Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Το ξύλινο αλέτρι στην καλλιέργεια της Γης

 


Είναι το γεωργικό εργαλείο που και με τη βοήθεια δυο ζωντανών – βόδια, μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια – που το σέρνουν, από αρχαιοτάτων χρόνων χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο για να καλλιεργεί τη Γη. Η χρήση του χάνεται στα βάθη των αιώνων, και από πολλούς θεωρείται ως το βασικό εργαλείο με το οποίο έγινε η πρώτη παγκόσμια γεωργική πολιτιστική επανάσταση κατά τον 12ο αιώνα π.χ. όταν ο άνθρωπος σταμάτησε να περιφέρεται και επέλεξε μόνιμους τόπους διαμονής.
                   Με το κυνήγι, καρπούς δένδρων, φρούτα, λαχανικά, γάλα τρεφόταν ο πρωτόγονος άνθρωπος, μέχρι που κατά την νεολιθική εποχή (10.000 έως 3.000 π.χ.) όπως υπολογίζουν οι ειδικοί ανακάλυψε την καλλιέργεια της γης, και άρχισε να χρησιμοποιεί διάφορα πρωτόγονα εργαλεία για το σκάψιμο και το φύτεμα. Εργαλεία φτιαγμένα από οστά, λίθινα ή ξύλινα με λίθινη άκρη για τις ανάγκες της καλλιέργειας, μέχρι που κάνει την εμφάνισή του ο χαλκός (και ο σίδηρος αργότερα), και χρησιμοποιείται στην κατασκευή των εργαλείων.
Το αλέτρι, μπορεί στην αρχή να ήταν ένα κυρτό ξύλο που το τραβούσε ο άνθρωπος, και με το πέρασμα των αιώνων εξελίχτηκε. Ιδιαίτερα μετά τη λίθινη εποχή που ανακαλύπτεται ο σίδηρος.
      Η ανακάλυψη και χρήση του αλετριού, του αρότρου, υπολογίζεται κατά τη λίθινη εποχή, ενώ υπάρχουν αποδείξεις ότι στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία το χρησιμοποιούσαν γύρω στο 4000 π.χ. σε φυτείες σιταριού και κριθαριού. Με δυο βόδια να το σέρνουν, και τον γεωργό να τα οδηγεί.
Πιθανολογείται ότι σε ήμερα εδάφη στα πρώτα χρόνια της χρήσης του μπορεί να το έσερνε και ο άνθρωπος μόνος του, ώσπου να ανακαλύψει το ζέψιμο των ζώων. Θυμάμαι κατά το 1943 που οι Γερμανοί είχαν υποδουλώσει τη χώρα μας και είχαν επιτάξει τα μουλάρια για τις μεταφορικές ανάγκες των στρατευμάτων τους, τριαντάρης τότε ο πατέρας μου, δοκίμασε να οργώσει τη Ρούγα σέρνοντας το αλέτρι μόνος του, με τη γυναίκα του να κρατάει το χερούλι και το αλέτρι σε ισορροπία, Από φυσικού του όμως σκληρό το έδαφος της Ρούγας, παρόλο που ο πατέρας μου ήταν σκληροτράχηλος και χειροδύναμος, δεν κατάφερε να τραβήξει ούτε μια αυλακιά της προκοπής, και εγκατέλειψε την προσπάθεια.
Ένας φίλος του από κοντινό χωριό, ο Δαυλόγιαννης από την Κοκκινοράχη, έφερε τα βόδια του εκείνη τη χρονιά και όργωσε τα χωράφια του πατέρα μου.
                 Πληροφορίες για το αλέτρι, τη χρήση και την κατασκευή του υπάρχουν στον Ησίοδο, στα «Έργα και ημέρες» του, ενώ και στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια γίνεται αναφορά στο «πηκτρόν άροτρο», ένα πιο σύγχρονο και ανθεκτικό αλέτρι, που δύσκολα έσπαζε, κλπ.
Το αλέτρι είναι ξύλινο εργαλείο με σιδερένιο το υνί που σκίζει το έδαφος, και το σέρνουν ένα ζευγάρι βόδια, άλογα, μουλάρια, ή γαϊδούρια.
Σε περιπτώσεις όμως που το χωράφι ήταν ήμερο και καλοδουλεμένο, μπορούσε να δουλέψει και το λεγόμενο μονοζεύλι, να σέρνει δηλαδή το αλέτρι ένα μόνο του ζωνρτανό.
Μέχρι τον 15ο π.χ. αιώνα που ανακαλύφθηκε ο σίδηρος, οπότε ξεκίνησε η κατασκευή αλετριών από σίδηρο, και αργότερα με την ανακάλυψη του τρακτέρ προσαρμόζεται και δουλεύει με … βιομηχανική ιπποδύναμη.
         Κατά καιρούς εφαρμόστηκαν διάφοροι τύποι αλετριού στην καλλιέργεια για διάφορες χρήσεις, όπως για παράδειγμα, είχαν εφαρμόσει ένα χωνί πάνω στο υνί για να ρίχνει το σπόρο κατά τη διάρκεια του οργώματος.
                                 Στα καθ’ ημάς στο ελλαδικό χώρο, στη γεωργία και την καλλιέργεια κυριαρχεί με διάφορες εκδοχές ο μύθος του Τριπτόλεμου και της θεάς Δήμητρας.
Σύμφωνα λοιπόν με ένα μύθο των Ελευσίνιων Μυστηρίων, σε μια από τις περιπλανήσεις της με το ιπτάμενο άρμα της που το σέρνανε φτερωτοί δράκοντες, η θεά Δήμητρα προσγειώθηκε κοντά στο Καλλίχορον φρέαρ «στην αγέλαστο πέτρα» στην Ελευσίνα. Και επειδή έμεινε ευχαριστημένη από τη φιλοξενία που της παρείχαν, ύστερα και από πολλές … μυθολογικές εκδοχές, η Δήμητρα που ήταν θεά της γεωργίας, της καλλιέργειας και της γονιμότητας, έδωσε εντολή σε έναν από τους τέσσερεις βασιλιάδες της Ελευσίνας τον Τριπτόλεμο, να φύγει με το άρμα της φορτωμένο με σιτάρι και να διδάξει και σε άλλους λαούς την καλλιέργεια της γης, την τέχνη της σποράς του σίτου και του θερισμού των χωραφιών.
       Στην περιήγησή του σε διάφορες χώρες - ακόμα και στη Συρία έφθασε - ο Τριπτόλεμος αντιμετώπισε αντιδράσεις και κινδύνους, ακόμα και για την ίδια του τη ζωή, αλλά η θεά Δήμητρα τον προστάτεψε. Τέτοια, ή παράλληλες περίπου εκδοχές καταγράφονται στη Μυθολογία και άλλων λαών, και στην Κινέζικη παράδοση.

Σιδερένιο αλέτρι.Εικόνα από διαδίκτυο
Στη Γορτυνία, στα χωριά της πάνω Ηραίας μέχρι τα μέσα σχεδόν του περασμένου αιώνα, το πολύ και τη δεκαετία του ’60 που σταμάτησαν οι γεωργικές δραστηριότητες λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης, , χρησιμοποιούσαν το ξύλινο αλέτρι που το σέρνανε μουλάρια ή βόδια. Αποτελείται δε το αλέτρι από τα εξής μέρη: Την αλετροπόδα σε σχήμα ορθής γωνίας που πάνω της στηρίζεται ολόκληρο το εργαλείο, το σταβάρι, το χερουλάτη ή χερούλι, τη σπάθα, τα φτερά και το υνί.
                   Το αλέτρι και όλα τούτα τα εξαρτήματα μην φανταστείτε ότι μπορούσε ο γεωργός να τα αγοράσει από κάπου. Έπρεπε να βρει τα κατάλληλα ξύλα στα δάση στην περιοχή του χωριού του, και με μοναδικά εργαλεία ένα χειροπρίονο και ένα σκεπάρνι, κόβοντας και πελεκώντας με υπομονή και επιμονή να τα διαμορφώσει στις σωστές τους διαστάσεις και να τα συναρμολογήσει. Μόνο το υνί που ήταν σιδερένιο έπρεπε να προμηθευτεί από γύφτο.
    Από αιώνων επικρατεί η άποψη ότι καλύτερο ξύλο για το αλέτρι είναι το πουρνάρι – αυτό άλλωστε συνιστά και ο Ησίοδος – αλλά, στην ανάγκη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ο πλάτανος που είναι ανθεκτικό και καλοδούλευτο ξύλο, όπως επίσης και το σφεντάμι, η αγριελιά κλπ.
Στα χωριά μας αφθονεί το πουρνάρι, έχουμε όμως και πλατάνια και σφεντάμια.
Σε πουρνάρι κυρίως ο γεωργός έπρεπε να επισημάνει ένα κορμό είκοσι περίπου εκατοστών πάχους και ενάμισι τουλάχιστον μέτρου μήκος, από τον οποίο σε σχήμα ορθής γωνίας να ξεκινάει ένα παρακλάδι πάχους περίπου 10 εκατοστών. Θα κόψει τον κορμό με τσεκούρι ή χειροπρίονο, φροντίζοντας να είναι πανσέληνος όταν κάνει αυτή τη δουλειά, θα τον ξακρίσει σε διαστάσεις ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά τουλάχιστον από τη μία την πιο χοντρή πλευρά, γύρω στα τριάντα με σαράντα εκατοστά από την λεπτότερη πλευρά, και έχει στα χέρια του το ξύλο με το οποίο θα φτιάξει την αλετροπόδα που είναι και το βασικότερο εξάρτημα του αλετριού. Θα το φορτώσει στο μουλάρι του ή θα το φορτωθεί ο ίδιος στον ώμο του και θα το μεταφέρει στο χωριό. Με την ησυχία του όποτε έχει χρόνο με υπομονή και επιμονή θα πελεκήσει το ξύλο με το σκεπάρνι του, και με τη βοήθεια ενός ξυλοφάγου (αρνάρι το λέγανε στο χωριό μας) θα διαμορφώσει την αλετροπόδα που πάνω της στηρίζεται το αλέτρι, ανοίγοντας παράλληλα κει τρεις τρύπες πάνω της με ένα σκαρπέλο.
                          Στην πρώτη τρύπα, ακριβώς στο σημείο που σχηματίζει γωνία το ξύλο, θα εφαρμόσει το χερούλι ή χερουλάτη, γύρω στο ένα μέτρο ύψος με μια λαβή δέκα δεκαπέντε εκατοστών, με το οποίο κουμαντάρει το αλέτρι και το ζευγάρι κατά τη διάρκεια του οργώματος.
Επειδή το σημείο δέχεται πολύ πίεση, θα το εφαρμόσει καλά πάνω στην όρθια πλευρά της αλετροπόδας, ενισχύοντας τη σύνδεση με δυο τρεις συνδέσμους από λαμαρίνα.
Στη δεύτερη τρύπα κοντά στη γωνιά θα «φυτέψει» το σταβάρι που έχει επιλέξει με τον ίδιο τρόπο και το έχει πελεκήσει και λειάνει υπομονετικά φροντίζοντας να του ανοίξει με το σκαρπέλο και την σχετική τρύπα για να περάσει η σπάθα
Το σταβάρι είναι ένα μακρύ ξύλο, κάτι σαν κυρτό δοκάρι δύο δυόμισι περίπου μέτρων μήκους και οχτώ με δέκα εκατοστά πάχους που συνδέει το αλέτρι με το ζευγάρι ( τα ζα, τα ζωντανά, τα δυο μουλάρια, άλογα, βόδια ή γαϊδούρια),
Θα στερεώσει το σταβάρι στην αλετροπόδα περνώντας από την τρύπα τη σπάθα και θα την στερεώσει με ξύλινες σφήνες, και στο σταβάρι και στην τρύπα της αλετροπόδας. Η σπάθα συνδέει το σταβάρι με την αλετροπόδα και το σταθεροποιεί, αλλά κανονίζει, ρεγουλάρει, και το βάθος που θα οργώνει το αλέτρι. Στην κατάληξη της αλετροπόδας θα εφαρμόσει τα φτερά, μια πελεκητή διχάλα που τοποθετείται κάτω από το υνί για να αναδεύει και να σκορπάει το χώμα καθώς το αλέτρι ανοίγει το αυλάκι. Τέλος, πάνω στα φτερά, στην άκρη της αλετροπόδας στερεώνεται το υνί, και το αλέτρι είναι έτοιμο.
Υπάρχει ακόμα ο ζυγός, ένα ξύλινο κοντάρι ενάμισι μέτρου μήκους που με ένα γάντζο συνδέεται πάνω στο σταβάρι, από το οποίο ξεκινούν τα λουριά που συνδέουν τα δυο ζωντανά που τραβάνε το αλέτρι. Περιττό να πούμε ότι με τον ίδιο τρόπο από τα δέντρα, προμηθευόταν ο γεωργός και τα στειλιάρια για τους κασμάδες και τα σκεπάρνια του.
Για να ζέψουν στο αλέτρι μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια, χρησιμοποιούσαν τις λαιμαριές από δέρμα και άχυρο που τις περνούσαν στο λαιμό τους, και σε γάντζους που τοποθετούσαν πάνω τους συνδέανε τα ζυγόσκοινα με το ζυγό και το αλέτρι για να μπορεί να τα οδηγεί ο ζευγολάτης.
        
