Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Ομορφοκλησιά











Στη λεωφόρο Βεΐκου στο Γαλάτσι.
Ο ναός που βλέπετε είναι του Αγίου Γεωργίου, χτίστηκε το 12ο αιώνα πάνω σε παλαιοχριστιανική εκκλησία, και λόγω της ομορφιάς του καθιερώθηκε σαν η «Εύμορφη Εκκλησία».


 Ομορφοκκλησιά λέγεται σήμερα και είναι διατηρητέο μνημείο. Είναι δε, ίδιος με τον ναό των Αγίων Θεοδώρων στην πλατεία Καπνικαρέας.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Το αλώνι















Ο Σταυροκωσταντής  πέρασε τη βίτσα του στη διχάλα του στηχερού κι έπιασε την αλωναριά κοντράροντας με την πλάτη του το ιδρωμένο κορμί του Ψαρή, του μουλαριού του που ήταν από τη μέσα μεριά του αλωνιού κοντά στο στiχερό. Ξεθηλύκωσε ύστερα το κουμπί της αλωναριάς από τη λαιμαριά του μουλαριού και την απόθεσε κι εκείνη πάνω στη διχάλα. Κρατώντας στη συνέχεια με το αριστερό του χέρι τη λαιμαριά του Ψαρή έφερε το δεξί του στα καπούλια του μουλαριού και το έσπρωξε κάνοντάς το να πισωπατήσει προς την έξω μεριά του αλωνιού παρασύροντας και τα υπόλοιπα μουλάρια σ’ αυτή του την αργή κίνηση. Μαθημένα τα ζώα στο αλώνι, συνέχισαν να πισωπατάνε κάτω από την πίεσή του, διαγράφοντας μια κανονική στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών μέχρι που ο Ψαρής βρέθηκε στην εξωτερική πλευρά της ζυγιάς, και η Ρούσα του στην εσωτερική κοντά στο στηχερό. Γλίστρησε μπροστά από τα μουλάρια γρήγορα – γρήγορα σέρνοντας τα χέρια του  πάνω τους  κι έπιασε τη λαιμαριά της Ρούσας ενώ με το αριστερό του ξεκρέμασε την αλωναριά από  το στηχερό και με μια επιδέξια κίνηση πέρασε το κουμπί της θηλιάς στη λαιμαριά του μουλαριού. Ξεκρέμασε τη βίτσα του από το στηχερό κι άφησε σιγά – σιγά τα μπόσικα της αλωναριάς παροτρύνοντας τα ζωντανά να κινηθούνε τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς ξετυλιγόταν από το στηχερό σε κάθε κύκλο του το σκοινί, μεγάλωνε παράλληλα και ο κύκλος που κάνανε τα πέντε μουλάρια μέσα στο αλώνι που άρχιζαν να βρίσκουν το ρυθμό τους.        
Ο Κωσταντής ξάμωσε με μια κίνηση χορευτή τη Βίτσα του και το λουρί της έκανε στράκα πάνω από τα μουλάρια χωρίς να τα αγγίξει.
- Εϊ, εϊ εϊ!  Ωπ, ωπ χοπ! Άρχισε να τους φωνάζει τρέχοντας πίσω τους δίνοντας χορευτικό ρυθμό στα παραγγέλματά του, προσαρμόζοντάς τον στο τρέξιμό τους. 
  - Όξω Ψαρή μου, όξω λεβέντη μου! Άπλω ,! Άπλω! φώναξε παροτρύνοντας το ζωντανό, κι εκείνο που καταλάβαινε τι του ζητούσε ο κύριός του, τραβούσε φιλότιμα με το κορμί του και τα άλλα ζωντανά προς το εξωτερικό του αλωνιού.
