Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

Οι μετοικήσεις των Αλβανών στον ελλαδικό χώρο από τους αρχαίους χρόνους.

 


 

Έλληνες Αρβανίτες.
     Πολλοί μελετητές ισχυρίζονται ότι ο εποικισμός ορισμένων περιοχών του ελλαδικού χώρου από τους Αρβανίτες ξεκίνησε τον 13ο αιώνα και συνδέθηκε με κοινωνικές και πολιτικοστρατιωτικές ανακατατάξεις και δρώμενα σε εκείνες τις περιοχές, ιδιαίτερα κατά την παρακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι ταραγμένες συνθήκες εκείνων των εποχών και η φτώχεια τους ανάγκαζαν να εκπατριστούν και να αναζητήσουν μια πιο υποφερτή ζωή σε ξένους τόπους. Ήσαν εκ φύσεως μαχητικοί και επαγγελματίες πολεμιστές, και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους  ως μισθοφόροι που ήσαν περιζήτητοι γιατί θεωρούνταν οι καλύτεροι πολεμιστές, με αντάλλαγμα να τους παραχωρηθούν χώροι εγκατάστασης για αυτούς και τα κοπάδια τους, και γη να καλλιεργούν.      

Στο εξαίρετο βιβλίο του Κώστα Η. Μπίρη ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ βρίσκουμε στοιχεία ότι « η πρώτη κάθοδος των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο έγινε μαζί με Σλάβους κατά την εποχή των Αβάρων στα τέλη του έκτου αιώνα».

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η μετανάστευση των Αλβανών προς τον ελλαδικό χώρο ξεκίνησε τον 8ο αιώνα, οι περισσότεροι όμως ιστορικοί υποστηρίζουν ότι  σημαντική παρουσία τους σημειώνεται στη χώρα μας από τον 13ο αιώνα.

Θα πρέπει εδώ να θυμίσω ότι το ελληνικό έθνος – κράτος, σύνορα απόκτησε στις 3 Φεβρουαρίου 1830 που δημιουργήθηκε και αναγνωρίστηκε ως Έθνος με συμφωνία Αγγλίας Γαλλίας και Ρωσίας, με την υπογραφή τού γνωστού Πρωτόκολλου του Λονδίνου. Πριν δηλαδή από το 1830, ιδιαίτερα πριν το 1821 που  ξεσηκώθηκαν οι ρωμιοί ραγιάδες κατά των Οθωμανών κατακτητών, ούτε ελληνικό κράτος υπήρχε, ούτε καν ελλαδικός χώρος.

 Πόλεις – κράτη αυτόνομα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο κατά την αρχαιότητα, όπως, η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος, η Θήβα κ.α. Ήρθε μετά η Μακεδονική κυριαρχία κατά τον 4ο π.χ αιώνα, η αρχή της σκλαβιάς των Ελλήνων κατά τον Πολύβιο  «την Μακεδόνων δυναστείαν αρχήν γεγονέναι τοις Έλλησι δουλείας»,  ήρθαν οι Συμπολιτείες, η Ρωμαϊκή κυριαρχία, η Βυζαντινή, η εποχή της Φραγκοκρατίας, τα Δεσποτάτα και οι Δεσπότες Φεουδάρχες, η Ενετοκρατία, και τέλος η Τουρκοκρατία.

Σύνορα δεν υπήρχαν εκείνες τις εποχές και οι λαοί, Έλληνες, Αρβανίτες,

Βούλγαροι, Βλάχοι, κ.α,  μετανάστευαν σε ξένες χώρες,  μετακινούνταν ελεύθερα ανάλογα με τις ανάγκες και τις ασχολίες τους. Έμποροι,  ξυλοκόποι, χτίστες, καρβουνιάρηδες, σκαφτιάδες κ.α.
Οι κατά τόπους Δεσπότες Αφέντες όπως και οι Τούρκοι αργότερα δεν τους ξεχώριζαν – δεν υπήρχαν καν εθνότητες άλλωστε και το όνομα Αλβανία αρχίζει να χρησιμοποιείται μετά τον 12ο αιώνα – τους θεωρούσαν  όλους ίδιους.
Εκείνα τα χρόνια, κατά τον 14ο και 15ο αιώνα οι κάτοικοι ήσαν ανακατωμένοι: Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Καταλανοί, Φράγκοι κλπ .


Αλβανίδα.

Οι Τούρκοι δεν ξεχώριζαν τους Αρβανίτες από τους Έλληνες, αλλά και οι Βενετοί σαν Έλληνες τους έβλεπαν. Στην περιοχή της Θεσσαλίας που τότε – 1268 - περιλάμβανε την Αιτωλία και την Ακαρνανία σημειώνεται «εγκατάστασις Αρβανιτών δια χρυσοβούλλου και προστάγματος βασιλικού» όπως αναφέρει ο Κώστας Μπίρης. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος  χρειαζόταν φρουρές για τα κάστρα αλλά και ιππείς πολεμιστές για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του και όσους τον αμφισβητούσαν. Οι Αρβανίτες, ατίθασοι, σκληροτράχηλοι και καλοί πολεμιστές, ήσαν πάντα πρόθυμοι να σπεύσουν, αρκεί να τους έδιναν οι Άρχοντες τόπο να εγκατασταθούν στις περιοχές τους, και χωράφια να καλλιεργούν και να τρέφουν και τα κοπάδια τους.

Δεν άργησαν όμως να δημιουργηθούν αντιδράσεις κατά των Αρβανιτών εποίκων από τον τοπικό πληθυσμό, όχι μόνο γιατί του είχαν αφαιρεθεί μεγάλες εκτάσεις που τους παραχωρήθηκαν, αλλά και επειδή την λεηλασία και την αρπαγή την είχαν στο αίμα τους, «ελεηλατούσαν τη χώρα, ελήστευαν  τους γηγενείς κατοίκους, και εζούσαν με κάθε δόλον και με κάθε πονηρίαν».

Μισόν αιώνα αργότερα κατά το 1318 – 1320  φάρες Αρβανιτών (κάποιοι μιλούν για 12.000) περνούν την Πίνδο χωρίς την άδεια των αρχών και λύνουν το πρόβλημα της εγκατάστασής τους με το «άστε ντούα» όπως λένε στα Αλβανικά,  με το έτσι θέλω δηλαδή, κυριεύοντας τη Θεσσαλία, διώχνοντας  τους ντόπιους από τον τόπο τους, παίρνοντας τα κοπάδια και το βιός τους, καταντώντας πραγματική μάστιγα. Αλλού έμεναν μόνιμοι και αλλού μετακινούνταν. Υποτίθεται ότι την περιοχή είχαν υπό την κυριαρχία τους οι Βυζαντινοί, που όμως δεν κατόρθωναν πάντα να την υπερασπίσουν και να την διαφυλάξουν.

Τελικά ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος, εκστρατεύει εναντίον τους και ύστερα από σκληρό αγώνα καταφέρνει να τους υποτάξει και τους υποχρεώνει να επιστρέψουν στους κατοίκους (σε όσους είχαν μείνει) τις περιουσίες που τους είχαν αρπάξει.          Η Θεσσαλία που έγινε γνωστή και ως η Μεγάλη Βλαχία υπήρξε ο σταθμός και ορμητήριο των Αλβανών, και αρχές του 15ου αιώνα – 1405 – 1413 κατέχουν ολόκληρες περιοχές, όπως Αιτωλία, Ακαρνανία, Άρτα, Γιάννενα, και έχουν δημιουργήσει Δεσποτάτα υπό την ηγεσία τους.
Ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο όρος Αρβανίτης είναι παράγωγο της λέξης Άρβανο που προσδιορίζεται στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου.

Αργότερα ξεχύθηκαν προς το νοτιότερο ελλαδικό χώρο και εξαπλώθηκαν στη Βοιωτία, την Αττική, στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, στα νησιά του Αργοσαρωνικού κλπ.


Ρητινοσυλλέκτης.

Ο Γιάνης Κορδάτος λέει πως η πρώτη Αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο γίνεται μεταξύ 1370 και 1380. Αργότερα, αρχές του 16ου αιώνα, κατά τη διάρκεια διαφόρων φάσεων του πολέμου Βενετών και Τούρκων στην Πελοπόννησο, από την Ερμιονίδα κάποιες οικογένειες Αρβανιτών μετοικούν στην ερειπωμένη από τους πειρατές Ύδρα, όπου ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης και τη συλλογή ρετσινιού, και με τον καιρό   χτίζουν τον πρώτο οικισμό στο λόφο του Κιάφα                

Με το πέρασμα των χρόνων καταφεύγουν στην Ύδρα και άλλοι Αρβανίτες από Ήπειρο, Εύβοια, Κρήτη, Μικρά Ασία κλπ,  ο οικισμός μεγαλώνει και γίνεται η πόλη της Ύδρας. Μέσα στους επόμενους τρεις αιώνες το νησί παράλληλα και με τις Σπέτσες θα εξελιχθεί σε αξιόλογη ναυτική δύναμη, και κατά την έναρξη του Ιερού Αγώνα το 1821 θα διαθέτει έναν από τους ισχυρούς εμπορικούς στόλους της Μεσογείου.