Φωτό από διαδίκτυο
Για το ζέψιμο των βοδιών χρησιμοποιούσαν τη ζεύλα, ένα ξύλινο εξάρτημα ενάμισι περίπου μέτρου που το στερεώνουμε στο σβέρκο τους. Από τρύπες κατέβαζαν κάθετα από ένα ξύλο αριστερά και δεξιά του ζώου εβδομήντα ογδόντα περίπου εκατοστών μήκους και τριών πάχους, και κάτω από το λαιμό τους περνούσαν ένα λουρί από δέρμα ή σκοινί Μια ανεστραμμένη δηλ λαιμαριά. Κρατούσαν έτσι ενωμένο το ζευγάρι, και το συνδέανε με το σταβάρι. Ευνόητο είναι ότι το ζευγάρι, τα δύο ζωντανά δηλαδή που έζευε ο ζευγολάτης στο αλέτρι, έπρεπε να γνωρίζονται μεταξύ τους, να είναι περίπου ισοδύναμα, να έχουν δλδ την ίδια περίπου ηλικία για να ταιριάζουν και να μπορούν να ανταπεξέλθουν στον κάματο, να αποδώσουν καλύτερα.
Στο χωριό μας το Ψάρι Γορτυνίας, κάνα δυο οικογένειες τρέφανε βόδια για τις γεωργικές τους ανάγκες μέχρι τα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα. Επειδή η περιοχή είναι ορεινή και τα χωράφια μας σκληρά και πετρώδη, οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κυρίως τα μουλάρια για τις γεωργικές τους εργασίες που είναι πιο ανθεκτικά, και για την καλλιέργεια της γης με το αλέτρι. Κάθε σπίτι, σχεδόν κάθε νοικοκυριό είχε το μουλάρι του, κάποιοι όμως ευπορότεροι νοικοκυραίοι είχαν και δεύτερο.
Τα άλογα δεν τα προτιμούσαν στα χωριά μας λόγω του ορεινού ανάγλυφου, του άγριου τοπίου. Το άλογο ευδοκιμεί και αποδίδει σε ήρεμους τόπους, σε κάμπους, δεν κάνει για τα βουνά, δεν αντέχει και τις χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούν στα ορεινά.
Ελάχιστες οικογένειες πιο φτωχότερες είχαν από ένα, και σπάνια δυο γαϊδουράκια για τις δουλειές τους. Που όμως ήσαν πιο αδύνατα και πολύ πιο αργοκίνητα από τα μουλάρια.
Δύσκολα και πετρώδη τα χωράφια μας που προέρχονταν από εκχερσώσεις γεμάτες θάμνους και πέτρα, για να καλλιεργηθούν απαιτούσαν όργωμα από ζευγάρι, από αλέτρι δηλαδή που το σέρνανε δυο ζωντανά. Χρειαζόταν αγώνας επίπονος με τη Γη από το πρωί ως το βράδυ στο χωράφι, για να σκαφτεί το έδαφος, να ανακατωθεί το χώμα, να αναγουμιστεί όπως λέγαμε στο χωριό, να το δει ο ήλιος, να αεριστεί.
Για τους νοικοκυραίους που είχαν μόνο ένα μουλάρι και όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσαν να οργώσουν και να σπείρουν μόνοι τους, υπήρχε η λύση της Σεμπριάς. Συμφωνούσαν δηλαδή δυο νοικοκυραίοι να βάλει ο καθένας το μουλάρι του για να κάνουνε ζευγάρι και να οργώσουνε ,ή να σπείρουνε τα χωράφια τους. Υπήρχαν πάντα και οι μικρολεπτομέρειες, όπως, ότι δεν είχαν τα ίδια στρέμματα για όργωμα, ή τα χωράφια του ενός χρειάζονταν δυο τρία μεροκάματα περισσότερα με κασμά και ξινάρι, αλλά αυτά τα βρίσκανε μεταξύ τους οι Σέμπροι και τα συμφωνούσαν.
          Μια άλλη λύση ήταν οι δανεικαριές, μου δίνεις δλδ το μουλάρι σου για δέκα ημέρες στο σπαρτό, σου δίνω κι εγώ το δικό μου για άλλες τόσες μέρες.
Κάποιοι ακόμα, ανάλογα τις ανάγκες που είχαν, μπορούσαν να πληρώσουν κάποια μεροκάματα για ένα μουλάρι για να κάνουν τη δουλειά τους.
Όταν ερχόταν ο καιρός για όργωμα ή για σπαρτό, ο νοικοκύρης έπρεπε να έχει έτοιμα και τα εργαλεία του. Το αλέτρι, τους κασμάδες και τα ξινάρια. Υνί κασμάδες και ξινάρια έπρεπε κατά περιόδους να περνάνε από γύφτο για να τα φρεσκάρει, να τα ατσαλώνει για να μπορούν να σκάβουν το χώμα.
΄Επρεπε επίσης να κάνει ένα πέρασμα από τα χωράφια που θα όργωνε για να τα καθαρίσει από πεσμένες πέτρες. Βουνά, λαγκάδια ρέματα και καταράχια, διαμορφώνουν το ανάγλυφο της περιοχής μας, και κατά το μεγαλύτερο μέρος τα χωράφια μας είναι κατηφορικά. Για να συγκρατήσουν τα χώματα οι γεωργοί και να μην τα παρασύρουν οι βροχές φτιάχνανε πεζούλες από ξερολιθιά που αφθονεί στην περιοχή, δημιουργώντας έτσι μικρά επίπεδα μέσα στο χωράφι που μπορούσαν να τα καλλιεργήσουν. Αυτές όμως οι πεζούλες εύκολα παθαίνανε ζημιές από τα βόδια, τα γαϊδουρομούλαρα και τα γιδοπρόβατα που βόσκιζαν ελεύθερα όταν τα χωράφια δεν ήταν σπαρμένα, γκρεμιζόντουσαν εδώ κι εκεί από τα ζωντανά που τις ροβολάγανε και γέμιζε το χωράφι πέτρες.
Γι αυτό το λόγο, προτού πάνε με το ζευγάρι για όργωμα έπρεπε να μαζεύουν τις σκόρπιες πέτρες για να είναι το χωράφι καθαρό. Και να ξεκωλώνουν τα παράσιτα που φύτρωναν εδώ κι εκεί, μουρτζιές, πουρνάρια, τέτοια.
                                  Στην εποχή μας το ξυλάλετρο που επί αιώνες όργωνε τη Γη και έζησε την ανθρωπότητα, δεν χρησιμοποιείται πλέον, η καλλιέργεια γίνεται με μηχανικά μέσα. Άλλαξαν οι εποχές και οι συνθήκες, εγκαταλείψαμε τις καλλιέργειες της Γης και προτιμάμε να τρώμε τα εισαγόμενα προϊόντα.
Πολλές φορές όταν από τη Γορτυνία κατεβαίνω προς την αρχαία Ολυμπία, με πιάνει κατάθλιψη καθώς παρατηρώ την ερημιά που επικρατεί στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού που κάποτε έσφυζε από ζωή και ανθούσαν οι καλλιέργειες, και στο πέρασμα των αιώνων έθρεψε χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπων.







Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

ΓΡΑΙΚΕΙΑ

 


Απο την Συνθήκη του Λονδίνου του 1832

                "Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη Χώρα στον πλανήτη που να γιορτάζει τόσο μονολιθικά τις ήττες και την σκλαβιά της, όσο η Γραικεία. Γιορτάζει το "ΟΧΙ του Μεταξά" ξεχνώντας ότι ήταν ένας δικτάτορας ο οποίος κανένα όχι δεν είπε- και δεν γιορτάζει την απελευθέρωση από την Γερμανική Κατοχή. 

Ο Μεταξάς έτρεμε στην σκέψη και μόνο, ενός πολέμου. Ασχέτως αν τα ΜΜΕ της εποχής διατυμπάνιζαν το υποτιθέμενο όχι του, η πραγματικότητα υπήρξε εντελώς διαφορετική.  Η απόφαση των Ιταλών ήταν ήδη ειλημμένη και η επίθεση προαποφασισμένη. Εξ ου και το τελεσίγραφο της Ιταλίας προς την Γραικεία. Ο τότε Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι γράφει στο ημερολόγιο του ότι σκεφτόταν μήπως "του μείνει το γεροντάκι στα χέρια" όταν ανακοίνωσε στον Μεταξά την, επί της ουσίας, κήρυξη πολέμου.

Κανένα «όχι» δεν ειπώθηκε. Ακόμα χειρότερα, καμία προετοιμασία δεν έγινε για σοβαρή αντίσταση στον επερχόμενο κατακτητή. Ο Παπάγος, αρχηγός του ΓΕΣ το 1940, δήλωνε στον επιτελάρχη συνταγματάρχη Γεωργούλη ότι "θα ρίξωμεν μερικές τουφεκιές δια την τιμήν των όπλων", (Σ.Λιναρδάρος, "Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι μεγάλες δυνάμεις", σελ. 184).Οι εντολές που είχε πάρει ο στρατός ήταν αυτές. Και στρατός δεν υπήρχε εκεί που έπρεπε. "Την απρόκλητον Ιταλικήν επίθεσην της 28ης Οκτωβρίου υπέστη η Ελλάς ούσα σχεδόν ανεπιστράτευτος" αναφέρει και πάλι ο Παπάγος. Όταν οι απλοί στρατιώτες, οι ρακένδυτοι και πεινασμένοι,  άρχισαν να βάζουν σοβαρά τα γυαλιά στην Ιταλική πολεμική μηχανή, ο Μεταξάς άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Στις 5 Δεκεμβρίου 1940 έγραφε στο ημερολόγιο του: "Συνεχείς νίκαι προχωρήσεως. Ανησυχία για το μέλλον μου».

Το κακό με τους Γραικούς είναι ότι έχουν κοντή μνήμη. Μνήμη χρυσόψαρου. Επιμένουν να δοξάζουν δικτατορίσκους/πολιτικάντηδες της δεκάρας. Να καταπίνουν αμάσητη την κυβερνητική προπαγάνδα. Να μην δέχονται ούτε καν μέσα τους, ότι οι ίδιοι σήκωσαν κεφάλι και νίκησαν τους Ιταλούς, ξυπόλυτοι, άοπλοι, πεινασμένοι- και παραβαίνοντας την επίσημη γραμμή του καθεστώτος. Δια της ίδιας λογικής ξεχνάνε και τον ρόλο των ...φιλελλήνων δολοφόνων του Έθνους κατά την διάρκεια της Κατοχής. Δολοφόνων από καταβολής του Έθνους. Και αφεντικών του Έθνους. Ενός Έθνους Γραικών.

Γραικοί. Greeks. Γραικεία. Greece. Από συστάσεως της, αυτό το όνομα έχει η δουλοπαροικία. Ελλάδα δεν υπάρχει. Ούτε Έλληνες. Τα περί Ελλάδος και Ελλήνων είναι για εσωτερική κατανάλωση μόνο. Γιατί Γραικεία; Μεγάλη, πονεμένη ιστορία...

«Γραικεία, διότι έτσι μας αποκαλούν τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης», επέμενε ο Διαμαντής ο Κοραής. Εν γνώση του της ζημιάς- αλλά πάλι, δεν ήταν η μόνη ζημιά που μας έκανε ο εν λόγω, οπότε τον καταλαβαίνω. Όσο για τα «φωτισμένα» έθνη της Ευρώπης, αποκαλούσαν τους ντόπιους Γραικούς, καθαρά υποτιμητικά. Ο Διαμαντής το γνώριζε. Του άρεσε να μελετάει ιστορία, άλλωστε, από τα εξωτερικά όπου ζούσε.

Από τον 8ο αιώνα ακόμα, οι Λατίνοι αποκαλούσαν τους ντόπιους Γραικύλους. Απαξιωτικός ο χαρακτηρισμός. Σήμαινε τον ξεπεσμένο, τον δουλοπρεπή. Οι Ρωμαίοι με την σειρά τους, θα τους αποκαλούσαν γραικούς, επειδή απέφευγαν την ευθεία αντιπαράθεση στη μάχη, στάση που για τον πολεμικό κώδικα των Ρωμαίων σήμαινε δειλία. Με την πάροδο του χρόνου, η λέξη γραικός θα σήμαινε τον επιπόλαιο και τυχοδιώκτη. Τον ελληνορθόδοξο έπειτα. Ένας διαρκής εξευτελισμός των Ελλήνων, του πολιτισμού τους και του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους. Με την βούλα πια και των ιδιοκτητών ετούτης της γης.

