, ο Βελής, εκείνος που αργότερα κατά το 1805 – 1806 κατάφερε και εξολόθρευσε την κλεφτουριά του Μωρηά. Κάπως έγινε και ο γιός της καλογριάς έκανε μια χορευτική φιγούρα ακριβώς τη στιγμή που ΄περνούσε δίπλα σε απόσταση αναπνοής ο Βελής, κι εκείνος θεώρησε ότι ήταν προσβλητική γι αυτόν, ότι ο Καραϊσκάκης την είχε κάνει για να τον μειώσει. Φουρκισμένος έτρεξε μέσα στον οντά του πατέρα του: Το και το, το κερατά το Καραισκάκι… μου έδειξε τα…απαυτά του!

-Έτσι ε; Έκανε γελώντας ο Αλής, για πάμε όξω να δούμε.

Ο χορός σταμάτησε καθώς πλησίαζε ο Αλή Πασάς με το γιό του, αλλά εκείνος έκανε νεύμα να συνεχίσουν, και απευθύνθηκε στον Καραϊσκάκη:

-Έλα ωρέ μπίρο μου, ρίξε μια φούρλα ρε να σε ιδώ!

Ο Καραϊσκάκης ήρεμος έσυρε το χορό και καθώς βρέθηκε σε απόσταση τριών περίπου μέτρων από τον Αλή εκτέλεσε την περιβόητη φιγούρα: Στηρίχτηκε με το αριστερό του χέρι στον χορευτή που τον κρατούσε, και τίναξε με χάρη και τα δυο του πόδια στον αέρα σε ενάμισι περίπου μέτρο ύψος, χαϊδεύοντας με μια ταυτόχρονη κίνηση τις φούντες και των δυο τσαρουχιών του. Ήταν μια συνηθισμένη φιγούρα που εκτελείται από μερακλήδες και ευκίνητους χορευτές  στον τσάμικο χορό, με τη διαφορά όμως ότι ο Καραϊσκάκης δεν φορούσε βρακί κάτω από τη φουστανέλα και καθώς τίναξε τα πόδια του στον αέρα φάνηκαν τα καλαμπαλίκια του σε όλο τους το μεγαλείο! Αυτή άλλωστε ήταν και η αιτία που είχε κάνει το νεαρό Βελή να παρεξηγηθεί θεωρώντας ότι ο Καραϊσκάκης την  είχε κάνει για να του μοστράρει τα …. απαυτά του!

-Χο χο χο!!! Έσκασε τα γέλια ο Αλή Πασσάς, μπράβο ωρέ μπίρο μου, ρίξε κι άλλη ωρέ, έτσι μπράβο!

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Η μπέσα

 



Μπέσα είναι ένα είδος συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους, κάτι σαν λόγος τιμής που δίνεται για το κλείσιμο και την επικύρωση μιας συμφωνίας. Είναι η εγγύηση ότι θα τηρηθεί κάποια υπόσχεση ή συμφωνία και μπορεί να αφορά όχι μόνο δύο άτομα, αλλά και ολόκληρες ομάδες. Η μπέσα είναι ισχυρότερη και από συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο, κάποιοι όροι του τέλοσπάντων, θα μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να αμφισβητηθούν, να  συζητηθούν. Η μπέσα όμως, ο λόγος τιμής ενός άνδρα, δεν συζητιούνται και δεν αμφισβητούνται.

                                 Ο μπεσαλής ο άνδρας κρατάει το λόγο του και τηρεί τις υποσχέσεις του, είναι δυνατός χαρακτήρας, έχει έμφυτη ευγένεια και εμπιστοσύνη στον εαυτό του, γνωρίζει τη δύναμή του και τα όριά του, δεν έχει ανάγκη να επιδεικνύεται. Είναι αξιοπρεπής και εμπνέει εμπιστοσύνη στους άλλους. Σέβεται τον εαυτό του, και κατ’ επέκταση σέβεται και τους άλλους. Και… μπεσαλήδες δεν είναι μόνο οι άνδρες. Πολλές φορές συναντάμε τη μπέσα και σε αξιοπρεπέστατες γυναίκες

                                 Μπαμπέσης είναι ο χωρίς μπέσα άνθρωπος, ο αναξιόπιστος, εκείνος που δεν τον εμπιστεύεσαι ούτε για ένα πακέτο τσιγάρα. Το είδος αυτό της αξιοπρέπειας, η μπέσα, στα παλιότερα χρόνια είχε πέραση, ήταν καθοριστικό  στοιχείο της ζωής, στην εποχή μας μάλλον είναι ξεπερασμένη.

Γνωστές οι καλές σχέσεις του Κολοκοτρώνη προεπαναστατικά αλλά και κατά τα χρόνια του Αγώνα με τους Αλβανούς και η μπέσα που υπήρχε ανάμεσά τους, η εμπιστοσύνη που είχαν στο λόγο του, και αξίζει να δούμε μια πτυχή αυτής της πλευράς από την άλωση της Τριπολιτσάς, όπως μας την δίνει ο Φωτάκος στα απομνημονεύματα που έγραψε για τον Κολοκοτρώνη:

«Αλβανοί υπέρ τους 300 εκλείσθησαν μέσα εις τα καταλύματα (κονάκια) του Σεραγιού και κατά το δείλι εζήτησαν τον Κολοκοτρώνην ως φίλον των και πιστόν δια να παραδοθούν. Ήλθεν ο Κολοκοτρώνης, αλλά διότι δεν τον εγνώριζαν, επειδή και δεν ήτο κανένας μπουλούμπασης Αλβανός από εκείνους, οι οποίοι τον εγνώριζαν, να τους βεβαιώση, δεν έδιδαν πίστιν. Ο Κολοκοτρώνης τους έλεγε: «μα τον Θεόν μα τα τέσσερα κιτάπια του Θεού, μα τον προφήτην Χασρέτ Ισά (Χριστόν) εγώ είμαι». Αλλά αυτοί πάλιν δεν τον επίστευαν. Τότε τους είπε και αυτός, επειδή δεν παρεδίδοντο, «να είναι το κρίμα εις τον λαιμόν τους και ότι εγώ δεν είμαι παραβάτης (της μπέσας)». Έφυγεν έπειτα ο αρχηγός και οι στρατιώται αμέσως έβαλαν φωτιά εις τα κονάκια και τους έκαψαν όλους»

                    Αξίζει εδώ να αναφερθώ και σε μια άλλη περίπτωση σχετικά με τη μπέσα, που είχε άμεση σχέση με την ίδια τη ζωή του Κολοκοτρώνη. Είναι γνωστό ότι ο Κολοκοτρώνης την Άνοιξη του 1806 μετά τον άγριο διωγμό της κλεφτουριάς είχε καταφύγει στα Εφτάνησα που τότε ήσαν υπό Γαλλική κατοχή. Εκεί, την Άνοιξη του 1808 έλαβε πρόσκληση από τον Αλή Φαρμάκη  να έρθει στη Γορτυνία να τον βοηθήσει επειδή κινδύνευε από τους Τούρκους του Βελή Πασσά.                                 

