Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Ο Κολοκοτρωναίικος σουγιάς


Πιτσιρικάς ο Κολοκοτρώνης έζησε τη «φτώχεια των γονέων». Η χήρα μάνα του και εδώ στην Αρκαδία που ήρθε από τη Μάνη με τα παιδιά της ύφαινε επί πληρωμή για να εξασφαλίσει το ψωμί της οικογένειάς της, ή έκοβε ξύλα στο δάσος (με το τσεκούρι και το χειροπρίονο) που τα πήγαινε ο Μικρός στην Τριπολιτσά με το γαιδουράκι τους και τα πουλούσε.
Έτυχε κάποτε που είχε βρέξει πολύ, δεκατριών χρονών τότε ο Θοδωράκης, να πάει ένα φόρτωμα ξύλα στην Τριπολιτσά, και καθώς περνούσε μπροστά από μια παρέα νοικοκυραίων Τούρκων που ήσαν αραγμένοι σε μια στοά και απολάμβαναν τους (ν)αργιλέδες και το ραχάτι τους, να γλιστρήσουν οι οπλές του φορτωμένου ζώου πάνω στο καλντερίμι και να πεταχτούν κάποιες στάλες από τα λιμνάζοντα νερά πάνω σε έναν από τους Θαμώνες. Νευριασμένος ο Τούρκος άφησε το ναργιλέ του, σηκώθηκε και άστραψε μερικές σφαλιάρες στο παιδί, έτσι, για να… μάθει να φέρεται μπροστά στους Αφέντες. Ο Θοδωράκης συνέχισε το δρόμο του αμίλητος, αλλά εκείνες τις στιγμές αποφάσισε να εκδικηθεί τους Τούρκους. Με αυτές τις σκέψεις όταν μπόρεσε και πούλησε το φόρτωμα τα ξύλα, πήγε στο παζάρι και αγόρασε ένα φτηνοσουγιά, μια μικρή λάμα με ξύλινο χέρι πίσω που δεν μπορούσε ούτε ψωμί να κόψει κανείς. Και έμεινε στην παράδοση αυτό το είδος του σουγιά ως σουγιάς Κολοκοτρώνης, ή Κολοκοτρωναίικος σουγιάς. Ποιος μπορεί να ξέρει αν 38 χρόνια αργότερα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβρη του 1821 που οι Τούρκοι περνούσαν από το λεπίδι των επαναστατημένων Ελλήνων, τη στιγμή που ο Κεχαγιάς εκλιπαρούσε «Κολοκοτρώνη, κάμε ινσάφι στην Τουρκιά, κόψε(σφάξε) μα άφσε κιόλα», ποιος μπορεί να ξέρει αν ο Κολοκοτρώνης αρχηγός των επαναστατημένων Ελλήνων θυμόταν ΚΑΙ εκείνον τον όρκο που είχε κάνει όταν αγόρασε το σουγιά.

Οι προφητάδες


Γνωστή είναι η φιλία που συνέδεε πριν από την επανάσταση τον Κολοκοτρώνη με τους Τουρκαλβανούς Λαλαίους.
Κάποτε, στου Λάλα που ήσαν κλεισμένοι στον πύργο, ο Κολοκοτρώνης και ένας ανεψιός του Αλή Φαρμάκη, του λέει ο Τουρκαλαβανός:
-Κρίμας οπού δεν είσαι Τούρκος, μέγας αφέντης θα γινόσουν
-Αν γενώ Τούρκος, ρωτάει ο Κολοκοτρώνης, θα με σουνουτέψουν;
-Βέβαια΄
-Εμάς όταν μας βαφτίζουν μας κόβουν από τα μαλλιά της κεφαλής μας τρίχες και τις βάζουν εις το εικόνισμα του Χριστού. Αν γένω Τούρκος εις τον άλλον κόσμον θα με τραβούν ο Χριστός από τα μαλλιά και ο Μωάμεθ από την…( εδώ στη σημερινή εποχή δεν βάζουμε ούτε μπιπ!) και δεν θέλω να βάλω εις παρόμοιαν διαφορά δυο τέτοιους προφητάδες. 
Σημ. παρμένο από τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη γραμμένα Τερτσέτη.