Το Προτεκτοράτο της Γραικείας γεννήθηκε εν μία νυκτί, με συναπόφαση Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας. Καμία επανάσταση δεν αναγνωρίστηκε. Κανένας αγώνα για ανεξαρτησία. Σκοπός της δημιουργίας του προτεκτοράτου, ως Βασιλείου μάλιστα, ήταν αφενός να ελεγχθούν οι τσογλαναραίοι κλέφτες και αρματωλοί που είχαν σηκώσει επικίνδυνα κεφάλι με αποτέλεσμα να αγχώνονται οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες και αφετέρου, να προσφερθεί ο θρόνος της δουλοπαροικίας στον Λεοπόλδο Σαξ Κόμπουργκ της Βασιλικής οικογένειας του Βελγίου, τον μετέπειτα "σφαγέα του Κονγκό". Ο Λεοπόλδος αρνήθηκε. Δεν γούσταρε την φτωχολογιά του νεοσύστατου προτεκτοράτου. Ευρήκε μάλιστα, προσβλητική την πρόταση. Για ποιόν με περάσατε, ωρέ και πάτε να μου πασάρετε την μπασκλασαρία? θα μπορούσε να έχει φωνάξει εξοργισμένος. Οπότε "χρεωθήκαμε" στον Βαυαρό Όθωνα. Και ξεκίνησε το παραμύθι... Η Γερμανική κουστωδία του ανήλικου Βασιλιά μας φόρεσε το Σύνταγμα (όπου εσχάτη προδοσία οριζόταν η όποια αντίδραση κατά του Βασιλιά) και το πρώτο "επίσημο" αναγκαστικό δάνειο της περαιτέρω υποδούλωσης μας στον Ευρωπαϊκό οχετό. Βασικός όρος του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830 υπήρξε ο εξής: «Ο ηγεμών της Γραικείας και το Γραικικόν κράτος υποχρεούνται, προ παντός άλλου εξόδου, να αφιερώσουν τας πρώτας εισπράξεις του δημοσίου ταμείου εις την πληρωμήν των τόκων και του χρεολυσίου του δανείου που εγγυήθηκαν οι τρεις δυνάμεις».

Φυσικά, δεν ήταν το μόνο δάνειο αυτό. Ο αναγκαστικός δανεισμός κατά την διάρκεια του Αγώνα, έδινε και έπαιρνε. Δάνεια, δάνεια, δάνεια. Ων ουκ έστιν ο αριθμός. Με ληστρικά επιτόκια. Αλλά το συγκεκριμένο ήταν το επίσημο πρώτο. Και μαζί, παρά τρίχα φόρος υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία οι μαμάδες του προτεκτοράτου καμία όρεξη δεν είχαν να τα χαλάσουν. Με το Πρωτόκολλο του 1829, η Γραικεία αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας υπό Οθωμανική επικυριαρχία, έχοντας την υποχρέωση να καταβάλλει σ’ αυτή ετήσιο φόρο 1.500.000 γρόσια. Αλλιώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν δεχόταν την …ανεξαρτησία μας- ασχέτως αν υποχώρησε τελικά, μετά την ήττα της από τη Ρωσία στον μεταξύ τους πόλεμο.

Τέτοιες επιτυχίες είχαμε. Τόσο μας υπολόγιζαν. Τόσο «ελεύθεροι» ξεκινήσαμε. Και τόσο «ελεύθεροι» συνεχίσαμε. Ενώ οι αληθινοί αγωνιστές του ’21 πέθαιναν στην ψάθα ή τους απαγχόνιζε δημόσια στην Χαλκίδα η Βαυαρική κουστωδία του Όθωνα, η 25η Μαρτίου ορίστηκε ως ημέρα ενάρξεως της "εθνοσωτηρίου επανάστασης" του 1821 από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αρχηγό της Φιλικής Εταιρίας (μεγάλη μπίζνα η εταιριούλα αυτή, και βρώμικος ο ρόλος της, όπως και του εν λόγω). Επικυρώθηκε τελικά και επίσημα ως ημέρα εορτασμού της "επαναστάσεως" με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 της Κυβέρνησης Όθωνα και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, Γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Ο Γλαράκης υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού κόμματος, των Ναπαίων, που εκείνη την περίοδο απολάμβανε την εύνοια του Όθωνα. Ο δε Όθωνας προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, οπότε, ιδού η γιορτή-μείγμα θρησκείας και υποκρισίας. Ένας σκέτος κλαυσίγελος, αν έχεις μυαλό να τον συλλάβεις... Εγκαθιδρυθείσα από έναν φορετό Βασιλιά, η 25η Μάρτη της επαναστάσεως/στημένης για άλλους λόγους, σε ένα νεοσύστατο Προτεκτοράτο-αποτέλεσμα όχι της όποιας νικηφόρου επανάστασης (αστεία πράγματα), αλλά των ευρωπαϊκών πολιτικών παιχνιδιών που οδήγησαν στην ... επανάσταση κατά των Τούρκων για να έλθουν άλλοι αφεντάδες, γιόρταζε κάτι ανύπαρκτο.

 "Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης", που έγραψε και ο μπάρμπα-Γιάννης ο Μακρυγιάννης, ανάμεσα σε πολλά. Μα, αυτός ήταν εξ αρχής ο σκοπός, αγαπητέ. Το ξέρατε όλοι σας. Και αν δεν το ξέρατε, κακό του κεφαλιού σας- και όλων σας των απογόνων, που δεν εννοούν να μάθουν από τα παθήματα τους.

Μια μεγάλη απάτη, η καθοδηγούμενη "επανάσταση" του 1821, με τους "φιλέλληνες" να κόπτονται για την μοιρασιά της πίτας, αν αναλογιστεί κανείς ότι από το 1840 και μετά, Αγγλία, Ρωσία, Ιταλία, Βαυαρία και Γαλλία υπήρξαν σταθεροί συνέταιροι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Εξακολουθούν να είναι εταίροι της Τουρκίας, ειρήσθω εν παρόδω... Και οι Γραικοί εξακολουθούν να γιορτάζουν τις ήττες τους.

Με τις τυμπανοκρουσίες ακριβώς στα 200 χρόνια από το 1821, να πιάνουν επίπεδα παρανοικά στη δουλοπαροικία μας, έρχεται μια ακόμα επική σφαλιάρα. Ακριβώς όπως το έγραψε η εταιρία Callista (δημιουργός του πουγκιού-φουστανέλας της εθνικής μας Γιάννας), "ένα παιχνίδι αποδόμησης που υμνεί την επέτειο" βρίσκεται στα σκαριά. Και γιατί όχι. Γιατί όχι η Γιάννα Αγγελοπούλου των μεγάλων συμφερόντων με σιγκούνια και τσαντάκι ταιριαστό? Γιατί όχι ο Κούλης στο εξώφυλλο του ΒΗΜΑgazino ως Κολοκοτρώνης και η εν λόγω κυράτσα ως Μπουμπουλίνα? Αλλά κυρίως, γιατί όχι η Φον Ντερ Λάιεν, ο Μακρόν, ο Τζόνσον και ο Πούτιν ωσάν πρόσωπα-κλειδιά στο πάνελ των "ηρώων" του εξωφύλλου? Ετούτο το προτεκτοράτο υπήρξε το αποτέλεσμα των μυστικών συμφωνιών μεταξύ ευρωπαίων εμπόρων-οπορτουνιστών (βλέπε Φιλική Εταιρία) και τελικά, Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας. Ας τους υμνήσουμε, λοιπόν".

 Σημ: Το σημείωμα τούτο έγραψε η κόρη μου Γιαννούλα με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την έναρξη του Αγώνα.


Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Η ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοπόταμου το 1942




Στις 25 Νοέμβρη του 1942 ο Γοργοπόταμος στέλνει περήφανο χαιρετισμό στην Αλαμάνα. 

 Αν και στη μάχη της Αλαμάνας οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους, η πεισματική αντίστασή τους και ιδίως ο μαρτυρικός και ηρωικός θάνατος του Αθανάσιου Διάκου έδωσε δύναμη στους Έλληνες να συνεχίσουν τον αγώνα και έπλασε έναν από τους πρώτους ηρωικούς θρύλους της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι συνέβη και με τον Γοργοπόταμο. Και μάλιστα, σε μια κρίσιμη καμπή για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- και με την Ευρωπαική Ήπειρο να στενάζει κάτω απο την φασιστική μπότα. 

Δυό χρόνια πριν, στις 28 Οχτώβρη του 1940, οι φασιστικές ορδές του Μουσολίνι  είχαν ορμήσει από τα ελληνοαλβανικά σύνορα πιστεύοντας ότι θα κάνουν περίπατο στη χώρα μας. Σπάσανε τα μούτρα τους καθώς ο ελληνικός στρατός παρά το ότι υπολειπόταν κατά πολύ από τους Ιταλούς αριθμητικά σε έμψυχο υλικό αλλά και σε οπλισμό και Επιμελητεία, πρόβαλε ηρωική αντίσταση και δεν άργησε να τους στρώσει στο κυνήγι μέσα στην Αλβανία. 

Βαρύς εκείνος ο χειμώνας, επιστράτευση φτώχεια και ανέχεια. Τεσσάρων πέντε χρονών παιδί τότε εγώ, κι ακόμα θυμάμαι το βαρύ κλίμα που επικρατούσε στο χωριό μας, καθώς από κάθε σπίτι σχεδόν, υπήρχε και ένας επιστρατευμένος οικογενειάρχης που πολεμούσε στο Μέτωπο. Τρία μικρά παιδιά είχε ο πατέρας μου όταν επιστρατεύτηκε τον Νοέμβρη. Το τέταρτο γεννήθηκε δυο μήνες αργότερα, όταν πολεμούσε στο Μέτωπο. 
Δεν υπήρχε πληροφόρηση στην ύπαιθρο, δεν υπήρχαν τηλέφωνα και τα νέα για το Μέτωπο κυκλοφορούσαν από καμιά εφημερίδα που είχε διαβάσει κάποιος ταξιδιώτης, από τα γράμματα των στρατευμένων που φθάνανε καθυστερημένα στο χωριό, όποτε και αν φθάνανε, και από τις διαδόσεις. Λίγες λέξεις που κρύβανε ελπίδα περηφάνια και φόβο, και αφορούσαν όλες τον πόλεμο. "Πήραμε τη Χειμάρα!" πληροφορούσε τη μάνα μου η γειτόνισσα που έμπαινε στο σπίτι μας. "Έπεσε το Τεπελένι! Στο Τεπελένι και στην Γκορτσιά επέσανε πολλά κορμιά!" Και της γειτόνισσας εκείνης ο άντρας ή ο γιος πολεμούσε στο μέτωπο της Αλβανίας τότε, κυνηγώντας τους Ιταλούς φασίστες.
            Μέσα στα κορμιά που πέσανε μπορεί να ήταν κι εκείνος, μπορεί να ήταν ο πατέρας μου, ο αδελφός του που κι αυτός ήταν στο μέτωπο, ο γείτονας ή κάποιος συγγενής. Όλα τα χωριά πληρώσανε φόρο αίματος τότε, όλα είχαν νεκρούς και τραυματίες. Τον Απρίλη πλακώσανε και οι σιδερόφρακτες Μεραρχίες της Βέρμαχτ κι ενώ ο ελληνικός στρατός αντιστεκόταν σε όλα τα Μέτωπα, κάποιοι στρατηγοί υπογράψανε ανακωχή. Αλλά, παρόλο που όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, ο ελληνικός λαός δεν έσκυψε το κεφάλι. Ίδρυσε σε λίγο το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ, τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό τον ΕΛΑΣ, τον ΕΔΕΣ, την ΕΚΚΑ και άλλες αντιστασιακές οργανώσεις για να αντιμετωπίσει την τριπλή κατοχή από Ιταλούς Γερμανούς και Βουλγάρους, δημιουργώντας το μεγαλειώδες έπος της Εθνικής Αντίστασης, ένα από τα καλύτερα αντιστασιακά κινήματα στην Ευρώπη που στέναζε κάτω από την μπότα των ναζί. Οπότε προέκυψε ο Γοργοπόταμος. 