 

Αλή Φαρμάκης.

 Αρχηγός της αλβανικής πατριάς από του Λάλα, Τουρκαλβανός από το σόι των Ισμαηλαίων ήταν ο Αλή Φαρμάκης. Κατοικούσε στα δυτικά της Γορτυνίας στο Μοναστηράκι που είχε οχυρότατον Πύργο από όπου εξορμούσε κατά της Αρκαδίας και της Ηλείας ασκώντας αληθινή δικτατορία. Μέχρι που ανέλαβε το πασαλίκι του Μωρηά ο Βελή Πασσάς, που  απαίτησε να του παραδώσει τον Πύργο του και να δηλώσει υποταγή. Ο Αλή Φαρμάκης έχοντας εμπιστοσύνη στο απόρθητο του οχυρού του αποφάσισε να αντισταθεί στα στρατεύματα του Βελή, και τότε ήταν που ζήτησε τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη. Ο Τάκης Κανδηλώρος στον ΑΡΜΑΤΩΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 1500 – 1821 μας πληροφορεί’ ότι «ο Κλοκοτρώνης απήντησε σωφρόνως ότι δεν κρίνει σκόπιμον να σπεύση, διότι η προσέλευσίς του θα  καταστήσει αναπόφευκτον την εκστρατείαν του Βελή. Ας προσπαθήσει λοιπόν να μην κηρύξει πόλεμον, αν όμως ο Βελής εκστρατεύση, τότε του γράφει και έρχεται».

                                     Όταν λοιπόν κατά τον Ιούλιο του 1806 Ο Βελή Πασσάς ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του και το έμαθε ο Αλή Φαρμάκης, ειδοποίησε τον Κολοκοτρώνη: «Τα στρατεύματα εκίνησαν, αν είσαι φίλος, τώρα φαίνεσαι».

Ο Κολοκοτρώνης δεν γνώριζε προσωπικά τον Αλή Φαρμάκη, αλλά θεωρούσε υποχρέωσή του να σπεύσει σε βοήθεια επειδή όπως μας πληροφορεί και ο Νίκος Δ. Πλατής στο μικρο/Μέγα ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΕΪΚΟ, «οι πρόγονοί τους είχαν δώσει όρκο φιλίας` συγκεκριμένα, ο παππούς του Αλή Φαρμάκη είχε γίνει αδελφοποιτός (κλέφτες και ληστές και οι μεν και οι δε) με τον γέρο Γιάννη Κολοκοτρώνη τον παππού του Κολοκοτρώνη: Και αυτόν τον δεσμό επικαλέστηκε ο Αλή Φαρμάκης και ζήτησε τη βοήθεια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη».  Καθώς ο Κ ετοιμαζόταν και συγκέντρωνε 100 μαχητές για να σπεύσει σε βοήθεια του Α. Φ, καπεταναίοι και φίλοι του προσπαθούσαν να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη επισημαίνοντάς του τους κινδύνους του εγχειρήματος, εκείνος όμως απαντούσε: «Δεν ημπορώ να κάμω αλλέως, διότι έδωκα τον λόγο μου. ( η μπέσα).

                                      Η Ζάκυνθος όμως ήταν υπό γαλλική κατοχή και οι Γάλλοι δεν είχαν καμία διάθεση να δυσαρεστήσουν τον Αλή Πασσά επιτρέποντας στον Κ. να πάει να πολεμήσει τον Βελή Πασσά που ήταν γιός του. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης έφυγε λάθρα από τη Ζάκυνθο με μόνο δεκατέσσερεις άνδρες και αποβιβάστηκαν στην Κυλλήνη. Φθάσανε στο Μοναστηράκι και όταν νύχτωσε κατόρθωσαν να περάσουν  απαρατήρητοι από τους 8.000 άνδρες του Βελή Πασσά που συγκεντρώνονταν εκεί  και να μπουν στον Πύργο που βρήκαν τον Αλή Φαρμάκη με μόνο 90 άνδρες του. Την επομένη άρχισαν οι επιθέσεις κατά του Πύργου που άντεχε γερά, και στο μήνα περίπου επάνω οι Τούρκοι στείλανε μια επιτροπή προτείνοντας στον Αλή Φαρμάκη να αμνηστεύσουν αυτόν και τους υπερασπιστές του, αρκεί να τους παραδώσει τον Κολοκοτρώνη. Ο Αλή Φαρμάκης αρνήθηκε στα ίσα. «Αν είναι της τιμής και της παλληκαριάς να δώσω ένα φίλον μου, όστις ήλθε να με βοηθήση από τα νησιά, τότε ειμπορώ και εγώ να το κάμω αυτό».

                           Μετά την άρνηση του Φαρμάκη ο πόλεμος άρχισε αμέσως ξανά σφοδρότερος, και το βράδυ που συγκάλεσε συμβούλιο με τους αξιωματούχους του για να τους ενημερώσει για τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, τους ανακοίνωσε ότι ο Βελής απαιτεί να του παραδώσουν τον Κολοκοτρώνη. Στο άκουσμα αυτής της απαίτησης αυθόρμητα όλοι με μια φωνή απάντησαν: «Χάσια, όλοι να χαθούμε, μα αυτό δεν ειμπορούμε να το κάμουμε».

Έτσι καταλάβαιναν τη μπέσα και το λόγο τιμής και εκείνοι οι άγριοι πολεμιστές παρόλο που η ζωή τους βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.