Λόγω της σκληρής ζωής τους, της ορεινής τους καταγωγής και της ενασχόλησής τους με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και, επειδή ήσαν εκ φύσεως μαχητικοί και εξ επαγγέλματος πολεμιστές, οι κατά τόπους Δεσπότες – Αφέντες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας όπως και οι Βενετοί, χρησιμοποιούσαν τους Αλβανούς ως μισθοφορικό στρατό στις συγκρούσεις με τους αντιπάλους τους,
 για την φύλαξη των κάστρων κυρίως, για την είσπραξη διοδίων σε κλεισούρες – δερβένια και στενά περάσματα, την είσπραξη φόρων κλπ.
Τους παραχωρούσαν περιοχές για να εγκατασταθούν και να ασκούν τις γεωργικές και νομαδικές δραστηριότητές τους, με την υποχρέωση να διαθέτουν έναν ορισμένο αριθμό πολεμιστών, ιππέων κλπ για τις ανάγκες της εκάστοτε εξουσίας.
Συνέβαινε όμως λόγω του ατίθασου χαρακτήρα τους και της έμφυτης ροπής τους προς την ανταρσία, να τους ξεσηκώνουν οι Βυζαντινοί φεουδάρχες και οι αυτοκράτορες πολλές φορές από τον τόπο τους και τους μετακινούν σε άλλες περιοχές πιστεύοντας ότι θα τους έκαναν να  αλλάξουν  ιδιοσυγκρασία.
Άλλες φορές πάλι, και με σκοπό να τις τονώσουν πληθυσμιακά, τους εγκαθιστούσαν σε αραιοκατοικημένες περιοχές  που οι ίδιοι οι Βυζαντινοί είχαν φροντίσει να αραιώσουν τον πληθυσμό περνώντας από μαχαίρι τους ρωμιούς, κάνοντας γενοκτονία  όπως θα λέγαμε σήμερα. . Για τους ίδιους ή παράλληλους λόγους, με την πλήρη κατάκτηση του ελλαδικού χώρου τον 17ο και αρχές του 18ου αιώνα τους μετακινούσαν και οι Οθωμανοί.
 Προσαρμόζονταν εύκολα στις περιοχές που πήγαιναν, μάθαιναν εύκολα τα ελληνικά που ήταν κάτι σαν διεθνής γλώσσα και μιλιόταν σε ολόκληρη τη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία, από Τούρκους, Αρμένηδες, Αρβανίτες, Βουλγάρους και Βλάχους. Η χριστιανική θρησκεία αλλά και η  ελληνική γλώσσα αποτελούσαν ένα είδος συνδετικού κρίκου με το ελληνικό στοιχείο και ήταν ένα βήμα προς τον εξελληνισμό τους.

Και το Πατριαρχείο όμως που προωθούσε τον εξελληνισμό Αρβανιτών, Βουλγάρων Βλάχων κλπ, δεν παρέλειπε να προπαγανδίζει και να προσπαθεί να τους πείσει ότι ήταν συμφέρον τους και ανάγκη να μάθουν την ελληνική γλώσσα για να μπορέσουν να προκόψουν.


Αρβανίτης πολεμιστής.

Ο Δεσπότης ηγεμόνας του Μυστρά Θ Παλαιολόγος έφερε Αρβανίτες και τους εγκατέστησε στη Μάνη από το 1384.  Αρχές του 15ου αιώνα το 1405, κατεβαίνουν στο Μωρηά και κατασκηνώνουν στον Ισθμό 10.000 Αρβανίτες με τις οικογένειές τους. Ζητούν από τον Δεσπότη του Μωρηά Θ Παλαιολόγο αδελφό του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Παλαιολόγου να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν στην επικράτειά του, υποσχόμενοι να κάνουν ό,τι τους διατάξει. Για τον Θ Παλαιολόγο που είχε πολλά προβλήματα ανοιχτά, η φουρνιά αυτή των Αρβανιτών που διέθετε 3.000 εμπειροπόλεμους πολεμιστές, ήταν ουρανοκατέβατο δώρο, και τους δέχτηκε με χαρά.
                     Από τον 14ο και 15ο αιώνα που άρχισε να ξεφτίζει η Βυζαντινή αυτοκρατορία, και μέχρι τον 19ο που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, ο όρος Αλβανός ή Αρβανίτης χρησιμοποιούταν παράλληλα στον ελλαδικό χώρο.
Αρβανίτης σήμαινε τον Ορθόδοξο, τον αρβανιτόφωνο  Έλληνα που ζούσε παράλληλα με το ελληνικό στοιχείο, εξελληνιζόταν από επιγαμίες και τα συμπεθεριάσματα, ενστερνιζόταν και ακολουθούσε τα ήθη και τα έθιμα του τόπου που ζούσε, αγωνιζόταν για τα ίδια προβλήματα, αφομοιωνόταν με την πάροδο του χρόνου και δεν παρουσίαζε καμιά διαφορά από τους Έλληνες.
                                     Αρβανιτιά όμως, και Αλβανούς, Τουρκαλβανούς, ο λαός εννοούσε τους ένοπλους Μουσουλμάνους Αλβανούς που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι σαν μισθοφορικό στρατό, τους Γκέκηδες κυρίως, ή αποσπάσματα για να καταδιώκουν ανυπότακτους ραγιάδες, να εισπράττουν φόρους κλπ. «Έβγα μανούλα μ’ να με ιδείς και να με καμαρώσεις, το πως με πάει η Αρβανιτιά, με πάει να με κρεμάσει…..» έλεγε ένα δημοτικό τραγουδάκι. 
Ο όρος Αλβανός καθιερώθηκε κυρίως  μετά  την ίδρυση του ελληνικού κράτους και χρησιμοποιούταν για τους εκτός της Ελλάδας αλβανόφωνους πληθυσμούς της βόρειας Μακεδονίας  και του Κοσσόβου, ενώ η Αλβανία δημιουργήθηκε το 1913.

Μια πολύ μελανή, κατάμαυρη σελίδα για τους Τουρκαλαβανούς είναι η επιδρομή τους στο Μωρηά κατά τη δεκαετία των 1770. Τότε που τους κατέβασαν οι Τούρκοι για να τιμωρήσουν τους Μοραΐτες για τη συμμετοχή τους στα Ορλωφικά. «Έκαστος Αλβανός εκέκτητο προνόμιον το αρπάζειν, ατιμάζειν και φονεύειν όποιον ήθελεν». Ήσαν «κράτος εν κράτει». Κάποιοι αναφέρουν ότι ο αριθμός των επιδραμόντων Αλβανών έφθασε και τις 120.000. Αρπάζανε γυναίκες από τα παιδιά και τους άντρες τους, αρπάζανε κορίτσια για να κορέσουν τις κτηνώδεις ορέξεις τους, κι αν τολμούσε να μιλήσει κάποιος που του παίρνανε την κόρη ή τη γυναίκα του τον σφάζανε ή τον παίρνανε για να τον πουλήσουν σκλάβο. Αρπάζανε ολόκληρες οικογένειες, αρπάζανε τους κατοίκους ολόκληρων χωριών με τα κοπάδια και τα ζωντανά τους και τους πουλούσαν στους μπέηδες και τους αγάδες της Ρούμελης, ή τους μετέφεραν στην Αλβανία για να τους πουλήσουν στους μαύρους της Αφρικής ή σε εμπόρους σκλάβων. Επί 9 χρόνια η αλβανική πανούκλα λεηλατούσε βίαζε, σκότωνε, σκλάβωνε και κατέστρεφε τα πάντα στον κατακαημένο το Μωρηά. Εκεί που πριν από λίγο υπήρχαν πόλεις και κωμοπόλεις πολυάνθρωπες και ευτυχισμένες, τώρα έβλεπε κανείς την ερήμωση του θανάτου και φλογισμένα ερείπια. Όλη η Πελοπόννησος είχε σχεδόν απογυμνωθεί από τους κατοίκους της, γιατί άλλοι είχαν σφαχτεί, άλλοι είχαν πουληθεί ως δούλοι και άλλοι είχαν μεταναστεύσει, ενώ κάποιοι κρύφτηκαν σε απρόσιτα βουνά και σε απόκρυφα σπήλαια, και 4 – 5 χιλιάδες περίπου γίνανε κλέφτες.  Από 40 μέχρι 100 χιλιάδες υπολογίζουν κάποιες πηγές τους σκοτωμένους και πουλημένους ως σκλάβους Μοραΐτες από τους Τουρκαλβανούς.

Το κοινό όλων των Ελλήνων Αρβανιτών, όπου και αν εγκαταστάθηκαν, είναι ότι μπολιάσανε τον ελλαδικό χώρο και το ελληνικό στοιχείο με γενιές και γενιές από άξιους ανθρώπους, σκληραγωγημένους καλλιεργητές της γης και αγωνιστές της ζωής, άριστους πολεμιστές που δώσανε καινούργια ζωή στον τόπο, καλλιεργήσανε τη γη και αγωνιστήκανε για την διατήρηση, την ανεξαρτησία και την ελευθερία του. Με την πάροδο των χρόνων, με τις επιγαμίες κλπ εξελληνιστήκανε, αφομοιώθηκαν από το ελληνικό στοιχείο, απόχτησαν ελληνική συνείδηση και δεν παρουσίαζαν καμιά διαφορά από τους Έλληνες.


Αρβανίτες στην επανάσταση.

Απλωθήκανε στον ελλαδικό χώρο, προοδεύσανε και αναδειχτήκανε, και κάποιοι υποστηρίζουν ότι κατά το 1821 αποτελούσαν το 40% του ελληνικού πληθυσμού.

Κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, οι από αιώνες ριζωμένοι στον ελλαδικό χώρο Αρβανίτες, συνειδητοποιημένοι Έλληνες πλέον, πολέμησαν συνειδητά κατά των αλλόθρησκων μουσουλμάνων για να ελευθερώσουν τον τόπο, και πολλοί αναδείχτηκαν μπροστάρηδες και άξιοι καπεταναίοι και στρατηγοί.
Οι Αλβανοί θεωρούνται αδελφός λαός, «Οί Έλληνες είνε Αλβανοί καί οί Αλβανοί είνε Έλληνες»  έγραφε ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδος «Ακρόπολις»(1883)
 «..Είτε το θέλουμε εμείς ή εκείνοι είτε όχι, είμαστε αδελφοί λαοί, με κοινή ιστορία κοινή καταγωγή και κοινές παραδόσεις»: υποστηρίζει ο Ιωάννης Κούμαρης (εγκυκλοπαιδικό λεξικό «ΗΛΙΟΣ»).
               Καλά και ωραία όλα τούτα και πολλοί τα πιστεύουν ακόμα αλλά, από τότε που η Αλβανία  έγινε κράτος άρχισαν τα διακρατικά προβλήματα που όσο πάνε και οξύνονται. Οι Αλβανοί εθνικιστές ιδιαίτερα Ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας το κατοικούν Αλβανοί. «….ο αλβανικός πληθυσμός στην Ελλάδα εκτείνεται από την περιοχή της Ηπείρου μέχρι τη Θράκη, τα νησιά της Κέρκυρας, των Σπετσών, της Ύδρας, των Ψαρών, της Άνδρου, αλλά και στην Πελοπόννησο». Θέτουν μάλιστα το ερώτημα «σε ποιον ανήκει αυτή η χώρα;» Αλβανοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι σχεδόν όλοι οι ήρωες του 1821 ήταν Αλβανοί και πως ουσιαστικά οι Αλβανοί απελευθέρωσαν την Ελλάδα από τον οθωμανικό ζυγό! 


