Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Η μπέσα

 



Μπέσα είναι ένα είδος συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους, κάτι σαν λόγος τιμής που δίνεται για το κλείσιμο και την επικύρωση μιας συμφωνίας. Είναι η εγγύηση ότι θα τηρηθεί κάποια υπόσχεση ή συμφωνία και μπορεί να αφορά όχι μόνο δύο άτομα, αλλά και ολόκληρες ομάδες. Η μπέσα είναι ισχυρότερη και από συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο, κάποιοι όροι του τέλοσπάντων, θα μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να αμφισβητηθούν, να  συζητηθούν. Η μπέσα όμως, ο λόγος τιμής ενός άνδρα, δεν συζητιούνται και δεν αμφισβητούνται.

                                 Ο μπεσαλής ο άνδρας κρατάει το λόγο του και τηρεί τις υποσχέσεις του, είναι δυνατός χαρακτήρας, έχει έμφυτη ευγένεια και εμπιστοσύνη στον εαυτό του, γνωρίζει τη δύναμή του και τα όριά του, δεν έχει ανάγκη να επιδεικνύεται. Είναι αξιοπρεπής και εμπνέει εμπιστοσύνη στους άλλους. Σέβεται τον εαυτό του, και κατ’ επέκταση σέβεται και τους άλλους. Και… μπεσαλήδες δεν είναι μόνο οι άνδρες. Πολλές φορές συναντάμε τη μπέσα και σε αξιοπρεπέστατες γυναίκες

                                 Μπαμπέσης είναι ο χωρίς μπέσα άνθρωπος, ο αναξιόπιστος, εκείνος που δεν τον εμπιστεύεσαι ούτε για ένα πακέτο τσιγάρα. Το είδος αυτό της αξιοπρέπειας, η μπέσα, στα παλιότερα χρόνια είχε πέραση, ήταν καθοριστικό  στοιχείο της ζωής, στην εποχή μας μάλλον είναι ξεπερασμένη.

Γνωστές οι καλές σχέσεις του Κολοκοτρώνη προεπαναστατικά αλλά και κατά τα χρόνια του Αγώνα με τους Αλβανούς και η μπέσα που υπήρχε ανάμεσά τους, η εμπιστοσύνη που είχαν στο λόγο του, και αξίζει να δούμε μια πτυχή αυτής της πλευράς από την άλωση της Τριπολιτσάς, όπως μας την δίνει ο Φωτάκος στα απομνημονεύματα που έγραψε για τον Κολοκοτρώνη:

«Αλβανοί υπέρ τους 300 εκλείσθησαν μέσα εις τα καταλύματα (κονάκια) του Σεραγιού και κατά το δείλι εζήτησαν τον Κολοκοτρώνην ως φίλον των και πιστόν δια να παραδοθούν. Ήλθεν ο Κολοκοτρώνης, αλλά διότι δεν τον εγνώριζαν, επειδή και δεν ήτο κανένας μπουλούμπασης Αλβανός από εκείνους, οι οποίοι τον εγνώριζαν, να τους βεβαιώση, δεν έδιδαν πίστιν. Ο Κολοκοτρώνης τους έλεγε: «μα τον Θεόν μα τα τέσσερα κιτάπια του Θεού, μα τον προφήτην Χασρέτ Ισά (Χριστόν) εγώ είμαι». Αλλά αυτοί πάλιν δεν τον επίστευαν. Τότε τους είπε και αυτός, επειδή δεν παρεδίδοντο, «να είναι το κρίμα εις τον λαιμόν τους και ότι εγώ δεν είμαι παραβάτης (της μπέσας)». Έφυγεν έπειτα ο αρχηγός και οι στρατιώται αμέσως έβαλαν φωτιά εις τα κονάκια και τους έκαψαν όλους»

                    Αξίζει εδώ να αναφερθώ και σε μια άλλη περίπτωση σχετικά με τη μπέσα, που είχε άμεση σχέση με την ίδια τη ζωή του Κολοκοτρώνη. Είναι γνωστό ότι ο Κολοκοτρώνης την Άνοιξη του 1806 μετά τον άγριο διωγμό της κλεφτουριάς είχε καταφύγει στα Εφτάνησα που τότε ήσαν υπό Γαλλική κατοχή. Εκεί, την Άνοιξη του 1808 έλαβε πρόσκληση από τον Αλή Φαρμάκη  να έρθει στη Γορτυνία να τον βοηθήσει επειδή κινδύνευε από τους Τούρκους του Βελή Πασσά.                                 

 

Αλή Φαρμάκης.

 Αρχηγός της αλβανικής πατριάς από του Λάλα, Τουρκαλβανός από το σόι των Ισμαηλαίων ήταν ο Αλή Φαρμάκης. Κατοικούσε στα δυτικά της Γορτυνίας στο Μοναστηράκι που είχε οχυρότατον Πύργο από όπου εξορμούσε κατά της Αρκαδίας και της Ηλείας ασκώντας αληθινή δικτατορία. Μέχρι που ανέλαβε το πασαλίκι του Μωρηά ο Βελή Πασσάς, που  απαίτησε να του παραδώσει τον Πύργο του και να δηλώσει υποταγή. Ο Αλή Φαρμάκης έχοντας εμπιστοσύνη στο απόρθητο του οχυρού του αποφάσισε να αντισταθεί στα στρατεύματα του Βελή, και τότε ήταν που ζήτησε τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη. Ο Τάκης Κανδηλώρος στον ΑΡΜΑΤΩΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 1500 – 1821 μας πληροφορεί’ ότι «ο Κλοκοτρώνης απήντησε σωφρόνως ότι δεν κρίνει σκόπιμον να σπεύση, διότι η προσέλευσίς του θα  καταστήσει αναπόφευκτον την εκστρατείαν του Βελή. Ας προσπαθήσει λοιπόν να μην κηρύξει πόλεμον, αν όμως ο Βελής εκστρατεύση, τότε του γράφει και έρχεται».

                                     Όταν λοιπόν κατά τον Ιούλιο του 1806 Ο Βελή Πασσάς ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του και το έμαθε ο Αλή Φαρμάκης, ειδοποίησε τον Κολοκοτρώνη: «Τα στρατεύματα εκίνησαν, αν είσαι φίλος, τώρα φαίνεσαι».

Ο Κολοκοτρώνης δεν γνώριζε προσωπικά τον Αλή Φαρμάκη, αλλά θεωρούσε υποχρέωσή του να σπεύσει σε βοήθεια επειδή όπως μας πληροφορεί και ο Νίκος Δ. Πλατής στο μικρο/Μέγα ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΕΪΚΟ, «οι πρόγονοί τους είχαν δώσει όρκο φιλίας` συγκεκριμένα, ο παππούς του Αλή Φαρμάκη είχε γίνει αδελφοποιτός (κλέφτες και ληστές και οι μεν και οι δε) με τον γέρο Γιάννη Κολοκοτρώνη τον παππού του Κολοκοτρώνη: Και αυτόν τον δεσμό επικαλέστηκε ο Αλή Φαρμάκης και ζήτησε τη βοήθεια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη».  Καθώς ο Κ ετοιμαζόταν και συγκέντρωνε 100 μαχητές για να σπεύσει σε βοήθεια του Α. Φ, καπεταναίοι και φίλοι του προσπαθούσαν να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη επισημαίνοντάς του τους κινδύνους του εγχειρήματος, εκείνος όμως απαντούσε: «Δεν ημπορώ να κάμω αλλέως, διότι έδωκα τον λόγο μου. ( η μπέσα).

                                      Η Ζάκυνθος όμως ήταν υπό γαλλική κατοχή και οι Γάλλοι δεν είχαν καμία διάθεση να δυσαρεστήσουν τον Αλή Πασσά επιτρέποντας στον Κ. να πάει να πολεμήσει τον Βελή Πασσά που ήταν γιός του. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης έφυγε λάθρα από τη Ζάκυνθο με μόνο δεκατέσσερεις άνδρες και αποβιβάστηκαν στην Κυλλήνη. Φθάσανε στο Μοναστηράκι και όταν νύχτωσε κατόρθωσαν να περάσουν  απαρατήρητοι από τους 8.000 άνδρες του Βελή Πασσά που συγκεντρώνονταν εκεί  και να μπουν στον Πύργο που βρήκαν τον Αλή Φαρμάκη με μόνο 90 άνδρες του. Την επομένη άρχισαν οι επιθέσεις κατά του Πύργου που άντεχε γερά, και στο μήνα περίπου επάνω οι Τούρκοι στείλανε μια επιτροπή προτείνοντας στον Αλή Φαρμάκη να αμνηστεύσουν αυτόν και τους υπερασπιστές του, αρκεί να τους παραδώσει τον Κολοκοτρώνη. Ο Αλή Φαρμάκης αρνήθηκε στα ίσα. «Αν είναι της τιμής και της παλληκαριάς να δώσω ένα φίλον μου, όστις ήλθε να με βοηθήση από τα νησιά, τότε ειμπορώ και εγώ να το κάμω αυτό».