                     Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του μας πληροφορεί ότι μόλις έμαθε τα νέα τούς πρότεινε: «Έρχεσθε να με δώσετε να ξεμπερδεύσουμε; Εγώ το ψωμί μου το έφαγα». Αλλά ο Αλή Φαρμάκης τον διέκοψε: «Δεν είνε δική σου δουλειά, είνε δική μας». Και προτίμησαν όλοι να θυσιαστούνε παρά να παραδώσουν τον φίλο και συμπολεμιστή που ήρθε να τους βοηθήσει. Επί 65 ημέρες σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη  - 70 κατά τον Φραντζή - αμύνονταν οι 120 πολιορκούμενοι στους 8.000 πολιορκητές και τέλος δέχτηκαν να παραδώσουν τον πύργο αφού εξασφαλιστεί η ασφαλής αποχώρηση του Κολοκοτρώνη με τους 14 συντρόφους του.

                Για την ιστορία, αργότερα κατάφερε και πήγε στη Ζάκυνθο και ο Αλή Φαρμάκης όπου μαζί με τον Κολοκοτρώνη καταστρώσανε σχέδιο για τη δημιουργία ενός κρατιδίου που θα συνυπήρχαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι και θα είχε σημαία με φεγγάρι και Σταυρό

Κάπου εκεί ο Αλή Φαρμάκης αρρώστησε από δυσεντερία – λυσσεντερία κατά τον Κολοκοτρώνη – και σε λίγο πέθανε.

 

 

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Από την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

 





Στη Ρόδο μπροστά στο Ακταίον πριν από κάποιες δεκαετίες την ημέρα του εορτασμού της Ενσωμάτωσης, με τη Γιαννούλα ντυμένη με παραδοσιακή στολή Μπονιάτισσας (= από το χωριό Εμπωνα ) την ημέρα της καθιερωμένης παρέλασης για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου.
                 Τα Δωδεκάνησα που είναι 14 και μαζί με τις ακατοίκητες νησίδες φθάνουν τα 27, έχουν δεχτεί για πάνω από 600 χρόνια πολλούς επιδρομείς και κατακτητές, από Πέρσες, Σαρακηνούς Βενετούς Γενουάτες, Σταυροφόρους και Τούρκους, με τελευταίους τους Ιταλούς που τα είχαν πάρει το 1912 από τους Τούρκους, και τους Γερμανούς που τα κράτησαν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β¨ Παγκόσμιο πόλεμο το 1943.

                                        Άποψη της Μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.
               Τα τείχη της οφείλονται στους Ιωαννίτες Ιππότες (Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου)
                 που κατείχαν το νησί από το 1309 έως το 1522 

Στη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών Δυνάμεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι το 1946, η Ελλάδα πρόβαλλε το θέμα της Βορείου Ηπείρου, της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, των Δωδεκανήσων, και της Κύπρου.
Δικαιώθηκε στο θέμα των Δωδεκανήσων και στις 31 Μαρτίου του 1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τις βρετανικές αρχές στη Ρόδο, ενώ στις 7 Μαρτίου 1948 έγινε η επίσημη τελετή της Ενσωματωσης που καθιερώθηκε και γιορτάζεται κάθε χρόνο. 


                                Από την τελετή της Ενσωμάτωσης το 1948 στη Ρόδο

Η τελευταία εικόνα είναι από τον ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Λίνδο της Ρόδου που τον έχτισε ο Δαναός με τις 50 κόρες του όταν έφυγε από την Αίγυπτο και κατέπλευσε στη Λίνδο.
Ήταν, βλέπετε, και μεγάλη ναυτική δύναμη η Ρόδος, και εκεί δημιουργήθηκε ο πρώτος γνωστός κώδικας Ναυτικού Δικαίου, γνωστός ως «Νόμος Ροδίων Ναυτικός».









Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Τότε που οι αντάρτες του ΕΛΑΣ παραδώσανε τα όπλα.

 

               