Μάρκος Μπότσαρης.

Ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Αντώνης Κριεζής, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, ο Καραϊσκάκης και ο Μιαούλης και πολλοί άλλοι ήταν Αλβανοί που είχαν έρθει (προφανώς όχι οι ίδιοι, αλλά οι πρόγονοί τους...) στην  Ελλάδα πριν από αιώνες! Σκεφτείτε, να ζούσε σήμερα ο Μιαούλης και να του λέγανε  ότι είναι Αλβανός!
Ο Μέγας Αλέξανδρος Αλβανός ήταν, λένε, κι ακόμα αν πάμε πιο παλιά, και ο Όμηρος  Αλβανός ήταν, και η ομηρική γλώσσα είναι αλβανική, όπως διδάσκουν τα αλβανικά  Πανεπιστήμια.
Άλλη θεωρία λέει ότι στην ελληνική επικράτεια ζουν μόνο Αλβανοί και οι απόγονοί τους από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου.
Μια Αλβανική θεωρία  που την υποστήριξε και ο Fallmerayer λέει ότι οι Έλληνες Σλαύοι που κατοικούσαν την Ελλάδα εδιώχθησαν από τους Αλβανούς αποίκους κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, και ως εκ τούτου η Ελληνική Επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξε στην πραγματικότητα έργο των Αλβανών. Ακόμα,  λένε ότι η Ελλάδα είναι κρατικό μόρφωμα που δημιούργησε η Ευρώπη, και πολλά άλλα τέτοια που τελειωμό δεν έχουν.
Ένα από τα σοβαρά θέματα αλυτρωτισμού που προβάλλουν τελευταία  οι Αλβανοί είναι το ζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς. Όπως είναι γνωστό, η ελληνική θέση είναι ότι οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής που τους είχαν εξοπλίσει, διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα κατά του ελληνικού πληθυσμού σκοτώνοντας, βιάζοντας, λεηλατώντας περιουσίες κ.ά, και με την απελευθέρωση αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ελλάδα φοβούμενοι τις συνέπειες των εγκλημάτων τους, ενώ το Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων καταδίκασε πολλούς από αυτούς αμετάκλητα ως προδότες και δήμευση των περιουσιών τους. 
                                Άλλες πηγές ισχυρίζονται ότι πέρα από τα άλλα εγκλήματά τους, οι Τσάμηδες κατά τον Εμφύλιο του 1946 – 49 συνεργάστηκαν και με τους κομουνιστοσυμμορίτες.


Ανδρέας Μιαούλης.

Για τους Αλβανούς, τα εγκλήματα και τα δεινά σε βάρος της μειονότητας των Τσάμηδων και η καταστροφή της από τους Έλληνες, γίνανε ύστερα από πολιτική βούληση και μεθόδευση των τότε κυβερνήσεων, με παράλληλη οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα από φόνους, συστηματικούς βιασμούς Μουσουλμανίδων, λεηλασίες περιουσιών κ.λ.π από Έλληνες εθνικιστές, ιδιαίτερα από την Χ Μεραρχία του ΕΔΕΣ του Ναπ Ζέρβα. 
                                Για το πρόβλημα υπάρχουν πολλές και διαφορετικές απόψεις,  έχουν γραφτεί πολλά  από διάφορες πλευρές, και όπως καταλαβαίνετε τούτο το σημείωμα ούτε για να τις αναφέρει έχει χώρο. Ομόφωνα η Αλβανική Βουλή έχει καθιερώσει την 27η Ιουνίου ως ημέρα γενοκτονίας των Τσάμηδων, ενώ τον Φεβρουάριο του 2016 οι τελευταίοι προσέφυγαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης καταθέτοντας φάκελο με τις διεκδικήσεις τους που έγινε δεκτός από τον Εισαγγελέα.. Πέρα από τις οικονομικές αποζημιώσεις (περιουσίες τους κλπ), ζητούν ολόκληρες περιοχές της Ηπείρου, όπως Ηγουμενίτσας, Πάργας κλπ.

                                      Ανάμεσα στα τόσα
άλλα προβλήματα έχουμε και το πρόβλημα της ελληνικής μειονότητας στη Χιμάρα που τα δικαιώματά της παραβιάζουν συνεχώς οι Αλβανοί. Ακόμα, δεν έχουμε επικυρώσει τα Πρωτόκολλα Φλωρεντίας και Παρισίων  -1919 και 1925 – που καθορίζουν τις  συντεταγμένες και τις λεπτομέρειες των ελληνοαλβανικών συνόρων, και αν θυμάμαι καλά δεν έχουμε υπογράψει και ελληνοαλβανικό Σύμφωνο Φιλίας.

Ας ελπίσουμε να επικρατήσει καλή θέληση μεταξύ μας και να εξομαλύνουμε τις διαφορές μας, γιατί οι καλές σχέσεις ανάμεσα στους δυο λαούς από την αρχαιότητα είναι ριζωμένες στο είναι μας και υπήρξαν πάντα εποικοδομητικές και ωφέλιμες

 

 

Ενδικτικά κάποιες πηγές:

- Μαρία Ευθυμίου  Διαλέξεις.

- Κ.Η. Μπιρη  ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

- A.A. VASILIEY ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324 -1453

- Γιάνης Κορδάτος  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ   Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες.

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Αρματολοί και Κλέφτες






Ο Γεροκαπετάνιος και οι κλέφτες Του Θ Βρυζάκη
Εθνική Βιβλιοθήκη.
Αρματολοί και Κλέφτες. Αρματολός και Κλέφτης για τα προεπαναστατικά χρόνια είναι λέξεις με εντελώς διαφορετικές έννοιες, στην Πελοπόννησο όμως, επειδή οι κλέφτες ληστές και άρπαγες ήσαν που ζούσαν σε βάρος της αγροτιάς κυρίως, που σκοτώνανε, ληστεύανε, καίγανε σπαρτά, κάνανε απαγωγές, καίγανε σπίτια κλπ, γίνανε πολλές και συνειδητές προσπάθειες ιδιαίτερα μετά την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, και για λόγους υστεροφημίας, ώστε η έννοια «κλέφτης» να χάσει την πραγματική σημασία της, να μην έχει καμία σχέση με τον πριν την επανάσταση κλέφτη και ληστή, και να σημαίνει τον ανυπότακτο ραγιά το αρματωμένο παλικάρι που βγήκε στο βουνό για να πολεμήσει την τούρκικη εξουσία. 
               Το ίδιο έγινε και γίνεται και με τον αρματολό, που παραβλέπουμε το ότι διορισμένος ένοπλος από τον πασά και προσκυνημένος ήταν για να (στη βόρεια Ελλάδα) προστατεύει την Οθωμανικη εξουσία, και δεχόμαστε αυτό που και για τον κλέφτη παραδεχόμαστε, ότι ήταν άνθρωπος των αρμάτων που βγήκε κι εκείνος στο βουνό γιατί δεν ανεχόταν τους Τουρκους. 
        Γιαυτόν κυρίως το λόγο οι κλέφτες με πρώτον τον Γέρο του Μοριά, αναφερόμενοι στον καιρό της κλεφτουριάς αποφεύγουν συστηματικά τη λέξη κλέφτης και αναφέρονται ως αρματολοί. «Σάν εκαθόμαστε εκεί, άλλα μπουλούκια κλέφτες μέ έβαλαν Αρματολό εις τήν επαρχίαν τού Λεονταριού κατά τών κλεφτών, καί εμπόδιζα τό βιλαέτι μέ χατίρι – δεκαπέντε χρονών ήμουν τότε», λέει ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης στη Διήγηση Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής. Τώρα, οι κλέφτες τον διορίσανε Αρματολό να κυνηγάει τους κλέφτες… κάπου δεν κολλάει. Κάπο τον διορίσανε, αλλά δεν θέλει να το παραδεχτεί, γιατί τους κάπους τους διορίζανε οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες για να τους προστατεύουν και να φυλάνε την περιουσία τους. Γνωστό είναι ότι ο Γέρος του Μοριά για πολλά χρόνια υπήρξε κάπος των Δεληγιανναίων που εξουσιάζανε την περιοχή της Καρύταινας (Γορτυνίας). Και βέβαια, είναι ιστορικά ξεκαθαρισμένο πλέον ότι Αρματολίκια και Αρματολούς δεν είχε ο Μοριάς. 
Η επίσημη ιστορία μας παρουσιάζει τους κλέφτες σαν ήρωες, οι οποίοι διαπνέονταν, λέει, από έντονα αισθήματα ελευθερίας και πατριωτισμού, και πως είχαν πάρει τα βουνά για να μας απελευθερώσουν από τους Τούρκους, πως περνοδιάβαιναν έφιπποι και αρματωμένοι ντυμένοι στο χρυσό και στο ασήμι, με αναπεπταμένες σημαίες προκαλώντας τον θαυμασμό στους ραγιάδες και τρόμο και δέος στην Οθωμανική εξουσία. 
    Άλλωστε, επειδή όπως είναι γνωστό η Ιστορία με Μύθους (και παραμύθια) γράφεται, έπρεπε και η ιστορία της κλεφτουριάς να ωραιοποιηθεί κατά το δοκούν. Στην προσπάθεια να ηρωοποιηθούν οι κλέφτες του Μοριά με υπεράνθρωπους ηρωισμούς και απίστευτα κατορθώματα, έχει παραποιηθεί ακόμα και η δημοτική μας παράδοση με πλαστά ηρωικά τραγούδια που εξυμνούν την κλεφτουριά του Μοριά. Δείτε ένα από τα δημοτικά μας τραγούδια που έχει πλάσει η κυρίαρχη αφήγηση, που μας παρασταίνει τον τρόπο που ζούσαν οι κλέφτες, και την συμπάθεια που έτρεφε το χριστιανικό στοιχείο για ελόγου τους:
 Λάμπει ο ήλιος στα βουνά, λάμπει και στα λαγκάδια.
 Έτσι λάμπει κ΄ η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι, 
πώχουν τ΄ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
 οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.
 Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε. 
Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε.
 Καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.
 Φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους άγιους 
Και στον αφέντη το Χριστό, τις ασημένιες πάλες

