Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Οι Τσάμηδες, ένα από τα αγκάθια στις σχέσεις μας με την Αλβανία.

 

Γερμανός αξ/κός επιθεωρεί τμήμα Τσάμηδων.

 Ένα από τα σοβαρά θέματα αλυτρωτισμού που προβάλλουν τελευταία  οι Αλβανοί είναι το ζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς. Μας εγκαλούν για εγκλήματα και δεινά σε βάρος της μειονότητας των Τσάμηδων και την καταστροφή της, που γίνανε ύστερα από πολιτική βούληση και μεθόδευση των τότε κυβερνήσεων, με παράλληλη οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα από φόνους, συστηματικούς βιασμούς Μουσουλμανίδων, λεηλασίες περιουσιών κ.λ.π από Έλληνες εθνικιστές, ιδιαίτερα από την Χ Μεραρχία του ΕΔΕΣ του Ναπ. Ζέρβα το 1944.

                             Οι Τσάμηδες ήταν μια πληθυσμιακή υποομάδα μουσουλμάνων κυρίως Αλβανών, και ελάχιστων χριστιανών ορθόδοξων, με ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και δικό τους τρόπο ζωής ανάμεικτο από αλβανικές και ελληνικές επιρροές. Οι Οθωμανοί τους είχαν δώσει κάποιες περιοχές επί οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ήπειρο, στην περιοχή της λεγόμενης Τσαμουριάς, που ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία, και ένα τμήμα της ανήκει στην Αλβανία τώρα, και ζούσαν σαν αγρότες κυρίως, αλλά και με την αλιεία και το αλάτι στις παραθαλάσσιες περιοχές.

                Μέχρι τις αρχές του  20ου αιώνα δεν υπήρχαν προβλήματα με τους Τσάμηδες. Με τους Βαλκανικούς πολέμους όμως που γίνεται κρατική οντότητα και η Αλβανία (1912), και καθώς αρχίζει η δράση ελληνικών και αλβανικών  παραστρατιωτικών οργανώσεων που δημιουργεί κύκλους αντεκδικήσεων, η κατάσταση αλλάζει. Η Τσαμουριά, ένα μεγάλο μέρος  περιοχής της Θεσπρωτίας, Παραμυθιά κ..α, ανήκει πλέον στην Ελλάδα. Στην ανταλλαγή των πληθυσμών κατά το 1923  όμως οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες παρόλο που θεωρούνταν Τούρκοι και άρα ανταλλάξιμοι, αρνούνται να ανταλλαγούν επιμένοντας να παραμείνουν στον τόπο τους. Για τους δικούς της λόγους, απροθυμία να τους δεχτεί δείχνει και η Τουρκία. Καθώς με την ανταλλαγή πληθυσμών η κυβέρνηση  και για να πιέσει τους Τσάμηδες έστω και σε εθελουσία έξοδο, παραχωρεί ένα μέρος της καλλιεργούμενης περιοχής τους, και μοιράζει τα χτήματα αλλά και κατοικίες τους σε πρόσφυγες, δημιουργούνται εντάσεις και εχθρότητες με τους μεγάλους κυρίως γαιοκτήμονες των Τσάμηδων και τους ακτήμονες πρόσφυγες, αλλά και γενικότερα με τον ελληνικό πληθυσμό που τους θεωρεί πλέον εχθρούς και ξένους για τον ελληνισμό, και εποφθαλμιά τις περιουσίες τους. Εντείνοντας τις πιέσεις η κυβέρνηση εκδίδει εντολές για άμεση μετακίνηση πληθυσμών, και πολλές φορές όσοι από τους μετακινούμενους προλαβαίνουν ξεπουλάνε όσο - όσο τις περιουσίες τους στους αητονύχιδες. Εννοείται ότι οι περιουσίες και τα αγαθά όσων δεν προλαβαίνουν ή δεν καταφέρνουν να τις εκποιήσουν γίνονται έρμαιο στις αρπακτικές διαθέσεις των γηγενών Ελλήνων αλλά και των προσφύγων που έχουν εγκατασταθεί εκεί. Παράλληλα οι σκόπιμες καθυστερήσεις στην καταβολή κάποιων αποζημιώσεων, η εχθρική γενικά στάση του κράτους αλλά και οι σοβαρές πολιτισμικές διαφορές με τους Τσάμηδες επιτείνουν την ανωμαλία, τις διαμαρτυρίες,  βιαιοπραγίες κλπ.

Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις επιδεινώνονται, οι Αλβανοί καταπιέζουν την ελληνική μειονότητα, η Ελλάδα προσφεύγει στην Κοινωνία των Εθνών το 1934  διαμαρτυρόμενη για την παραβίαση των δικαιωμάτων της μειονότητας, αλλά το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς προσφεύγουν και οι Αλβανοί της Ηπείρου στην ΚΤΕ κατηγορώντας την Ελλάδα για καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, εξαναγκασμό  σε μετανάστευση, περιορισμό των πολιτικών τους δικαιωμάτων κλπ. Όταν αργότερα διευθετούνται κάπως τα προβλήματα των μετακινήσεων, εκείνοι που ήταν υπό μετακίνηση βρίσκονται στον αέρα χωρίς τις περιουσίες και τα νοικοκυριά τους, και χωρίς καμιά δυνατότητα βιοποριστικής ενασχόλησης για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Και επειδή η Τουρκία δεν τους θέλει καταφεύγουν στην Αλβανία όπου ενώνονται και με άλλους κυνηγημένους που βρίσκονται εκεί.

                                Με τη δικτατορία του Μεταξά και του βασιλιά (1936), το ελληνικό  κράτος γίνεται ακόμα πιο εχθρικό απέναντί τους, με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις περιουσιών και προκλητικές παράλληλα αναβολές και καθυστερήσεις στις καταβολές των αποζημιώσεων, με αυθαίρετες συλλήψεις, εκτοπίσεις στα νησιά , φυλακίσεις, εκφοβιστικές έρευνες στα σπίτια για όπλα, βιαιοπραγίες ξυλοδαρμούς κλπ, ενώ πολλοί φεύγουν στην Αλβανία για να γλιτώσουν.Τον Απρίλη του 1939 οι Ιταλοί καταλαμβάνουν την Αλβανία και η κατάσταση στις παραμεθόριες με την Ελλάδα ζώνες  οξύνεται στο έπακρο. Το ελληνικό κράτος με διάφορα αστυνομικά και στρατιωτικά κυρίως μέτρα, επιστρατεύσεις εφέδρων, εκφοβισμούς κλπ, αναγκάζει πολλούς Τσάμηδες να γίνουν φυγόδικοι, ανυπότακτοι και λιποτάκτες που περνούν τα σύνορα για να γλιτώσουν. Από την άλλη πλευρά, με αλυτρωτικές υποσχέσεις οι Ιταλοί συγκροτούν τάγματα εθελοντών από αυτούς τους φυγάδες και τους ξεριζωμένους  για να πολεμήσουν στο πλευρό τους όταν μπουν στην Ελλάδα.

 

Τσάμηδες

Αυτές οι μονάδες εθελοντών, Τσάμηδων φυγάδων κυρίως, συνόδευαν τα ιταλικά στρατεύματα που εισέβαλαν στην Ελλάδα στο τέλος του Οχτώβρη 1940 ειδικά στην περιοχή της Τσαμουριάς, και πιάσανε αμέσως δουλειά θεωρώντας ότι είχαν την ευκαιρία να ξαναπάρουν τις περιουσίες τους και να εκδικηθούν για τα όσα δεινά είχαν υποστεί από το ελληνικό κράτος αλλά και από ορθόδοξους κατοίκους της περιοχής. Η εξουσία τους όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς κατά τα μέσα του Νοέμβρη ο ελληνικός στρατός απώθησε τις ιταλικές δυνάμεις απελευθερώνοντας την περιοχή. Εννοείται ότι μαζί τους έφυγαν και οι Τσάμηδες εθελοντές και όσοι ακόμα είχαν συνταχθεί μαζί τους στις αγριότητες και τις λεηλασίες εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Επανήλθε η ελληνική διοίκηση στην περιοχή, που σύμφωνα με πολλές περιγραφές  άρχισε να συμπεριφέρεται σαν σε κατεχόμενη χώρα και ακόμα χειρότερα.

Οι δίκες και οι εκτελέσεις –μαζί και του μουφτή της Παραμυθιάς που είχε ευλογήσει τα εθελοντικά στρατεύματα– οι εκτοπίσεις στα νησιά, μπήκαν στην ημερησία διάταξη. Ευνόητο είναι ότι ακολούθησαν παράλληλα και οι ανεπίσημες διώξεις, λεηλασίες, αρπαγές περιουσιών, ξυλοδαρμοί και αντεκδικήσεις. Καθώς οι άνδρες με διάφορους τρόπους όπως φυλακίσεις, σκοτωμούς, εξορίες, φυγοδικίες κλπ εκδιωχτήκανε από τον τόπο, στρατιώτες, χωροφύλακες, αξιωματούχοι και διάφοροι επιτήδειοι «… Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης (….) καλούσαν στα γραφεία τους όμορφες χανούμισσες και τις βίαζαν. Οι λεηλασίες σπιτιών οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη υποχρέωση μουσουλμανίδων σε ορισμένα χωριά να εκδίδονται μεγάλη». (1)