....Πέρασαν κάποιες ακόμα μέρες στο στρατόπεδο, μέρες προβληματισμού και περισυλλογής για τους μαχητές και τους αξιωματικούς, αλλά και εντατικής προσπάθειας των καθοδηγητικών οργάνων με ομιλίες και συζητήσεις για να πείσουν ότι η συμφωνία της Βάρκιζας ήταν νίκη του λαϊκού κινήματος. «Η συμφωνία… αναγκαίος τακτικός ελιγμός στις δοσμένες συνθήκες…  κατοχυρώνει την ιδεολογική ελευθερία μέσα στις τάξεις του νέου στρατού που θα δημιουργηθεί… δημοκρατική εξέλιξη και ομαλότητα… η δύναμη του λαού…  πίστη στο κόμμα… αισιοδοξία… στην πρώτη γραμμή του δημοκρατικού κινήματος…». Τέτοια επιχειρήματα ακούγονταν συνεχώς, αλλά ήταν φανερό ότι όχι μόνο τους αξιωματικούς και τους απλούς αντάρτες που δεν ήσαν ενταγμένοι στο κομμουνιστικό κόμμα δεν έπειθαν, αλλά ούτε και την πλειοψηφία των κομματικών μελών.
         Ήρθε η ώρα που έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα και να πάρουν τα απολυτήρια από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, και άρχισαν οι συναισθηματισμοί. Μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές κρατούσαν δακρυσμένοι τα όπλα τους σαν εικονίσματα, τα φιλούσαν και τα άφηναν πάνω στο σωρό με ευλάβεια προσέχοντας μήπως οι κινήσεις τους και ο τρόπος που τα εναπόθεταν μειώσουν την αξία που είχαν γι’ αυτούς. Παραλάβαιναν ύστερα το απολυτήριο, λίγες οκάδες σιτάρι –τα κόλλυβα του ΕΛΑΣ, όπως τα έλεγαν, λίγα τρόφιμα  και μερικές εγγλέζικες πέννες που τους έδινε η διοίκηση, χαιρετούσαν φίλους και συναγωνιστές και έπαιρναν το δρόμο για τον τόπο τους, μόνοι ή παρέες, ο καθένας με το μπόγο του στον ώμο.
      Στηριγμένος με την πλάτη σε ένα παράπηγμα ο Δήμος παρακολουθούσε το βουβό παράπονο των μαχητών προσπαθώντας να βάλει σε κάποια σειρά τις σκέψεις του. Δεν μπορούσε ακόμα να παραδεχτεί πως ένας τέτοιος στρατός με τέτοιους μαχητές  και τόσο λαμπρούς αξιωματικούς, οδηγήθηκε στην ήττα και στο διασυρμό και υποχρεωνόταν να παραδώσει τα όπλα του στα καινούργια στρατεύματα κατοχής, τους δωσίλογους, και τους γερμανοοπλισμένους. Παρά τα όσα έλεγε ηγεσία και τα καθοδηγητικά όργανα για νίκη του λαού και τέτοια, ο Δήμος ήταν βέβαιος πως αυτοί θα κυβερνούσαν τη χώρα αύριο και ο λαός θα ξαναέμπαινε στη γωνία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά από σκόρπιες κουβέντες αξιωματικών και ανταρτών που δεν ήσαν ενταγμένοι στο κόμμα και δεν φοβούνταν να πουν τη γνώμη τους, γινόταν φανερό πως με τη συμφωνία της Βάρκιζας δεν εξασφαλιζόταν το αντιστασιακό κίνημα, πολύ περισσότερο δεν γινόταν κουβέντα για γενική αμνηστία των δεκάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ και στις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ. Ρε θα μας μπαγλαρώσουνε σύντομα και με το νόμο, είχε πει κάποιος, και θα μας σφάζουνε σαν αρνιά από το σωρό.
         Απορροφημένος από τις σκέψεις του δεν είδε το γαμπρό του το Βαγγέλη, το Στασινό και τον Κασσιάρα να τον πλησιάζουν, μέχρι που του μίλησε ο λοχίας:
- Καπετάνιε, τα απολυτήρια τα έχουν έτοιμα μέσα, του είπε κάνοντας ένα νεύμα προς το διοικητήριο, τι λες να ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά και να φύγουμε όλοι παρέα προς τα κάτω;
- Να φύγουμε όσο είναι πρωί ακόμα, συμπλήρωσε ο γαμπρός του, για να προλάβουμε να φθάσουμε στα χωριά μας προτού πέσει η νύχτα.
Τους παρατήρησε για μια στιγμή σιωπηλός και έκανε μια κίνηση αποδοχής, σαν να τους έλεγε ότι δεν έχει αντίρρηση στην πρότασή τους.
- Τα πράγματα αρχίζουν να αγριεύουν έξω, είπε ο λοχίας, καθώς τραβούσαν για το διοικητήριο. Προτού ακόμα παραδώσουμε τα όπλα η αντίδραση σηκώνει κεφάλι και προκαλεί δείχνοντας τα δόντια της. Πρέπει να προσέχουμε.
- Έχεις κάτι καινούργιο; ρώτησε ο Δήμος καρφώνοντας τον με το βλέμμα του.
- Δυο αντάρτες μας που πέρασαν χθες από τη Μπάριζα τα βρήκανε μπαστούνια, παρά λίγο να τους στριμώξουνε κάποια ρεμάλια. Ευτυχώς τα παιδιά διατηρήσανε την ψυχραιμία τους. Σκεφτείτε όμως τι έχει να γίνει όταν θα είμαστε άοπλοι.
       Ο Δήμος το σκεφτόταν από ημέρες. Ιδιαίτερα, γιατί κάθε τόσο όλο και κάποιο τέτοιο περιστατικό ακουγόταν. Χθες μάλιστα, ακούστηκε πως στα βόρεια της Αρκαδίας, στο Βελημάχι, αντιδραστικοί είχαν σκοτώσει στο ξύλο τον γραμματέα του ΕΑΜ. 
        Δυο βήματα πριν από το διοικητήριο σταμάτησαν, καθώς έβγαιναν από μέσα συζητώντας, ο Νταρής ο διοικητής του τάγματος, και ο καπετάνιος του.
- Α, να και τα Μελισσοχώρια! είπε πρόσχαρα ο Νταρής. Άντε, συναγωνιστές, παραδώστε τα όπλα κι ελάτε να πάρετε το απολυτήριό σας, να πάτε σπίτια σας, δεν έχει νόημα να καθόμαστε εδώ.
- Εγώ, συναγωνιστή διοικητή δεν το παραδίνω το όπλο μου, είπε ο Δήμος. Δώστε μου το απολυτήριο να φύγω.
        Και οι δυο τους, ο ταγματάρχης και ο καπετάνιος του τάγματος δεν έκρυψαν την έκπληξή τους. Mείνανε ακίνητοι παρατηρώντας για μια στιγμή τους άνδρες απέναντί τους, αλλά  την ίδια έκπληξη δοκίμασε και η συντροφιά του Δήμου.  Και εκείνοι, παρά τις προσπάθειες της ηγεσίας να ωραιοποιήσει την κατάσταση γύρω από τη συμφωνία της Βάρκιζας,  αισθάνονταν οργισμένοι, πικραμένοι και απογοητευμένοι για την τροπή που έπαιρνε η κατάσταση, την αποδέχονταν όμως, όπως έκαναν και όλοι οι ΕΛΑΣίτες αφού έβλεπαν ότι δεν μπορεί πλέον να γίνει κάτι άλλο. Και εκείνοι, πρώτη φορά άκουγαν το Δήμο να λέει ότι δεν θα παραδώσει το όπλο του. Ο καθένας τους έκανε την ίδια σκέψη: πως και αυτός δεν θα ήθελε να παραδώσει το όπλο του.
- Αυτό, τώρα συναγωνιστές, πως σας ήρθε; ρώτησε ήρεμα ο Ταγματάρχης. Τα όπλα όπως γνωρίζετε τα παραδίνουμε ύστερα από διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, και δεν εξαιρείται κανείς,
-  Με όλο το σεβασμό συναγωνιστές, να ξεκαθαρίσω πως μιλώ μόνο για τον εαυτό μου, είπε ο Δήμος. Δεν έχει γίνει καμιά κουβέντα με τους συναγωνιστές εδώ γύρω από αυτό το θέμα, και ούτε γνωρίζω τις απόψεις τους. Την διαταγή συναγωνιστή διοικητή δεν την αρνιέμαι, αλλά το όπλο μου δεν το χρωστώ σε κανέναν. Το είχα όταν μπήκα στον ΕΛΑΣ και είχα κι άλλα ακόμα. Θα το κρατήσω, γιατί είμαι βέβαιος πως πολύ σύντομα θα το χρειαστώ.
         Αυτό μας έλλειπε τώρα, σκέφτηκε ο Νταρής. Ούτε και σ’ εκείνον άρεσε η κατάσταση όπως διαμορφωνόταν με τη συμφωνία της Βάρκιζας. Δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στους Βρετανούς που έβλεπε ότι εγκαθιστούσαν κράτος ανδρείκελων στη χώρα. Πίστευε κι εκείνος πως ήταν εγκληματικό λάθος η υπογραφή της συμφωνίας και ότι προοιωνιζόταν πολλά δεινά για τους αντιστασιακούς, όμως τώρα έπρεπε να τηρηθούν οι υπογραφές- και σ’ αυτό,  η ηγεσία του ΕΛΑΣ, αλλά και η Καθοδήγηση του ΚΚΕ έδιναν μεγάλη σημασία. Ευτυχώς, μόνο ένα επεισόδιο  ανυπακοής είχε εκδηλωθεί. Κι αυτό, προχθές στη Στεμνίτσα από Γορτύνιους αντάρτες του 11ου συντάγματος που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους βλέποντας ότι η αντίδραση δείχνει τα δόντια της. Με τη σιωπηλή συναίνεση κάποιων αξιωματικών είχαν φύγει μερικοί με τον οπλισμό τους για τα χωριά τους και το επεισόδιο είχε αποσιωπηθεί για να μην πάρει διαστάσεις.
          Ο Νταρής εκτιμούσε πάρα πολύ το Δήμο, και η εκτίμησή του δεν μειωνόταν ούτε στο ελάχιστο για τα πρόσωπα του Στασινού, του Κασσιάρα και του Μπουρλέκα. Ήσαν μαζί από την πρώτη ώρα που μπήκε στον ΕΛΑΣ και η  συντροφική τους σχέση και εκτίμηση είχαν σφυρηλατηθεί στη φωτιά της μάχης πολλές φορές. Κι αυτό ήταν ένας ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο δεν επιθυμούσε να χαλάσουν τις καρδιές τους τώρα στο τέλος.
- Για πάμε μέσα να τα πούμε με την ησυχία μας, πρότεινε.
- Εγώ δεν βλέπω τι θα μπορούσαμε να πούμε, είπε ο καπετάνιος του τάγματος καθώς έμπαιναν στο γραφείο. Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ, εκτιμώντας την κατάσταση και πιστεύοντας ότι η χώρα μας έχει ανάγκη από ειρήνη και ομαλότητα υπογράψανε αυτή τη  συμφωνία με τους αντίπαλους , και όλοι καταλαβαίνουμε ότι από την πιστή τήρηση αυτής της συμφωνίας εξαρτάται η ομαλή εξέλιξη της χώρας μας που είναι και το ζητούμενο. Είμαστε επομένως υποχρεωμένοι όλοι μας, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, όχι μόνο να την τηρήσουμε, αλλά και να αγωνιστούμε για την τήρηση και την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας και από τις δυο πλευρές. Αν εμείς απαιτούμε να φύγουμε με το ντουφέκι στον ώμο, πως έχουμε την απαίτηση από την άλλη πλευρά να καταθέσει τα όπλα και να ηρεμήσει ο τόπος;