 – Άϊντε χοπ, άϊντε χοπ! συνέχισε τρέχοντας πίσω από τα μουλάρια που κάνανε κύκλους μέσα στο αλώνι, ξαμώνοντας με κυκλικές κινήσεις τη βίτσα από πάνω τους πιέζοντάς τα να επιταχύνουν το ρυθμό τους. 
Και από τη Ρούσα του όμως είχε τις απαιτήσεις του και δεν την άφηνε κι αυτήν παραπονεμένη:
- Άϊντε Ρουσούλα μου, άϊντε κουκλάρα μου! άϊντε χοπ! 
Τα μουλάρια ανταποκρίνονταν στα παραγγέλματα και στα καλέσματά του λες και καταλάβαιναν πως από αυτά εξαρτιόταν το αλώνι, και ήσαν τόσο αρμονικές οι κινήσεις ζωντανών και αγωγιάτη σαν να είχαν προηγηθεί πολύωρες πρόβες.
Καμιά φορά χρειαζόταν ν’ αγριέψει ο Κωσταντής και να ανεβάσει τους τόνους της φωνής του με στοργικές επιτιμήσεις:
- Ρουσούλαμ!!! Αχ μωρή Γαλιάντρα! Όξω μωρή! Άπλω, άπλω!!!
Στην άκρη πάνω στη Σφεντόνα του αλωνιού, τρεις χωριανοί του που είχαν τα μουλάρια τους στο αλώνι και ο γιος του ο Γιαννούλης γυρόφερναν με τα δικράνια τους σπρώχνοντας το γέννημα μέσα για να πατιέται από τα μουλάρια. Η δουλειά τους είχε λιγοστέψει τώρα γιατί το αλώνι είχε «κάτσει», είχε χαμηλώσει αρκετά και ήδη το είχαν γυρίσει και τρίτο δικράνι.   
Τριάντα σαράντα μέτρα πιο πάνω, η Κωσταντού και οι δυο θυγατέρες της ετοίμαζαν το τραπέζι κάτω από τον δασύ ίσκιο του αιωνόβιου πουρναριού.
 Σε τούτα τα μέρη το πλούσιο φαγητό στο αλώνι κάτω από τον δροσερό ίσκιο του πουρναριού ή της γκορτσιάς ήταν κάτι το εξαιρετικό, ένα είδος ιεροτελεστίας που επαναλαμβανόταν όπως όλες οι γιορτές μια φορά το χρόνο, στο αλώνισμα. Για τη σημερινή ημέρα η Κωσταντού είχε ετοιμάσει τα καλύτερα φαγιά της και τώρα ικανοποιημένη και γεμάτη περηφάνια στράφηκε και φώναξε στον άνδρα της:
- Ελάτε Κωσταντή, μαζωχτείτε για τραπέζι! 
Ο Κωσταντής έδωσε τη Βίτσα στο γιό του που μπήκε στο αλώνι να συνεχίσει στο πόδι του, και τράβηξε με τους άλλους για το πουρνάρι προσπαθώντας ταυτόχρονα να τινάξουν με τα χέρια το άχυρο από πάνω τους. Ξαναμμένοι από τη ζέστη και το άχυρο που τους έπνιγε ξάκρισαν γύρω από την αντρομίδα  που είχε στρώσει η Κυρά κάτω από τον δασύ ίσκιο του πουρναριού.
 - Καλώς τους, κοπιάστε! τους καλωσόρισε η Μαρία πρόσχαρα.