Η μπέσα


Γνωστές οι καλές σχέσεις του Κολοκοτρώνη με τους Αλβανούς και η μπέσα του. Ας δούμε μια πτυχή αυτής της πλευράς από την άλωση της Τριπολιτσάς, όπως μας την δίνει ο Φωτάκος στα απομνημονεύματα που έγραψε για τον Κολοκοτρώνη:
«Αλβανοί υπέρ τους 300 εκλείσθησαν μέσα εις τα καταλύματα (κονάκια) του Σεραγιού και κατά το δείλι εζήτησαν τον Κολοκοτρώνην ως φίλον των και πιστόν δια να παραδοθούν. Ήλθεν ο Κολοκοτρώνης, αλλά διότι δεν τον εγνώριζαν, επειδή και δεν ήτο κανένας μπουλούμπασης Αλβανός από εκείνους, οι οποίοι τον εγνώριζαν, να τους βεβαιώση, δεν έδιδαν πίστιν. Ο Κολοκοτρώνης τους έλεγε: «μα τον Θεόν μα τα τέσσερα κιτάπια του Θεού, μα τον προφήτην Χασρέτ Ισά (Χριστόν) εγώ είμαι». Αλλά αυτοί πάλιν δεν τον επίστευαν. Τότε τους είπε και αυτός, επειδή δεν παρεδίδοντο, «να είναι το κρίμα εις τον λαιμόν τους και ότι εγώ δεν είμαι παραβάτης (της μπέσας)»
Έφυγεν έπειτα ο αρχηγός και οι στρατιώται αμέσως έβαλαν φωτιά εις τα κονάκια και τους έκαψαν όλους»

Αδελφέ Γύφτο!


Τον καιρό του ξεσηκωμού του γένους οι καπεταναίοι είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Αντρούτσο οι φίλοι του τον ελέγανε Γεροχουλιάρι (χουλιάρι = κουτάλι, αλλά και ανακατωσούρης) για τις πονηριές και τα τερτίπια του. Το Γκούρα τον ελέγανε γέροντα για τη φρονιμάδα του, και τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του τον λέγανε γύφτο. «Αδερφέ Γύφτο» έγραφε ο Αντρούτσος στον Κολοκοτρώνη σε ένα γράμμα του!

Οι καταραμένοι κλέφτες.


Γνωστός είναι ο αφορισμός της κλεφτουριάς από την Εκκλησία το 1804 ύστερα μάλιστα από διαμαρτυρίες που κάνανε οι προύχοντες και προεστοί του Μωρηά στον Πασσά, γνωστός ο διωγμός και οι θυσίες των Κολοκοτρωναίων ως απόρροια του αφορεσμού, ιδιαίτερα η προδοσία από τον καλόγερο του μοναστηριού των Αιμυαλών ανάμεσα Στεμνίτσα Δημητσάνα όπου στο πατητήρι που έμεινε γνωστό ως ο ληνός των Κολοκοτρωναίων από τότε, σκοτώσανε οι Τούρκοι τον αδελφό του Θ Κολοκοτρώνη τον Γιάννη τον επιλεγόμενο Ζορμπά και τον ξάδερφό τους τον Κουντάνη μαζί με άλλους το Φλεβάρη του 1806.
Αργότερα έτυχε στη Ζάκυνθο που είχαν καταφύγει, (υπό αγγλική κατοχή τότε η Ζάκυνθος) να διαβάζει ο Κολοκοτρώνης το Ευαγγέλιο στην αγγλική έκδοση, και σε κάποια στιγμή ο Δικαίος Φλέσσας που καθόταν δίπλα του τον σκουντάει και του λέει: 
_ Μην διαβάζεις , δεν πρέπει, έχει αφορισμόν ο Πατριάρχης. Εσύ που διαβάζεις είσαι καταραμένος, οργισμένος από τον θεόν.
Ο Κολοκοτρώνης έκανε πως δεν δίνει σημασία και συνέχισε το διάβασμα οπότε και τον ξανασκουντάει ο Φλέσσας. επιμένοντας να του θυμίσει ότι είναι αφορισμένος και καταραμένος, μην υπολογίζοντας βέβαια ότι του έριχνε αλάτι στη βαθειά πληγή του.
Ε, ποιος είδε το θεό και δεν τον εφοβήθηκε! προτού τελειώσει τη φράση του ο Φλέσσας πετάγεται ο Κολοκοτρώνης και τον αρπάζει από τη μαλούθρα ( τα μαύρα περίσσεια μαλλιά του όπως αφηγείται στα απομνημονεύματά του ο Γ Τερτσέτης), τον πλακώνει κάτω και είδανε και πάθανε οι φίλοι τους να τον γλιτώσουν από την οργή του!