- Εντάξει, είπε ο Νταρής, κάνοντας μια κατευναστική κίνηση. Μεταξύ μας είμαστε. Σύντροφοι και συναγωνιστές που παλέψαμε και συνεχίζουμε να παλεύουμε για τον ίδιο σκοπό. Μπορούμε νομίζω, να μιλήσουμε χωρίς τυπικότητες. Πες μας, Δήμο, τι είναι εκείνο που παρά τις διαταγές σε κάνει να επιμένεις να μην παραδώσεις το όπλο σου; 
     Ο Δήμος του αντιγύρισε το βλέμμα σοβαρός. Σκεπτικός. Αλλά αποφασισμένος. 
- Φοβάμαι πως δεν μπορώ να απαντήσω με δυο λόγια μόνο, απάντησε. Πρώτα – πρώτα, το όπλο μου το πήρα πολεμώντας τους εχθρούς της πατρίδας, και δεν αισθάνομαι να το χρωστώ σε κανέναν. Θέλω να γυρίσω με το όπλο στο σπίτι μου και να το κρεμάσω να το βλέπουν τα παιδιά μου. Για να ξέρουν γιατί πολέμησα, και να το έχουν σαν παράδειγμα. Πραγματικά δεν το χρωστώ σε κανέναν.
   Ο Νταρής σφίχτηκε. Αλλά προσπάθησε ξανά.
- Εντάξει ρε Δήμο, δεν το χρωστάς όπως και όλοι μας, από τον εχθρό τα πήραμε. Όμως, είπαμε να σταματήσει ο πόλεμος να ησυχάσουμε και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα, να πάμε μπροστά. Γι’ αυτό  υπογράψαμε αυτή τη συμφωνία. Και αφού βάλαμε την υπογραφή μας πρέπει να την τηρήσουμε. 
- Γι’ αυτό είπα προηγουμένως πως δεν μπορώ να απαντήσω με δυο λόγια, επέμεινε ο Δήμος. Και δεν ξέρω τι γίνεται πια. Μέχρι πριν λίγες μέρες, προτού υπογράψουμε τη συμφωνία της Βάρκιζας, λέγαμε πως δεν θα αποστρατευτεί και δεν θα αφοπλιστεί ο ΕΛΑΣ αν δεν αφοπλιστούν πρώτα οι γερμανοοπλισμένοι εθνοπροδότες και οι συμμορίες της αντίδρασης. Αν δεν πραγματοποιηθούν πέρα για πέρα οι σκοποί του ΕΑΜ. Αν δεν φθάσει ελεύθερος ο λαός μπροστά στις κάλπες. Λέγαμε πως ο ΕΛΑΣ είναι η εγγύηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού. Τώρα βλέπω ότι παραδίνουμε τα όπλα  σ’ αυτούς. Και μάλιστα, όλοι βλέπουμε πως η αντίδραση βιάζεται να μας περιλάβει και άρχισε τις προκλήσεις προτού ακόμα παραδώσουμε τα όπλα. «Σκεφτείτε τι έχει να γίνει όταν θα είμαστε άοπλοι», είπε πριν λίγο ο Στασινός- και έχει απόλυτα δίκιο.
    Τους κοίταξε όλους έναν ένα και συνέχισε. 
-Φύγαμε από την Αθήνα πριν από ένα περίπου μήνα και την παραδώσαμε ουσιαστικά στους Εγγλέζους και στις οπλισμένες συμμορίες της δεξιάς και των συνεργατών του εχθρού και είπαμε πως δεν νικηθήκαμε αφού υπάρχει ο ΕΛΑΣ και αφού όλη η Ύπαιθρος, η υπόλοιπη Ελλάδα είναι ελεύθερη. Τώρα αποστρατεύεται ο ΕΛΑΣ που ήταν η εγγυήτρια δύναμη του λαού- και παραδίνει και τα όπλα. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον ελεύθερη, αφού τις περιοχές που αφήνουμε εμείς, τις καταλαμβάνουν αμέσως τα εγγλέζικα στρατεύματα. Και όλα αυτά που λέγαμε, για λαϊκή κυριαρχία, για το δικαίωμα του λαού να αποφασίσει μόνος του για το πολίτευμα και για το πώς θα κυβερνηθεί, τα αφήνουμε στην κρίση της οπλισμένης αντίδρασης που είναι γνωστό πως βγάζει μπιμπίκια όταν ακούει για λαϊκή κυριαρχία. Με λίγα λόγια, συναγωνιστές, παρόλο που δεν θέλω και δεν μπορώ να το πιστέψω, διαπιστώνω ότι νικηθήκαμε και ότι δυστυχώς, ο αγώνας μας πήγε χαμένος. Γι’ αυτό δεν θα παραδώσω το όπλο μου. Είμαι βέβαιος πως πολύ σύντομα θα το χρειαστώ, επέμεινε ξανά.
      Ο καπετάνιος του τάγματος, φανερά ταραγμένος, παρατήρησε ότι ήταν πρωτοφανές αυτό που συνέβαινε. Συνέχισε λέγοντας ότι δεν μπορούσε να πιστέψει την αμφισβήτηση των αρχών της ηγεσίας και ότι ήταν ολοφάνερο πως αυτή η στάση υπονόμευε το λαϊκό κίνημα και δυναμίτίζε τον αγώνα για ομαλότητα. Ξέκοψε πως η παράδοση του οπλισμού ήταν διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ και δεν συζητιόταν. Ότι θα έπρεπε να κατανοήσουν όλοι πως η συμφωνία της Βάρκιζας ήταν επιτυχία του κινήματος γιατί έβαζε τέρμα στον πόλεμο και σταματούσε την σφαγή και την αιματοχυσία του λαού της Αθήνας, ότι ήταν ένας αναγκαίος τακτικός ελιγμός στις δοσμένες συνθήκες, ότι κατοχύρωνε την ιδεολογική ελευθερία μέσα στις τάξεις του καινούργιου στρατού της χώρας που επρόκειτο να δημιουργηθεί, ότι και εκείνοι από τους πρώην ΕΛΑΣίτες που δεν θα έμπαιναν στον καινούργιο στρατό, θα έμπαιναν στην πρώτη γραμμή του δημοκρατικού κινήματος και του αγώνα  για την ανόρθωση της χώρας και κατέληξε λέγοντας "στο κάτω κάτω, αν η κυβέρνηση  Πλαστήρα θελήσει να παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας, εμείς εδώ είμαστε, θα ξαναπάρουμε τα όπλα".
           Στην κουβέντα μπήκαν και ο Κασσιάρας με το Στασινό και τον Μπουρλέκα. Δίχως να πτοηθούν από τους κεραυνούς του καπετάνιου, δήλωσαν και εκείνοι πως ήταν κοινό μυστικό πλέον ότι η αντίδραση άρχισε να προκαλεί και ότι θα κρατούσαν και αυτοί τα όπλα τους, γιατί ήσαν βέβαιοι πως κυβέρνηση που στηρίζεται στους Εγγλέζους και στην ντόπια αντίδραση θα παραβίαζε τη συμφωνία. Και τότε, αναγκαστικά θα χρειαζόταν να ξαναπάρουν τα όπλα, για προστασία των ίδιων και των οικογενειών τους. Επέμειναν όπως και ο Δήμος, ότι δεν ακουγόταν τίποτα για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ αντίθετα εξοπλίζονταν ξανά οι ταγματασφαλίτες, ότι πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων η παλλαϊκή απαίτηση για ξεκαθάρισμα του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία, όπως επίσης η απαίτηση για τιμωρία των δωσίλογων και των κάθε λογής συνεργατών του εχθρού.
 - Όσο για τις διακηρύξεις μας για σεβασμό των πολιτικών κατακτήσεων του λαού και των δημοκρατικών του  δικαιωμάτων, αυτά μόνο σαν πικρή ανάμνηση θα τα θυμόμαστε, είπε με πίκρα ο Στασινός.  
       Η κατάσταση σοβάρευε, καθώς άρχισε να διευρύνεται το ακροατήριο και με άλλους βαθμοφόρους του τάγματος, οι οποίοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Ο καπετάνιος επέμενε αυστηρά στην παράδοση του οπλισμού, επαναλαμβάνοντας ότι η τήρηση της συμφωνίας ήταν υποχρέωση και ιερό καθήκον του καθενός. Ο Νταρής όμως, που έβλεπε ότι υπήρχαν εξήντα–εβδομήντα ακόμα αντάρτες που δεν είχαν παραδώσει, δεν ήθελε να πάρει διαστάσεις το θέμα. Προπάντων, δεν το βάσταγε η καρδιά του να το τελειώσει με την ψυχρή επίκληση της διαταγής του Γενικού Στρατηγείου. Τι να πει σ’ αυτούς τους άνδρες, τους πρωταντάρτες, που πριν ακόμα δημιουργηθεί ο ΕΛΑΣ, είχαν σηκώσει τη σημαία της αντίστασης κατά του κατακτητή και από τότε δεν είχαν λείψει από καμιά μάχη; Ή μήπως είχαν άδικο στα επιχειρήματά τους, που και τον ίδιο απασχολούσαν έντονα και συμφωνούσε μαζί τους; Ανησυχούσε και αυτός σοβαρά για την προσωπική του τύχη, αφού ήταν φανερό πως στη συμφωνία της Βάρκιζας δεν γινόταν λόγος για αναγνώριση της εθνικής αντίστασης. Φοβόταν όπως και πολλοί ακόμα, ότι εφόσον η κυβέρνηση στηριζόταν στους χίτες, τους ταγματασφαλίτες και τους κάθε λογής εθνοπροδότες, οι αντιστασιακοί θα αντιμετώπιζαν διωγμούς στο μεταπολεμικό κράτος. Οι ισχυρισμοί της ηγεσίας και της καθοδήγησης ότι στον εθνικό στρατό που θα δημιουργηθεί θα έχουν δικαίωμα να καταταγούν και αντάρτες και αξιωματικοί που υπηρέτησαν στον ΕΛΑΣ, σαν ξενέρωτο αστείο του ακουγόταν, αφού ήδη η Εθνοφυλακή πλαισιωνόταν από αξιωματικούς των ταγμάτων ασφαλείας και επιλεγμένους φασίστες. Σαν διοικητής του τάγματος είχε και την τελική ευθύνη όμως, οπότε αποφάσισε να το διακινδυνέψει και να δώσει ένα τέλος στο πρόβλημα.
- Ας το δούμε και λίγο διαφορετικά, είπε απευθυνόμενος στο Δήμο. Έτσι κι έτσι τα όπλα που παραδίνουμε δεν είναι μετρημένα και δεν θα τους λείψουν από το μέτρο. Πες ότι φεύγετε με τα όπλα σας ή και με κάποια ακόμα που μπορείτε να μεταφέρετε. Πως το βλέπετε, τι εντύπωση θα δημιουργήσετε στον κόσμο που θα σας βλέπει οπλισμένους  ώσπου να φθάσετε στα χωριά σας; Και πρώτα πρώτα, στην αντίδραση που θα ισχυριστεί ότι παραβιάζουμε τη συμφωνία.
- Γιατί, είναι ανάγκη να κάνουμε επίδειξη στο δρόμο; ρώτησε ο Δήμος. Μπορούμε να τα κρύψουμε και να μην πάρει χαμπάρι κανείς τίποτα. 