Γονατισμένη πάνω στην πολύχρωμη αντρομίδα που η ίδια είχε υφάνει στον αργαλειό της πήρε να βάνει στραγγιχτές χυλοπίτες από μια τέσσα σε πήλινα πιάτα ενώ λίγο πιο πέρα η μεγαλύτερη κόρη της η Φωτεινή έκαιγε χοιρινό λίπος σ’ ένα τηγάνι πάνω σε μια μικρή φωτιά από ξερόκλαδα. Αφού γέμισε τα πιάτα η Κωσταντού έριξε στο καθένα μπόλικη τριμμένη μυζήθρα και στη συνέχεια περιέλουσε το φαγητό με ζεματιστό λίπος που τσίριζε καθώς έπεφτε στα πιάτα από το τηγάνι που της έφερε η Φωτεινή. Άνοιξε τον τέντζερη που είχε μαγειρεμένο τον καλό της τον κόκορα που τον φύλαγε για τη σημερινή ημέρα και αφού με επιδέξιες κινήσεις έβαλε τον ανάλογο μεζέ στο κάθε πιάτο, τοποθέτησε από ένα μπροστά στους άνδρες που είχαν βολευτεί κυκλικά πάνω στην αντρομίδα.    
Ο Κωσταντής έκανε νόημα και αφού έκαναν το Σταυρό τους έπιασε το καρβέλι και άρχισε να κόβει ψωμί.
- Καλοφάγωτο νοικοκυραίοι!
- Καλές διαφορές! Ευχήθηκαν οι αγωγιάτες.
- Να είσαστε καλά, και στα δικά σας, για στα χέρια σας! Αντευχήθηκαν ο Κωσταντής και η γυναίκα του.
- Ξεκινάτε, τους παρότρυνε η Μαρία και σας ετοιμάζω και λίγο καγιανά. Γύρισε μέσα στο τηγάνι το παστό χοιρινό που είχε μέσα σε ένα σαγάνι και το έβαλε πάνω στη φωτιά. Καθώς ανακάτευε το περιεχόμενο του τηγανιού, η Φωτεινή χτύπησε μερικά αβγά μέσα στο σαγάνι και τα γύρισαν κι αυτά μέσα στο τηγάνι που είχε κάψει καλά. Τα αβγά, οι τσιγαρίδες και το καυτό χοιρινό λίπος έγιναν ένα χαρμάνι τσιρίζοντας άγρια καθώς ψήνονταν και η πικάντικη μυρωδιά τους απλώθηκε στον αέρα. Η Μαρία τοποθέτησε τον καγιανά στη μέση ανάμεσά τους όπως ήταν μέσα στο τηγάνι χαμογελώντας με ικανοποίηση για τα επαινετικά τους σχόλια κι έπιασε να γεμίζει κρασί τις πήλινες κούπες από την τσότρα.      
Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά και τσουρούφλιζε τα πάντα ενώ διάχυτη ήταν στην ατμόσφαιρα η μυρωδιά του πικάντικου τηγανισμένου χοιρινού και του τριμμένου άχυρου.
- Εις υγεία και καλοφάγωτο! 
- Χίλια μόδια! Ευχόταν ο άλλος δίπλα καθώς άδειαζε την κούπα.
Χίλια μόδια γέννημα βέβαια δεν μπορούσαν να βγουν στο αλώνι αφού το μόδι αντιστοιχούσε σε τριακόσιες οκάδες, αλλά έτσι το ήθελε το έθιμο, αυτές να είναι οι ευχές.
- Χίλια μόδια κι όξω ο σπόρος!
Αποφάγανε στα γρήγορα και σηκωθήκανε. Σε καμιά ώρα το αλώνι θα γινότανε. Θα ξεζεύανε τα μουλάρια και θα τα τρίβανε από το λαιμό μέχρι τα καπούλια  με άχυρο για να φύγει το ξάναμα και ο ιδρώτας από πάνω τους και ένας δυο θα τα πηγαίνανε για νερό ενώ οι υπόλοιποι με τα δικράνια τους θα σηκώνανε το αλώνι. Έτσι όπως ήτανε τριμμένο το σιτάρι και το άχυρο μαζί θα το σηκώνανε στη μέση του αλωνιού σε έναν μεγάλο σωρό περιμένοντας να φυσήξει το ευλογημένο αεράκι για να το λιχνίσουν μέχρι να ξεχωρίσει καθαρός ο καρπός από το άχυρο και να τον μεταφέρουν στο σπίτι στο χωριό στο μεγάλο κασόνι έτοιμο για άλεσμα.

 Απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο μου.


Γορτυνία,το φαράγγι της Γκούρας.











Πνεύμονας πράσινου και ζωής για την περιοχή με μια διαδρομή 13,5 χιλιομέτρων από το ξεκίνημα στον Αρτοζήνο το μυθικό βουνό από όπου τρέφανε και τον Δία ( Άρτος – Ζηνός), μέχρι την εκβολή του 3 – 4 χιλιόμετρα πιο κάτω από την Αετορράχη κοντά στο Καρασανέικο όπου και συναντάται με τον Τουθόα ή Λαγκαδινό ποταμό και εκβάλλουν στο Λάδωνα


Γεμάτη ζωή παλιότερα και με μουσική υπόκρουση από τα χιλιάδες τροκανοκούδουνα των κοπαδιών που βόσκιζαν εκεί, αλλά και από τους νερόμυλους όπου οι κάτοικοι των γύρω χωριών αλέθανε τα γεννήματά τους. Γεμάτη πηγές και σπηλιές με ιδιαίτερη ιστορία η 7όροφη Σπηλιά του Γιαννικούλια κρεμασμένη στα «βράχια της Παναγιάς» στην απέναντι πλευρά από την Αετορράχη












Έχει άμεση σχέση και συνορεύει με τα χωριά Σέρβου, Λυκούρεση, Ψάρι, Αράπηδες, Κοκκινορράχη Αετορράχη και Λυσσαρέα, και εκτός από την άγρια βλάστηση και το παρόχθιο δάσος όπως βλέπετε διαθέτει ακόμα και καταρράκτες. 

Στην πρώτη φωτό βλέπετε τους καταρράκτες κάτω από το Λυκούρεσι Στη δεύτερη έχουμε μια άποψη της Γκούρας από τη Λυσσαρέα. με φόντο τον Αρτοζήνο. Στην Τρίτη η Γιαννούλα απολαμβάνει την άγρια ομορφιά της Γκούρας.. Στην τέταρτη Τα βράχια της Παναγιάς όπου και σπηλιά του Γιαννικούλια απέναντι από τα Ζουλάτικα στις παρυφές του φαραγγιού.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Στη Ρόδο κατά την εορτή της Ενσωμάτωσης


Πριν από κάποιες δεκαετίες  με τη Γιαννούλα ντυμένη με παραδοσιακή στολή Μπονιάτισσας  (= από το χωριό Εμπωνα ) την ημέρα της καθιερωμένης παρέλασης για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου
Τα Δωδεκάνησα που είναι 14 και μαζί με τις ακατοίκητες νησίδες φθάνουν τα 27, έχουν δεχτεί για πάνω από 600 χρόνια πολλούς επιδρομείς και κατακτητές, από Πέρσες, Σαρακηνούς Βενετούς Γενουάτες, Σταυροφόρους και Τούρκους, με τελευταίους τους Ιταλούς που τα είχαν πάρει το 1912 από τους Τούρκους, και τους Γερμανούς που τα κράτησαν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β¨ Παγκόσμιο πόλεμο το 1943.
Στη Διάσκεψη Ειρήνης των νικητριών Δυνάμεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι το 1946, η Ελλάδα προέβαλλε το θέμα της Βορείου Ηπείρου, της διευθέτησης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, των Δωδεκανήσων, και της Κύπρου.
Δικαιώθηκε στο θέμα των Δωδεκανήσων και στις 31 Μαρτίου του1947 έγινε η τελετή παράδοσης από τις βρετανικές αρχές στη Ρόδο ενώ στις 7 Μαρτίου 1948 γίνεται η τελετή της Ενσωμάτωσης με την Ελλάδα.


Η συγκομιδή των καρυδιών.