                           Μετά την άρνηση του Φαρμάκη ο πόλεμος άρχισε αμέσως ξανά σφοδρότερος, και το βράδυ που συγκάλεσε συμβούλιο με τους αξιωματούχους του για να τους ενημερώσει για τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, τους ανακοίνωσε ότι ο Βελής απαιτεί να του παραδώσουν τον Κολοκοτρώνη. Στο άκουσμα αυτής της απαίτησης αυθόρμητα όλοι με μια φωνή απάντησαν: «Χάσια, όλοι να χαθούμε, μα αυτό δεν ειμπορούμε να το κάμουμε».

Έτσι καταλάβαιναν τη μπέσα και το λόγο τιμής και εκείνοι οι άγριοι πολεμιστές παρόλο που η ζωή τους βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.

                     Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του μας πληροφορεί ότι μόλις έμαθε τα νέα τούς πρότεινε: «Έρχεσθε να με δώσετε να ξεμπερδεύσουμε; Εγώ το ψωμί μου το έφαγα». Αλλά ο Αλή Φαρμάκης τον διέκοψε: «Δεν είνε δική σου δουλειά, είνε δική μας». Και προτίμησαν όλοι να θυσιαστούνε παρά να παραδώσουν τον φίλο και συμπολεμιστή που ήρθε να τους βοηθήσει. Επί 65 ημέρες σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη  - 70 κατά τον Φραντζή - αμύνονταν οι 120 πολιορκούμενοι στους 8.000 πολιορκητές και τέλος δέχτηκαν να παραδώσουν τον πύργο αφού εξασφαλιστεί η ασφαλής αποχώρηση του Κολοκοτρώνη με τους 14 συντρόφους του.

                Για την ιστορία, αργότερα κατάφερε και πήγε στη Ζάκυνθο και ο Αλή Φαρμάκης όπου μαζί με τον Κολοκοτρώνη καταστρώσανε σχέδιο για τη δημιουργία ενός κρατιδίου που θα συνυπήρχαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι και θα είχε σημαία με φεγγάρι και Σταυρό

Κάπου εκεί ο Αλή Φαρμάκης αρρώστησε από δυσεντερία – λυσσεντερία κατά τον Κολοκοτρώνη – και σε λίγο πέθανε.

 

 

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Από την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

 





Στη Ρόδο μπροστά στο Ακταίον πριν από κάποιες δεκαετίες την ημέρα του εορτασμού της Ενσωμάτωσης, με τη Γιαννούλα ντυμένη με παραδοσιακή στολή Μπονιάτισσας (= από το χωριό Εμπωνα ) την ημέρα της καθιερωμένης παρέλασης για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου.
                 Τα Δωδεκάνησα που είναι 14 και μαζί με τις ακατοίκητες νησίδες φθάνουν τα 27, έχουν δεχτεί για πάνω από 600 χρόνια πολλούς επιδρομείς και κατακτητές, από Πέρσες, Σαρακηνούς Βενετούς Γενουάτες, Σταυροφόρους και Τούρκους, με τελευταίους τους Ιταλούς που τα είχαν πάρει το 1912 από τους Τούρκους, και τους Γερμανούς που τα κράτησαν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β¨ Παγκόσμιο πόλεμο το 1943.

                                        Άποψη της Μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.
               Τα τείχη της οφείλονται στους Ιωαννίτες Ιππότες (Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου)
                 που κατείχαν το νησί από το 1309 έως το 1522 

Στη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών Δυνάμεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι το 1946, η Ελλάδα πρόβαλλε το θέμα της Βορείου Ηπείρου, της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, των Δωδεκανήσων, και της Κύπρου.
Δικαιώθηκε στο θέμα των Δωδεκανήσων και στις 31 Μαρτίου του 1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τις βρετανικές αρχές στη Ρόδο, ενώ στις 7 Μαρτίου 1948 έγινε η επίσημη τελετή της Ενσωματωσης που καθιερώθηκε και γιορτάζεται κάθε χρόνο. 


                                Από την τελετή της Ενσωμάτωσης το 1948 στη Ρόδο

Η τελευταία εικόνα είναι από τον ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Λίνδο της Ρόδου που τον έχτισε ο Δαναός με τις 50 κόρες του όταν έφυγε από την Αίγυπτο και κατέπλευσε στη Λίνδο.
Ήταν, βλέπετε, και μεγάλη ναυτική δύναμη η Ρόδος, και εκεί δημιουργήθηκε ο πρώτος γνωστός κώδικας Ναυτικού Δικαίου, γνωστός ως «Νόμος Ροδίων Ναυτικός».









Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Τότε που οι αντάρτες του ΕΛΑΣ παραδώσανε τα όπλα.

 

               