Θ. Κολοκοτρώνης.
Λιθογραφία υπό Α. Friedel.
Σύμφωνα με τον ποιητικό θρύλο, τον πλασμένο για να ωραιοποιήσει και να εξηρωίσει την κλέφτικη ζωή, για να επιβιώσουν οι κλέφτες και να αντισταθούν στο κυνήγι της Οθωμανικής εξουσίας, γίνονται ένοπλες ομάδες και μεγαλύτερα τμήματα, με τον καπετάνιο τους και το μπαϊράκι τους, και στήνουν τα λημέρια τους σε δυσπρόσιτα ορεινά συγκροτήματα που είναι αδύνατο να τους ακολουθήσουν τα Τουρκικά αποσπάσματα. 
Ζούνε σκληρή ζωή πάνω στα βουνά, μαθαίνουν να αντέχουν στις κακουχίες, στις πολύωρες πορείες, στην πείνα και τη δίψα, αποχτάνε ικανότητες και δεξιότητες υπερφυσικές πολλές φορές. Η ικανότητα στο γρήγορο τρέξιμο ήταν μεγάλο πλεονέκτημα, γι αυτό και κάποιοι έγιναν και έμειναν ονομαστοί για τη γρηγοράδα τους στα πόδια, όπως ο Νικοτσάρας που ξεπερνούσε στο τρέξιμο ένα άλογο, ή ο Ζαχαριάς που όταν έτρεχε οι φτέρνες του άγγιζαν τα αυτιά του. 
     Και βέβαια, για να ζήσουν μετέρχονται τις ληστείες, τις αρπαγές και το πλιάτσικο. Αρπάζουν και πλιατσικολογούν ολόκληρα κοπάδια ζώων, τρόφιμα και ρουχισμό, πυρομαχικά, κοσμήματα, ό,τι βρουν. Θύματά τους; οι Οθωμανοί προεστοί αλλά και χριστιανοί αξιωματούχοι, κοτζαμπάσηδες, προσκυνημένοι και Τουρκολάτρες. Ιδιαίτερη αδυναμία δείχνουν στο να ληστεύουν καλογέρους και παπάδες όταν μάλιστα συμβαίνει να είναι και προεστοί χωριών. Δεν αποκλείονται όμως οι ληστείες και το πλιάτσικο σε ολόκληρα χωριά, όπως επίσης και οι απαγωγές ακόμα και μικρών παιδιών για να εισπράξουν λύτρα, ακόμα και οι βιασμοί γυναικών (άθλημα στο οποίο επιδιδόταν ο κλεφτοκαπετάνιος Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης) για εκδίκηση. 
Όταν δεν επιχειρούν ληστείες ή πλιάτσικο, γυμνάζονται για να αντέχουν στις κακουχίες και τις ελλείψεις, με αθλήματα όπως το τρέξιμο και το άλμα, η σκοποβολή η σπαθασκία και η πάλη, ή διασκεδάζουν ρίχνοντας το λιθάρι ή παίζοντας αμάδες. Και φυσικά, χορεύουνε και τραγουδάνε. 



Οι κλέφτες.
Αυτή περίπου είναι η ποιητική και η ηρωική πλευρά της Κλεφτουριάς, δείτε όμως ποια είναι η σκληρή πραγματικότητα όπως την παρουσιάζει ένα γνήσιο δημοτικό τραγουδάκι: 
Παιδιά μ΄ σαν θέλτε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε.
 Εμένα να ρωτήσετε πως τα περνάν οι κλέφτες. 
Σαράντα χρόνους έκαμα στους κλέφτες καπετάνιος.
 Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, γλυκό κρασί δεν ήπια, 
τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα.
 σε στρώμα δεν επλάγιασα, μαϊδέ σε μαξιλάρι,
 το χέρι είχα προσκέφαλο, και το σπαθί μου στρώμα,
 και το ντουφέκι μ’ αγκαλιά, σαν το παιδί η μάνα.
 Τις λέξεις «Μαύρα παιδιά» έχει σαν γύρισμα αυτό το τραγούδι, και καταλαβαίνετε τη θλίψη και τις μαύρες σκέψεις για την κλέφτικη ζωή που μετέδιδε όταν το τραγουδούσαν. 
Οι κλέφτες πρώτα και κύρια ήσαν ληστές και μετά κλέφτες. Ζούσαν κλέβοντας και ληστεύοντας τον χριστιανικό πληθυσμό, τους αγρότες και τη φτωχολογιά. Τους Άρχοντες, Οθωμανούς και Χριστιανούς, και τους Κοτζαμπάσηδες – τουρκοκοτζαμπάσηδες τους αποκαλούσε ο λαός – δεν τολμούσαν να τους ενοχλήσουν, να τους κλέψουν ή να τους ληστέψουν, γιατί η Οθωμανική Εξουσία είχε αποσπάσματα έτοιμα να τρέξουν στο κατόπι τους με επικεφαλής Αρβανίτες μπουλούκμπασήδες (αποσπασματάρχες). 
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στους ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ 1715 – 1820 παρουσιάζει μαρτυρίες περιηγητών που περιγράφουν τους Κλέφτες «αγριοκάτσικα, ξεκομμένα από το κοπάδι το κοινωνικό, θεριά ξαγριεμένα από τον κατατρεγμό των Αρβανιτών μπουλουκμπασήδων» κλπ. 
Γδυτούς, ξυπόλητους, κατατρεγμένους, νηστικούς και διψασμένους τους παρουσιάζει ο Κασομούλης, και το σιδερένιο δαχτυλίδι της μάνας του Θ. Κολοκοτρώνη στο Μουσείο, αλλά, και το ότι ο ίδιος ο Θοδωράκης αναγκάστηκε να κάνει το επάγγελμα του χασάπη και του τσαμπάση για να εξοικονομεί τα προς το ζην όταν κατέφυγε στη Ζάκυνθο, ακόμα και μισθοφόρος των Άγγλων να γίνει, μαρτυρούν ότι τα υποστηριζόμενα από κάποιους για κλέφτες που περιφέρονταν ντυμένοι στα χρυσά και στα ασήμια, φθηνά παραμύθια ήσαν.           Παρουσία κλεφτών στο Μοριά βρίσκουμε από τον καιρό της φραγκοκρατίας, μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας όμως από τους Οθωμανούς, λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, τα βουνά του ελλαδικού χώρου και της βαλκανικής γεμίζουν σιγά σιγά από κλέφτες και ληστές. 
Μπορεί κάποιοι, ελάχιστοι, να βγαίναν στο βουνό γιατί δεν άντεχαν την τούρκικη εξουσία – εγώ ραγιάς δεν γίνομαι Τούρκους δεν προσκυνάω, δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες, μαρτυρεί το ανυπότακτο πνεύμα η δημοτική μας παράδοση, - τα κίνητρα όμως που ωθούσαν κάποιον να βγει στο κλαρί ,ήταν η φτώχεια και η ανέχεια κυρίως, οι άδικες τιμωρίες και οι αγγαρείες, η τοκογλυφία και άλλα παρεμφερή, της ληστείας και της κλεψιάς μη εξαιρουμένων. 
      