Ήταν κοινό μυστικό πως η κυριότερη γραμμή ανεφοδιασμού του Άφρικα Κορπς που υπό την ηγεσία του Ρόμμελ πολεμούσε στη βόρειο Αφρική, ήταν ο μοναδικός σιδηροδρομικός άξονας που μέσω Θεσσαλονίκης συνέδεε την Αθήνα με τη Γερμανία. Στη συνέχεια, τα εφόδια προωθούνταν στον Ρόμμελ είτε από τον Πειραιά – Κρήτη Τομπρούκ Βεγγάζη κλπ με νηοπομπές, είτε αεροπορικώς. Από τον ίδιο και μοναδικό σιδηροδρομικό άξονα εφοδιάζονταν και τα στρατεύματα κατοχής που βρίσκονταν στη νότια Ελλάδα. Το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής που έδρευε στην Αίγυπτο, αποφάσισε να σαμποτάρει την μοναδική αυτή οδό ανεφοδιασμού των Γερμανών. Έστειλε τρεις ομάδες σαμποτέρ. Οι   δυο πέσανε με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Γκιώνας την νύχτα της 30ης Σεπτέμβρη του 1942. Η  τρίτη ένα μήνα αργότερα, στην περιοχή Καρπενησίου. Οι ομάδες είχαν από έναν ειδικό στις ανατινάξεις, έναν χειριστή ασυρμάτου, και έναν που να μιλάει ελληνικά, όπως ( ο ένας) ήταν ο λοχαγός Θέμης Μαρίνος. 

Ο κωδικός της επιχείρησης ήταν Hardling. Επικεφαλής ήταν ο γνωστός αργότερα Βρετανός συνταγματάρχης Εντι Μάιερς, και υπαρχηγός ο ταγματάρχης Γουντχάουζ. Οι σαμποτέρ επέλεξαν να ανατινάξουν την μεγάλη γέφυρα του Γοργοπόταμου, παραπόταμου του Σπερχειού στις υπώρειες του Παρνασσού, την οποία προστάτευε άριστα οχυρωμένη φρουρά από εκατό Ιταλούς και πέντε Γερμανούς καλά οχυρωμένους με βαρύ οπλισμό από βαριά πολυβόλα, οπλοπολυβόλα ακόμα και με δυο δίκαννα αντιαεροπορικά που είχαν την ικανότητα να βάλλουν και κατά επίγειων στόχων. Όπως ήταν επόμενο, όταν οι σαμποτέρ έκαναν κατόπτευση του στόχου διαπίστωσαν ότι για να μπορέσουν να υπονομεύσουν και να ανατινάξουν τη Γέφυρα, είχαν ανάγκη από τη βοήθεια ισχυρής δύναμης ενόπλων για να εξουδετερώσουν την ισχυρή ιταλική φρουρά. Οι Βρετανοί αξιωματικοί με τους Έλληνες συνδέσμους τους κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με τον συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα τον αρχηγό του ΕΔΕΣ, και όταν μίλησαν μαζί του διαπίστωσαν ότι δεν είχε την απαιτούμενη δύναμη ενόπλων για να καλύψει την επιχείρηση. 
Όπως περίτρανα αποδείχτηκε αργότερα, οι Εγγλέζοι καμιά διάθεση δεν είχαν να μπλέκουν με αριστερές οργανώσεις, αφού όμως ο Ζέρβας δεν είχε την απαιτούμενη για την επιχείρηση δύναμη ανταρτών, ήρθαν σε επαφή και με τον ΕΛΑΣ που ήταν αριστερή οργάνωση. Έτσι, στις 25 Νοέμβρη του 1942, επτά λεπτά μετά τις έντεκα το βράδυ, εξήντα δεξιοί αντάρτες του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα – σε πολλές πηγές ο αριθμός των ανταρτών που συμμετείχαν διαφέρει - και εκατόνπενήντα αριστεροί του ΕΛΑΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη, πρόσβαλαν την ιταλική φρουρά. Κατά τη διάρκεια της μάχης οι σαμποτέρ πέρασαν επάνω στη γέφυρα και τοποθέτησαν τα εκρηκτικά. Στις 1.30 κατάφεραν την πρώτη έκρηξη. Παρατηρώντας το αποτέλεσμα της ανατίναξης, οι Μάιερς και Γουντχάουζ εκτίμησαν ότι γρήγορα θα επισκευαζόταν η ζημιά, και έτσι αποφάσισαν να υπονομεύσουν και ένα δεύτερο βάθρο, το οποίο ανατίναξαν στη συνέχεια, προκαλώντας μεγαλύτερες φθορές, ώστε σύμφωνα και με τις οδηγίες που είχαν να απαιτείται πολύ περισσότερος χρόνος (τουλάχιστον 6 εβδομάδων) για την αποκατάστασή τους. Για να εμποδίσουν πιθανές ενισχύσεις κατά τη διάρκεια της μάχης, οι αντάρτες είχαν υπονομεύσει τις σιδηροδρομικές γραμμές σε απόσταση ενός χιλιομέτρου προς τα βόρια της γέφυρας και προς τα νότια. Κι όμως, ένα θωρακισμένο τραίνο από την κατεύθυνση της Λαμίας – Λιανοκλάδι, με ενισχύσεις, κατάφερε να περάσει. Έφτασε όμως στην κατεστραμμένη γέφυρα και γκρεμίστηκε στο κενό. 




 Μπορεί η καταστροφή της Γέφυρας του Γοργοπόταμου που κράτησε κομμένη για πάνω από ενάμισι μήνα τη σιδηροδρομική γραμμή, να μην είχε επίπτωση στον ανεφοδιασμό του Μετώπου της βόρειας Αφρικής, αφού οι Άγγλοι από τις 23 του Οκτώβρη είχαν εξαπολύσει την αντεπίθεσή τους και μέσα σ’ ένα μήνα είχαν εξουδετερώσει τον Ρόμμελ, τη ζημιά όμως στον εφοδιασμό των δυνάμεων κατοχής που βρίσκονταν στη νότια Ελλάδα την είχε κάνει. Για την αγωνιζόμενη Ευρώπη- και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η είδηση ότι Άγγλοι σαμποτέρ σε συνεργασία με Έλληνες αντάρτες, ανατίναξαν και απέκοψαν τη μόνη οδό ανεφοδιασμού των δυνάμεων κατοχής, είχε τεράστιο αντίκτυπο, αφού αναπτέρωνε το ηθικό των κατεχόμενων λαών και έδινε φτερά στα αντιστασιακά κινήματα. 

Το ότι ο φασιστικός Άξονας δεν ήταν ανίκητος είχε αρχίσει πλέον να φαίνεται καθαρά. Στο Ανατολικό Μέτωπο, ο Κόκκινος Στρατός είχε καθηλώσει δεκάδες γερμανικές μεραρχίες και τις πετσόκοβε συστηματικά, με αποκορύφωμα τη μάχη του Στάλιγκραντ. Στο Μέτωπο της βόρειας Αφρικής, Άγγλοι, Αμερικάνοι και ελεύθεροι Γάλλοι, εσάρωναν την Έρημο και είχαν στριμώξει τα υπολείμματα του Ρόμμελ στην Τύνιδα. Παντού τα αντιστασιακά κινήματα θέριευαν. Το άκουσμα της ανατίναξης του Γοργοπόταμου που ο Τσώρτσιλ από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου χαρακτήρισε σαν το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην κατεχόμενη Ευρώπη, άναβε φωτιές στις καρδιές των αγωνιζόμενων λαών και ιδιαίτερα των Ελλήνων που άκουγαν ότι το αντάρτικο ντουφέκι βροντάει πάνω στα βουνά και δίνει τόσο σοβαρές μάχες. Βέβαια, την εξουδετέρωση της φρουράς από Έλληνες αντάρτες δεν την κατάπιαν οι Ιταλοί. Ύστερα από δυο ημέρες, πήραν δεκατέσσερεις κρατούμενους από τις φυλακές της Λάρισας. Τους επτά τους εκτέλεσαν στα γκρεμισμένα βάθρα της γέφυρας. Τους υπόλοιπους, με δέκα ακόμα, τους εκτελέσανε στα Καστέλια Παρνασίδας. 

Ναπ. Ζέρβας



Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το 1964, που τα πάθη από τον Εμφύλιο Πόλεμο δεν είχαν ακόμα κατακάτσει και προετοιμαζόταν η δικτατορία, η 29η Νοέμβρη ορίστηκε από την κυβέρνηση ως ημέρα γιορτασμού της ανατίναξης. Όλως τυχαία, και ενώ χιλιάδες κόσμου είχαν συρρεύσει στη Γέφυρα για να τιμήσουν την επέτειο (μέλη και οπαδοί της ΕΔΑ στην πλειοψηφία τους, της Νεολαίας Λαμπράκη, σωματεία της ΕΑΜικής Αντίστασης και χιλιάδες αντιστασιακοί), εκρηκτικός μηχανισμός εξερράγη σκοτώνοντας δεκατρείς ανθρώπους και τραυματίζοντας άλλους σαρανταπέντε. 
Είπαν ότι ήταν νάρκη ξεχασμένη από τον πόλεμο. Αλλά είχε τη «σφραγίδα» της CIA... 

Έτσι "σφραγίζεται" η Ιστορία. Με τέτοιους και άλλους τρόπους. Όπως την κατά καιρούς προσπάθεια να αποσιωπηθεί η συμμετοχή των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του Άρη Βελουχιώτη στην επιχείρηση του Γοργοποτάμου, ή έστω να απομειωθεί η συνεισφορά και ο ρόλος τους. Αλλά ευτυχώς, υπάρχουν και οι πηγές. Όπως γράφει ο ίδιος ο Γουντχάουζ: « Χωρίς το Ζέρβα δεν θα γινόταν η επιχείρηση, χωρίς το Βελουχιώτη δεν θα πετύχαινε». 


 

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

Αρκαδικά. Το Γεφύρι της Κυράς στο Λάδωνα

 

Φωτό από διαδίκτυο

Τον καιρό της Φραγκοκρατίας κάπου εφτά αιώνες από σήμερα, η Κυρά της Άκοβας ξεκίνησε από το Κάστρο της που ερείπια του υπάρχουν ακόμα κοντά στο Βυζίκι της Γορτυνίας να πάει βορειότερα, στο ποτάμι όμως τον Λάδωνα, ένα ξύλινο γεφύρι που υπήρχε για να ενώνει τις όχθες του ποταμού το είχε  παρασύρει το ρεύμα, και η κυρά με τη συνοδεία της αναγκάστηκαν να περάσουν μέσα από την κοίτη. Σε κάποια στιγμή όμως το άλογό της «μουλάρωσε» και καθώς σηκώθηκε στα πισινά του πόδια βράχηκε  μπέρτα  της, και αυτό το επεισόδιο ήταν η αφορμή να αποφασίσει η Κυρά να χτίσει εκεί ένα πέτρινο γεφύρι με δικά της έξοδα.

Η ΄Ακοβα, κοντά στο σημερινό Βυζίκι Γορτυνίας, ήταν μια από τις  Βαρωνίες που είχαν δημιουργηθεί μετά την κατάκτηση (το 1209) του Μωρηά από τους Φράγκους. Και είχε περισσότερες της μιας Κυράδες. 

                       Αναλυτικές περιγραφές για την βαρονία της Άκοβας και τις Κυράδες της, αλλά και για ολόκληρη την εποχή της Φραγκοκρατίας που  κράτησε από το 1204 που οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1391 που η περιοχή  κατελήφθη από  τους Οθωμανούς, υπάρχουν στο Χρονικόν του Μωρέως.

                      Περιγραφές όμως για εκείνη την εποχή γύρω από την Άκοβα  κάνει και ο Τάκης Κανδηλώρος στη ΓΟΡΤΥΝΙΑ του, που στο κεφάλαιο ΒΑΡΒΑΡΙΚΑΙ ΕΠΙΔΡΟΜΑΙ κάνει την υπόθεση ότι το Γεφύρι της Κυράς δεν το έχτισε καμία από τις Κυράδες της Άκοβας. Αναφέρεται σε κάποια «Βαρωνίδα… των υπολειφθέντων Φράγκων εν Αρκαδία πιθανώς δ’ ή κτίσασα τήν έπί τού βορείου Λάδωνος γέφυραν της «Κυράς», σωζομένην μέχρι τής σήμερον».

Εκεί στην Άκοβα είχε και το κάστρο της η Κυρά, που ήταν γνωστό και ως  Κάστρο της Μονοβύζας, γιατί, λένε, ήταν μονόστηθη για να μπορεί να πολεμάει καλύτερα.

Αυτό, τώρα, το «Μονοβύζα» για την εποχή που μιλάμε, δεν ξέρω αν σας δημιουργεί συνειρμούς με όσα ανέφερε ο ιστορικός Ελλάνικος τον 5ο πχ αιώνα ή ο Στράβωνας που αναφέρει ότι οι Αμαζόνες κόβανε  τον δεξιό τους  μαστό για να μην εμποδίζονται στην τοξοβολία ενώ κρατάγανε τον αριστερό για να θηλάζουν τα παιδιά τους.