....Πέρασαν κάποιες ακόμα μέρες στο στρατόπεδο, μέρες προβληματισμού και περισυλλογής για τους μαχητές και τους αξιωματικούς, αλλά και εντατικής προσπάθειας των καθοδηγητικών οργάνων με ομιλίες και συζητήσεις για να πείσουν ότι η συμφωνία της Βάρκιζας ήταν νίκη του λαϊκού κινήματος. «Η συμφωνία… αναγκαίος τακτικός ελιγμός στις δοσμένες συνθήκες…  κατοχυρώνει την ιδεολογική ελευθερία μέσα στις τάξεις του νέου στρατού που θα δημιουργηθεί… δημοκρατική εξέλιξη και ομαλότητα… η δύναμη του λαού…  πίστη στο κόμμα… αισιοδοξία… στην πρώτη γραμμή του δημοκρατικού κινήματος…». Τέτοια επιχειρήματα ακούγονταν συνεχώς, αλλά ήταν φανερό ότι όχι μόνο τους αξιωματικούς και τους απλούς αντάρτες που δεν ήσαν ενταγμένοι στο κομμουνιστικό κόμμα δεν έπειθαν, αλλά ούτε και την πλειοψηφία των κομματικών μελών.
         Ήρθε η ώρα που έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα και να πάρουν τα απολυτήρια από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, και άρχισαν οι συναισθηματισμοί. Μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές κρατούσαν δακρυσμένοι τα όπλα τους σαν εικονίσματα, τα φιλούσαν και τα άφηναν πάνω στο σωρό με ευλάβεια προσέχοντας μήπως οι κινήσεις τους και ο τρόπος που τα εναπόθεταν μειώσουν την αξία που είχαν γι’ αυτούς. Παραλάβαιναν ύστερα το απολυτήριο, λίγες οκάδες σιτάρι –τα κόλλυβα του ΕΛΑΣ, όπως τα έλεγαν, λίγα τρόφιμα  και μερικές εγγλέζικες πέννες που τους έδινε η διοίκηση, χαιρετούσαν φίλους και συναγωνιστές και έπαιρναν το δρόμο για τον τόπο τους, μόνοι ή παρέες, ο καθένας με το μπόγο του στον ώμο.
      Στηριγμένος με την πλάτη σε ένα παράπηγμα ο Δήμος παρακολουθούσε το βουβό παράπονο των μαχητών προσπαθώντας να βάλει σε κάποια σειρά τις σκέψεις του. Δεν μπορούσε ακόμα να παραδεχτεί πως ένας τέτοιος στρατός με τέτοιους μαχητές  και τόσο λαμπρούς αξιωματικούς, οδηγήθηκε στην ήττα και στο διασυρμό και υποχρεωνόταν να παραδώσει τα όπλα του στα καινούργια στρατεύματα κατοχής, τους δωσίλογους, και τους γερμανοοπλισμένους. Παρά τα όσα έλεγε ηγεσία και τα καθοδηγητικά όργανα για νίκη του λαού και τέτοια, ο Δήμος ήταν βέβαιος πως αυτοί θα κυβερνούσαν τη χώρα αύριο και ο λαός θα ξαναέμπαινε στη γωνία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά από σκόρπιες κουβέντες αξιωματικών και ανταρτών που δεν ήσαν ενταγμένοι στο κόμμα και δεν φοβούνταν να πουν τη γνώμη τους, γινόταν φανερό πως με τη συμφωνία της Βάρκιζας δεν εξασφαλιζόταν το αντιστασιακό κίνημα, πολύ περισσότερο δεν γινόταν κουβέντα για γενική αμνηστία των δεκάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ και στις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ. Ρε θα μας μπαγλαρώσουνε σύντομα και με το νόμο, είχε πει κάποιος, και θα μας σφάζουνε σαν αρνιά από το σωρό.
         Απορροφημένος από τις σκέψεις του δεν είδε το γαμπρό του το Βαγγέλη, το Στασινό και τον Κασσιάρα να τον πλησιάζουν, μέχρι που του μίλησε ο λοχίας:
- Καπετάνιε, τα απολυτήρια τα έχουν έτοιμα μέσα, του είπε κάνοντας ένα νεύμα προς το διοικητήριο, τι λες να ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά και να φύγουμε όλοι παρέα προς τα κάτω;
- Να φύγουμε όσο είναι πρωί ακόμα, συμπλήρωσε ο γαμπρός του, για να προλάβουμε να φθάσουμε στα χωριά μας προτού πέσει η νύχτα.
Τους παρατήρησε για μια στιγμή σιωπηλός και έκανε μια κίνηση αποδοχής, σαν να τους έλεγε ότι δεν έχει αντίρρηση στην πρότασή τους.
- Τα πράγματα αρχίζουν να αγριεύουν έξω, είπε ο λοχίας, καθώς τραβούσαν για το διοικητήριο. Προτού ακόμα παραδώσουμε τα όπλα η αντίδραση σηκώνει κεφάλι και προκαλεί δείχνοντας τα δόντια της. Πρέπει να προσέχουμε.
- Έχεις κάτι καινούργιο; ρώτησε ο Δήμος καρφώνοντας τον με το βλέμμα του.
- Δυο αντάρτες μας που πέρασαν χθες από τη Μπάριζα τα βρήκανε μπαστούνια, παρά λίγο να τους στριμώξουνε κάποια ρεμάλια. Ευτυχώς τα παιδιά διατηρήσανε την ψυχραιμία τους. Σκεφτείτε όμως τι έχει να γίνει όταν θα είμαστε άοπλοι.
       Ο Δήμος το σκεφτόταν από ημέρες. Ιδιαίτερα, γιατί κάθε τόσο όλο και κάποιο τέτοιο περιστατικό ακουγόταν. Χθες μάλιστα, ακούστηκε πως στα βόρεια της Αρκαδίας, στο Βελημάχι, αντιδραστικοί είχαν σκοτώσει στο ξύλο τον γραμματέα του ΕΑΜ. 
        Δυο βήματα πριν από το διοικητήριο σταμάτησαν, καθώς έβγαιναν από μέσα συζητώντας, ο Νταρής ο διοικητής του τάγματος, και ο καπετάνιος του.
- Α, να και τα Μελισσοχώρια! είπε πρόσχαρα ο Νταρής. Άντε, συναγωνιστές, παραδώστε τα όπλα κι ελάτε να πάρετε το απολυτήριό σας, να πάτε σπίτια σας, δεν έχει νόημα να καθόμαστε εδώ.
- Εγώ, συναγωνιστή διοικητή δεν το παραδίνω το όπλο μου, είπε ο Δήμος. Δώστε μου το απολυτήριο να φύγω.
        Και οι δυο τους, ο ταγματάρχης και ο καπετάνιος του τάγματος δεν έκρυψαν την έκπληξή τους. Mείνανε ακίνητοι παρατηρώντας για μια στιγμή τους άνδρες απέναντί τους, αλλά  την ίδια έκπληξη δοκίμασε και η συντροφιά του Δήμου.  Και εκείνοι, παρά τις προσπάθειες της ηγεσίας να ωραιοποιήσει την κατάσταση γύρω από τη συμφωνία της Βάρκιζας,  αισθάνονταν οργισμένοι, πικραμένοι και απογοητευμένοι για την τροπή που έπαιρνε η κατάσταση, την αποδέχονταν όμως, όπως έκαναν και όλοι οι ΕΛΑΣίτες αφού έβλεπαν ότι δεν μπορεί πλέον να γίνει κάτι άλλο. Και εκείνοι, πρώτη φορά άκουγαν το Δήμο να λέει ότι δεν θα παραδώσει το όπλο του. Ο καθένας τους έκανε την ίδια σκέψη: πως και αυτός δεν θα ήθελε να παραδώσει το όπλο του.
- Αυτό, τώρα συναγωνιστές, πως σας ήρθε; ρώτησε ήρεμα ο Ταγματάρχης. Τα όπλα όπως γνωρίζετε τα παραδίνουμε ύστερα από διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, και δεν εξαιρείται κανείς,
-  Με όλο το σεβασμό συναγωνιστές, να ξεκαθαρίσω πως μιλώ μόνο για τον εαυτό μου, είπε ο Δήμος. Δεν έχει γίνει καμιά κουβέντα με τους συναγωνιστές εδώ γύρω από αυτό το θέμα, και ούτε γνωρίζω τις απόψεις τους. Την διαταγή συναγωνιστή διοικητή δεν την αρνιέμαι, αλλά το όπλο μου δεν το χρωστώ σε κανέναν. Το είχα όταν μπήκα στον ΕΛΑΣ και είχα κι άλλα ακόμα. Θα το κρατήσω, γιατί είμαι βέβαιος πως πολύ σύντομα θα το χρειαστώ.
         Αυτό μας έλλειπε τώρα, σκέφτηκε ο Νταρής. Ούτε και σ’ εκείνον άρεσε η κατάσταση όπως διαμορφωνόταν με τη συμφωνία της Βάρκιζας. Δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στους Βρετανούς που έβλεπε ότι εγκαθιστούσαν κράτος ανδρείκελων στη χώρα. Πίστευε κι εκείνος πως ήταν εγκληματικό λάθος η υπογραφή της συμφωνίας και ότι προοιωνιζόταν πολλά δεινά για τους αντιστασιακούς, όμως τώρα έπρεπε να τηρηθούν οι υπογραφές- και σ’ αυτό,  η ηγεσία του ΕΛΑΣ, αλλά και η Καθοδήγηση του ΚΚΕ έδιναν μεγάλη σημασία. Ευτυχώς, μόνο ένα επεισόδιο  ανυπακοής είχε εκδηλωθεί. Κι αυτό, προχθές στη Στεμνίτσα από Γορτύνιους αντάρτες του 11ου συντάγματος που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους βλέποντας ότι η αντίδραση δείχνει τα δόντια της. Με τη σιωπηλή συναίνεση κάποιων αξιωματικών είχαν φύγει μερικοί με τον οπλισμό τους για τα χωριά τους και το επεισόδιο είχε αποσιωπηθεί για να μην πάρει διαστάσεις.
          Ο Νταρής εκτιμούσε πάρα πολύ το Δήμο, και η εκτίμησή του δεν μειωνόταν ούτε στο ελάχιστο για τα πρόσωπα του Στασινού, του Κασσιάρα και του Μπουρλέκα. Ήσαν μαζί από την πρώτη ώρα που μπήκε στον ΕΛΑΣ και η  συντροφική τους σχέση και εκτίμηση είχαν σφυρηλατηθεί στη φωτιά της μάχης πολλές φορές. Κι αυτό ήταν ένας ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο δεν επιθυμούσε να χαλάσουν τις καρδιές τους τώρα στο τέλος.
- Για πάμε μέσα να τα πούμε με την ησυχία μας, πρότεινε.
- Εγώ δεν βλέπω τι θα μπορούσαμε να πούμε, είπε ο καπετάνιος του τάγματος καθώς έμπαιναν στο γραφείο. Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ, εκτιμώντας την κατάσταση και πιστεύοντας ότι η χώρα μας έχει ανάγκη από ειρήνη και ομαλότητα υπογράψανε αυτή τη  συμφωνία με τους αντίπαλους , και όλοι καταλαβαίνουμε ότι από την πιστή τήρηση αυτής της συμφωνίας εξαρτάται η ομαλή εξέλιξη της χώρας μας που είναι και το ζητούμενο. Είμαστε επομένως υποχρεωμένοι όλοι μας, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, όχι μόνο να την τηρήσουμε, αλλά και να αγωνιστούμε για την τήρηση και την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας και από τις δυο πλευρές. Αν εμείς απαιτούμε να φύγουμε με το ντουφέκι στον ώμο, πως έχουμε την απαίτηση από την άλλη πλευρά να καταθέσει τα όπλα και να ηρεμήσει ο τόπος;
- Εντάξει, είπε ο Νταρής, κάνοντας μια κατευναστική κίνηση. Μεταξύ μας είμαστε. Σύντροφοι και συναγωνιστές που παλέψαμε και συνεχίζουμε να παλεύουμε για τον ίδιο σκοπό. Μπορούμε νομίζω, να μιλήσουμε χωρίς τυπικότητες. Πες μας, Δήμο, τι είναι εκείνο που παρά τις διαταγές σε κάνει να επιμένεις να μην παραδώσεις το όπλο σου; 
     Ο Δήμος του αντιγύρισε το βλέμμα σοβαρός. Σκεπτικός. Αλλά αποφασισμένος. 
- Φοβάμαι πως δεν μπορώ να απαντήσω με δυο λόγια μόνο, απάντησε. Πρώτα – πρώτα, το όπλο μου το πήρα πολεμώντας τους εχθρούς της πατρίδας, και δεν αισθάνομαι να το χρωστώ σε κανέναν. Θέλω να γυρίσω με το όπλο στο σπίτι μου και να το κρεμάσω να το βλέπουν τα παιδιά μου. Για να ξέρουν γιατί πολέμησα, και να το έχουν σαν παράδειγμα. Πραγματικά δεν το χρωστώ σε κανέναν.
   Ο Νταρής σφίχτηκε. Αλλά προσπάθησε ξανά.
- Εντάξει ρε Δήμο, δεν το χρωστάς όπως και όλοι μας, από τον εχθρό τα πήραμε. Όμως, είπαμε να σταματήσει ο πόλεμος να ησυχάσουμε και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα, να πάμε μπροστά. Γι’ αυτό  υπογράψαμε αυτή τη συμφωνία. Και αφού βάλαμε την υπογραφή μας πρέπει να την τηρήσουμε. 
- Γι’ αυτό είπα προηγουμένως πως δεν μπορώ να απαντήσω με δυο λόγια, επέμεινε ο Δήμος. Και δεν ξέρω τι γίνεται πια. Μέχρι πριν λίγες μέρες, προτού υπογράψουμε τη συμφωνία της Βάρκιζας, λέγαμε πως δεν θα αποστρατευτεί και δεν θα αφοπλιστεί ο ΕΛΑΣ αν δεν αφοπλιστούν πρώτα οι γερμανοοπλισμένοι εθνοπροδότες και οι συμμορίες της αντίδρασης. Αν δεν πραγματοποιηθούν πέρα για πέρα οι σκοποί του ΕΑΜ. Αν δεν φθάσει ελεύθερος ο λαός μπροστά στις κάλπες. Λέγαμε πως ο ΕΛΑΣ είναι η εγγύηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού. Τώρα βλέπω ότι παραδίνουμε τα όπλα  σ’ αυτούς. Και μάλιστα, όλοι βλέπουμε πως η αντίδραση βιάζεται να μας περιλάβει και άρχισε τις προκλήσεις προτού ακόμα παραδώσουμε τα όπλα. «Σκεφτείτε τι έχει να γίνει όταν θα είμαστε άοπλοι», είπε πριν λίγο ο Στασινός- και έχει απόλυτα δίκιο.
    Τους κοίταξε όλους έναν ένα και συνέχισε. 
-Φύγαμε από την Αθήνα πριν από ένα περίπου μήνα και την παραδώσαμε ουσιαστικά στους Εγγλέζους και στις οπλισμένες συμμορίες της δεξιάς και των συνεργατών του εχθρού και είπαμε πως δεν νικηθήκαμε αφού υπάρχει ο ΕΛΑΣ και αφού όλη η Ύπαιθρος, η υπόλοιπη Ελλάδα είναι ελεύθερη. Τώρα αποστρατεύεται ο ΕΛΑΣ που ήταν η εγγυήτρια δύναμη του λαού- και παραδίνει και τα όπλα. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον ελεύθερη, αφού τις περιοχές που αφήνουμε εμείς, τις καταλαμβάνουν αμέσως τα εγγλέζικα στρατεύματα. Και όλα αυτά που λέγαμε, για λαϊκή κυριαρχία, για το δικαίωμα του λαού να αποφασίσει μόνος του για το πολίτευμα και για το πώς θα κυβερνηθεί, τα αφήνουμε στην κρίση της οπλισμένης αντίδρασης που είναι γνωστό πως βγάζει μπιμπίκια όταν ακούει για λαϊκή κυριαρχία. Με λίγα λόγια, συναγωνιστές, παρόλο που δεν θέλω και δεν μπορώ να το πιστέψω, διαπιστώνω ότι νικηθήκαμε και ότι δυστυχώς, ο αγώνας μας πήγε χαμένος. Γι’ αυτό δεν θα παραδώσω το όπλο μου. Είμαι βέβαιος πως πολύ σύντομα θα το χρειαστώ, επέμεινε ξανά.
      Ο καπετάνιος του τάγματος, φανερά ταραγμένος, παρατήρησε ότι ήταν πρωτοφανές αυτό που συνέβαινε. Συνέχισε λέγοντας ότι δεν μπορούσε να πιστέψει την αμφισβήτηση των αρχών της ηγεσίας και ότι ήταν ολοφάνερο πως αυτή η στάση υπονόμευε το λαϊκό κίνημα και δυναμίτίζε τον αγώνα για ομαλότητα. Ξέκοψε πως η παράδοση του οπλισμού ήταν διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ και δεν συζητιόταν. Ότι θα έπρεπε να κατανοήσουν όλοι πως η συμφωνία της Βάρκιζας ήταν επιτυχία του κινήματος γιατί έβαζε τέρμα στον πόλεμο και σταματούσε την σφαγή και την αιματοχυσία του λαού της Αθήνας, ότι ήταν ένας αναγκαίος τακτικός ελιγμός στις δοσμένες συνθήκες, ότι κατοχύρωνε την ιδεολογική ελευθερία μέσα στις τάξεις του καινούργιου στρατού της χώρας που επρόκειτο να δημιουργηθεί, ότι και εκείνοι από τους πρώην ΕΛΑΣίτες που δεν θα έμπαιναν στον καινούργιο στρατό, θα έμπαιναν στην πρώτη γραμμή του δημοκρατικού κινήματος και του αγώνα  για την ανόρθωση της χώρας και κατέληξε λέγοντας "στο κάτω κάτω, αν η κυβέρνηση  Πλαστήρα θελήσει να παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας, εμείς εδώ είμαστε, θα ξαναπάρουμε τα όπλα".
           Στην κουβέντα μπήκαν και ο Κασσιάρας με το Στασινό και τον Μπουρλέκα. Δίχως να πτοηθούν από τους κεραυνούς του καπετάνιου, δήλωσαν και εκείνοι πως ήταν κοινό μυστικό πλέον ότι η αντίδραση άρχισε να προκαλεί και ότι θα κρατούσαν και αυτοί τα όπλα τους, γιατί ήσαν βέβαιοι πως κυβέρνηση που στηρίζεται στους Εγγλέζους και στην ντόπια αντίδραση θα παραβίαζε τη συμφωνία. Και τότε, αναγκαστικά θα χρειαζόταν να ξαναπάρουν τα όπλα, για προστασία των ίδιων και των οικογενειών τους. Επέμειναν όπως και ο Δήμος, ότι δεν ακουγόταν τίποτα για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ αντίθετα εξοπλίζονταν ξανά οι ταγματασφαλίτες, ότι πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων η παλλαϊκή απαίτηση για ξεκαθάρισμα του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία, όπως επίσης η απαίτηση για τιμωρία των δωσίλογων και των κάθε λογής συνεργατών του εχθρού.
 - Όσο για τις διακηρύξεις μας για σεβασμό των πολιτικών κατακτήσεων του λαού και των δημοκρατικών του  δικαιωμάτων, αυτά μόνο σαν πικρή ανάμνηση θα τα θυμόμαστε, είπε με πίκρα ο Στασινός.  
       Η κατάσταση σοβάρευε, καθώς άρχισε να διευρύνεται το ακροατήριο και με άλλους βαθμοφόρους του τάγματος, οι οποίοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Ο καπετάνιος επέμενε αυστηρά στην παράδοση του οπλισμού, επαναλαμβάνοντας ότι η τήρηση της συμφωνίας ήταν υποχρέωση και ιερό καθήκον του καθενός. Ο Νταρής όμως, που έβλεπε ότι υπήρχαν εξήντα–εβδομήντα ακόμα αντάρτες που δεν είχαν παραδώσει, δεν ήθελε να πάρει διαστάσεις το θέμα. Προπάντων, δεν το βάσταγε η καρδιά του να το τελειώσει με την ψυχρή επίκληση της διαταγής του Γενικού Στρατηγείου. Τι να πει σ’ αυτούς τους άνδρες, τους πρωταντάρτες, που πριν ακόμα δημιουργηθεί ο ΕΛΑΣ, είχαν σηκώσει τη σημαία της αντίστασης κατά του κατακτητή και από τότε δεν είχαν λείψει από καμιά μάχη; Ή μήπως είχαν άδικο στα επιχειρήματά τους, που και τον ίδιο απασχολούσαν έντονα και συμφωνούσε μαζί τους; Ανησυχούσε και αυτός σοβαρά για την προσωπική του τύχη, αφού ήταν φανερό πως στη συμφωνία της Βάρκιζας δεν γινόταν λόγος για αναγνώριση της εθνικής αντίστασης. Φοβόταν όπως και πολλοί ακόμα, ότι εφόσον η κυβέρνηση στηριζόταν στους χίτες, τους ταγματασφαλίτες και τους κάθε λογής εθνοπροδότες, οι αντιστασιακοί θα αντιμετώπιζαν διωγμούς στο μεταπολεμικό κράτος. Οι ισχυρισμοί της ηγεσίας και της καθοδήγησης ότι στον εθνικό στρατό που θα δημιουργηθεί θα έχουν δικαίωμα να καταταγούν και αντάρτες και αξιωματικοί που υπηρέτησαν στον ΕΛΑΣ, σαν ξενέρωτο αστείο του ακουγόταν, αφού ήδη η Εθνοφυλακή πλαισιωνόταν από αξιωματικούς των ταγμάτων ασφαλείας και επιλεγμένους φασίστες. Σαν διοικητής του τάγματος είχε και την τελική ευθύνη όμως, οπότε αποφάσισε να το διακινδυνέψει και να δώσει ένα τέλος στο πρόβλημα.
- Ας το δούμε και λίγο διαφορετικά, είπε απευθυνόμενος στο Δήμο. Έτσι κι έτσι τα όπλα που παραδίνουμε δεν είναι μετρημένα και δεν θα τους λείψουν από το μέτρο. Πες ότι φεύγετε με τα όπλα σας ή και με κάποια ακόμα που μπορείτε να μεταφέρετε. Πως το βλέπετε, τι εντύπωση θα δημιουργήσετε στον κόσμο που θα σας βλέπει οπλισμένους  ώσπου να φθάσετε στα χωριά σας; Και πρώτα πρώτα, στην αντίδραση που θα ισχυριστεί ότι παραβιάζουμε τη συμφωνία.
- Γιατί, είναι ανάγκη να κάνουμε επίδειξη στο δρόμο; ρώτησε ο Δήμος. Μπορούμε να τα κρύψουμε και να μην πάρει χαμπάρι κανείς τίποτα. 