Προεστός του 18ου αιώνα. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
Τον καιρό της Ενετοκρατίας φαίνεται ότι στο Μοριά παράγινε το κακό με τους κλέφτες, και οι Βενετσιάνοι δημιούργησαν ειδικό σώμα για να τους αντιμετωπίσουν. Οργάνωσαν τους λεγόμενους Μεϊντάνηδες που προέρχονταν από τους ίδιους τους Κλέφτες, ένα είδος αγροφυλακής με αστυνομικά καθήκοντα που ανέλαβαν να καθαρίσουν το Μοριά από τους κακοποιούς. Ακόμα και Ρουμελιώτες ληστές είχαν περάσει στην Πελοπόννησο εκείνο τον καιρό και κάνανε μεγάλες καταστροφές, ενώ στη θάλασσα ανθούσε η πειρατεία Μετά τους Βενετσιάνους, από το 1715 και εδώθε που ξαναπάρθηκε ο Μοριάς από τους Τούρκους, και μέχρι τα Ορλωφικά το 1769, δεν παρατηρείται αξιόλογη παρουσία κλεφτών. Ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης τότε γεννήθηκε, το 1770, και ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης είχε γεννηθεί μόλις δέκα χρόνια νωρίτερα. 
Οι ισχυρισμοί του Α . Φραντζή ότι από το 1740 αρχίζει να πληθαίνει η κλεφτουριά στο Μοριά, και μάλιστα ότι υποστηριζόταν από τους Κοτζαμπάσηδες, θεωρούνται ( Ρήγας Παλαμήδης, Finlay, Leak, Γιάννης Βλαχογιάννης κ.α.) αστήρικτοι. 
                 Η κλεφτουριά του Μοριά που πολλοί θέλουν να την ταυτίζουν με τους Κολοκοτρωναίους, αν δεν ισχυρίζονται σοβαρά κιόλας πως ήταν δημιούργημά τους, αρχίζει να δραστηριοποιείται μετά τα Ορλωφικά και μετά το χαλασμό των Αλβανών στην Τριπολιτσά (1779). Πολλοί από αυτούς ήσαν θύματα της λυσσαλέας και εγκληματικής συμπεριφοράς των Αλβανών που τους είχαν φέρει οι Τούρκοι με τα Ορλωφικά, και είχαν πάρει τα βουνά είτε γιατί δεν τους είχε μείνει στον ήλιο μοίρα, είτε γιατί ήθελαν να πάρουν πίσω το αίμα τους, την τιμή και το βιός τους, να εκδικηθούν για τις προσβολές και τη διάλυση των οικογενειών τους και των τόσων άλλων καταστροφών (τουλάχιστον 20.000 Μοραΐτες είχαν πουλήσει στα σκλαβοπάζαρα) που είχαν υποστεί. 
            Κάποιοι υπολογίζουν πως οι κλέφτες του Μοριά εκείνη την περίοδο και μέχρι το χαλασμό τους το 1806 γίνανε χιλιάδες, στους 7.000 κατά το 1800 τους υπολογίζει ο Αθ. Γρηγοριάδης, στους 5.000 τους υπολογίζει ο Α. Φραντζής, στους 300 έως 500 ο Ρήγας Παλαμήδης, ενώ ο Θ. Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του λέει ότι 150 είχαν μείνει κατά το τέλος του 1805. Στους 150 τους υπολογίζουν και οι ξένοι περιηγητές που βρεθήκανε στο Μοριά εκείνη την εποχή. Αντίθετα από την ωραιοποιημένη εικόνα που μας δίνουν όσοι τους λιβανίζουν, οι κλέφτες και θεόφτωχοι ήσαν, και ούτε ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφαν για αυτούς οι ραγιάδες. Πως θα μπορούσε άλλωστε να τους εκτιμά ο κοσμάκης, αφού σε βάρος του ζούσαν, ληστεύοντας και κλέβοντας το βιός του; «… εστείλαμεν εις τα Βέρβενα να μας στείλει ψωμί και ζωοτροφίας, και αυτοί μας αποκρίθησαν: Έχομε βόλια και μπαρούτι ( που σημαίνει ότι είχαν οπλισθεί για να τους αντιμετωπίσουν, σημ δική μου), και επήγαμε και τους εχαλάσαμε», λέει ο Κολοκοτρώνης στην διήγησή του. Έτσι στην ψύχρα, σκοτώσανε, ληστέψανε και εξανδραποδίσανε ένα κεφαλοχώρι λες και τους χρωστούσαν. Και μετά λέμε ότι ο κοσμάκης τους λάτρευε. 
           Πολύ λίγα σημάδια Μοραΐτικης κλεφτουριάς φαίνονται από το 1780 (τότε με την εκκαθάριση του Παναγιώταρου και του πατέρα τού Θοδωράκη, του Κ. Κολοκοτρώνη), μέχρι το 1801. 
                             Ο Τάκης Σταματόπουλος στο Ο ΚΑΤΑΚΑΗΜΕΝΟΣ ΜΟΡΙΑΣ γράφει ότι εκείνα τα χρόνια 1781 – 1801, και λόγω της λαίλαπας και των καταστροφών που είχαν προκαλέσει οι Αλβανοί, αλλά και λόγω της πείνας, των βαρειών φόρων, της αναπαραδιάς και τόσων άλλων ακόμα, αναγκάστηκαν πολλοί να βγούνε στα βουνά που γεμίσανε από κλέφτες, Θεωρεί ότι εκείνη η εικοσαετία ήταν η δεύτερη περίοδος της ακμής της κλεφτουριάς στην Πελοπόννησο. Με τους Κολοκοτρωναίους, τους Πετιμεζαίους, τον Αναγνωσταρά, το Γιαννια, το Μαντα, το Μαντζάρη, το Γιώργα (από τον Αετό), το Ντάρα, τους Μέλιους, το Σταματέλο Τουρκολέκα (πατέρα του Νικηταρά), τον Κόλια Πλαπούτα, τον Κεφάλα, το Θ. Καράμπελα, τον περίφημο πρωτοκλέφτη Ζαχαριά, κ.ά, που εύρισκαν καταφύγιο στους Μανιάτες.

Ο Κόλιας Πλαπούτας στο σπίτι του
στο Παλούμπα Αρκαδίας.
 Ισχυρό κίνημα κλεφτών υπήρξε και στη Βόρεια Ελλάδα, η Οθωμανική Εξουσία όμως, αλλά και η τοπική των Οθωμανών και των Χριστιανών προυχόντων και κοτζαμπάσηδων, δημιούργησε εκεί τους Αρματολούς, σώματα ενόπλων χριστιανών στην υπηρεσία των Οθωμανών, κάτι σαν μισθοφόρους χωροφύλακες - πολιτοφύλακες που πολλές φορές προέρχονταν από τους ίδιους τους κλέφτες.
         Στη βόρεια Ελλάδα είχαν δημιουργηθεί 17 Αρματολίκια. Ζούσαν στρατιωτική σχεδόν ζωή σε στρατόπεδα με ιεραρχία, αξιωματικούς κλπ, και διορίζονταν από τον πασά, αφού πρώτα προσκυνήσουν. 
Οι Αρματολοί ήσαν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας, καπετάνιοι των βουνών, Ήσαν οι αρχιαστυνόμοι – φοροεισπράκτορες του σουλτάνου, και γι αυτό είχαν το ελεύθερο αυτοί και τα παλικάρια τους να οπλοφορούν 
Αρματολίκι ονομαζόταν η περιοχή που οριζόταν και εκτεινόταν η δικαιοδοσία τους, και δουλειά τους ήταν η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας, η καταπολέμηση της ληστείας, η προστασία της περιοχής – επαρχίας τους, και φυσικά η συλλογή των φόρων. Απαλλάσσονταν από τους φόρους και πολλές φορές τα βρίσκανε και τα κάνανε πλακάκια με τους κλέφτες. 
                Τους μισθοδοτούσαν και τους συντηρούσαν οι προύχοντες της κάθε επαρχίας – οι λουφέδες (μισθοί) τους βέβαια και τα έξοδα, στο λαό χρεώνονται – για να φυλάνε τα αγαθά τους και να τους προστατεύουν από τις επιβουλές των εχθρών και των ανταγωνιστών τους, αλλά και να τους χρησιμοποιούν οι ίδιοι κατά των αντιπάλων τους. Ο θεσμός του Αρματολικιού ήταν ένα διοικητικό μέτρο, νόμος, θεσμός, μεταφοράς της κεντρικής εξουσίας σε τοπικό επίπεδο. « … οι προύχοντες διατηρούσαν λίγους αρματωμένους φύλακες πρώτα για να επιβάλλουν το αξίωμά τους και να συνάζουν τους φόρους, και ύστερα να φυλάνε τα χτήματά τους» μας πληροφορεί ο Φίνλεϊ στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως.
 
Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Ενδεικτικά, κάποιοι από τους γνωστούς αρματολούς: Βαρνακιώτης, Ίσκος, Γώγος Μπακόλας, Βαλτινός, Ράγκος, Καραϊσκάκης, Στορνάρης, Ανδρούτσος κ.ά. 
Μετά τα 1800 τα πράγματα δυσκολεύουν για τους Κλέφτες, στα 1802 μάλιστα η Οθωμανική Εξουσία διατάσσει γενικό αφοπλισμό του Μοριά. Η καταδρομή αρχίζει στα 1804, πολλοί σκοτώνονται, άλλοι καταφέρνουν να φύγουν στα Φτάνησα (έτσι αποκαλούσαν τότε τα Εφτάνησα) που ισχύει ένα σχετικά ελεύθερο πολίτευμα με τους Γάλλους ( και τους Άγγλους σε επόμενη φάση) υπό την προστασία και των Ρώσων, και για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, κατατάσσονται μισθοφόροι στους Γάλλους, τους Ρώσους και τους Άγγλους. Ο πόλεμος με τον Ναπολέοντα, βλέπετε, χρειαζόταν κρέας για τα κανόνια.. Οι Ρώσοι ειδικά στρατολογούσαν Ρουμελιώτες, Σουλιώτες κλπ και τους έστελναν στην κάτω Ιταλία να πολεμήσουν κατά του Ναπολέοντα, οι Γάλλοι στρατολογούσαν για τον Ναπολέοντα. 
         Οι 150 περίπου που μένουν ακόμα στο Μοριά εξοντώνονται συστηματικά σε διάστημα ενός μηνός μεταξύ Γενάρη και Φλεβάρη του 1806. 
Τους κυνηγάνε ακόμα και οι πέτρες. Τους κυνηγάει όχι μόνο η Οθωμανική Εξουσία αλλά και η ντόπια, οι προύχοντες του Μοριά και το Πατριαρχείο με το παπαδαριό. Κι επί πλέον έχει ξεσηκωθεί και η φτωχολογιά και συντάσσεται με τους διώκτες τους. «Όλος ο Μοριάς σηκώθηκε να κατατρέξει την Κλεφτουριά» μας πληροφορεί και ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης.
 Ο λαός τους μισεί γιατί περισσότερο τυραννούσαν το ανυπεράσπιστο χριστιανικό στοιχείο. Όχι μόνο δεν τους δίνει ένα κομμάτι ψωμί, αλλά τους σκοτώνει όπου τους βρει. Η θλιβερή καταστροφή τους που συντελέστηκε μέσα σε ένα μήνα, το ντροπιαστικό τέλος μιας ομάδας πρωτοκλεφτών, όπως ο Γιάννης ο Ζορμπάς και ο Γιώργας από τον Αετό στον ληνό της Μονής της Αιμυαλούς που τους σφάξανε σαν αρνιά οι χωριάτες, δείχνει ότι και απόλεμοι ήσαν, και οι ύμνοι και οι λιβανωτοί για καραούλια και κλέφτικα λημέρια φθηνά παραμύθια ήσαν. 
         Ετούτη όμως η γενιά των Κλεφτών και όσοι κατέφυγαν στα Εφτάνησα που ήταν κέντρο διερχομένων και σταυροδρόμι διακίνησης ιδεών, θεωρήθηκαν από πολλούς ότι μπόλιασαν την προεπαναστατική Κλεφτουριά του Μοριά με πατριωτικά αισθήματα, και συνέβαλαν στη διαμόρφωση νέας προσωπικότητας με εθνική συνείδηση. Οι χιλιάδες που καταταχτήκανε μισθοφόροι σε ξένους στρατούς και εκπαιδευτήκανε στην τέχνη του πολέμου όπου πολλοί αναδειχτήκανε σε αξιωματικούς, ήσαν οι έμπειροι πολεμιστές που επάνδρωσαν αργότερα και στελέχωσαν τις επαναστατικές δυνάμεις και τα στρατιωτικά σώματα, αυτοί που αποτελέσανε τη μαγιά της ένοπλης δύναμης του Ιερού Αγώνα. Λαμπρό παράδειγμα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που αναδείχτηκε σε ιδιοφυία του ανορθόδοξου πολέμου και Αρχηγός του στρατεύματος του Μοριά. Είχε καταταγεί με το βαθμό του λοχαγού στους Άγγλους στα Εφτάνησα και αργότερα προήχθη σε ταγματάρχη. 
                