                                          Με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα την άνοιξη του 1941, και καθώς ο ελληνικός στρατός συνθηκολόγησε, επέστρεψαν και  οι Ιταλοί ως συνεταίροι των Γερμανών και φυσικά επέστρεψαν και οι Τσάμηδες  που για διάφορους λόγους είχαν απομακρυνθεί ή εκδιωχθεί από την Παραμυθιά και τις άλλες ηπειρωτικές πόλεις. Σε μερικές μάλιστα πόλεις όπως το Μαργαρίτι έγιναν πανηγυρισμοί, αναρτήθηκαν ιταλικές και Αλβανικές σημαίες κλπ. Αρχίζει τότε η συστηματική αλβανοποίηση της Θεσπρωτίας και η προσάρτησή της στο αλβανικό κράτος. Ξηλώνονται πρόεδροι κοινοτήτων, δήμαρχοι, δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια και αντικαθίστανται από Τσάμηδες. Δημιουργείται παράλληλα και η Εθνική Επιτροπή των Τσάμηδων, με κύριο στόχο την αυτοδιάθεση της περιοχής.

Κατά το 1942 ένοπλα σώματα Τσάμηδων αλλά και άλλα βοηθητικής χωροφυλακής και πολιτοφυλακής οργανώνονται και με χριστιανούς ακόμα, είτε για να εξυπηρετήσουν τον στόχο των Ιταλών για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας, είτε για να αναλάβουν την τήρηση της τάξης και να κυνηγήσουν τους τους Έλληνες ανυπότακτους και φυγόδικους, αλλά και τις χριστιανικές συμμορίες που ξεπετάγονται. Αυτά τα σώματα τρομοκρατούν το ελληνικό στοιχείο αρχίζοντας καινούργιο κύκλο βίας και αυθαιρεσιών με προσωπικές αντεκδικήσεις, λεηλασίες νοικοκυριών, κακοποιήσεις γυναικών και δολοφονίες, με βασική επιδίωξη την εμπέδωση της αλβανικής εξουσίας. 

                                 Σε ανώμαλες καταστάσεις οι συστηματικοί βιασμοί γυναικών και  κοριτσιών δεν γίνονται μόνο για την προσωπική ικανοποίηση αυτών που τις κάνουν, αλλά κυρίως για να προσβάλουν ό,τι ιερό και όσιο έχουν οι αντίπαλοι, να βρωμίσουν και να καταρρακώσουν την αξιοπρέπειά τους, και να τους στείλουν το καθαρό μήνυμα ότι δεν τους μένει άλλο από το να εγκαταλείψουν το τόπο και τις περιουσίες τους και να φύγουν αν θέλουν να γλιτώσουν τη ζωή τους. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής βλέποντας ότι κινδυνεύει άμεσα η ζωή τους καταφεύγουν στα βουνά  και σε χριστιανικά χωριά για να γλιτώσουν. Άλλοι δημιουργούν πολυμελείς ένοπλες ομάδες που κάνουν επιδρομές και λεηλασίες στα μουσουλμανικά χωριά και προβαίνουν και σε αντεκδικήσεις.

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1942 δολοφονήθηκε ένας από τους επιφανέστερους  ηγέτες των Τσάμηδων από άγνωστους δράστες. Αμέσως την επόμενη ημέρα στην κοινότητα Σπαθαραίων απήχθησαν δέκα έντεκα άτομα, ανάμεσά τους ο πρόεδρος της κοινότητας και ο ιερέας, οι οποίοι θανατώθηκαν. Ο  κύκλος της βίας αρχίζει να γίνεται ανεξέλεγκτος. Κατά το 1943 αρχίζουν να δυναμώνουν και οι αντιστασιακές οργανώσεις, με κύρια παρουσία στην περιοχή του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα που τροφοδοτείται από φυγόδικους και καταδιωκόμενους των Τσάμηδων, και του ΕΑΜ, υπό το βλέμμα της Συμμαχικής Αποστολής – Κρις Γουντχάουζ κλπ – που σχεδίαζε και αποφάσιζε για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ανταρτών.

 

Θεσπρωτία
    

Το ΕΑΜ ήταν εναντίον της όξυνσης, πίστευε και αγωνιζόταν  υπέρ του κατευνασμού  των παθών και των αντεκδικήσεων, ήταν υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης της αλβανικής και της ελληνικής μειονότητας, και διεκήρυττε ότι ο αγώνας κατά του κατακτητή ήταν κοινός και υποχρέωση όλων.       