           Από τους πρώτους αξιωματικούς του τάγματος, ο Νταρής, από την ώρα που δημιουργήθηκε σαν αυτόνομη μονάδα, αλλά και με δεδομένη την εκτίμηση που έτρεφαν οι αντάρτες και οι αξιωματικοί στο πρόσωπο του, δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να πείσει και τους άλλους εκεί πως δεν θα χάλαγε ο κόσμος αν ο Δήμος και μερικοί αντάρτες από τα Μελισσοχώρια φεύγανε με τον οπλισμό τους, αρκεί να  τον έκρυβαν και να ήσαν προσεκτικοί ώστε να μην δοθούν αφορμές στην αντίδραση. Υπήρχε άλλωστε και η μυστική εντολή, το τάγμα,  με κάθε μυστικότητα να κρύψει κάποια  όπλα. Έπειτα, ήταν σε όλους γνωστή η ιστορία του Δήμου σαν πρωταντάρτη και τα κατορθώματά του στο Σφεντάμι, στο Νερό του Φίλιππα και στη Μπάριζα, προτού δημιουργηθεί ο ΕΛΑΣ. Ακόμα, οι αξιωματικοί γνώριζαν το γεγονός πως και στη Στεμνίτσα,  Γορτύνιοι αντάρτες είχαν αρνηθεί να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Ήθελε δεν ήθελε, συμφώνησε τελικά και ο καπετάνιος του τάγματος. 
        Την επομένη τα χαράματα, είκοσι περίπου αντάρτες μαζί με το Δήμο φύγανε για τα Μελισσοχώρια, με επιλεγμένα όπλα κάτω από τις χλαίνες τους και ανάμεσα στα προσωπικά τους αντικείμενα. Παρά τις συνεχείς και επίμονες προσπάθειες της καθοδήγησης να πείσει ότι όχι μόνο δεν χάθηκε ο αγώνας, αλλά ότι η ηγεσία θα έχει τον πρώτο λόγο στις εξελίξεις αφού η Ελλάδα παραμένει ελεύθερη και το ΕΑΜ παντοδύναμο, όλοι τους, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, ήσαν βέβαιοι για το αντίθετο. Ο αγώνας είχε χαθεί, ο ηρωικός και ένδοξος ΕΛΑΣ διαλυόταν άδοξα και υποχρεωνόταν να παραδώσει τον οπλισμό του στην αντίδραση, κι εκείνοι γυρνώντας στα χωριά τους θα έπρεπε να προσπαθήσουν με διάφορες δικαιολογίες να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