Νικηταράς.
Όπως πολύ εύστοχα, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, στο βιβλίο του «Αρματωλοί και Κλέφτες» παρατηρεί: «Οι τελευταίοι ούτοι κλέφτες της Ρούμελης, όπως και οι περισωθέντες κλέφτες του Μοριά και οι κουρσάροι των νήσων, τα πρωτοπαλίκαρα και αυτά τα μικρά κλεφτόπουλα και ναυτόπουλα ακόμη, γίνονται τώρα οι Στρατηγοί και οι οπλαρχηγοί, γίνονται οι ναυμάχοι και οι πυρποληταί του Αγώνος. Η αντίδρασις γίνεται τώρα δράσις και οι αλυσίδες των σκλάβων αρχίζουν να σπάζουν μία, μία…» 
       Το ότι αρκετοί από αυτούς που ανέβηκαν στις ανώτερες βαθμίδες της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής ιεραρχίας της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, για προφανείς λόγους (υστεροφημίας κυρίως) προσπάθησαν με τα απομνημονεύματά τους και τις μαρτυρίες τους να συσκοτίσουν το ταπεινό ξεκίνημά τους, και να εξωραΐσουν ως πατριωτική και παλικαρίσια την προεπαναστατική δράση των κλεφτών και αρματολών, φυσικό και ανθρώπινο είναι.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι.

 


Παπαφλέσσας.

Άνοιξη του 1825, και η ελληνική επανάσταση βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω κυρίως του εμφύλιου σπαραγμού που κατάτρεχε τη χώρα.«Τα πάντα είχαν παραλύσει» γράφει ο Γιάνης Κορδάτος στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ «Στρατός υπολογίσιμος δεν υπήρχε και τα μίση και τα πάθη είχαν δημιουργήσει αγεφύρωτο χάσμα. Από τη μια μεριά οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί χωρίζονταν σε κυβερνητικούς και αντικυβερνητικούς και από την άλλη η Ελλάδα χωριζόταν σε Ρουμελιώτες και Μοραΐτες που αλληλομισούντανε».Η κυβέρνηση Κουντουριώτη με τη βοήθεια  του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και την καθοδήγηση του Κωλέττη είχε εξαπολύσει ρουμελιώτικα στρατεύματα στην Πελοπόννησο με την εντολή να καταπνίξουν κάθε αντίθετη φωνή και μην αφήσουν τίποτα όρθιο, ενώ  μια βδομάδα προτού μπει  ο Μπραήμης στο Μωρηά, φυλάκιζε τους πολιτικούς της αντιπάλους,  Κολοκοτρώνη, Δεληγιανναίους, Νοταράδες, Μητροπέτροβα και άλλους, στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα.

Ο Σουλτάνος που έβλεπε ότι δυσκολευόταν να ξεμπλέξει με την ελληνική επανάσταση, ενώ υποπτευόταν κα στροφή της αγγλικής και της ρώσικης διπλωματίας, ζήτησε βοήθεια από τον ηγεμόνα του μισοανεξάρτητου κράτους της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή που διέθετε πολύ καλό στρατό και ναυτικό. Έχοντας πολλές φιλοδοξίες ο Αλής ανταποκρίθηκε πρόθυμα στο αίτημα του Σουλτάνου γιατί πίστευε ότι καταπνίγοντας την ελληνική επανάσταση θα γινόταν κύριος του Αιγαίου, και θα μπορούσε έτσι όχι μόνο να ανακηρύξει την Αίγυπτο ανεξάρτητο κράτος, αλλά και να γίνει Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανέθεσε λοιπόν την εκστρατεία στο γιο του Ιμπραήμ που κατέπλευσε στο Αιγαίο με 24 τάγματα πεζικού, 10 πυροβολαρχίες και 15 ίλες ιππικού όπως μας πληροφορεί ο Κορδάτος. Και στο αιγυπτιακό ναυτικό αλλά και στο στρατό υπηρετούσαν πλήθος ευρωπαίοι, Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί αξιωματικοί φυγάδες από τις χώρες τους  για πολιτικούς λόγους, πολλοί από τους οποίους είχαν έλθει στην Ελλάδα που όμως δεν μπόρεσε να τους κρατήσει. Σαν ένα πρώτο αντάλλαγμα της βοήθειας του Μεχμέτ Αλή ο Σουλτάνος του παραχώρησε την Κρήτη και την Κύπρο, και τον έκανε Πασά του Μοριά.

Άνοιξη του 1824 έβαλε πλώρη για το Αιγαίο ο Μπραήμης, και σε δυο μήνες κατέλαβε την Κρήτη. Ακολούθησε η καταστροφή της Κάσου και στη συνέχεια των Ψαρών. Είκοσι χιλιάδες Χιώτες πρόσφυγες είχαν μαζευτεί στα Ψαρά και 1500 Μακεδόνες πολεμιστές. Σφάχτηκαν οι 15.000  και οι περισσότεροι από τους 7.000 κατοίκους του νησιού, όλοι σχεδόν οι άνδρες και τα περισσότερα γυναικόπαιδα. Οι υπόλοιποι είτε αιχμαλωτίστηκαν, είτε ρίχτηκαν στη θάλασσα για να γλιτώσουν. Πάνω στο νησί δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα.  Στις 20 Αυγούστου ο Αιγυπτιακός στόλος ενώθηκε με τον τουρκικό στα βορεινά της Αλικαρνασσού σε μια τεράστια αρμάδα, μια βδομάδα αργότερα όμως ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη τους χτύπησε στον κόλπο του Γέροντα βάζοντας μπουρλότο και σε μια Αιγυπτιακή φρεγάτα, προκαλώντας τους τον πανικό. Αργότερα ο Μιαούλης χτύπησε και τον Αιγυπτιακό στόλο και στο Ηράκλειο της Κρήτης και τον νίκησε. Χειμώνιασε όμως και ο ελληνικός στόλος αποσύρθηκε στις βάσεις του.

Ενώ η κυβέρνηση Κουντουριώτη με τον Μαυροκορδάτο και τις οδηγίες του Κωλέττη κατασπαταλά τα λεφτά του δανείου για να ισοπεδώσει την Πελοπόννησο και τους πολιτικούς της αντιπάλους χρησιμοποιώντας ως αιχμή δόρατος τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα, ο Ιμπραήμ πασάς εισπλέει ανενόχλητος με 50 πλοία στη Μεθώνη το πρώτο δεκαήμερο του Φλεβάρη του 1825 και αποβιβάζει 4.000 στρατό, 600 ιππείς και σώμα ατάκτων, ενώ ύστερα από ένα μήνα με μια δεύτερη απόβαση φέρνει ακόμα 7.000 άνδρες και 400 ιππείς, εφόδια κλπ, και αργότερα και Τρίτη μέσα στον Απρίλιο. Αμέσως τράβηξε για τη Μεσσηνία και κατέλαβε τα αδύνατα κάστρα της Κορώνης, του Ναβαρίνου και της Πύλου.Προχωρεί ακάθεκτος, να κυριεύσει τα κάστρα της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου που από τον καιρό των Βενετσιάνων προστάτευαν το Μοριά, για να μπορέσει ανενόχλητος να προχωρήσει το κέντρο.

Ιμπραήμ πασάς

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για την επανάσταση καθώς το ηθικό των Ελλήνων ήταν διαβρωμένο από τα πάθη και τα μίση του Εμφυλίου. Οι Πελοποννήσιοι δεν αισθάνονταν καμία εμπιστοσύνη να πολεμήσουν δίπλα στα Ρουμελιώτικα στρατεύματα που είχαν προξενήσει κάθε είδους καταστροφή στο Μοριά και κάθε είδους προσβολή βιάζοντας γυναίκες και άνδρες, ακόμα και δεκάχρονα παιδιά αγόρια και κορίτσια.. Την κατάσταση χειροτέρευε και η στάση της κυβέρνησης με τις αστοχίες της. Επέμενε να κρατεί φυλακισμένους τους πολιτικούς της αντιπάλους και να επιτηρεί και πολλούς από τους φίλους τους, παρόλο που στο Ναύπλιο είχαν αρχίσει διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες για την απελευθέρωσή τους για να ριχτούν στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ. Παράλληλα ανάθεσε την Αρχιστρατηγία  στον Υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη – στρατηγό του γλυκού νερού τον χαρακτηρίζει ο Γιάνης Κορδάτος στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – άξιο ναυτικό, αλλά άσχετο με τις επιχειρήσεις ξηράς, και παντελώς άγνωστον στους οπλαρχηγούς και καπεταναίους, στους οποίους ο διορισμός του προκάλεσε δυσαρέσκεια γιατί πολλοί θεώρησαν ότι η κυβέρνηση τους υποτιμούσε και τους πρόσβαλλε.

               Κάποια στιγμή το Εκτελεστικό (η Κυβέρνηση) αποφάσισε να αντιδράσει και οργάνωσε εκστρατεία κατά του Μπραήμη με επικεφαλής τον πρόεδρο Γεώργιο Κουντουργιώτη, τον γραμματέα του Αλ Μαυροκορδάτο, και τον υπουργό του πολέμου Αναγνωσταρά Παπαγεωργίου. Πραγματικός ιθύνον νους όμως του Εκτελεστικού τότε ήταν ο τετραπέρατος Μαυροκορδάτος,  « όστις πράγματι εδιοίκει τα πράγματα, ενώ ο Κουντουργιώτης είχε μόνον το όνομα» μας πληροφορεί ο Φωτάκος στα ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.