 Στον αντίποδα των ΕΑΜικών θέσεων, ο ΕΔΕΣ ως οργάνωση ΄΄πατριωτική¨, με εθνικόφρονα ιδεολογία και σαφή αντικομουνιστικό προσανατολισμό,  σύμφωνα με τις υποδείξεις της αγγλικής αποστολής αλλά και με τη Συμφωνία της Καζέρτας η οποία είχε καθορίσει τις ζώνες ευθύνης του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ, είχε την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή, και κατά μια έννοια αντικαθιστούσε το ελλείπον ελληνικό κράτος, απέρριπτε κατηγορηματικά την εφεκτική πολιτική του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ απέναντι στους Τσάμηδες. Δεν έδειχνε καμία διάθεση κατευνασμού και εξομάλυνσης της κατάστασης μεταξύ Αλβανών και χριστιανών, κατηγορούσε μάλιστα το ΕΑΜ για ενδοτική και προδοτική απέναντί τους πολιτική. (2).   
                      Μέσα σε όλα τούτα, και η αδυναμία παράλληλα αλλά και η απροθυμία του ελληνικού κράτους να καταβάλλει τις αποζημιώσεις για τα χτήματα των μουσουλμάνων που είχε απαλλοτριώσει, ενώ οι διοικητικοί του μηχανισμοί, ιδιαίτερα οι εισπρακτικοί κατέρρεαν αφού ούτε οι χριστιανοί ούτε οι μουσουλμάνοι πλήρωναν τους φόρους τους, δημιουργούσαν μια χαοτική κατάσταση.

Το καλοκαίρι του 1943, καθώς εντεινόταν η δράση των ανταρτών και χειροτέρευε η κατάσταση, οι Γερμανοί θεώρησαν ότι οι Ιταλοί αδυνατούσαν να επιβάλουν  τον έλεγχο, και αποφάσισαν να αναλάβουν οι ίδιοι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Ηπείρου και στο νομό Θεσπρωτίας, και να την απαλλάξουν από τους αντάρτες. Στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν εναντίον των ανταρτών, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και ομάδες Τσάμηδων αλλά και τμήματα του αλβανικού πληθυσμού, που λόγω εντοπιότητας και γνώσης της περιοχής τούς πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες και προξένησαν μεγάλες ζημιές στους αντάρτες.

Με τις κατάλληλες υποσχέσεις για ένα ελεύθερο αλβανικό κράτος και την ένταξη της Τσαμουριάς στην Αλβανία οι Γερμανοί προσεταιρίστηκαν στο σύνολό του σχεδόν το αλβανικό στοιχείο μετά την κατάρρευση της Ιταλίας το 1943 και στη συνέχεια και το χρησιμοποίησαν για να καταστρέψουν την περιοχή.
Γίνεται λόγος για 700 έως 3.200 άτομα από 14 χρόνων και πάνω που εξοπλίστηκαν, φορούσαν ιταλικές ή γερμανικές στρατιωτικές στολές φέροντας περιβραχιόνιο με τη λέξη «Τσάμης», βοηθούσαν τους Γερμανούς στις επιχειρήσεις, και ανέλαβαν την τήρηση της τάξης. Οι λεηλασίες, οι προσωπικές αντεκδικήσεις  και το κλείσιμο παλιών λογαριασμών, οι κακοποιήσεις γυναικών και οι φόνοι μπήκαν στην ημερησία διάταξη.                      

 Από 500 έως και 800 υπολογίζουν τα θύματα. Άδειαζαν και κατέστρεφαν ολόκληρα χωριά - πάνω από 20 ημέρες κατά τον Ιούλιο του 1943 λεηλατούσαν το Φανάρι  -  από νοικοκυριά, ρουχισμό, ζώα και ό,τι μπορούσαν να φορτώσουν και τα μετέφεραν σε αλβανικά χωριά. Οι Έλληνες για να γλιτώσουν τη ζωή τους σκόρπισαν στα δάση και στις σπηλιές.