Στο Ψάρι (που εννοείται ότι είναι το κέντρο του κόσμου), τα καρύδια τα μαζεύουμε μετά τις πρώτες βροχές στο 10ήμερο περίπου που τρέχει από τέλος Σεπτέμβρη μέχρι 10 Οχτώβρη. Είναι η εποχή που μετά τις βροχές ωριμάζουν τα καρύδια , φουσκώνουν και ανοίγει η φλούδα τους. Αρχίζουν και πέφτουν με τον αέρα και τη βροχή, αλλά η διαδικασία απαιτεί ράβδισμα της καρυδιάς για να ρίξουμε όλα τα καρύδια και να τελειώνουμε. Ραβδίζουμε το δέντρο από το έδαφος με μια μακριά τέμπλα μέχρι ένα ορισμένο ύψος που φτάνουμε και αν είναι ψηλό ανεβαίνουμε στον κορμό του για να ραβδίσουμε τα κλαδιά που δεν φθάνουμε από κάτω, αλλά κι εκείνα της κορυφής, Το να ανέβει κανείς πάνω στην καρυδιά για να την ραβδίσει δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να είναι ικανός να ισορροπεί στηριζόμενος στα πόδια του πάνω στα κλαδιά, αφού για να «ραβδίσει» χρειάζεται να κρατεί την τέμπλα – ένα ξύλινο ραβδί τριών τεσσάρων μέτρων -  και με τα δυο του χέρια, και κυρίως να επιλέγει με προσοχή το κλαδί πάνω στο οποίο θα στηρίζεται ενώ ραβδίζει.

Αφού «ρίξουμε» τα καρύδια που συνήθως με το πέσιμο τα περισσότερα αποβάλλουν τη φλούδα τα μαζεύουμε. Όσα δεν απογυμνώθηκαν με το πέσιμο τα πατάμε ελαφρά όπως βρίσκονται στο έδαφος και αποχωρίζονται εύκολα από  τη φλούδα, ενώ για κάποια δύσκολα που παραμένουν ακόμα στο… καβούκι τους χρήσιμο είναι να κρατάμε ένα μαχαιράκι της κουζίνας για να τα ανοίγουμε επί τόπου. Αλλά (για όσους βέβαια δεν τα γνωρίζουν αυτά), μην νομίζεται ότι με το να μαζέψουμε τα καρύδια τελειώσαμε .
Η διαδικασία της συγκομιδής σε αυτή την καρυδιά δεν σταματάει εκείνη την ημέρα. Είναι ευνόητο ότι η τέμπλα δεν φθάνει σε ‘όλες τις κορυφές των κλαδιών και κάποια καρύδια μένουν πάνω στο δένδρο θα συνεχίσουν να πέφτουν με τον αέρα ή τη βροχή, και από την επομένη πάλι θα περάσουμε ξανά κάτω από το δέντρο που ραβδίσαμε και θα μαζέψουμε δυο τρια κιλά ακόμα που πέσανε κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι αυτό γίνεται συνεχώς τις επόμενες ημέρες μέχρι να εξαντληθούν τα καρύδια.

Αρχίζει μετά από αυτό το στάδιο μια άλλη επίπονη διαδικασία, το λιάσιμο. Πρέπει να απλώνουμε τα καρύδια στον ήλιο για μερικές ημέρες για να λιαστούν και να είναι έτοιμα για χρήση. Και λέω ότι είναι επίπονη διαδικασία γιατί πρέπει να εξασφαλίσουμε τον κατάλληλο χώρο που θα τα λιάζουμε, να τα απλώνουμε το πρωί _ βλέπετε τις εικόνες - και να τα μαζεύουμε το απόγευμα  γιατί τη νύχτα έχει υγρασία και φυσικά δεν μπορούμε να τα αφήνουμε έξω. Αυτή η διαδικασία, άπλωμα μάζεμα πρωί απόγευμα, συνεχίζεται για εφτά – οχτώ ημέρες για να έχουμε καλά αποτελέσματα, και στο μεταξύ, παράλληλα με το άπλωμα – μάζεμα φροντίζουμε να τα ξεσκαρτάρουμε και να πετάμε τα χαλασμένα καρύδια και όταν λιαστούνε καλά τα μαζεύουμε και… καλοφάγωτα!