Η Βαρώνη, λοιπόν, η Κυρά της Άκοβας στη θέση του παλιού ξύλινου – κατά μια άλλη εκδοχή ντράπηκε που υπήρχε στη βαρονία της ένα τέτοιο επικίνδυνο πέρασμα – κατασκεύασε με Τσάκωνες τεχνίτες ένα πέτρινο γεφύρι με δυο καμάρες. Αργότερα επί Τουρκοκρατίας έγιναν και άλλες προσθήκες με τελική κατάληξη κάπου εκεί κατά το 1908 να  ολοκληρώσουν τα γεφύρι Λαγκαδινοί μαστόροι. ¨Ένα γεφύρι με πέντε καμάρες όπως βλέπετε και στην εικόνα, 55 μέτρων μήκους και πλάτους 2.15 εκ, που βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από το χωριό Μυγδαλιά, την παλιά Γλανιτσά. Στο τρίγωνο που σχηματίζεται από τα χωριά Συριάμου, Πουρναριά και Μυγδαλια, στα βόρεια της Αρκαδίας.

                 Όπως συμβαίνει με πολλά μεγάλα γεφύρια του ελλαδικού χώρου που κατασκευή τους χάνεται στα βάθη των αιώνων, έτσι και από τούτο το γεφύρι δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι φήμες και  οι θρύλοι, που από γενιά σε γενιά και από αιώνα σε αιώνα μάς μεταφέρουν οι παραδόσεις, που μαρτυρούν ότι χρειάστηκε να θυσιαστούν άνθρωποι - .όμορφες γυναίκες συνήθως – για να θεμελιωθούν και να στεριώσουν. 

Υπάρχουν κι εδώ θρύλοι για τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν κατά την κατασκευή του γεφυριού όταν το αγριεμένο ποτάμι «κατέβαζε» και παράσερνε τη  δουλειά των μαστόρων, για το πουλάκι που πήγε κι έκατσε στη μια την όχθη, που δεν λαλούσε σαν  πουλί μηδέ και σαν αηδόνι, μον’ κελαηδούσε κι έλεγε μ’ ανθρωπινή κουβέντα, αν δεν στεριώσετε άνθρωπο γεφύρι δεν στεριώνει, κλπ, κλπ.

Κατά μια εκδοχή, για να στεριώσει το γεφύρι χτίσανε στα θεμέλια του την όμορφη γυναίκα του Πρωτομάστορα, ενώ ένας  άλλος θρύλος μαρτυρεί ότι στη μια άκρη του καρφώσανε έναν Αράπη και στην άλλη μια γυναίκα. Και όταν φουρτούνιαζε ο τόπος και κατέβαζε το ποτάμι, ακούγονταν εκεί τα κλάματα και τα γογγυτά του Αράπη.

Λίμνη Λάδωνα

Μετά τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα με την κατασκευή του Φράγματος για τις ανάγκες του Υ/Η εργοστασίου κατά τη δεκαετία του ’50, το γεφύρι για εννέα περίπου μήνες του χρόνου πλημμυρίζει και καλύπτεται από τα νερά, και για αυτό το λόγο σε μικρή απόσταση κατασκευάστηκε το 2002  η καινούργια γέφυρα που βλέπετε. Το γεφύρι ξαναβγαίνει πάνω από την επιφάνεια και γίνεται ορατό για τρεις περίπου μήνες του χρόνου, κατά το φθινόπωρο, όταν «κάθονται» τα νερά και κατεβαίνει η στάθμη της Λίμνης.

Και τότε, όταν πέφτει η στάθμη του νερού αποκαλύπτονται και ίχνη από διάφορα χτίρια που μαρτυράνε πως γύρω από το γεφύρι, στη μια ή στην άλλη όχθη υπήρχαν κοινωνικές δραστηριότητες. Υπήρχε νερόμυλος για το άλεσμα των δημητριακών, υπήρχαν χάνια για την φιλοξενία και την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, και φυσικά υπήρχε διακίνηση ειδήσεων από τους ταξιδιώτες που φιλοξενούνταν στα χάνια

Η καινούργια γέφυρα

Μετά τη δημιουργία του φράγματος στήθηκε εκεί κοντά στο παλιό γεφύρι ένα είδος χειροκίνητου πορθμείου που μετέφερε ανθρώπους και ζώα, και κάπου εκεί στο 1973 αναβαθμίστηκε με μια μηχανή ποτίσματος, και λειτούργησε μέχρι την κατασκευή της καινούργιας γέφυρας.

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Το πλιάτσικο κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς

 


Το πλιάτσικο και τα λάφυρα παίξανε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του Αγώνα στην Πελοπόννησο, ιδιαίτερα όμως κατά την πολιορκία και την Άλωση της Τριπολιτζάς. Οργανωμένος στρατός και όπλα δεν υπήρχαν στο ξεκίνημα της επανάστασης, και όταν ξεκινήσανε οι επιστρατεύσεις για να αντιπαρατεθούν σε μια τούρκικη φρουρά, όπως μαρτυρεί ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη και  πολύ αξιόπιστος Φωτάκος στα Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, «οί περισσότεροι άπό αυτούς ήσαν αρματωμένοι μέ μαχαίρας, τάς οποίας οί γύφτοι (σιδηρουργοί) τότε τάς έκαμαν καί  μέ σουγλιά. Πρίν πέσει ή Τριπολιτσά δέν είχαν όπλα οί Έλληνες ….. μέ ένα μόνον τουφέκι επήγαιναν δύο καί τρείς Έλληνες νά υπηρετήσουν κατά τήν αναλογίαν τήν οποίαν ετήρουν οί έφοροι τών επαρχιών … »

Έτσι, εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί στις πρώτες συγκρούσεις με τους Τούρκους, παρατούσαν την καταδίωξη του εχθρού και το ρίχνανε στο πλιάτσικο. Όπως στο Βαλτέτσι για παράδειγμα, δυο μόλις μήνες από την κήρυξη της επανάστασης στις δώδεκα – δεκατρείς του Μάη, που ενώ οι Έλληνες σε μια αντεπίθεση πετσοκόβανε και είχαν υποχρεώσει σε άτακτη φυγή  τους Τούρκους πολιορκητές  οι οποίοι πετούσαν όπλα και εφόδια αφήνοντας και 300 νεκρούς, αντί να συνεχίσουν την επίθεση και να τους προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά, ακόμα και να τους εξοντώσουν όλους, παράτησαν την  καταδίωξη, και όπως μαρτυρεί ο Κολοκοτρώνης στην Διήγηση Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής,  «έπεσαν είς τά λάφυρα και είς τούς σκοτωμένους και δεν ακολουθούσαν με προθυμίαν». Ίδια περίπου ιστορία λίγο αργότερα κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς, στη λεγόμενη μάχη της Γράνας, όπως αφηγείται ο Κολοκοτρώνης. «έπειτα ήλθε καί τό μεγάλο σώμα τών Τουρκών, μέ τά φορτώματα, έως εξακόσια μουλάρια καί άλογα. Με τούς πεζούς καί καβαλλαραίους΄ τά φορτώματα τά είχαν είς την άκρη …. κάμνει γιουρούσι και ή περασμένη καβαλλαρία καί ή απέραστη. Σκοτώνουν ογδόντα καβαλλαραίους, και όλα τά φορτώματα  μένουν είς τήν  εξουσία των Ελλήνων. Οι Έλληνες εδόθησαν είς τά λάφυρα, καί εγλύτωσαν οί Τούρκοι, διότι δέν τούς επήραν κυνηγώντας. Επάσχισα μέ τό σπαθί, μέ τές κολακείες διά νά τούς κινήσω, πλήν δέν άκουαν καί έτσι εγλύτωσαν οι Τούρκοι».

Σιγά σιγά όμως, και καθώς οι τούρκικες φρουρές πέφτουν στα χέρια των επαναστατημένων ραγιάδων, και αποδεικνύεται ότι όχι μόνο αήττητες δεν είναι, αλλά και ότι  εύκολα μπορούν οι επαναστατημένοι ραγιάδες να τους νικήσουν και να πάρουν τα όπλα, τα ρούχα, τα άλογά  και όλα τα εφόδια τους, η προοπτική του πλιάτσικου και  της λαφυραγώγησης γίνεται όλο και πιο ελκυστική, και αποτελεί σοβαρό κίνητρο παλικαριάς και αυτοθυσίας στη φωτιά της μάχης. Για τον εξαθλιωμένο ραγιά  που ορμάει στη μάχη με ένα παλιομάχαιρο ή ένα ρόπαλο, το να βρεθεί μετά το τέλος της σύγκρουσης με ένα σπαθί, ένα ντουφέκι ή ένα άλογο, ακόμα και μια στολή που θα πάρει από τον σκοτωμένο εχθρό, τον εμψυχώνει και αλλάζει τη ζωή του.



Γενικά όμως, τα λάφυρα είχαν μεγάλη αξία και για το στρατό που δημιουργούσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Σκεφτείτε ότι στη μάχη στο Βαλτέτσι για παράδειγμα, που είχε 514 νεκρούς Τούρκους έναντι 7 Ελλήνων, οι επαναστάτες πήραν 4 κανόνια, και όπλα για να εξοπλιστούν τέσσερεις χιλιάδες πολεμιστές! Πέρα βέβαια από τα άλλα εφόδια, τρόφιμα και  στολές, σκηνές, άλογα κλπ.


Είναι γνωστό ένα περιστατικό με τον Κολοκοτρώνη που σε ώρα μάχης σε κάποιο στρατόπεδο παρουσιάστηκε κάποιος με μια γκλίτσα στο χέρι και του είπε ότι θέλει να πάει στη μάχη αλλά δεν έχει όπλο.

-Έχεις την γκλίτσα σου, του είπε εκείνος, άντε τράβα στη μάχη και σκότωσε κάνα παλιότουρκο να πάρεις τα όπλα του!

Κατά το βραδάκι παρατήρησε κάποιον ένοπλο ντυμένο «στην τρίχα» να περιφέρεται κοντά στη σκηνή του και του κίνησε την περιέργεια.

- Τι είσαι εσύ ρε Έλληνα;

- Δεν με γνωρίζεις στρατηγέ μου; Εγώ είμαι που ήρθα το πρωί και σου γύρεψα όπλο να πάω στη μάχη. Έκαμα όπως μου είπες, επήγα στη μάχη με τη γκλίτσα μου, κι επήρα και όπλα, και απ’ όλα!

             Η Τριπολιτσά ήταν το διοικητικό κέντρο του Μωρηά, το Αρχηγείο της Τούρκικης Εξουσίας, με αμύθητα πλούτη συγκεντρωμένα στο Σαράι και σε ισχυρές τούρκικες οικογένειες Μπέηδων και Αγάδων, και αυτά τα πλούτη καθορίσανε σε μεγάλο βαθμό την τύχη της και των Τούρκων που βρέθηκαν εκεί κατά την άλωση. Οι επαναστατημένοι ραγιάδες θεωρούσαν ότι αυτά τα πλούτη και οι θησαυροί που είχαν συσσωρεύσει εκεί οι Τούρκοι ύστερα από σκλαβιά αιώνων τους ανήκαν, και καθώς συνεχιζόταν η πολιορκία και φαινόταν σίγουρη η νίκη τους, χιλιάδες λαού συγκεντρώνονταν γύρω από τα τείχη με την ελπίδα να μπούνε μέσα και να πάρουν κι εκείνοι ό,τι μπορέσουν. Στους δέκα περίπου χιλιάδες ανερχόταν το ασκέρι – ακόμα τότε πόρω απείχε από να θεωρείται στρατός – των Ελλήνων, αλλά όπως μαρτυρεί ο Κολοκοτρώνης, «βλέπωντας οί Έλληνες ότι θά πέσει ή Τριπολιτσά εμαζώχτηκαν είκοσι χιλιάδες  …. είχαμε σχέδιον νά προβάλωμεν είς τούς Τούρκους τής Τριπολιτσάς νά παραδοθούν, και έτσι νά στελωμεν  ανθρώπους μέσα να μαζευθούν όλα τά λάφυρα, καί έπειτα νά τά μοιράσουμε κατ’ αναλογίαν είς διαφόρους επαρχίας καί νά βγάλουν διά τό έθνος, αλλά ποιός ήκουσε. Ή Καρύταινα(Γορτυνία) από τήν αρχήν τής πολιορκίας τής Τριπολιτσάς έως τήν πτώσιν της, έδωσε σαράντα ‘οκτώ χιλιάδες σφαχτά καί εράνους από τούς ευκατάστατους».