 

                                             Ναπολέων Ζέρβας

 Ένα άλλο γεγονός που σημάδεψε εκείνη τη χρονιά και παραμένει ανεξίτηλο, είναι η εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς στις 29 Σεπτεμβρίου του 1943. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το φόνο των 49 προκρίτων τον έκαναν οι Τσάμηδες. Άλλες πηγές αναφέρουν πως τους πρόκριτους συνέλαβαν και εκτέλεσαν οι γερμανικές δυνάμεις  ύστερα από εντολή της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης ως αντίποινα για το φόνο τις προηγούμενες ημέρες δέκα Γερμανών στρατιωτών από Έλληνες αντάρτες. Όλοι όμως συμφωνούν ότι τις επιλογές των θυμάτων τις έκαναν οι Τσάμηδες που συνόδευαν τα γερμανικά τμήματα, και γι’ αυτό τους χρεώνουν τους φόνους. Ο εξανδραποδισμός και η καταστροφή συνεχίστηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1944 όταν καθώς συμπτύσσονταν οι γερμανικές δυνάμεις της περιοχής,  στις 26 εκείνου του μήνα οι ενισχυμένες δυνάμεις του ΕΔΕΣ πέρασαν σε αντεπίθεση. Επιτέθηκαν στην Παραμυθιά και σάρωσαν την αντίσταση της τσάμικης πολιτοφυλακής. Από την επομένη ημέρα η πόλη μεταβλήθηκε σε σφαγείο.(3) Έγινε συστηματική κακοποίηση του γυναικείου πληθυσμού και πολλές εκατοντάδες πολιτών θανατώθηκαν μαρτυρικά. Πολλοί από τους αντάρτες του ΕΔΕΣ που είχαν υποφέρει οι ίδιοι όπως και οι οικογένειές τους, είχαν όλη τους την άνεση πλέον να ξεσπάσουν το μίσος τους κατά των Τσάμηδων και να σφάξουν, να βιάσουν, να βασανίσουν, να λεηλατήσουν, να αρπάξουν περιουσίες και ζωντανά, να μην αφήσουν τίποτα όρθιο.Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτές οι ακρότητες γίνανε χωρίς την έγκριση της ηγεσίας του ΕΔΕΣ, το θέμα όμως είναι ότι γίνανε.

Οι επιχειρήσεις του ΕΔΕΣ συνεχίστηκαν σε πολλά μουσουλμανικά χωριά επιβάλλοντας την τελική λύση του προβλήματος «Τσάμηδες» στη Θεσπρωτία,  ενώ όσοι μπόρεσαν – 18.000 έως 20.000 υπολογίζονται - κατέφυγαν στην Αλβανία για να σωθούν. Αμέσως μετά την απελευθέρωση και με το που εγκαταστάθηκαν οι ελληνικές αρχές στη Θεσπρωτία, κινήθηκε η διαδικασία μηνύσεων από ιδιώτες αλλά και από τις αρχές ασφαλείας κατά των Τσάμηδων που είχαν διαπράξει  εγκλήματα και κάθε είδους βιαιότητες στην περιοχή ή είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές. Με συνοπτικές διαδικασίες το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων τον Μάιο του 1945 καταδίκασε ερήμην και αμετάκλητα ως προδότες και δήμευση των περιουσιών τους 1930 Τσάμηδες, τους περισσότερους στην ποινή του θανάτου. Οι περιουσίες τους αρπάχτηκαν, και στις αρχές της δεκαετίας του ’50  διαμοιράστηκαν νόμιμα με κλήρο  στους Έλληνες κατοίκους της περιοχής.

 Το θέμα των Τσάμηδων είναι από τα σοβαρότερα μειονοτικά θέματα που απασχολούν Ελλάδα και Αλβανία, και κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην πολιτική σκηνή της γειτονικής μας χώρας. Είναι απόρροια της πίεσης που δημιουργούν διάφορες τσάμικες οργανώσεις αλλά και  η αναθεωρητική πολιτική της Αλβανίας που όπως πολλοί υποστηρίζουν, υποδαυλίζεται – όπως και άλλες ακόμα ανθελληνικές ενέργειες - και καλλιεργείται από την Τουρκία. Παράλληλα βολεύει την Αλβανία και θα το βάζει πάντα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως αντίβαρο στις δικές μας διεκδικήσεις τις σχετικές με τα προβλήματα της ελληνικής μειονότητας στη γειτονική χώρα.

 

Αλβανοί - Σκιπετάροι 

Ομόφωνα η Αλβανική Βουλή έχει καθιερώσει την 27η Ιουνίου ως ημέρα γενοκτονίας των Τσάμηδων, ενώ τον Φεβρουάριο του 2016 οι τελευταίοι προσέφυγαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης καταθέτοντας φάκελο με τις διεκδικήσεις τους που έγινε δεκτός από τον Εισαγγελέα.. Πέρα από τις οικονομικές αποζημιώσεις (περιουσίες τους κλπ), ζητούν ολόκληρες περιοχές της Ηπείρου, όπως Ηγουμενίτσας, Πάργας κλπ.