           Από τους πρώτους αξιωματικούς του τάγματος, ο Νταρής, από την ώρα που δημιουργήθηκε σαν αυτόνομη μονάδα, αλλά και με δεδομένη την εκτίμηση που έτρεφαν οι αντάρτες και οι αξιωματικοί στο πρόσωπο του, δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να πείσει και τους άλλους εκεί πως δεν θα χάλαγε ο κόσμος αν ο Δήμος και μερικοί αντάρτες από τα Μελισσοχώρια φεύγανε με τον οπλισμό τους, αρκεί να  τον έκρυβαν και να ήσαν προσεκτικοί ώστε να μην δοθούν αφορμές στην αντίδραση. Υπήρχε άλλωστε και η μυστική εντολή, το τάγμα,  με κάθε μυστικότητα να κρύψει κάποια  όπλα. Έπειτα, ήταν σε όλους γνωστή η ιστορία του Δήμου σαν πρωταντάρτη και τα κατορθώματά του στο Σφεντάμι, στο Νερό του Φίλιππα και στη Μπάριζα, προτού δημιουργηθεί ο ΕΛΑΣ. Ακόμα, οι αξιωματικοί γνώριζαν το γεγονός πως και στη Στεμνίτσα,  Γορτύνιοι αντάρτες είχαν αρνηθεί να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Ήθελε δεν ήθελε, συμφώνησε τελικά και ο καπετάνιος του τάγματος. 
        Την επομένη τα χαράματα, είκοσι περίπου αντάρτες μαζί με το Δήμο φύγανε για τα Μελισσοχώρια, με επιλεγμένα όπλα κάτω από τις χλαίνες τους και ανάμεσα στα προσωπικά τους αντικείμενα. Παρά τις συνεχείς και επίμονες προσπάθειες της καθοδήγησης να πείσει ότι όχι μόνο δεν χάθηκε ο αγώνας, αλλά ότι η ηγεσία θα έχει τον πρώτο λόγο στις εξελίξεις αφού η Ελλάδα παραμένει ελεύθερη και το ΕΑΜ παντοδύναμο, όλοι τους, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, ήσαν βέβαιοι για το αντίθετο. Ο αγώνας είχε χαθεί, ο ηρωικός και ένδοξος ΕΛΑΣ διαλυόταν άδοξα και υποχρεωνόταν να παραδώσει τον οπλισμό του στην αντίδραση, κι εκείνοι γυρνώντας στα χωριά τους θα έπρεπε να προσπαθήσουν με διάφορες δικαιολογίες να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