Ο Υψηλάντης θεωρούσε ότι τα πλούτη αυτά και τα λάφυρα ανήκουν στο έθνος και ήσαν απαραίτητα για τις πολεμικές ανάγκες, αλλά όπως θα δούμε στη συνέχεια υπήρχαν και άλλοι που κάνανε τα δικά τους ιδιοτελή σχέδια για τα αμύθητα πλούτη που βρίσκονταν στην Τριπολιτσά.

Έχοντας συνειδητοποιήσει οι Τούρκοι επίσημοι ότι δεν έρχεται η πολυπόθητη βοήθεια από τη Ρούμελη και δεν υπάρχει σωτηρία από τους επαναστατημένους ραγιάδες που πολιορκούσαν την πόλη, είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες οπλαρχηγούς για να παραδοθούν και να φύγουν με τις οικογένειές τους, και πολλοί τα κατάφεραν. Οι διαπραγματεύσεις  όμως τραβούσαν σε μάκρος, και οι πάνω από 30.000 ψυχές μέσα στην πόλη αρχίσανε να υποφέρουν από έλλειψη βασικών αγαθών.  Άρχισε έτσι ένα είδος μαύρης αγοράς έξω από τα τείχη όπου οι Έλληνες προσφέρανε είδη πρώτης ανάγκης,  σύκα σταφίδες ( και στην α’ γερμανική κατοχή η σταφίδα έσωσε πολύ κόσμο) και σε αντάλλαγμα παίρνανε από τους λιμοκτονούντες Τούρκους όπλα κυρίως, μπιστόλες, σπαθιά, και άλογα ακόμα.

Το σοβαρό όμως αλισβερίσι γινόταν μέσα στην πόλη που διάφοροι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί μπαίνανε ελεύθερα και έρχονταν σε επαφή με Τούρκους νοικοκυραίους, που στην απελπισία τους να εξασφαλίσουν τις οικογένειές τους τους δίνανε ό,τι και όσα τους ζητούσαν. Γράφει ο Φωτάκος :  «Ύπέρ τάς  δέκα ημέρας πρό τής εφόδου (ρεσάλτο) κατά διαταγήν τού ‘αρχηγού εύρισκόμουν μέσα είς τήν Τριπολιτσάν μέ τούς ‘Αλβανούς μπέηδες, μέ τόν Βελή Κογιάτζιο, μέ τόν Σαλιάγα  καί μέ τόν  ‘Ελμάς Βέτσον. ’Ενόσω ήμουν μέσα, ήρχοντο Έλληνες καί ’Ελληνίδες ΄απ’ τήν πόρτα τών Καλαβρύτων, τού ’Αγίου ’Αθανασίου καί τής Καρύταινας, ’αλλά ή τελευταία μόνον δούλευε. Τούς ερχομένους Έλληνας ΄από τήν πόρτα τούς ΄οδηγούσεν είς τό κατάλυμα (κονάκι) τού ’Ελμάς μπέη,όπου έμενα καί ’εγώ. Ο Μπέης τότε τούς έδιδεν ένα ’Αλβανόν διά συντροφίαν νά ‘υπάγη ΄ο καθένας είς τόν γνώριμόν του Τούρκον, τόν οποίον ήθελεν.Οί Τούρκοι άμα τούς έβλεπαν είς τά σπίτια των τούς εκαλοδέχοντο και τούς έδιδαν πολύτιμα πράγματα καί άρματα. 'αλλά διά νά τούς εύχαριστήσουν καί να φιλιωθούν με τούς ραγιάδες των τούς έδιδαν καί άλλα μέ σκοπόν νά τά φυλάξουν, μέ τήν ελπίδα, ότι θά τούς τά δώσουν πάλιν  όπίσω. Τό αυτό έκαμαν καί οί Τούρκισσαις μέ τής γυναίκες τών ραγιάδων. ‘Ο δε Άλβανός, ό οποίος τούς εσυντρόφευεν, ήτο είς χρέος νά τούς φέρη πάλιν είς τόν Μπέην, καί πάλιν νά τούς συνεβγάλη έως τήν πόρταν τού φρουρίου, διά νά μή πάθη κανένας Έλληνας τίποτε από τούς εντοπίους Τούρκους. Αύτό το πανηγύρι εγίνετο επί πολλάς ήμέρας». Ποιο σαφής για το αλισβερίσι και τις ελπίδες που πουλιόνταν, δεν θα μπορούσε να είναι ο Φωτάκος...


Μπουμπουλίνα

Εντύπωση τότε είχαν δημιουργήσει και οι επαφές και τα σούρτα-φέρτα της Μπουμπουλίνας και οι διαπραγματεύσεις της με πλούσιες οικογένειες της Τριπολιτσάς. Ο γνωστός Γερμανός ιστορικός Κάρλ Μέντελσον Μπαρτόλντυ αναφέρει: «Ήλθεν είς τό ‘ελληνικόν στρατόπεδον καί είς τήν Τρίπολιν αύτήν  έτι πρός τούτον ‘ιδίως τόν σκοπόν, όπως διαπραγματεθή μετά τών πλουσίων Ιουδαίων καί κολλυβιστών τής πόλεως καί καταφορτισθή διά λαμπρών δώρων ‘υπό τών συζύγων των αντί αορίστων επαγγελιών».


Για τις επιμέρους συμφωνίες της Μπουμπουλίνας με πλούσιες τούρκικες και εβραικές οικογένειες  κάνει λόγο και ο Καννέλος Δεληγιάννης, ο Κορδάτος, και άλλοι ιστορικοί. Στο μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης άφησε τους Αλβανούς να φύγουν ασφαλείς (λέγεται ότι για αντάλλαγμα πήραν με τον Πλαπούτα όλη την κινητή τους περιουσία που την φορτώσανε σε 15 βαριά μπαούλα)- και όλα τούτα τα πάρε δώσε, και γενικά το «ξάφρισμα» που κάνανε οι επιτήδειοι αρχηγοί στους Τούρκους, είχαν δημιουργήσει δυσφορία και στους στρατιώτες, αλλά και τον κόσμο που είχε συρρεύσει και είχε συγκεντρωθεί έξω από τα τείχη με την προσμονή του πλιάτσικου. Διάχυτη ήταν η αντίληψη στους στρατιώτες ότι ενώ η πόλη ήταν έτοιμη να παραδοθεί, οι αρχηγοί καθυστερούσαν τις διαπραγματεύσεις «γιατί έλπιζαν πως οι Τούρκοι θα παραδίδονταν με παζαρέματα και θα μπαίνανε αυτοί πρώτοι στην πόλη και θα έπαιρναν τα πλούτη των μπέηδων και αγάδων» λέει ο Γιάννης Κορδάτος στην Ιστορία της Ελλάδας (τόμος Χ), και συνεχίζει: «φαίνεται πως οι Έλληνες στρατιώτες κατάλαβαν τα σχέδια των αρχηγών τους και αποφάσισαν να οργανώσουν μόνοι τους την έφοδο. Πρώτος ο Παν. Δούνιας από την Κυνουρία, μαζί με τους άλλους συντρόφους του που μισούσαν τους κοτζαμπάσηδες ανεβαίνουν στο κάστρο, πιάνουν την πόρτα του Ναυπίου και με έφοδο μπαίνουν στην Τριπολιτζά (23 Σ/βρη). Οι Τούρκοι τάχασαν και άρχισε θρήνος και κλαυθμός. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Άρχισαν σφαγές και λεηλασίες που βάσταξαν δέκα ημέρες …».

Μέσα στην παραζάλη του φανατισμού και της ομαδικής ψυχολογίας όλοι είχαν μεταβληθεί σε μαινόμενο όχλο πού έσφαζε, βίαζε Τουρκάλες και Τουρκοπούλες, άρπαχνε, γκρεμούσε και έβαζε φωτιές. Αποκαλυπτικός είναι και ο Βλαχογιάννης: «Οι Έλληνες αρχηγοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί, άπό τόν πόθο τών λαφύρων, είχανε λησμονήσει τίς ’ωραίες νίκες τών πρώτων μηνών τής πολιορκίας καί μέ τήν ’αναμονή τής παράδοσης (τής Τριπολιτζάς) είχανε ρίξει τίς ψυχές τους στό μόλεμα τής τούρκικης καθημερινής ’επαφής, στό μαύλισμα τών δώρων καί τού παράνομου πλουτισμού, μέ ζημία τού ’απλού στρατιώτη καί χωριάτη, κι’ είχανε παραδοθή σ’ αύτού τού είδους τήν τυφλή πραγμάτεια … Κι’ ΄ενώ ’αλλάζανε λόγια αδελφικά καί φιλικά χαρίσματα (μέ τούς Τούρκους) ύποσχέσεις φιλίας καί προστασίας, καί δεχόντανε στά στρατόπεδα τούς ‘επίσημους (Τούρκους) μαζί μέ τούς θησαυρούς τους, χωρίς επίσημη παράδοση, οί χιλιάδες τών χωρικών πολεμιστών βλέποντας ‘αυτή τήν άνεπίσημη διαρπαγή μιάς πόλης πού δέν παραδόθηκε, πέσανε τυφλά μέ τίς σκουρολεπίδες καί τήν πήρανε, καί τήν περάσανε ‘από τό μαχαίρι, καί δέν ‘αφήσανε ζωντανή ψυχή. Κι’ ό πόλεμος ήτανε γιά τό λάφυρο κι΄αύτός, κατά τό παράδειγμα τών ‘αρχηγών τους καί αφεντάδων τους»

Σε οχτώ ημέρες από το ρεσάλτο ήρθε και ο Υψηλάντης από την Κόρινθο και προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη, κανένας όμως δεν τον άκουγε. «Οί Μοραΐτες προύχοντες παρά τίς διαταγές τού Υψηλάντη ξακολούθησαν νά αρπάζουν καί νά γυμνώνουν τά τουρκικά πλουσιόσπιτα. Άρπαξαν λίρες, χρυσά βραχιόλια, σκουκαρίκια, μαργαριτάρια, μπριλάντια και ό,τι άλλο πολύτιμο βρήκαν. Τέτοια ήταν ή μανία τής αρπαγής, πού έκοβαν από τίς πλούσιες Τουρκάλες τα χέρια και τα δάχτυλα για να πάρουν τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια πού φορούσαν» λέει ο Κορδάτος. Βρήκε το μπελά του και από τους δικούς του στρατιώτες που τους είχε πάρει από την Τριπολιτσά και είχανε χάσει το μεγάλο πανηγύρι, κοντολογίς. Και όπως αναφέρει και ο Φωτάκος: « τά στρατεύματα τού Υψηλάντη … έκαμαν νέαν έφοδον εναντίον εκείνων οί οποίοι πρότερον ελαφυραγώγησαν τούς Τούρκους, καί πολλούς τών κατοίκων τής πόλεως εγύμνωσαν καί τούς άρπαξαν τά λάφυρα».

Είκοσι βαρυφορτωμένα μουλάρια και δυο καμήλες έστειλε από την Τριπολιτσά στον Πύργο του ο Πετρόμπεης, «οί δέ  Μανιάται αυτού εφόρτωναν τά αρπαχθέντα είς τάς γυναίκας των, αίτινες είχον προσδράμει εκεί από τά βουνά τής Μάνης…» μας πληροφορεί ο Μέντελσον. Αλλά, κάπως έτσι μας τα λέει και ο Φωτάκος. «Όλοι οι Μανιάται είχαν έλθει δια να τούς ξεπουπουλιάσουν…  όταν δέ πολλοί από αύτούς δέν εύρήκαν νά πάρουν λάφυρα ‘εφορτώθηκαν τής πόρταις τών σπιτιών»


Σχετικά με τις σφαγές που γίνανε για τα λάφυρα, ο Γιάνης Κορδάτος είναι σαφής: « Όσο γιά τίς ‘ομαδικές σφαγές τής Τριπολιτζάς δέν πρέπει νά ξεχνούμε καί τήν ενοχή τού Κολοκοτρώνη. Αύτός μέ τή Μπουμπουλίνα όχι μονάχα αρπάξανε από τίς Τουρκάλες και τίς ΄Εβραίϊσες τά πιό πολύτιμά τους χρυσαφικά αλλά καί διατάξανε γενική σφαγή για να μπορέσουν να πλιατσικολογήσουν ελεύτερα και με την ησυχία τους».

Σφάξανε οι Έλληνες  αδιακρίτως γυναίκες άνδρες μέχρι μωρά παιδιά, πολλοί Τούρκοι σκότωσαν μόνοι τους τις οικογένειές τους και βάλανε φωτιά στα σπίτια τους για να γλιτώσουν από το μίσος των ραγιάδων τους, αλλά δεν τους σφάξανε όλους, και πήραν και πολλούς σκλάβους και σκλάβες στα χωριά τους. Κυρίως η φτωχολογιά την πλήρωσε. Πολλοί ήσαν οι νοικοκυραίοι Τούρκοι που τα ακουμπήσανε στους κατάλληλους ανθρώπους και τη γλιτώσανε.