Όπως είναι γνωστό, η ελληνική θέση είναι ότι οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής που τους είχαν εξοπλίσει, διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα κατά του ελληνικού πληθυσμού σκοτώνοντας, βιάζοντας, λεηλατώντας περιουσίες κ.ά, και με την απελευθέρωση αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ελλάδα φοβούμενοι τις συνέπειες των εγκλημάτων τους.

 Πηγές: 

Υπάρχει πολλή βιβλιογραφία γύρω από το θέμα, κι  επίσης έχει την τιμητική του σε πάρα πολλές ιστοσελίδες, από διαφορετική πολλές φορές οπτική γωνία. Ενδεικτικά αναφέρω δυο εξαίρετα βιβλία που ασχολούνται με το πρόβλημα: Της Επίκουρης καθηγήτριας της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας Ελευθερίας Μαντά το ένα, και του καθηγητή Πολιτικών Επιστημών Γιώργου Μαργαρίτη το άλλο.

Σημ: 1. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες σελ.150.2. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑ. ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΔΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ σελ 162.3. ομ  ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ σελ 164.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Ο Ταχυδρόμος του χωριού.

 


 

 

Ο Αγροτικός Ταχυδρόμος.

Τα παλιά χρόνια  οι επικοινωνίες μεταξύ των  ανθρώπων δεν είχαν καμιά σχέση με τη σημερινή εποχή.

Από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τον Μεσαίωνα σχεδόν οι επικοινωνίες ήσαν οπτικές (με την ανακάλυψη της φωτιάς) και ηχητικές, με τα τύμπανα, τη φωνή κλπ. Στις ηχητικές μάλιστα επικοινωνίες να θυμίσω ότι και σήμερα ακόμα η Χριστιανική θρησκεία χρησιμοποιεί το ήχο  της καμπάνας για να καλεί τους πιστούς στην εκκλησία, να γνωστοποιεί θανάτους κλπ. Αλλά και στα χωριά ό ήχος της καμπάνας χρησιμοποιείται για την μετάδοση και άλλων γενικότερων μηνυμάτων στους κατοίκους τους εκτός από τους θρησκευτικούς. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση κάνει την εμφάνισή του και ο τηλέγραφος που είναι και πρόδρομος του τηλεφώνου, κι από κοντά, αρχές του 20ου αιώνα  εμφανίζεται και ο ασύρματος που δεν αργεί να αναγνωριστεί ο σημαντικός του ρόλος στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αρχές του εικοστού αιώνα, 1909– 1910 αναπτύσσεται η ραδιοτηλεγραφική ζεύξη σε μεγάλες αποστάσεις, ενώ το 1908  ιδρύεται το πρώτο τηλεφωνικό κέντρο στην Αθήνα με 200 συνδρομητές. Το 1929 οι συνδρομητές του τηλεφώνου γίνονται 3.000, και στα επόμενα χρόνια αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς, το κόστος όμως μιας τηλεφωνικής σύνδεσης για δεκαετίες ακόμα παρέμενε πολύ μεγάλο. Κατά τις δεκαετίες του 1930-40-50 δεν υπήρχε τηλεόραση, και το ραδιόφωνο επίσης άργησε να φανεί, και ήταν και πανάκριβο.

Οι πόλεις είχαν το προνόμιο να απολαμβάνουν την έντυπη πληροφόρηση, και μετά τον πόλεμο άρχισε δειλά δειλά να κάνει την εμφάνισή του και το ραδιόφωνο. Μαθητής γυμνασίου στη Δημητσάνα Αρκαδίας το 1948 στην κορύφωση του Εμφύλιου, θυμάμαι πως ο ιδιοκτήτης του κεντρικού καφενείου της πόλης – ήταν γεμάτη από κόσμο η Δημητσάνα τότε, χωροφύλακες, ανταρτόπληκτοι, χίτες κλπ – είχε ανέβει στην Αθήνα για μια ολόκληρη βδομάδα για να προμηθευτεί ραδιόφωνο, να φέρει ειδικό τεχνίτη να εγκαταστήσει μια τεράστια κεραία  πάνω από τη στέγη, να κάνει τη σωστή σύνδεση για να μπορέσει να μπορέσει να πετύχει λήψη  κ.λ.π κλπ, ιστορία ολόκληρη για μια υποτυπώδη έστω πληροφόρηση μέσω των ερτζιανών.