(Απόσπασμα από βιβλίο μου σχετικό με την Εθνική Αντίσταση).

 

 


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Η περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη

 


Κάπου διάβασα ότι η Ιστορία για να σταθεί, για να γραφτεί (κάπως έτσι τέλοσπάντων), έχει ανάγκη από μύθους. Κα ένας τέτοιος, Εθνικός μάλιστα μύθος είναι και η περικεφαλαία του γέρου του Μωρηά.

Είχα δει παλιότερα κάνοντας ζάπινγκ στην tv, μια σκηνή από μια σχετική με την ελληνική Επανάσταση ταινία, που έδειχνε τον Κολοκοτρώνη – τον υποδυόταν ο Διον Παπαγιαννόπουλος ή ο Γ Αρμένης - με μια τεράστια αρχαιοπρεπή κεφαλαία να έχει βγει μπροστά και να προσπαθεί να σταματήσει τους Έλληνες που το βάζανε στα πόδια. Είχα σκεφτεί πόσο ανόητος και ανιστόρητος (;) πρέπει να ήταν  ο σκηνοθέτης ή ο σεναριογράφος που έδειχνε τον αρχιστράτηγο του Αγώνα σε  ώρα μάχης μάλιστα να φορά αυτή την περικεφαλαία, που τον ξεχώριζε ανάμεσα στους μαχητές του σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, και ένα καλό ντουφέκι θα μπορούσε να τον στοχοποιήσει από εκατοντάδες μέτρα μακριά. Νέος ακόμα τότε, καθώς η βασική μου προτεραιότητα ήταν  ο άρτος ο επιούσιος, το διάβασμα ήταν πολυτέλεια και δεν με είχε απασχολήσει άλλο η περικεφαλαία του Κολοκορώνη.

Είχα ξεχάσει το θέμα, μέχρι τελευταία που έπεσε στα χέρια μου ένα εξαίρετο βιβλίο, το μικροΜέγα ΚΟΛΟΚΟΤΩΝΕΪΚΟ – ΔΟΚΙΜΙΟ/ΙΣΤΟΡΙΑ του γνωστού συγγραφέα ιστοριοδίφη Νίκου Δ. Πλατή, που πραγματεύεται θέματα σχετικά με το 21, και ασχολείται και με την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη.