Για δέκα ολόκληρες μέρες συνεχίζονταν μέσα στην πόλη οι σφαγές οι βιασμοί και οι λεηλασίες. Πολλοί Τούρκοι υπέστησαν τα πάνδεινα, μέχρι που σουβλίζανε κάποιους για να αποκαλύψουν κρυμμένους θησαυρούς και κομποδέματα«Υπέρ τάς είκοσι χλιάδες Έλληνες ωπλισμένοι είχον συναχθεί εκείνην την εβδομάδαν είς την πολιορκίαν, οίτινες, ώς λυσσώντες λύκοι, εκδικούμενοι τούς τυράννους των, τούς κατέσφαζον άνευ διακρίσεως γένους ή προσώπου. Εισήλθαν δε και πολλοί άοπλοι με ρόπαλα, ως και γυναίκες από τα πλησιόχωρα, και ελαφυραγώγουν  και εφόνευον και αυτοί»,  στα λέει ο Καν Δεληγιάννης απομνημονεύματά του. Αλλά, η μεγάλη λεία αφορούσε τους επιφανείς, όπως τον Κιαμήλμπεη,  τα χαρέμια του Χουρσίτ και άλλους, που τους προφυλάξανε οι αρχηγοί και οι άρχοντες, της Μπουμπουλίνας μη εξαιρουμένης. Που όπως λέει και ο Φωτάκος, πριν από το ρεσάλτο μπαινοβγαίνανε στην Τριπολιτσά και κάνανε τις επί μέρους συμφωνίες. «Τού Σεχνετζίμπεη ή φαμελιά έμεινε μ’ εμέ, είκοσι τέσσερις άνθρωποι΄ τόν Κιαμήλμπεη τόν πήρε ό Γιατράκος – ό Κεχαγιάς έμεινε αι’χμάλωτος μέ τά χαρέμια καί τά περίλαβε ό Πετρόμπεης», λέει ο Κολοκοτρώνης. Και αλλού: «’Επειτα ‘από δέκα ημέρας ‘εβγήκαν όλοι οί Έλληνες μέ τά λάφυρα και επήγαν εις τες επαρχίες τους σκλάβους, σκλάβες». 

        Ο Φωτάκος μιλάει και για τους Τούρκους που γλιτώσανε:  «… και όμως τούς καλούς Τούρκους, όσοι πρότερον δέν τούς εκακομεταχειρίζοντο, τούς επήταν μαζύ των καί τούς επεριποιήθηκαν όσον τό δυνατόν καλλίτερα, τούς είχαν ομοτραπέζους των, τούς έσωσαν και τούς έστειλαν όπου ήθελαν». Υποστηρίζεται ότι σώθηκαν γύρω στους 8.000 Τούρκοι, πάρθηκαν και αιχμάλωτοι, σκλάβοι σκλάβες, όσο για τα θύματα των σφαγών, επικρατέστερη θεωρείται η γνώμη του Φιλήμονα και του Τρικούπη που τα υπολογίζουν γύρω στις 10. 000. 

      Έντεκα χιλιάδες ντουφέκια και πολλά κανόνια και άλογα πήραν οι Έλληνες τότε, χωριστά τα σπαθιά και τα γιαταγάνια, αλλά οι αμύθητοι θησαυροί σχεδόν εξανεμίστηκαν, και ελάχιστα μπήκαν στο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Κι αφού μιλάμε για τα λάφυρα, να αναφέρω εδώ ότι κάποιο λάφυρο ήταν η αιτία που διαλύθηκε η πρώτη πολιορκία των Πατρών. «Άναψε μια γελοία φιλονικία ανάμεσα στο Γερμανό και τον Παπαδιαμαντόπουλο για κάποιο λάφυρο. Ο διάκος του Γερμανού ήθελε να πάρει από άνθρωπο του Παπαδιαμαντόπουλου ένα πολύτιμο σπαθί. Μπήκαν στη φιλονικία τα αφεντικά και το στράτευμα διαλύθηκε». (πηγή: Νίκος Δ. Πλατής το αποδέλοιπο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΕΪΚΟ).



Καραϊσκάκης
Ακόμα, εκείνα τα λάφυρα της Τριπολιτσάς ρίξανε πολύ λάδι στη φωτιά του εθνικού διχασμού κατά το  1824 – 25 στη χώρα μας. Για να υποδαυλίσει τον εμφύλιο ο Ιωάννης Κωλέττης  και να ξεσηκώσει τους Ρουμελιώτες κατά των Μωραϊτών, γράφει στον Γκούρα: «Αδελφέ, οι μωραΐτες ελύσσαξαν από τα πολλά πλούτη, τα οποία ήρπασαν από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου, του Λάλα, της Κορίνθου, της Μονεμβασίας, του Νεοκάστρου και των λοιπών μερών και έγιναν ντερμπεήδες, και προσπαθούν ν’ αντικαταστήσουν τον Κιαμήλμπεην και τους λοιπούς μπέηδες και αγάδες. Και σεις τρέχετε αυτού χωρίς ψωμί, χωρίς τσαρούχι, χωρίς φορέματα, με μίαν παλαιόκαπαν καταβασανίζεσθε. Τι λοιπόν περιμένετε; Άλλην αρμοδιωτέραν και ευτυχεστέραν δια σας περίστασιν δεν θέλει εύρετε ποτέ, δια να πλουτίσετε μεγάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν διά σας δύο πηγαί πλούτου, οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μωρέως. Τι άλλο πλέον επιθυμείτε;». (Νίκος Δ. Πλατής μικροΜέγα

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΕΪΚΟ). 




Και κατέβηκαν οι Ρουμελιώτες στον Μωρηά (των Μακρυγιάννη και Καραϊσκάκη μη εξαιρούμενων) και κάψανε και λεηλατήσανε, δηώσανε και κακοποιήσανε, βιάσανε, σκοτώσανε και καταληστέψανε. Μέχρι τα βρακιά της Ζαΐμαινας βγάλανε σε κοινή θέα στην Αχαΐα, για να εξευτελίσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. 













Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

Το νερό που πίναμε

 


              Η ύδρευση του χωριού μας στα χρόνια προτού φέρουμε το νερό από το Βυζίκι, από απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων το 1963, γινόταν από την πηγή της Μπουσμπούνας που βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του χωριού μέσα στη ρεματιά. Το νερό δεν πηγάζει εκεί που είναι χτισμένη η βρύση. Tο μαζέψανε οι Ψαραίοι από το σημείο που ανάβλυζε στα ριζά του κοντινού υψώματος και το μεταφέρανε εκεί με κουριαλό από κεραμίδια, χτίζοντας τη Μπουσμπούνα σε ανοιχτό χώρο, προφανώς για να είναι προσβάσιμη με άνεση από τις γυναίκες που συνωστίζονταν εκεί για να γιομίσουν τα βαρέλια και να κουβαλήσουν το πολύτιμο νερό στα σπίτια για τις ανάγκες των νοικοκυριών τους. Ήταν όμως αμφιβόλου ποιότητας. «Είχαν πεθάνει οι περισσότερες γυναίκες γιατί το νερό είχε μπενοκλάδι» λέει ο Ν. Ζαφειρόπουλος στο βιβλίο του.

             Η μεταφορά του νερού από τη βρύση στο σπίτι ήταν καθαρά γυναικεία υπόθεση, που όμως δεν ήταν καθόλου εύκολη αφού, και χρόνο πολύ απαιτούσε, αλλά και κόπο. Ο χρόνος ήταν πρόβλημα για τις περισσότερες νοικοκυρές που ήσαν μικρομάνες γιατί, πέρα από τον απαιτούμενο για τη μετάβαση και την επιστροφή από τη βρύση, υποχρεώνονταν πολλές φορές να στήνονται με τις ώρες (είχε μπασιά) για να έρθει η σειρά να γιομίσουν το βαρέλι τους. Έτσι, και τα παιδιά μένανε μόνα τους στο σπίτι, αλλά και το νοικοκυριό έμενε πίσω. Η προσπάθεια τώρα και ο κόπος, ανάλογα με τη θέση που βρίσκονταν τα σπίτια τους, ήταν μια άλλη θλιβερή ιστορία για τις περισσότερες γυναίκες. Με ξύλινα βαρέλια χωρητικότητας 30 – 40 οκάδων που τα ζαλώνονταν με σκοινί στην πλάτη, κουβαλούσαν από τη βρύση στα σπίτια το νερό,  αλλά καθώς το χωριό βρίσκεται χτισμένο στους πρόποδες του Αγιολιά, με κλίση τουλάχιστον 70%, και αν σκεφτούμε ότι τα σπίτια στον απάνω μαχαλά απέχουν τετρακόσια και πεντακόσια περίπου μέτρα από την Μπουσμπούνα, το να κουβαλήσει μια γυναίκα 40 οκάδες βάρος στην πλάτη, διπλωμένη σε σχήμα ορθής σχεδόν γωνίας, σε αυτή την ανηφόρα, ήταν πραγματικός άθλος. Μέτρο βάρους τούρκικης προέλευσης η οκά που καταργήθηκε το 1959, αντιστοιχούσε σε 400 δράμια ή 1280 γραμμάρια, οπότε καταλαβαίνετε ότι 40 οκάδες νερό αντιστοιχούσαν σε 51.200 κιλά βάρους. Προσθέστε τώρα και το απόβαρο του βαρελιού, και βγαίνει ένα σύνολο 55 έως 60 περίπου κιλών που κουβαλούσε στην πλάτη της η γυναίκα σε τούτη την ανηφόρα από τη Μπουσμπούνα μέχρι να το ξεζαλωθεί στο σπίτι της, που κατάφερνε και έφθανε με την ψυχή στο στόμα. 

            
Μπουσμπούνα

              Αναγκαστικά λοιπόν η Μπουσμπούνα γινόταν το κέντρο του χωριού για τον γυναικείο πληθυσμό, και όπως καταλαβαίνετε, στις σύντομες ή τις πολύωρες (όταν είχε μπασιά) συναντήσεις τους εκεί, οι γυναίκες για να πάρουν το πολύτιμο νεράκι, βρίσκανε την ευκαιρία να ανταλλάξουνε τις απόψεις τους για διάφορα θέματα, για κάποιο συνοικέσιο που ήταν σε εξέλιξη, για τα ράσινα που υφαίνει κάποια νοικοκυρά στον αργαλειό της, για μια σειρά τρέχοντα που απασχολούσαν το χωριό. Δεν λείπανε και οι καυγάδες αναμεταξύ τους, που προκαλούνταν από κάποια που βιαζόταν και απαιτούσε να παραβιάσει τη σειρά προτεραιότητας γιατί έπρεπε να γυρίσει νωρίς στο σπίτι και να κάψει το φούρνο αλλιώς θα της χάλαγε το ψωμί που είχε ζυμωμένο, ή από κάποια διένεξη και διαφορά απόψεων σε μια κουβέντα που είχαν ανοίξει, και τότε, εκτός από τα της σειράς, όπως, μωρή πήξια μωρή δείξια η μία, μωρή τέτοια μωρή αλλιώτικη η άλλη, πέφτανε και οι σχετικές κατάρες και ακούγονταν και σχετικά… «γαλλικά». 
             Καθώς τα σκέφτομαι τώρα αυτά και προσπαθώ να τα καταγράψω, εύκολα και πολύ λογικά αναδύεται το ερώτημα: γιατί το νερό κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες, το κουβαλούσαν μόνο οι γυναίκες. Γιατί δεν κάνανε και οι άνδρες αυτή τη δουλειά, έστω κατά τις εποχές που δεν είχαν δουλειές και ξημεροβραδιάζονταν στα μαγαζάκια (καφενεδάκια, κουτουκάκια κλπ.) του χωριού; Γιατί δεν φορτώνανε το βαρέλι στο μουλάρι τους – εννιά στις δέκα οικογένειες είχαν το μουλάρι τους ή έστω ένα γάιδαρο -  να καβαλικέψουν κι από πάνω και να πάνε να φέρουν νερό; Δεν βλέπω άλλη λογική απάντηση στο ερώτημα, παρά, στο ότι έτσι ήταν η εποχή τότε και οι κοινωνικές συνθήκες, και στο ότι οι άνδρες έπρεπε να ασκούνται στην κολιτσίνα (κοντσίνα, κολτσίνα)  στην πρέφα και στην ξερή στα καφενεία, ή να κρασοπίνουν και να διηγούνται ιστορίες όταν δεν είχαν άλλη δουλειά.  
           Πολυμελείς κατά κανόνα οι οικογένειες εκείνα τα χρόνια που σπάνια έβλεπες σπιτικό με λιγότερα από 5 παιδιά, και καθώς το χωριό έφτανε να έχει και πάνω από 350 κατοίκους, τα πέντε άντε έξι κυβικά νεράκι που κατέβαζε η Μπουσμπούνα δεν αρκούσε να καλύψει τις ανάγκες τους. Και όσο διαρκούσε ο χειμώνας βολεύονταν και με το βρόχινο νερό, αλλά και με το χιόνι που το ζεσταίνανε στη φωτιά και γινόταν νερό κατάλληλο για το νοικοκυριό. Κατά τους θερινούς μήνες όμως, που και της πηγής το νερό λιγόστευε, οι Ψαραίοι καταφεύγαμε στη βοήθεια δυο-τριών ακόμα πηγών: του Κουριαλού, του Αποστόλη, και του Κρεϊμάδ(ε)η, που βρίσκονταν στη ρεματιά στα βόρεια, σε απόσταση ένα έως δύο χιλιόμετρα  από το χωριό, ενώ ακόμα, πιο παλιά πηγαίνανε και στη Σκόζα, ενάμισι–δύο χιλιόμετρα προς στα νότια, εκεί που αρχίζει το Παλουμπόρεμα. Και σε εκείνες τις πηγές είχαν μαζέψει το νερό φέρνοντάς το σε προσβάσιμα σημεία, τοποθετώντας τις ανάλογες πελεκητές πέτρινες κορύτες σε ένα λιθόχτιστο πεζούλι, για να μπορεί ο κόσμος να γιομίζει τα βαρέλια του ή να ποτίζονται τα ζωντανά, κοπάδια γιδοπρόβατα, βόδια και γαϊδουρομούλαρα, κλπ. 
            