(Απόσπασμα από βιβλίο μου σχετικό με την Εθνική Αντίσταση).

 

 


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Η περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη

 


Κάπου διάβασα ότι η Ιστορία για να σταθεί, για να γραφτεί (κάπως έτσι τέλοσπάντων), έχει ανάγκη από μύθους. Κα ένας τέτοιος, Εθνικός μάλιστα μύθος είναι και η περικεφαλαία του γέρου του Μωρηά.

Είχα δει παλιότερα κάνοντας ζάπινγκ στην tv, μια σκηνή από μια σχετική με την ελληνική Επανάσταση ταινία, που έδειχνε τον Κολοκοτρώνη – τον υποδυόταν ο Διον Παπαγιαννόπουλος ή ο Γ Αρμένης - με μια τεράστια αρχαιοπρεπή κεφαλαία να έχει βγει μπροστά και να προσπαθεί να σταματήσει τους Έλληνες που το βάζανε στα πόδια. Είχα σκεφτεί πόσο ανόητος και ανιστόρητος (;) πρέπει να ήταν  ο σκηνοθέτης ή ο σεναριογράφος που έδειχνε τον αρχιστράτηγο του Αγώνα σε  ώρα μάχης μάλιστα να φορά αυτή την περικεφαλαία, που τον ξεχώριζε ανάμεσα στους μαχητές του σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, και ένα καλό ντουφέκι θα μπορούσε να τον στοχοποιήσει από εκατοντάδες μέτρα μακριά. Νέος ακόμα τότε, καθώς η βασική μου προτεραιότητα ήταν  ο άρτος ο επιούσιος, το διάβασμα ήταν πολυτέλεια και δεν με είχε απασχολήσει άλλο η περικεφαλαία του Κολοκορώνη.

Είχα ξεχάσει το θέμα, μέχρι τελευταία που έπεσε στα χέρια μου ένα εξαίρετο βιβλίο, το μικροΜέγα ΚΟΛΟΚΟΤΩΝΕΪΚΟ – ΔΟΚΙΜΙΟ/ΙΣΤΟΡΙΑ του γνωστού συγγραφέα ιστοριοδίφη Νίκου Δ. Πλατή, που πραγματεύεται θέματα σχετικά με το 21, και ασχολείται και με την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη.

Διαβάζουμε λοιπόν σε τούτο το βιβλίο ότι το 1884 οι Αναπλιώτες – οι παντού ψεύτες κατά τον Κολοκοτρώνη – που θέλανε να τον τιμήσουν με έναν ανδριάντα,

καταφέρανε να συγκεντρώσουν το απαραίτητο ποσό για την αμοιβή του γλύπτη, και ύστερα από σχετικές διαδικασίες και διαγωνισμό αναθέσανε στον επιφανή τότε καλλιτέχνη Λάζαρο Σώχο τη δημιουργία του.