Διαβάζουμε λοιπόν σε τούτο το βιβλίο ότι το 1884 οι Αναπλιώτες – οι παντού ψεύτες κατά τον Κολοκοτρώνη – που θέλανε να τον τιμήσουν με έναν ανδριάντα,

καταφέρανε να συγκεντρώσουν το απαραίτητο ποσό για την αμοιβή του γλύπτη, και ύστερα από σχετικές διαδικασίες και διαγωνισμό αναθέσανε στον επιφανή τότε καλλιτέχνη Λάζαρο Σώχο τη δημιουργία του.

Ανέλαβε λοιπόν ο γλύπτης, και αφού μελέτησε πρόσωπα εν ζωή συγγενών του γέρου του Μοριά, τη φορεσιά του και τον οπλισμό του, ακόμα και την ιπποσκευή του, χρησιμοποίησε και το εκμαγείο το νεκρού, και μετά από τις σχετικές έρευνες τους παρουσίασε κάποια προσχέδια του ανδριάντα, που μόλις τα αντικρύζουν οι Ναυπλιώτες «παθαίνουν κατιτίς συγγενές με την οχλαγωγία». Γιατί, ενώ περιμένανε να αντικρίσουν μια φανταχτερή προσωπικότητα – ο Κολοκοτρώνης είχε πεθάνει πριν 41 χρόνια -  είδαν «το γέρο του Μοριά με ξυρισμένο το μισό κεφάλι και μακριά χαίτη αλλά αρβανίτικα».

                                    

Ο Κολοκοτρώνης όπως ήταν το1824
λιθογραφία του ζωγράφου Adam Friedel

Είναι αλήθεια ότι ο Κολοκοτρώνης ποτέ του δεν φόρεσε στον Αγώνα κανενός είδους περικεφαλαία, ούτε αρχαιοελληνική ούτε … χριστιανική. Κυκλοφορούσε με ξυρισμένο το εμπρός μισό της κεφαλής του και ένα μικρό φέσι κατά την συνήθεια των Αλβανών πολεμιστών, και με σχετική μαλούθρα στο σβέρκο του.

Η σωζόμενη στην Παλαιά Βουλή περικεφαλαία είναι αγγλική, εξάρτημα στολής ταγματάρχη και την είχε όταν  υπηρετούσε μισθοφόρος στο 1ο Σύνταγμα Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού που είχαν ιδρύσει οι Άγγλοι στη Ζάκυνθο το 1812. Την κρατούσε ως ενθύμιο.

Οι Ναυπλιώτες που δεν μπορούσαν να φανταστούν το γέρο του Μοριά με Αρβανίτικη εμφάνιση υποχρεώσανε τον καλλιτέχνη να του κοτσάρει  μια αρχαιοπρεπέστατη και όλο μεγαλείο περικεφαλαία που δεν είχε φορέσει ποτέ.  Τι να κάνει, τι να κάνει ο Σώχος, δέχτηκε την εντολή τους και έφτιαξε τον ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία και τις παχιές μουστάκες του. Δεν μπορούσε όμως να χωνέψει την πλαστοπροσωπία στην οποία είχε υποχρεωθεί να συμμετάσχει, και φρόντισε να χαράξει ένα μήνυμα κάτω από την περικεφαλαία που έμεινε κρυμμένο για 118 ολόκληρα χρόνια και ανακαλύφθηκε από τύχη σε κάποιες εργασίες συντήρησης  μόλις το 2002. Γράφει το μήνυμα: «Παρά την θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία. Paris 1909». 

Το άγαλμα κατασκευάστηκε το 1891 – 1895 στο Παρίσι και χύθηκε σε δυο αντίτυπα από ορείχαλκο – κράμα χαλκού – που προερχόταν από κανόνια που είχαν χρησιμοποιηθεί στον Αγώνα και φυλάσσονταν στο Κάστρο στο Παλαμήδι. 

Ο πρώτος ανδριάντας στήθηκε το 1901 στο Ναύπλιο – πάρκο Κολοκοτρώνη σήμερα -  και ο δεύτερος το 1904 στην Αθήνα όπου υπήρξαν διαφωνίες για το σημείο που θα στηνόταν, καθώς άλλοι πρότειναν να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο και άλλοι στην πλατεία μπροστά στην Παλαιά Βουλή.

 

           

Επικράτησε η δεύτερη άποψη, ο Κολοκοτρώνης άλλωστε κατά το 1835 είχε χτίσει και το σπίτι του εκεί στη γωνία περίπου των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη  και Λέκκα, και το άγαλμα στήθηκε στη γωνία Κολοκοτρώνη και Σταδίου ενώ η πλατεία ονομάστηκε πλατεία Κολοκοτρώνη. Αργότερα, στις εργασίες διαμόρφωσης της πλατείας κατά το 1954 το άγαλμα μετακινήθηκε επί της Σταδίου εκεί που βρίσκεται σήμερα.

Απορίες στους γνωρίζοντες δημιούργησε η στάση του αλόγου που έχει δώσει ο καλλιτέχνης, καθώς το αναπαριστά με το ένα του πόδι στον αέρα. Και τούτο, γιατί στην διεθνή γλυπτική το να έχει το άλογο τα δυο του πόδια στον αέρα σημαίνει ότι ο αναβάτης του πέθανε στη μάχη, ενώ αν έχει και τα τέσσερα πόδια στο έδαφος σημαίνει ότι πέθανε από φυσικό θάνατο. Και ο γέρος του Μοριά από φυσικό θάνατο πέθανε.

Υπάρχει και στην Τρίπολη ανδριάντας του έφιππου Κολοκοτρώνη του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου που στήθηκε στην πλατεία Άρεως το 1971 στη γιορτή της άλωσης της Τριπολιτζάς. Μικρότερα αγάλματα και προτομές υπάρχουν στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας, στο Άργος κ.α.

Αυτός περίπου είναι ο μύθος με την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη που του την φορέσανε χωρίς να τον ρωτήσουν και τα σχετικά μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος να τα δει στο βιβλίο που προανέφερα, αλλά και, μέσω της Google σε πολλές και διάφορες ιστοσελίδες με πολλές λεπτομέρειες