Βρύση Κουριαλού (τα υπολείματα)



Ο Βασίλης Στασινόπουλος ψάχνει τα ίχνη της Βρύσης Αποστόλη

Ό,τι μένει από την Βρύση Κρειμάδη

            Οι τρεις αυτές βρύσες στα βόρεια, βρίσκονται σε σειρά κατά μήκος της ρεματιάς, με πρώτη την του Κουριαλού, της οποίας όμως το νερό ήταν γλυφό και μόνο στην ανάγκη παίρνανε από εκεί οι Ψαραίοι, κυρίως όμως ποτίζανε τα ζωντανά τους. Ήταν και εύκολα προσβάσιμη τούτη η βρύση, αφού βρίσκεται πάνω σε αγροτικό μουλαρόδρομο. 
Λίγο πιο κάτω, μέσα στην ανώμαλη πλέον ρεματιά, συναντάμε τη βρύση του Αποστόλη, και σε μικρή ακόμα απόσταση τη βρύση του Κρεϊμάδη. Αντίθετα με του Κουριαλού που πηγάζει στην κοίτη της ρεματιάς, και οι δυο αυτές βρύσες πηγάζουν από τα βράχια στο πρανές της ρεματιάς, και το νερό τους είναι καλό. Ιδιαίτερα το νερό της πηγής του Κρεϊμάδη ήταν πολύ δροσερό προς το παγωμένο, και θυμάμαι πως οι μεγαλύτεροι μας συμβουλεύανε να είμαστε προσεκτικά εμείς τα παιδιά όταν σκύβαμε στην κορύτα για να πιούμε, γιατί το νερό, λέγανε, ήταν «βαρύ», και αν πίναμε απότομα υπήρχε κίνδυνος να πάθουμε ζημιά.

           Μέχρι του Κουριαλού, ο χωματόδρομος ήταν βατός και οι γυναίκες μπορούσαν στην ανάγκη να πάνε και να πάρουν νερό, που με μεγάλη δυσκολία το κουβαλούσαν στο χωριό, ζαλωμένες  το βαρέλι στην πλάτη. Στις πιο κάτω βρύσες όμως μέσα στην άγρια ρεματιά, στου Αποστόλη και στου Κρεϊμάδη, δύσκολα μπορούσε να κινηθεί κάποια γυναίκα ζαλωμένη το βαρέλι της. Μετά τον πόλεμο, από το 1950 και δώθε, κάποιες γυναίκες ή και άνδρες, πηγαίνανε στου Κρεϊμάδη φορτωμένα τα βαρέλια τους στο μουλάρι και τα γεμίζανε με χωνί, έτσι όπως ήσαν πάνω στο σαμάρι. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα και η βρύση του Κρεφτόχου με πολύ κρύο, παγωμένο σχεδόν νερό, στα βόρεια του χωριού, αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από το χωριό. Πηγές ακόμα υπήρχαν και στο φαράγγι της Γκούρας, μη προσβάσιμες όμως στο χωριό λόγω απόστασης.

         Μπορεί τούτες οι περιφερειακές βρύσες, της Σκόζας, του Κουριαλού, του Αποστόλη και του Κρεϊμάδη να βρίσκονταν μακριά από το χωριό, σε αυτές όμως καταφεύγανε οι γυναίκες για να κάνουν την ολοκληρωμένη μπουγάδα τους. Όταν δηλαδή έπρεπε να πλύνουν πολλά ρούχα, ακόμα και στρωσίδια που δεν ήταν δυνατόν να τα πλύνουν στο σπίτι, λόγω ιδιαίτερα και της έλλειψης νερού. Παρέες ολόκληρες γυναικών φόρτωναν στο μουλάρι –το μεταφορικό μέσο εκείνων των εποχών-  τα ρούχα που είχαν για πλύσιμο, το λεβέτι και τη σκάφη την ξύλινη, την πλάκα και τον κόπανο, και την απαραίτητη στάχτη φυσικά για να κάνουν την αλισίβα τους.  Ήταν δε η αλισίβα, το σταχτόνερο που κάνανε βράζοντας νερό και στάχτη εκεί κατά τη διαδικασία της μπουγάδας, βασικό στοιχείο, γιατί και στη λεύκανση των ρούχων βοηθούσε, αλλά, και στο καθάρισμα, γιατί υποκαθιστούσε το σαπούνι. Απλώνονταν λοιπόν στο ρεματάκι από τη Μπουσμούνα μέχρι κάτω στου Πούσι, στη ρεματιά από του Κουριαλού μέχρι του Κρεϊμάδη, ή στη ρεματιά της Σκόζας, για να κάνουν τη μπουγάδα τους. Γιόμιζε η ατμόσφαιρα από τον καπνό και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου που αναδίνανε οι φωτιές που ανάβανε για να βράσουνε το νερό στα λεβέτια, άναβε το κουβεντολόι στις συντροφιές των γυναικών, και ο αχός πολλές φορές από τον κόπανο μπερδευόταν με τα τραγούδια που λέγανε όλες μαζί για να βγάλουνε από μέσα τους τους καημούς τους. Από κάποια τέτοια σκηνή είναι ίσως εμπνευσμένο το γνωστό, γεμάτο καημούς τραγουδάκι της δημοτικής μας παράδοσης που αναφέρεται στην κόρη που έπλενε στον ποταμό:


Μάνα μια κόρη που είδα εγώ, στον ποταμό να πλένει, 
Μά είχε ασημένιο κόπανο, και πλάκα μαρμαρένια… κλπ.

          Δεν ήταν μόνο το νερό που βρίσκανε άφθονο οι γυναίκες σε τούτες τις ρεματιές για να κάνουν τη μπουγάδα τους, ήταν και η άπλα του χώρου, που τους επέτρεπε να απλώνουν τα πλυμένα ρούχα πάνω στις πέτρες και στους θάμνους, για να στεγνώνουν γρήγορα. Στο χωριό όμως, δεν ήσαν μόνο οι άνθρωποι που είχαν ανάγκη για νερό, ήσαν και τα ζωντανά. Από τα οικόσιτα μέχρι τα κοπάδια, τα βόδια και τα γαϊδουρομούλαρα κλπ. Και, τα κοπάδια ιδιαίτερα, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα αριθμούσαν χιλιάδες γιδοπρόβατα.Τα μικρά οικόσιτα, σκυλιά γατιά και κάνα μαρτινάκι (μαρτίνα = κατσίκα ή προβατίνα που την τρέφανε στο σπίτι όσοι δεν είχαν κοπάδια, εξασφαλίζοντας έτσι το γάλα για τα παιδιά τους και το κρέας από τα κατσίκια ή τα αρνάκια), τα  ποτίζανε στο σπίτι. Κάποιοι διατηρούσαν και περισσότερα μαρτίνια. Τα κοπάδια με τα γιδοπρόβατα τα ποτίζανε στα ρέματα, ανάλογα προς τα πού είχαν οι τσοπάνηδες τις στάνες τους. Εκείνοι που είχαν τις στάνες τους στα βόρεια και βορειοανατολικά του χωριού, ποτίζανε τα κοπάδια στη ρεματιά από Κουριαλού και προς τα κάτω, Τρία ρέματα κλπ, όπως επίσης και στο φαράγγι της Γκούρας. Κάποιοι άλλοι ποτίζανε και στο ρεματάκι που ξεκινούσε από τη Μπουσμπούνα, συνέχιζε στου Πούσι, στα Τρία ρέματα και κατέληγε στη Γκούρα. Όσοι είχανε τα κοπάδια τους προς τα νότια, τα ρίχνανε για νερό στη Σκόζα.

           Να σημειώσω ότι σε τούτα τα ρέματα, οι τσοπάνηδες του χωριού μας φρόντιζαν να ανοίγουν μικρές γούρνες κατά διαστήματα, που γεμίζανε νερό από τη ροή, διευκολύνοντας έτσι το πότισμα του κοπαδιού τους. Μάλιστα, στη ρεματιά της Σκόζας είχανε καραβώσει κάποτε μια μεγάλη γούρνα και οι πιτσιρικάδες ξεβρακώνονταν και κάνανε τα πρώτα τους μπάνια. Θυμάμαι ότι σε εκείνη τη ρεματιά πηγαίναμε πολλές φορές και μαζεύαμε καβούρια. Είχανε νερά τότε τα ρέματα, γιατί καλλιεργούσε τον τόπο ο κοσμάκης, δεν υπήρχαν δάση και τα νερά τρέχανε.

           Το νερό το είχαν ανάγκη φυσικά και τα γαϊδουρομούλαρα και τα βόδια. Σχεδόν όλα τα σπίτια στο χωριό είχαν από ένα μουλάρι ή ένα γάιδαρο για τις ανάγκες του σπιτιού, κάποιοι νοικοκυραίοι είχαν και δυο μουλάρια. Με το μουλάρι καλλιεργούσαν τα χτήματά τους κατά τις παλιότερες εποχές. Αλωνίζανε και μεταφέρανε τα γεννήματά τους, κουβαλούσανε τα ξύλα από τα χωράφια, που ήσαν απαραίτητα για τη θέρμανση το χειμώνα, πηγαίνανε στο μύλο για άλεσμα και κάνανε μια σειρά από βοηθητικές δουλειές. Σπιτικό χωρίς μουλάρι, χωρίς έστω ένα γάιδαρο, δεν στεκόταν εύκολα. Τα βόδια ή γελάδια τα χρησιμοποιούσαν για όργωμα και σπορά, και στην ανάγκη και αλώνισμα. Στο χωριό μας το βοδινό κρέας ήταν άγνωστο πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’40, φουρκίστηκε ή τσακίστηκε ένα βόδι, και τότε είναι που πρωτοφάγανε κρέας βοδινό οι Ψαραίοι. Το βιδέλο, όπως το λέγανε τότε. Όχι όλα τα σπίτια του χωριού- πολλοί είχαν προκατάληψη και δεν θέλανε ούτε να ακούσουν για βοδινό κρέας. Και τούτα τα ζωντανά λοιπόν, θέλανε πότισμα, και φυσικά ήταν αδύνατο να ποτιστούνε στη Μπουσπούνα. Τα πηγαίναμε για νερό στις περιφερειακές βρύσες. 

         

Ό,τι μένει από το πηγάδι. 

Τη χρονιά του 1936, η Αδελφότητα των εν Αθήναις Ψαραίων έφτιαξε το πηγάδι του χωριού λίγες δεκάδες μέτρα πιο πάνω από τη Μπουσμπούνα, και εκεί από τότε ποτίζανε τα γαϊδουρομούλαρα, αλλά στήνονταν και γυναίκες καμιά φορά και κάνανε τη μπουγάδα τους. Ήταν πραγματικό κόσμημα για την εποχή, με μονοκόμματο μαρμάρινο επιστόμιο, με περίτεχνες από πατητή τσιμεντοκονία ποτίστρες, αλλά δυστυχώς η κακομοιριά μας το αχρήστευσε. Και τη Μπουσμπούνα και το πηγάδι, για να μην πω και τις άλλες βρύσες, Κουριαλού, Αποστόλη και Κρεϊμάδη, θα έπρεπε να τις συντηρούμε και να τις διατηρούμε, γιατί είναι στοιχεία της παράδοσης, της ζωής και του πολιτισμού μας.