Μωρή ζουρλή!



Τον καιρό του ξεσηκωμού επήγε μια γυναίκα στον Κολοκοτρώνη και του ζήτησε να της κάνει κάποια χάρη, κάποια εξυπηρέτηση που για εκείνη είχε ζωτική σημασία.
-Αφέντη μου, του λέει, κάνε μου ετούτο το καλό και σκλάβα σου να γίνω!
-Τι λες μωρή ζουρλή, της λέει ο Κολοκοτρώνης, σκλάβα μου! Για τη λευτεριά πολεμάμε και θες να γίνεις σκλάβα μου!

Το αίμα των Κολοκοτρωναίων και η εμπάθεια του στρατηγού Μακρυγιάννη



Γνωστοί οι αγώνες και οι θυσίες των Κολοκοτρωναίων στην προσπάθεια να αποτινάξει ο ελληνισμός τον τουρκικό ζυγό, αλλά και οι διωγμοί και ο αφανισμός τους από τους Τούρκους και τα μεγάλα τζάκια του Μωρηά που καλοπερνάγανε με τους Τούρκους και βγάζανε φλύκταινες στο άκουσμα και μόνο κάποιας κουβέντας για απελευθέρωση των Ελλήνων. Και φθάσανε τα μεγάλα τζάκια και οι Προύχοντες του Μωρηά να ζητήσουν τη βοήθεια των Τούρκων και της Εκκλησίας για τον αφανισμό της κλεφτουριάς!

Οι γέροντες κι οι προεστοί, κι οι προύχοντες του τόπου
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή στο Βασιλιά στην Πόλι:
«Άκουσε Αφέντη Βασιληά και πολυχρονεμένε:
Οι κλέφτες πούνε στον Μωρηά γινήκαν βασιλειάδες
Ο Θοδωράκης βασιληάς και ο Γιάννης είν Βεζύρης
… μαρτυρεί η δημοτική μας  παράδοση..

Μετά τον αφορισμό  από την Εκκλησία ο διωγμός της Κλεφτουριάς είναι πάνδημος, οι χριστιανοί το θεωρούν καθήκον να καταδίδουν τους κλέφτες στα τούρκικα αποσπάσματα.
Τούρρκοι, Ρωμαίοι, στ’ άρματα! Τους κλέφτες να σκοτώστε,
Τους κλέφτες τους αρματωλούς, τους Κολοκοτρωναίους!
Γνωστή και η προδοσία του καλόγερου στο ληνό του Μοναστηριού των Αιμυαλών ανάμεσα Δημητσάνα – Στεμνίτσα εδώ στη Γορτυνία που ενώ πρόσφερε φαγητό σε μια ομάδα Κολοκοτρωναίων υπό τον ατίθασο Γιάννη αδελφό του Θ. Κολοκοτρώνη, στη συνέχεια έστειλε έναν βοηθό του στη Στεμνίτσα να ειδοποιήσει το απόσπασμα και ο ίδιος έτρεξε να ειδοποιήσει  στη Δημητσάνα, με αποτέλεσμα τα τούρκικα αποσπάσματα να εγκλωβίσουν τους Κολοκοτρωναίους στο ληνό.
Τους κάλεσαν να πετάξουν τα’ άρματα και να παραδοθούν μα εκείνοι αρνήθηκαν. Έτσι, οι Τούρκοι:

Ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό κουβάρια θειαφοκέρι,
Πιάσαν οι κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει:
Τώρα να ιδής Μπουλούμπαση, να ιδής πως προσκυνάνε
….
Και το τουφέκι του άδειασεν έκαμ’ ένα γιουρούσι.