Ανέλαβε λοιπόν ο γλύπτης, και αφού μελέτησε πρόσωπα εν ζωή συγγενών του γέρου του Μοριά, τη φορεσιά του και τον οπλισμό του, ακόμα και την ιπποσκευή του, χρησιμοποίησε και το εκμαγείο το νεκρού, και μετά από τις σχετικές έρευνες τους παρουσίασε κάποια προσχέδια του ανδριάντα, που μόλις τα αντικρύζουν οι Ναυπλιώτες «παθαίνουν κατιτίς συγγενές με την οχλαγωγία». Γιατί, ενώ περιμένανε να αντικρίσουν μια φανταχτερή προσωπικότητα – ο Κολοκοτρώνης είχε πεθάνει πριν 41 χρόνια -  είδαν «το γέρο του Μοριά με ξυρισμένο το μισό κεφάλι και μακριά χαίτη αλλά αρβανίτικα».

                                    

Ο Κολοκοτρώνης όπως ήταν το1824
λιθογραφία του ζωγράφου Adam Friedel

Είναι αλήθεια ότι ο Κολοκοτρώνης ποτέ του δεν φόρεσε στον Αγώνα κανενός είδους περικεφαλαία, ούτε αρχαιοελληνική ούτε … χριστιανική. Κυκλοφορούσε με ξυρισμένο το εμπρός μισό της κεφαλής του και ένα μικρό φέσι κατά την συνήθεια των Αλβανών πολεμιστών, και με σχετική μαλούθρα στο σβέρκο του.

Η σωζόμενη στην Παλαιά Βουλή περικεφαλαία είναι αγγλική, εξάρτημα στολής ταγματάρχη και την είχε όταν  υπηρετούσε μισθοφόρος στο 1ο Σύνταγμα Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού που είχαν ιδρύσει οι Άγγλοι στη Ζάκυνθο το 1812. Την κρατούσε ως ενθύμιο.

Οι Ναυπλιώτες που δεν μπορούσαν να φανταστούν το γέρο του Μοριά με Αρβανίτικη εμφάνιση υποχρεώσανε τον καλλιτέχνη να του κοτσάρει  μια αρχαιοπρεπέστατη και όλο μεγαλείο περικεφαλαία που δεν είχε φορέσει ποτέ.  Τι να κάνει, τι να κάνει ο Σώχος, δέχτηκε την εντολή τους και έφτιαξε τον ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία και τις παχιές μουστάκες του. Δεν μπορούσε όμως να χωνέψει την πλαστοπροσωπία στην οποία είχε υποχρεωθεί να συμμετάσχει, και φρόντισε να χαράξει ένα μήνυμα κάτω από την περικεφαλαία που έμεινε κρυμμένο για 118 ολόκληρα χρόνια και ανακαλύφθηκε από τύχη σε κάποιες εργασίες συντήρησης  μόλις το 2002. Γράφει το μήνυμα: «Παρά την θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία. Paris 1909». 

Το άγαλμα κατασκευάστηκε το 1891 – 1895 στο Παρίσι και χύθηκε σε δυο αντίτυπα από ορείχαλκο – κράμα χαλκού – που προερχόταν από κανόνια που είχαν χρησιμοποιηθεί στον Αγώνα και φυλάσσονταν στο Κάστρο στο Παλαμήδι. 

Ο πρώτος ανδριάντας στήθηκε το 1901 στο Ναύπλιο – πάρκο Κολοκοτρώνη σήμερα -  και ο δεύτερος το 1904 στην Αθήνα όπου υπήρξαν διαφωνίες για το σημείο που θα στηνόταν, καθώς άλλοι πρότειναν να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο και άλλοι στην πλατεία μπροστά στην Παλαιά Βουλή.

 

           

Επικράτησε η δεύτερη άποψη, ο Κολοκοτρώνης άλλωστε κατά το 1835 είχε χτίσει και το σπίτι του εκεί στη γωνία περίπου των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη  και Λέκκα, και το άγαλμα στήθηκε στη γωνία Κολοκοτρώνη και Σταδίου ενώ η πλατεία ονομάστηκε πλατεία Κολοκοτρώνη. Αργότερα, στις εργασίες διαμόρφωσης της πλατείας κατά το 1954 το άγαλμα μετακινήθηκε επί της Σταδίου εκεί που βρίσκεται σήμερα.

Απορίες στους γνωρίζοντες δημιούργησε η στάση του αλόγου που έχει δώσει ο καλλιτέχνης, καθώς το αναπαριστά με το ένα του πόδι στον αέρα. Και τούτο, γιατί στην διεθνή γλυπτική το να έχει το άλογο τα δυο του πόδια στον αέρα σημαίνει ότι ο αναβάτης του πέθανε στη μάχη, ενώ αν έχει και τα τέσσερα πόδια στο έδαφος σημαίνει ότι πέθανε από φυσικό θάνατο. Και ο γέρος του Μοριά από φυσικό θάνατο πέθανε.

Υπάρχει και στην Τρίπολη ανδριάντας του έφιππου Κολοκοτρώνη του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου που στήθηκε στην πλατεία Άρεως το 1971 στη γιορτή της άλωσης της Τριπολιτζάς. Μικρότερα αγάλματα και προτομές υπάρχουν στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας, στο Άργος κ.α.

Αυτός περίπου είναι ο μύθος με την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη που του την φορέσανε χωρίς να τον ρωτήσουν και τα σχετικά μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος να τα δει στο βιβλίο που προανέφερα, αλλά και, μέσω της Google σε πολλές και διάφορες ιστοσελίδες με πολλές λεπτομέρειες

 

 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Λάλας - Λαλαίοι










Δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάζεις για την επανάσταση του 1821 στην Αρκαδία και στην Ηλεία, και να μην συναντήσεις το χωριό Λάλα και τους κατοίκους του τους Λαλαίους που για τέσσερεις περίπου αιώνες ζήσανε εκεί και διαδραματίσανε πρωταγωνιστικούς ρόλους και δράσεις.Χωριό του δήμου Αρχαίας Ολυμπίας στην ορεινή Ηλεία με 350 περίπου  μόνιμους κατοίκους σήμερα ο Λάλας, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011 οι κάτοικοι ήσαν 554.

                  

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Κρατική Βία

 Είναι η πιο ισχυρή μορφή βίας, η πιο επικίνδυνη και μισητή για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Με διάφορα προσωπεία και εκφάνσεις. Με την άδικη πολλές  φορές αλλά υποχρεωτική φορολογία, με το κόψιμο των συντάξεων, με τις παραβιάσεις του Συντάγματος και των ανθρώπινων δικαιωμάτων υπέρ της Εξουσίας βεβαίως βεβαίως, με τα ρόπαλα των ένστολων… Ηρακλέων επί των κεφαλών των ανυπεράσπιστων πολιτών κλπ – κλπ.

Κρατική βία με αποδέκτη τη νεολαία κυρίως γιατί βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή και αμφισβητεί την Εξουσία.

Όσο θυμάμαι κι όσο ξέρω οι νέοι βρίσκονται μπροστά. Στην Εθνική Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στις φυλακές, τις εξορίες και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, στις εκατόμβες της Μακρονήσου, στην αμφισβήτηση της Χούντας και τους αγώνες του Πολυτεχνείου.

 Στα χαρακώματα οι νέοι και πάντα μπροστά, οι πρώτοι που σκοτώνονται από την κρατική βία αλλά πάντα νικάνε, την πρόοδο καμία χούντα και καμία κρατική βία δεν μπορεί να την σταματήσει.


 Ο Δίας

Κράτος και Βία από αρχαιοτάτων χρόνων πάντα μαζί πορεύονταν ενώ κατά την ελληνική μυθολογία ήσαν αδέρφια. Μαζί με τον Ζήλο και τη Νίκη ήσαν παιδιά της θεάς Στύγας (Στυξ) και του Πάλλαντα, κόρης του Ωκεανού και της Τιθύος ή του Ερέβους και της Νυκτός, ενώ με τον Δία είχε κάνει και μια ακόμα κόρη την Περσεφόνη.


                                             Ο Δίας


Φρικαλέα και μισητή θεότητα η Στύγα κατοικούσε στα τάρταρα του Άδη και μια και μοναδική φορά που της επετράπη να ανέβει στον Όλυμπο ήταν για να, μαζί με τα παιδιά της βοηθήσει τον Δία στην Τιτανομαχία με τον πατέρα του τον Κρόνο. 