Στην επαρχία υπήρχε ένα υποτυπώδες εναέριο τηλεφωνικό δίκτυο των τριών Τ. ( Ταχυδρομεία Τηλεγραφεία Τηλέφωνα) με αρχέγονες τηλεφωνικές συσκευές που λειτουργούσαν με χειροκίνητη μανιβέλα – καβουρντιστήρια τις αποκαλούσαμε τότε. Οι τηλεφωνικές αυτές συσκευές τοποθετούνταν στα κατά τόπους ταχυδρομικά και τηλεγραφικά γραφεία από τα οποία οι πολίτες μπορούσαν να συνδεθούν με κάποιο αντίστοιχο τηλεφωνικό κέντρο στην ύπαιθρο ή σε πόλη και να συνδιαλεχτούν, να μιλήσουν δηλαδή για ελάχιστο χρόνο, ή να στείλουν κάποιο τηλεγράφημα. Γιατί και το τηλεγράφημα ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας . Και για τους πολίτες που μπορούσαν έτσι να στέλνουν έστω τηλεγραφικά μηνύματα, αλλά και για το κράτος, που με αυτόν τον τρόπο διαβίβαζε εντολές, οδηγίες, αλλά και ολόκληρες εγκυκλίους  στις Δημόσιες Υπηρεσίες κλπ. . Με την πάροδο του χρόνου σημειώθηκε κάποια πρόοδος και η εναέρια τηλεφωνική σύνδεση άρχισε να εξαπλώνεται και στα χωριά.

Σε κάθε χωριό έμπαινε και μια τέτοια τηλεφωνική συσκευή στο σπίτι του προέδρου της κοινότητας συνήθως, από όπου οι κάτοικοι μπορούσαν να συνδέονται με οποιοδήποτε σημείο της χώρας και να συνδιαλέγονται. Όπως επίσης, αν κάποιος από μια πόλη ήθελε να μιλήσει με κάποιον δικό του στο χωριό, καλούσε το κοινοτικό τηλέφωνο και τους έλεγε ότι την αυριανή ημέρα στις 10 το πρωί - για παράδειγμα – θέλει να μιλήσει με τη μάνα του ή οποιονδήποτε άλλον κάτοικο του χωριού.. Στις αρχές φρόντιζε ο πρόεδρος να στέλνει κάποιον και να ειδοποιεί την/τον καλούμενη/ο ότι αύριο στις 10 το πρωί έπρεπε να στηθεί στο τηλέφωνο γιατί την καλούσε ο γιος της κλπ.     

Με τον καιρό όμως, και επειδή ο πρόεδρος δεν είχε πάντα κάποιον να στέλνει στην άλλη άκρη του χωριού για να κάνει τον αγγελιοφόρο αλλά ούτε και ήταν υποχρεωμένος, κλπ, κλπ, τα 3 Τ φρόντισαν να τοποθετήσουν μεγάφωνα στο χωριό ώστε να μπορεί ο Πρόεδρος ή ο οποιοσδήποτε άλλος στου οποίου ήταν εγκαταστημένο το τηλέφωνο να ειδοποιεί για τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα τηλεγραφήματα.

Το εναέριο τηλεφωνικό – τηλεγραφικό δίκτυο των 3Τ στηριζόταν σε ξύλινους στύλους που μπήγονταν στο έδαφος. Στην κορυφή τους βιδωνόταν ένας ισχυρός μεταλλικός γάντζος στον οποίον φύτευαν κάτι σαν κούπα από πορσελάνη στην οποία συνδεόταν το σύρμα και ξεκινούσε για τον επόμενο στύλο. Από το ένα χωριό στο επόμενο, σε ολόκληρη τη χώρα. Κυκλοφορούσε και κάτι σαν ανέκδοτο γύρω από τους τηλεφωνικούς στύλους: Ρωτούσε κάποιος τον άλλο να του πει αν ξέρει τι εστί τηλέφωνο. Ναι, του απαντούσε εκείνος, τηλέφωνο εστί, παλούκι εδώ παλούκι εκεί, παλούκι στο χωράφι σου, παλούκι στο αμπέλι μου, παλούκι πάρα πέρα¨ γαντζούρι – ο γάντζος -  στο παλούκι, φλυτζάνι – η πορσελάνινη κούπα – στο γαντζούρι, πατάς την ουρά του σκύλου εδώ (στην Αρκαδία π.χ,)  κάνει γαβ στο Καρπενήσι.