Εφτά Κολοκοτρωναίους σκοτώσανε εκεί οι Τούρκοι που τους κόψανε τα κεφάκια και τα στείλανε στην Τρίπολι..
Κι όταν το Μάη του 1806 ο Θ. Κολοκοτρώνης κατόρθωσε να διαφύγει στη Ζάκυνθο που ήταν υπό αγγλική κατοχή, είχε κοντά του μόνο 7 από τους 36 συγγενείς που είχε στο σώμα του στην Αρκαδία.. Αργότερα, κατά τον δεύτερο μετά το 1821 εμφύλιο πόλεμο εκεί μεταξύ 1824 και 1825 τον αποκαλούμενο και «Πόλεμο των Προεστών», ο Κουντουριώτης και η παρέα του σκορπώντας αφειδώς τις αγγλικές λίρες των δανείων, για να υποτάξουν και να εξευτελίσουν τους Καπεταναίους κατέβασαν στίφη εξαθλιωμένων Ρουμελιωτών που με επικεφαλής τον Κωλέτη και τον Γκούρα  εξαπολύθηκαν και λεηλατούσαν, έκαιγαν και εδήωναν το Μωρηά, σπέρνοντας την καταστροφή το φόβο και τον τρόμο στους αντιπάλους τους, και σε μια σύγκρουση στην Αρκαδία με το σώμα του στρατηγού Μακρυγιάννη που υπηρετούσε πιστά τον Κουντουριώτη σκοτώθηκε και ο γιος του Κολολκοτρώνη Πάνος. Δείτε πως αναφέρεται στο τραγικό γεγονός στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης:  «… πέσαμε εις τα Καλύβια της Τροπολιτζάς. Εκεί άφησα τους ανθρώπους μου, ήταν ο Βάσιος εκεί. Θέλησε να τους πολεμήσει ο Πάνος ο Κολοκοτρώνης και τον σκότωσαν. Αυτό είναι  το αίμα οπού χύθηκε Κολοκοτρωναίικον δια την λευτεριά της Ελλάδος».
Έτσι λοιπόν, το μόνο αίμα Κολοκοτρωναίικο που χύθηκε για την πατρίδα κατά τον στρατηγό, είναι αυτό  του Πάνου, και καλώς βέβαια έγινε αφού τον σκοτώσαν οι δικοί του!
 Τόση εμπάθεια και τέτοιου μεγέθους μικρότητα από έναν μεγάλο άνδρα!

Υ.Γ 1: Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα πρωτοδιάβασα κάπου εκεί στα 1960 και μου είχε κάνει εντύπωση η εμπάθεια του στρατηγού για τους Κολοκοτρωναίους. Αλλά τότε, εντυπωσιασμένοι όλοι από τα απομνημονεύματα μιλούσαν για το μεγαλείο του αγωνιστή, τον άδολο πατριώτη, τον ανιδιοτελή, τον «ξένον προς πάσαν βλέψιν προσωπικών ωφελημάτων». κλπ.  Αργότερα τα ξαναδιάβασα και είχα την περιέργεια να διαβάσω  περισσότερα και για το στρατηγό, γι αυτό έστω και τώρα αφού μου δίνεται η ευκαιρία με το Fb βγάζω αυτό το «απωθημένο» από μέσα μου.

Υ.Γ 2: Βορειότερα, στην περιοχή των Καλαβρύτων – Αχαΐα, βγάλανε σε δημοπρασία τα βρακιά της Ζαΐμαινας για να εξευτελίσουν την οικογένεια. Λέει ο Μακρυγιάννης καρφώνοντας τον Καραϊσκάκη: «.. και πήγαν εις την Κερπινή εις το σπίτι του κυρίου Ζαΐμη, και ο Καραϊσκάκης το κυβέρνησε οπού δεν του αφήσαν οι άνθρωποί του ούτε στάχτη μέσα, και οι άλλοι πήγαν εις τ’ άλλα σπίτια και χωριά».