Φαιδρό και γελοίο άτομο αποκαλούσαν πολλοί τον Κουντουριώτη όπως μας πληροφορεί και ο Ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος στο έργο του ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, που άσχετος με ιππασία ξεκίνησε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ καβάλα σε ένα χρυσοστόλιστο άτι που  μόνο ένας πολύ  καλός ιππέας μπορούσε να το κουμαντάρει. Τον κρατούσαν δυο Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι, ένας από τη μια  και ένας από την άλλη μεριά του αλόγου για να μην πέφτει. Στις 16 Μαρτίου ξεκίνησε ο Κουντουριώτης «μετά πολλής πομπής, υπό τιμητικούς κανονιοβολισμούς και εν μέσω δημοσίων εκδηλώσεων νίκης ….. έφερε μαζί του χρήματα δια τας δαπάνας της εκστρατείας και διπλώματα δι εκείνους που θα έπρεπε να ανταμειφθούν με στρατιωτικούς βαθμούς δια τα κατορθώματά των». Για να φτάσει με αυτό το άλογο, με την πομπή του από υπηρέτες, σωματοφύλακες και παρατρεχάμενους, από το Ναύπλιο στην Τριπολιτσά χρειάστηκαν τρεις ημέρες. Το στρατηγείο του το εγκατέστησε στη Σκάλα Μεσσηνίας κάπου δέκα ώρες μακριά από το ελληνικό στρατόπεδο, και από εκεί θα καθοδηγούσε την επιχείρηση κατά των «στραβαραπάδων» του Ιμπραήμ Πασά..

Στις 7 Απριλίου του 1825 γίνεται η περίφημη μάχη στο Κρεμμύδι – μεταξύ Μεθώνης και Πύλου – όπου τα ελληνικά στρατεύματα 8.000 στρατός κατά τον Φωτάκο (και με πληγωμένη τη μαχητικότητα και το ηθικό των Πελοποννησίων από τη συμπεριφορά των Ρουμελιωτών) ηττώνται κατά κράτος  από τους «στραβαραπάδες». Ακολουθεί η Σφακτηρία, και το Ναβαρίνο.  Ο Μπραήμης σαρώνει παντού τις αντιστάσεις των Ελλήνων, ο στρατός του είναι πολύς, διπλάσιος μπροστά στα  μαζώματα από άτακτους που τον αντιμάχονται, είναι καλά εκπαιδευμένος, και το Επιτελείο του απαρτίζεται από Ευρωπαίους αξιωματικούς που πάντα είναι καλά πληροφορημένοι για τους στόχους που προσβάλλουν.

Το μνημείο στο Κρεμμύδι.

Μετά από τη μάχη στο Κρεμμύδι και αφού οι Έλληνες το βάλανε στα πόδια προς την Τριπολιτσά, οι αραπάδες τους στρώσανε στο κυνήγι και πιάσανε πολλούς, αλλά  και πολλούς εσκότωσαν. Σε εκείνη τη μάχη πρωτοφάνηκε και ένας νεωτερισμός των αραπάδων. Αντί να κόβουν κεφάλια όπως κάνανε οι Τούρκοι, κόβανε αυτιά που τα στέλνανε στον πασά και παίρνανε μπαξίσι. «…. Όσον δε περισσότερα αυτιά ‘εφερεν έκαστος, τόσον περισσότερα δώρα ελάμβανεν. Ένεκα δε τούτου καμμίαν φοράν έκοβαν και των φονευμένων συντρόφων των τα αυτιά, και των ζωντανών ακόμη Ελλήνων τους οποίους αιχμαλώτιζαν. Άλλοτε πάλιν έξέχωναν και τους πεθαμένους όταν έβλεπαν το μνήμα των νωπόν, και έπαιρναν τα αυτιά των, χάριν των δώρων» μας πληροφορεί ο Φωτάκος.

                                        Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έδειχνε ένα πολύ ήπιο χαρακτήρα στους αιχμαλώτους που .έπεφταν στα χέρια του. Τους καλούσε να δηλώσουν πίστη σε εκείνον και να τους αφήσει ελεύθερους, ή να καταταγούν στο στρατό του και να παίρνουν μισθό. Πάνω από 2.000 - Έλληνες επροσκύνησαν στη Σφακτηρία -  Παλιόκαστρο και παραδόθηκαν με τα όπλα και τους οπλαρχηγούς τους και τους άφησε ελεύθερους. Έτσι κάπως άρχισε το Προσκύνημα του Μοριά στο Μπραήμη.Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στη ΔΙΗΓΗΣΗ λέει ότι «Ο Ιμπραΐμης εφέρθηκε μέ γλυκό τρόπο εις αυτήν τήν περίστασιν διά νά τραβήξη τούς Έλληνας διά νά προσκυνήσουν». Αρχίζουν παράλληλα να διαδίδονται φήμες ότι οι Αραπάδες είναι μυριάδες και ανίκητοι, ότι ο Ιμπραήμ πασάς είναι ένας άλλος Βοναπάρτε, ή ένας καινούργιος Πύρρος της Ηπείρου, και άλλα τέτοια., και επί πλέον, διαπιστώνοντας οι Ρουμελιώτες ότι νικώνται από τον άριστα οργανωμένο και μαχητικότατο στρατό του Μπραήμη, αποφάσισαν να ζητήσουν τους μισθούς τους και να εγκαταλείψουν το Μοριά. Η κατάσταση δεν εξελίσσεται καθόλου καλά για τον Ελλαδικό χώρο που φαίνεται πως η επανάσταση ψυχορραγεί. Ο αρχηγός της αποτυχημένης εκστρατείας κατά του Ιμπραήμ την εγκαταλείπει, πηγαίνει στην Καλαμάτα, και από εκεί φεύγει στην Ϋδρα. Δικαιολογήθηκε ότι αρρώστησε. Άμαθος από την ιππασία είχαν πληγώσει τα κωλ@@@@ια του. Πολλοί τον πήραν στο «ψιλό» λέει ο Κασομούλης, και λέγανε ειρωνικά στα αρβανίτικα: «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρι» (= πήγε με άλογο, και γύρισε με γαϊδούρι).

Μέσα σε αυτή την ηττοπάθεια, στις σαρωτικές ήττες που είχαν υποστεί οι Έλληνες από τον Μπραήμη, στις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι οι Αραπάδες ήσαν μυριάδες και αήττητοι, στο ότι πάνω από 2.000 με τα όπλα τους και τους οπλαρχηγούς τους είχαν υπογράψει υποταγή και είχαν προσκυνήσει, στη διαίρεση του λαού της Πελοποννήσου λόγω του εμφυλίου πολέμου, στο ότι πολιτικοί αντίπαλοι όπως ο Κολοκοτρώνης κρατούνταν στις φυλακές και  κάποιοι άλλοι όπως οι Αντρέηδες, ο Ανδρέας Λόντος και ο Ανδρέας Ζαΐμης κρύβονταν στα βουνά των Καλαβρύτων, στο ότι τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα που είχαν ρημάξει το Μοριά αρνούνταν να πολεμήσουν και έφευγαν για τον τόπο τους, ο Παπαφλέσσας με κάποιους δικούς του αντιστεκόταν.

Αντίπαλος του Κολοκοτρώνη, φανατικός φίλος του Κουντουριώτη, συνεργάτης  του Κωλέττη αλλά και αντίπαλος πολλές φορές στις δολοπλοκίες του, προσπαθούσε για άλλη μια φορά να ξεσηκώσει το Μοριά, και πρότεινε στην κυβέρνηση στην οποία κι εκείνος ήταν μέλος – Μινίστρος των Εσωτερικών και της Αστυνομίας – την αποφυλάκιση  των πολιτικών της αντιπάλων για να ριχτούν όλοι στον κοινό Αγώνα. Και αφού οι Κουντουριώτης, Μαυροκορδάτος και Κωλέττης δεν συμφωνούσαν, ο Παπαφλέσσας – Γρηγόριος Δικαίος γεννημένος το 1786 ή 1788 στην Πολιανή Μεσσηνίας – αποφάσισε να κινηθεί μόνος του για να σώσει τον τόπο, υποσχόμενος ότι αν του ανέθεταν την γενική αρχηγία της επιχείρησης κατά των Αιγυπτίων θα τους σταματούσε και θα ανέτρεπε την καταστροφική τους πορεία στο Μοριά.

Θοδωράκης Κολοκοτρώνης

Είχε υποστηριχτές ο Παπαφλέσσας τότε, ήταν που και το κόμμα του Κουντουριώτη είχε αδυνατίσει από το στραπάτσο που έπαθε με την αποτυχία της εκστρατείας κατά του Ιμπραήμ, αποφάσισαν το Εκτελεστικό και η Βουλή να του χορηγήσουν τα μέσα να μισθώσει στρατεύματα και τον όρισαν γενικό αρχηγό της καινούργιας εκστρατείας.  Υπολόγιζε να συγκεντρώσει ένα ισχυρό σώμα και να αντιπαρατεθεί στον Ιμπραήμ ελπίζοντας σε μια – δύο νίκες που θα του έδιναν τη δύναμη και το απαιτούμενο κύρος να επιστρέψει νικητής στο Ναύπλιο και να ανατρέψει την κυβέρνηση Κουντουριώτη. Θα αμνήστευε τους φυλακισμένους στην Ύδρα  και θα σχημάτιζε κυβέρνηση Κοινής  Σωτηρίας μαζί και με τους μέχρι τότε πολιτικούς αντιπάλους, Κολοκοτρώνη και τους άλλους, οι οποίοι εκ των πραγμάτων θα θεωρούνταν πλέον σύμμαχοι και συνοδοιπόροι. Υπολόγιζε πως αν του έρχονταν ευνοϊκά τα πράγματα θα γινόταν ο ισχυρότερος άνδρας της Ελλάδας. Οι πιθανότητες όμως να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον σύγχρονο και πολυπληθέστερο στρατό του Ιμπραήμ ήσαν μηδαμινές. Από το Ναύπλιο τράβηξε για την Τριπολιτσά για να αρχίσει τη συγκέντρωση στρατευμάτων, κάνοντας γνωστό ότι οι στρατιώτες που θα τον ακολουθούσαν θα μισθοδοτούνταν με 70 γρόσια το μήνα.