  Η Στύγα με τα παιδιά της

Από τότε, με τη νίκη του Δία (Εξουσία), το Κράτος και η Βία θα παραμείνουν στον Όλυμπο πάντα στο πλευρό του πιστοί εκτελεστές ων αποφάσεών του. Το κράτος και η Βία πάντα και… εξαπανέκαθεν συμπαραστάτες και υποστηρικτές της Εξουσίας. Τυχαίο;

                                                                                                                    

Σημ: Τούτα τα στοιχεία και πολλά άλλα τα βρίσκετε μέσω της Google στην Βικιπαίδεια και πολλές ακόμα ιστοσελίδες.

 

                                                                                                                             


   

 




Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Η απεργία των οικοδόμων της 1ης Δεκέμβρη 1960.

Τότε που αλλάξαμε την πορεία των εργατικών διεκδικήσεων και των κοινωνικών αγώνων.

΄


Σε 50.000 υπολογίζονταν οι οικοδόμοι κατά το 1950. Στο τέλος εκείνης της δεκαετίας γίναμε 150.000 και το 1970 ο αριθμός έπιασε τις  250.000.

Καθώς δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η εκβιομηχάνιση της οικοδομής, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόμαστε κατά τις πρώτες δυο δεκαετίες μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τον Εμφύλιο ήσαν από σκληρές μέχρι απάνθρωπες.  Δεν υπήρχε ωράριο εργασίας, αφού δουλεύαμε από το πρωί μέχρι να νυχτώσει με μια διακοπή  2 ωρών το μεσημέρι κατά τις ώρες της κοινής ησυχίας, ενώ ανύπαρκτα ήσαν τα μέτρα ασφαλείας στους τόπους δουλειάς.

Ελάχιστες μεγάλες τεχνικές εταιρείες διέθεταν αναβατόρια, και τα οικοδομικά υλικά τα κουβαλούσαμε στον ώμο από τις σκάλες και τις μαδερωσιές μέχρι τον πέμπτο και τον έκτο όροφο, όπως επίσης την ξυλεία και τα διάφορα άλλα εργαλεία.

Περιττό να θυμίσω ότι ακόμα δεν είχε κάνει την εμφάνισή της η σιδεροσκαλωσιά. 

Στην οικοδομή εκείνα τα χρόνια καταφεύγανε για δουλειά οι κάθε είδους κατατρεγμένοι από την Εξουσία που είχε αναδείξει ο Εμφύλιος πόλεμος. Αγωνιστές της  Εθνικής  Αντίστασης που δεν εύρισκαν στον ήλιο μοίρα, κομμουνιστές και αριστεροί που βγαίνανε από φυλακές και εξορίες, φτωχολογιά με τα κύματα της εσωτερικής μετανάστευσης και με την ελπίδα μιας ανθρώπινης ζωής,  αγρότες και μικροκτηνοτρόφοι, άνθρωποι που για να βρουν ανθρώπινη εργασία σε κάποια εταιρεία ή εργοστάσιο έπρεπε να πάρουν από το χωροφύλακα Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων, πιστοποιητικό δηλ ότι είναι «δικοί μας», ότι δεν είναι κουμουνιστές και αριστεροί, ότι εν πάση περιπτώσει είναι αρεστοί στο χωροφύλακα και το χαφιέ της γειτονιάς τους.

. Η δική μου περίπτωση: Δεκατεσσάρων χρονών περίπου, μαθητής στο νυχτερινό γυμνάσιο, αφού δεν τα κατάφερνα και τόσο καλά σαν αχθοφόρος στον Σταθμό Λεωφορείων Πελοποννήσου λίγο πιο κάτω από την πλατεία Ομονίας εκεί πίσω από την εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου, ή  στην οδό Αθηνάς - εκεί που από πρώτο χέρι έμαθα τι σημαίνει σύρμα - με το πανεράκι μου να πουλάω γυναικεία μαντηλάκια της στάμπας πέντε στο δεκάρικο - αφού είχα δοκιμάσει  πολλές ακόμα δουλειές του ποδαριού για ένα παιδί της ηλικίας μου, δοκίμασα την τύχη μου στην οικοδομή, γιατί εκεί μπορούσα να πουλήσω το χαμαλίκι μου, τη δύναμη και τα μπράτσα μου. ΄Εργάτης στην αρχή, τεχνίτης σοβατζής αργότερα, και το 1955 σε ηλικία δεκαεννιά χρονών Γραμματέας του σωματείου των σοβατζήδων, στο Σύνδεσμο Αμμοκονιαστών Αθηνών, να αγωνίζομαι για τα προβλήματα του κλάδου μου, των οικοδόμων.

Δύσκολα έβγαζε ο οικοδόμος σύνταξη εκείνα τα χρόνια αφού το όριο ηλικίας ήταν στα 65, και άντε κάποιος που είχε περάσει τα εξήντα, να μπορούσε να εργάζεται στο γιαπί για να συνταξιοδοτηθεί. Αν ο οικοδόμος πάθαινε κάποιο ατύχημα δεν είχε τη σχετική άδεια από το ΙΚΑ όπως σήμερα, τα ένσημα δεν τα επικολλάγανε οι κατασκευαστές και οι εργολάβοι στους εργαζόμενους, δεν υπήρχε δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα. Αν π.χ ο καιρός ήταν βροχερός ο οικοδόμος τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα δεν είχε ψωμί να πάει στο σπίτι του.

Το συνδικαλιστικό κίνημα είχε διαλυθεί από τον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά και είχε δεχθεί τη χαριστική βολή από τους νικητές του Εμφυλίου πολέμου. Αντιπροσωπευόταν από διορισμένους καθεστωτικούς εγκάθετους προέδρους και διευθυντές, επαγγελματίες αντικομμουνιστές. Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων ήταν ο Κ. Λυκιαρδόπουλος, που απαιτούσε από τα πρωτοβάθμια σωματεία να κάνουν δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού για να μπορέσουν να γίνουν μέλη της. Τα σωματεία που βρισκόμαστε έξω από την Ομοσπονδία, είχαμε κάνει μια Συντονιστική Επιτροπή για την προώθηση των αιτημάτων μας, και κατάφερε ύστερα από κάποιες απεργίες να πείσει την Ομοσπονδία να κάνουμε την απεργία στην 1η του Δεκέμβρη.
Διεκδικούσαμε μείωση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 65 στα 60,  από 4050 που βάζανε το όριο των ενσήμων για συνταξιοδότηση να μειωθεί στα 2500, να καθιερωθεί δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα όπως και άδεια από το ΙΚΑ, να αναγνωρίσουν και να μας μοιράσουν ανάλογα τα κλεμμένα ένσημα - τα Υπέρ Αγνώστων - και να μας επικολλούν κανονικά τα ένσημά μας ανάλογα με τις ημέρες εργασίας.

Η απεργία είχε καλή συμμετοχή. Γύρω στις 15.000 υπολογίστηκαν οι συγκεντρωμένοι στο Εργατικό Κέντρο  και στους γύρω δρόμους, και όταν ξεκίνησε να μιλάει ο Λυκιαρδόπουλος και να λέει κάποια τρελά, όπως, να έχουμε εμπιστοσύνη στην ευαισθησία και στις καλές προθέσεις του Υπουργού Εργασίας, εξοργιστήκαμε και βάλαμε τις φωνές: "φύγε πουλημένε"! , "προδότη εργατοπατέρα" 

Να θυμίσω ότι Υπουργός Εργασίας για τις καλές προθέσεις του οποίου μας μιλούσε ο Κ.Λ ,ήταν ο Αριστείδης Δημητράτος που κατείχε την ίδια θέση και επί δικτατορίας Μεταξά.

Στο μεταξύ, από το πρωί οι δρόμοι γύρω από το Εργατικό Κέντρο αλλά και σε ευρύτερη περιοχή της Αθήνας αστυνομοκρατούνται, ενώ αστυνομικοί με πολιτικά περιφέρονται και μέσα στα γραφεία του - το περίφημο "Συνδικαλιστικό" της Ασφάλειας - και παρακολουθούν τις εξελίξεις και ό,τι συζητιέται. Βαβούρα και φασαρία μεταξύ Συντονιστικής και των εγκάθετων του Λυκιαρδόπουλου, αποφασίζουμε πορεία στο Υπουργείο Εργασίας για να επιδώσουμε ψήφισμα με τα αιτήματάμας. Η Ομοσπονδία Οικοδόμων όμως, Ο  Λυκιαρδόπουλος δλδ και οι εγκάθετοί του ούτε να ακούσουν δεν θέλουν.