Το γεφύρι της Σιδερίτησσας στη Ρόδο που φτιάξαμε το 1969

















… σε μια άγρια ρεματιά 7 – 8 χιλιόμετρα μετά το κεφαλοχώρι Έμπωνα προς τα χωριά Σιάννα - Μονόλιθο μέσα στο δάσος σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων στις νοτιοδυτικές παρυφές του Ατάβυρου που η ψηλότερη κορυφή του φθάνει στα 1215 μέτρα, και τη θέση οι κάτοικοι των όμορων χωριών τη λένε: «της Σιδερίτισσας» ή «στης Σιδερίτισσας», γιατί ο θρύλος λέει πως σε τούτη τη ρεματιά, στα βράχια λίγο πιο πάνω από το σημείο που κατασκευάζαμε το έργο, πολύ παλιότερα επί τουρκοκρατίας, κάποιος Τούρκος κρατούσε φυλακισμένη(;όμηρο);) σε μια σπηλιά που βρίσκεται εκεί, μια Ελληνίδα που είχε απαγάγει από τον Άγιο Ισίδωρο ορεινό χωριό της Ρόδου λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από τη θέση του έργου.



 Οι γνώσεις μου για τούτο το μύθο σταματούν εδώ γιατί δυστυχώς, ο αγώνας για τον επιούσιο εκείνα τα χρόνια δεν μας άφηνε και πολλά περιθώρια για ιστορικές και λαογραφικές ανησυχίες! 
Σε τούτο το τεχνικό που αποτελείται από το Γεφύρι ύψους δέκα περίπου μέτρων και εκτεταμένους τοίχους αντιστήριξη για να στηριχτεί και ο περιφερειακός δρόμος, στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται η ταπεινότητά μου που εξετάζει τον ξυλότυπο της οροφής. Βλέπετε, εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε ακόμα σιδεροσκαλωσιές ( μάλλον εγώ έφερα πρώτος σιδεροσκαλωσιές στη Ρόδο λίγο αργότερα το 1973 όταν έφτιαχνα την επέκταση του ξενοδοχείου «Κοράλι») και το να στηρίξεις τους 80 περίπου τόνους της πλάκας του γεφυριού σε τέτοιο ύψος ήταν σοβαρό πρόβλημα.










 Η δεύτερη φωτογραφία δείχνει να πλησιάζουμε στο κυρίως έργο στην κοίτη της ρεματιάς, η Τρίτη δείχνει την πρόοδο των εργασιών και η τέταρτη που έχω πάρει από τον διαδικτυακό φίλο Ρουβήμ τα βράχια του φαραγγιού ανάντι.


Potsdam Phono



Ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως με ενσωματωμένο πικάπ Philips (συνδυασμός και απόδοση High Fidelity για εκείνη την εποχή) που έπαιζε - και παίζει ακόμα – τους παλιούς δίσκους 33, 45, και εβδομήντα τόσων στροφών (Βινύλιο;) που πλέον έχουν αντικατασταθεί από κασέτες, cd κλπ. Ρ
Το έχω από τη δεκαετία του ’50. Και σε εκείνα τα χρόνια μέχρι το 1967 που αλυσοδέθηκε η Δημοκρατία από τη χούντα των συνταγματαρχών, με τούτο το εργαλείο είχαμε κάνει πολλά γλέντια σε πολλές συνοικίες στο Περιστέρι (Αττικής) σε σπίτια φίλων. Το φόρτωνα σε μια μοτοσυκλέτα - αυτές με το καλάθι δίπλα για όσους τις θυμούνται – και το μετέφερα στο σπίτι του φίλου ή της φίλης που θα κάναμε το γλέντι «ρεφενίζοντας και μην αμαρτάνοντας» φυσικά! 
Ωραία χρόνια με ειλικρινείς φιλίες και ωραίους αγώνες που περάσανε, φύγανε, ξεχαστήκανε! Ποιος ξέρει πλέον πόσοι από εκείνα τα αγόρια και κορίτσια είμαστε ακόμα στη ζωή…