                               Από την Τριπολιτσά τράβηξε για τη Μεσσηνία μαζεύοντας μπουλούκια στην πορεία του. Έτρεφε ελπίδες ότι μπορούσε να περιορίσει τον Ιμπραήμ στο Ναβαρίνο. Έπαιρνε μηνύματα και υποσχέσεις από οπλαρχηγούς ότι θα σπεύσουν να ενωθούν μαζί του. Ο Δ. Πλαπούτας του έστειλε επιστολή ότι ξεκινάει από τον Αετό με 1600, άλλοι Αρκαδιανοί οπλαρχηγοί τον ειδοποίησαν ότι θα έρθουν με 2.000 κλπ. Σύμφωνα με τα μηνύματα που έπαιρνε θα σπεύδανε εκεί πάνω από 10.000.

           Από τα βάθη των αιώνων οι Έλληνες δίνανε σημασία στους οιωνούς, στα σημάδια δηλαδή που (πίστευαν ότι τα) στέλναν οι θεοί και είχαν σχέσεις με τις αποφάσεις, τις θελήσεις, τη ζωή, τα εγχειρήματά τους, όπως π.χ ένας πόλεμος κλπ. Οι νεότεροι Έλληνες ακόμα δίνουν σημασία στους οιωνούς, που πέρα από τα όνειρα τους «βλέπουν» σε διάφορα σημάδια και μικρολεπτομέρειες τις καθημερινότητας. Στη σπάλα των σφαχτών (= το κόκκαλο της ωμοπλάτης)  συνήθιζε να διαβάζει τους οιωνούς ο Παπαφλέσσας, αλλά τα μηνύματα  που έβλεπε δεν ήσαν καθόλου ευνοϊκά για το εγχείρημά του. Ούτε και στα όνειρά του

                                 Στη Μεσσηνία, και καθώς περνούσαν οι ημέρες διαπίστωσε ότι από τις 10.000 στρατό που περίμενε να συγκεντρώσει, θα ήταν ευχαριστημένος αν μάζευε δυο με τρεις χιλιάδες. Έγραψε στην κυβέρνηση τα δυσάρεστα νέα, και για τελευταία φορά τους συνέστησε να αμνηστεύσουν τον Κολοκοτρώνη και να του αναθέσουν την αρχιστρατηγία. Στη Δραήνα που βρισκόταν και καθώς ήρθε η είδηση ότι ο Μπραήμης ετοιμάζεται να προελάσει, ρώτησε τον κόσμο να του πουν ποιο είναι το υψηλότερο σημείο από το οποίο θα μπορούσε να κατοπτεύει μέχρι το Ναβαρίνο, και του υπέδειξαν το χωριό Πεδεμένο και το Μανιάκι. Καταλάβαινε ότι με 2.000 περίπου άνδρες που είχε γύρω του, αλλά και με τρεις τέσσερεις χιλιάδες ακόμα που ώρα την ώρα περίμενε να καταφθάσουν με τον Πλαπούτα και τους Αρκαδιανούς, δύσκολα θα στεκόταν μπροστά στον τακτικό στρατό, το ιππικό και το πυροβολικό του Ιμπραήμ. Ήταν όμως αποφασισμένος να μείνει, δεν θα γύριζε στο Ναύπλιο με την ουρά στα σκέλια όπως ο Κουντουριώτης..

Παλαμήδι.

Απογοητευμένος καθώς ήταν ο Παπαφλέσσας από την απροθυμία των οπλαρχηγών να σπεύσουν, βλέποντας ότι η ώρα της μάχης πλησιάζει χωρίς να έχει συγκεντρώσει ικανή δύναμη να αντιμετωπίσει τα στίφη των Αιγυπτίων, πήρε και μια επιστολή από τον αδελφό του Νικήτα που του έγραφε πως δεν έκαμε καλά που πέρασε τα Κοντοβούνια και δεν έμεινε να συγκεντρώσει δυνάμεις στα βουνά της επαρχίας της Καλαμάτας για να προλάβει να του έλθουν και οι ενισχύσεις. Αλλά τώρα, δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να κρίνει αν οι παρατηρήσεις του αδελφού του ήσαν σωστές, και του απάντησε: «Νικήτα, Έλαβα τήν επιστολήν σου καί εις απάντησιν σού λέγω ότι δεν είμαι σάν καί σέ καί σάν τόν κουμπάρο σου τόν Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σέ ράχη στούς Αηλιάδες ( σημ δική μου: εννοεί τα εξωκλήσια του Αηλιά στις βουνοκορφές). Εγώ άπαξ ωρκίσθην νά χύσω τό αίμα μου εις τήν ανάγκην τής πατρίδος, καί αυτή είναι η ώρα. Εύχομαι δέ εις τόν θεόν πρώτη μπάλα τού Ιμβραήμ νά μέ πάρη εις τό κεφάλι, διότι σάς γράφω νά ταχύνετε τόν ερχομόν σας καί σείς μού γράφετε κουραφέξαλα. Νικήτα, πρώτη καί τελευταία επιστολή μου είναι αυτή. Βάστα την νά τήν διαβάζης καμμιά φορά νά μέ θυμάσαι καί νά κλαίς»

Αποφασισμένος να τιμήσει τον όρκο που είχε δώσει στο Εκτελεστικό και στο Βουλευτικό ,  οχυρώθηκε με 2.000 περίπου άνδρες στο Μανιάκι ανατολικά των Γαργαλιάνων στο βουνό Μάλια της Μεσηνίας, με σκοπό να κρατήσει το πέρασμα και να μην αφήσει τον Ιμπραήμ να προχωρήσει. Την ημέρα που πιάσανε τις θέσεις τους στο Μανιάκι, ξεκίνησαν από το πρωί να φτιάξουν τρία μεγάλα πρόχειρα ταμπούρια από ξερολιθιά, ύστερα από δυο περίπου ώρες φάνηκαν σε απόσταση μιας δυο ωρών οι δυνάμεις του Ιμπραήμ  να απλώνονται για να εγκλωβίσουν τις θέσεις των Ελλήνων. Στη θέα των εχθρικών δυνάμεων άρχισε η μουρμούρα στο ελληνικό στρατόπεδο, ότι είναι πολύ λίγοι, ότι μείνανε μόνοι τους κλπ, και άρχισαν αμέσως οι διαρροές. Μέσα σε λίγη ώρα κατά τον Φωτάκο,  χίλιοι περίπου άνδρες είχαν εγκαταλείψει το στρατόπεδο..

Ο νεκρός όρθιος.

Ο Παπαφλέσσας προσπάθησε να εμψυχώσει όσους μένανε, επιμένοντας ότι όπου να ΄ναι καταφθάνουν ο Πλαπούτας, οι Αρκαδιανοί, οι Μανιάτες και άλλοι  και θα μαζευτούν πάνω από 15.000, τους μίλησε για ένδοξες μάχες που είχαν δώσει οι Έλληνες, στο Βαλτέτσι, στην Τριπολιτσά και αλλού κατανικώντας χιλιάδες Τούρκων κλπ. Καθώς τους περικύκλωναν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, υπήρχαν φωνές που πρότειναν να φύγουν όσο ήταν ακόμα καιρός, ο Φλέσσας όμως ούτε να ακούσει δεν ήθελε. Στις 20 του Μάη το πρωί άρχισε η μάχη με ακροβολισμούς, με τα τμήματα του Ιμπραήμ να προσβάλλουν τις θέσεις των Ελλήνων κατά στήλες χωρίς να υπολογίζουν τις απώλειες. Οι διαρροές από το ελληνικό στρατόπεδο συνεχίζονταν,  και κατά το μεσημέρι είχαν μείνει γύρω στους 300. Πολλούς από εκείνους που λιποτακτούσαν τους πετσόκοβαν τα τμήματα των Αιγυπτίων που είχαν κυκλώσει ασφυκτικά το Μανιάκι, κυρίως το ιππικό που είχε αναλάβει αυτή την αποστολή.

Πιστός στο λόγο και τον όρκο του ο Παπαφλέσσας έκανε το Μανιάκι καινούργιες Θερμοπύλες.Μετά το μεσημέρι ύστερα από δυο τρεις εφόδους δεν έμεινε ζωντανός κανένας από τους υπερασπιστές. Λίγο πριν τελειώσει η μάχη είχε καταφθάσει και ο Πλαπούτας με το σώμα του πίσω από το βουνό, αλλά δεν πλησίασε στο Μανιάκι. Έβαλε τους άνδρες του και ντουφέκισαν κάνα δυο φορές στον αέρα για εκφοβισμό, ο Ιμπραήμ όμως δεν έδωσε σημασία. Σε 600 υπολογίζουν τους νεκρούς των Αιγυπτίων και σε άλλους τόσους τους τραυματίες, για 1200 Τούρκους νεκρούς γράφει ο Φωτάκος.

                      Κατά τον Μέντελσων Μπαρτόλντυ, ο Ιμπραήμ διέταξε να βρουν το πτώμα του Παπαφλέσσα, κι όταν το βρήκαν ακέφαλο, τους έβαλε να ψάξουν και βρήκαν και το κεφάλι του, «οπότε  ο Ιμβραΐμ επέθηκεν αυτό επί του πτώματος και ανεστήλωσεν αυτόν επί ξύλου …. Εφαίνετο ζών έτι και όρθιος ιστάμενος. Ο πολέμιος στρατηλάτης θεωρήσας αυτόν ακίνητος και σιωπηλός είπεν εις τους αξιωματικούς του: «Αληθώς, ούτος  ήτο ικανός και γενναίος ανήρ, κάλλιον ήθελεν είναι αντί διπλής ζημίας να συνελαμβάναμεν αυτόν ζωντανόν….».Άλλοι αναφέρουν ότι ο Ιμπραήμ αφού έστησε όρθιο το πτώμα, το εφίλησε στο μέτωπο, κλπ.


Μανιάκι.

Παραθέτω εδώ και το γνωστό παραδοσιακό δημ τραγούδάκι το σχετικό με το Μανιάκι:Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη

τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

- Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,

μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

- Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,

και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.

τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.

Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:

- Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,

να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες

κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:

- Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη

- Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,

να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,

να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε

να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,

κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.

- Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.

Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.

Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

- Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

- Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω

κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι

Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του

- Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.

Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.

Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.