Με το ξεκίνημα της πορείας πλακώνουν οι αστυνομικές δυνάμεις που καιροφυλακτούν στους γύρω δρόμους, και με πρωτοφανή αγριάδα επιτίθενται στους συγκεντρωμένους οικοδόμους. Ανεβοκατεβαίνουνε τα κλομπ, ανοίγουνε τα πρώτα κεφάλια, κορμιά σφαδάζουνε καταματωμένα στο οδόστρωμα.

Οι οικοδόμοι δεν αργούν να συνέλθουν από το ξάφνιασμα και αντεπιτίθενται. Κάπου εκεί στην Αγησιλάου είναι μια οικοδομή, και από εκεί οι οικοδόμοι αρπάζουν τούβλα καδρόνια τάβλες και παλιοσίδερα και επιτίθενται κατά των πραιτοριανών της κυβέρνησης

Η σύγκρουση γενικεύεται σε μεγάλη ακτίνα στους γύρω από Εργατικό κέντρο δρόμους, από την Ομόνοια ως την πλατεία Κουμουνδούρου, την Κολοκυθούς. Από την Πειραιώς μέχρι την Αγίου Κωνσταντίνου. Ζήνωνος, Αγησιλάου, Κολοκυθούς, Κεραμικού , Βούλγαρη και άλλες μετατράπονται σε πεδίο ανελέητων συγκρούσεων σώμα με σώμα, Γεμάτη οικοδομές οι Αθήνα εκείνη την εποχή, οι οικοδόμοι αρπάζουν σίδερα και καδρόνια και ό,τι άλλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο, και χτυπάνε τους αστυνομικούς. Σπάνε πεζοδρόμια και μάρμαρα που χρησιμοποιούν στις αντεπιθέσεις τους πετώντας τα κατά των αστυνομικών, και πολλές φορές αυτά τα υλικά τα χρησιμοποιούν και οι αστυνομικοί εναντίον τους. Εκείνη την ημέρα για πρώτη φορά οι δυνάμεις καταστολής κάνουν χρήση χημικών με τη ρίψη δακρυγόνων εναντίον των διαδηλωτών.

 Κάποια στιγμή βλέπω δίπλα μου τον αδελφό μου τον Νίκο να σκύβει και να περνάει το χέρι του κάτω από τη μασχάλη ενός πεσμένου συναδέλφου, τον αρπάζω κι εγώ και να τον σέρνουμε σηκωτόν για να μην τον πατάνε. Κάποτε βρίσκομαι κρατούμενος στην οδό Πειραιώς μέσα σε μια τεράστια κλούβα της Αστυνομίας. Ώσπου να συνειδητοποιήσω την κατάσταση το μάτι μου παίρνει ένα στρατιωτικό τμήμα με τα όπλα προτεταμένα να κατεβαίνει στην Πειραιώς από το πάνω μέρος της πλατείας Κουμουνδούρου, αστυνομικές κλούβες τρέχουν και οι σειρήνες επαυξάνουν το χαλασμό που γίνεται, μέχρι και τους Μπουραντάδες ως Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας έχουν κινητοποιήσει. Καθώς μας μπουζουριάζουνε στην κλούβα μάς δέρνουν αγρίως, κι ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι στο απέναντι κάθισμα ένα κτήνος δέρνει μια γυναίκα που φαίνεται πως την αρπάξανε στο σωρό, ένας δίμετρος γορίλας με πλακώνει εκεί όπως ήμουν στο κάθισμα, και… που με πονεί και που με σφάζει! Αισθάνομαι τα αίματα να τρέχουν από το κεφάλι μου. Λιποθύμισα, Η επόμενη εικόνα που θυμάμαι ήταν που μας ανεβάζανε στις σκάλες στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας στη Μπουμπουλίνας. Με υποβαστάζανε οι συγκρατούμενοι στις σκάλες κι εκεί διαπίστωσα πως η αριστερή πλευρά μου από τα μάγουλα μέχρι τα παπούτσια μου ήταν γεμάτη αίματα.. Καθώς με στήνουν μπροστά στο γραφείο κάποιου που έγραφε τα στοιχεία μας, λιποθυμώ από την εξάντληση και συνέρχομαι στο Αιγινήτειο, επάνω σε ένα φορείο που οι γιατροί καθαρίζουν τα αίματα και επιδένουν το κεφάλι μου.

Οι συγκρούσεις γενικευτήκανε εκείνη την ημέρα και η Αθήνα έγινε ένα τεράστιο πεδίο μάχης. Οι οικοδόμοι εξοργιστήκαμε από αυτή την αντίδραση της κυβέρνησης και για να αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις καταστολής που ρίχνανε για πρώτη φορά και δακρυγόνα, αρπάξανε τούβλα πέτρες και καδρόνια από ανεγειρόμενες οικοδομές, στήσανε οδοφράγματα, χτυπήσανε δεκάδες πραιτοριανούς. Γεμίσανε τα νοσοκομεία τραυματίες. 120 ο επίσημος αριθμός των τραυματιών, 3 από πυροβόλα όπλα, αστυνομικοί οι περισσότεροι τραυματίες -  και είναι ευνόητο ότι πολλοί οικοδόμοι  δεν παρουσιαστήκανε σε νοσοκομεία για νοσηλεία για να αποφύγουν τα μπλεξίματα - 173 συνελήφθησαν και 22 παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Εμένα, εκεί στο Αιγινήτειο με βάλανε σε ένα  μεγάλο θάλαμο στο διάδρομο σε ράντσο. Έτυχε να νοσηλεύονται εκεί κάποιοι εξόριστοι που με αναγνώρισαν – ήμουν στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, βλέπεις, -  και ήταν γνωστό το όνομά μου.  Οι παλιοί αυτοί κομμουνιστές  με συμβούλεψαν να προσπαθήσω να φύγω όταν συνέλθω γιατί υπήρχε κίνδυνος να μας παραπέμψει η ασφάλεια σε δίκη. Την επομένη, είχα συνέλθει αρκετά και βγήκα κάπου στην αυλή για να κάνω εξερεύνηση του χώρου. Εκεί περιφερόταν ο Γιάννης Βούλτεψης δημοσιογράφος της Αυγής τότε με τον φωτορεπόρτερ Σπύρο Γκίνη προσπαθώντας να πάρουν καμιά φωτογραφία, πληροφορίες κλπ.

Με αναγνώρισε ο Βούλτεψης. Στάσου να πάρουμε μια φωτογραφία μου λέει. Πέφτουν επάνω τους δυο τρείς ασφαλίτες, συμπλέκεται ο Βούλτεψης μαζί τους και ο Γκίνης με φωτογραφίζει με εκείνο τον τεράστιο επίδεσμο στο κεφάλι μου.  Από εκείνη τη φωτογραφία που δημοσίευαν την επομένη, μπόρεσε και με βρήκε ο αδελφός μου που ήρθε στο νοσοκομείο.  Ήμουν γερό σκαρί, συνήλθα γρήγορα, κι επειδή είχα λάβει σοβαρά υπόψη μου τη συμβουλή του εξόριστου ότι μπορεί να μας παραπέμψουν σε δίκη, το βράδυ της επομένης βγήκα με προσοχή εκεί στην πρασιά που είχα συναντηθεί με τον Βούλτεψη και κατάφερα  να αναρριχηθώ απαρατήρητος σε κάποιο σημείο του τοίχου και να γλιστρήσω έξω.

Την επομένη στις 2 του Δεκέμβρη έγινε ξανά απεργία με τη συμμετοχή 45’000 οικοδόμων και άλλων κλάδων για συμπαράσταση και δεν έλειψαν κι εκείνη την ημέρα τα επεισόδια. Εκείνη η αντίδραση της πρώτης ημέρας, η λεβέντικη και παλικαρίσια στάση των οικοδόμων σηματοδότησε ένα καινούργιο ξεκίνημα στο εργατικό κίνημα και τους κοινωνικούς αγώνες, αφού για πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, κοινωνικές ομάδες σήκωναν το κεφάλι απέναντι στο αστυνομικό κράτος και παρακράτος,και διεκδικούσαν δυναμικά τα δικαιώματά τους.

Η στάση των οκοδόμων τους καθιέρωσε στην πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, και πέρα από το ότι τους τραγούδησε ο λαός με το γνωστό τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη «οικοδόμοι παλικάρια», κάθε φορά που κάποιος κλάδος εργαζομένων τα εύρισκε μπαστούνια με την Εξουσία απειλούσε ότι θα φωνάξει για συμπαράσταση τους οικοδόμους.