Η πραγματοποίηση όμως μιας τηλεφωνικής σύνδεσης καταντούσε πραγματικός άθλος πολλές φορές, καθώς το δίκτυο αντιμετώπιζε συνεχή προβλήματα. Πότε είχε πέσει κάποιος στύλος που στήριζε τα τηλεφωνικά σύρματα, πότε είχαν κοπεί τα σύρματα, πότε κάποιος μικροκτηνοτρόφος είχε αφαιρέσει μερικές δεκάδες μέτρα σύρμα από τη γραμμή για να μπαλώσει τους φράχτες στη στάνη του, πότε δεν υπήρχε καλή επαφή με τον επόμενο σταθμό, και μια σειρά άλλα, και δεν ήταν και λίγες οι προσπάθειες που έμεναν απραγματοποίητες

 

Τηλέγραφος

Ο πιο κοινός και δημοφιλής τρόπος επικοινωνίας στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο ήταν οι επιστολές, τα γράμματα όπως τις αποκαλούσαμε, που διακινούνταν μέσω των Ταχυδρομείων με τους ταχυδρόμους.

Αγροτικός λεγόταν ο ταχυδρόμος που διακινούσε το ταχυδρομείο στα χωριά, ή Αγροτικός Διανομέας. Η δουλειά του ήταν να παραλαμβάνει το  ταχυδρομείο από το κεντρικό Ταχυδρομικό Γραφείο της περιοχής και να το κάνει διανομή στα χωριά, αλλά και αντίστροφα. Να παίρνει δηλαδή τα γράμματα που ήθελαν να ταχυδρομήσουν οι κάτοικοι των χωριών προς οποιαδήποτε περιοχή ή τα έγγραφα προς Δημόσιες Υπηρεσίες που έστελναν πρόεδροι των κοινοτήτων, ιερείς, δάσκαλοι κλπ, να τα μεταφέρει στο Γραφείο  όπου τα ταξινομούσαν και παίρνανε το δρόμο για τον προορισμό τους. 

Είχα την τύχη να υπηρετεί ο πατέρας μου ως Αγροτικός Ταχυδρόμος στην Αρκαδία

 από το 1940 μέχρι τη δεκαετία των 80ς και έχω σωστή γνώση και των υπηρεσιών που πρόσφερε, αλλά και των πάρα πολύ δύσκολων προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη δουλειά του.

Μέσω των ταχυδρομείων, εκτός από επιστολές και ταχυδρομικά δελτάρια, διακινούνταν και δημόσια έγγραφα από και προς τις διάφορες υπηρεσίες, μικροδέματα, συντάξεις ιερέων, δημοδιδασκάλων  κλπ, αθηναϊκές εφημερίδες, αλλά και τηλεγραφήματα σε όποια χωριά δεν λειτουργούσε το κοινοτικό τηλέφωνο. Τα Ταχυδρομεία διακινούσαν επίσης γραμματόσημα και χαρτόσημα.

Στη Γορτυνία – επαρχία του νομού Αρκαδίας -  το κεντρικό ταχ/κό Γραφείο βρισκόταν στη Δημητσάνα που ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας.  Παραλάβαινε το Ταχυδρομείο από την Τρίπολη, το ταξινομούσε και το διοχέτευε στις δημοτικές ενότητες της Γορτυνίας. Τη δική μας ενότητα, της ορεινής και της πεδινής Ηραίας την αποτελούσαν 30 περίπου οικισμοί – Κοινότητες, και την εξυπηρετούσαν δυο Αγροτικοί Ταχυδρόμοι που είχαν την έδρα τους στο ταχυδρομικό γραφείο που βρισκόταν στο χωριό Παλούμπα Ηραίας

Το ταχυδρομείο ερχόταν στου Παλούμπα από τη Δημητσάνα δυο τρεις φορές την εβδομάδα, το ταξινομούσαν ο προϊστάμενος και ένας δυο άλλοι ταχυδρομικοί, σφράγιζαν τα γράμματα, έγγραφα κλπ με την σφραγίδα του ταχυδρομικού γραφείου Παλούμπα και το παραλάβαιναν οι δυο ταχυδρόμοι για διανομή στα χωριά της Ηραίας, ο καθένας στη δική του περιοχή.

Στο δρομολόγιο του πατέρα μου ανήκαν τα χωριά Παλούμπα που βρισκόταν το Γραφείο, Ψάρι, Λυκούρεση, Σέρβου, Αράπηδες, Μπούζα (Κοκκινοράχη σήμερα), Ζουλάτικα (Αετορράχη), Βλάχοι (Χρυσοχώρι) Γαρατζινού Τσιούκα (Λιοδώρα}  Μπέτσι (Αγιονέρι σήμερα)  Καρασάνι ( Όχθια), Μπουγιάτι (Λυσσαρέα),Σαρακίνι

 

Δημητσάνα Γορτυνίας
                                                                 

Ξεκινούσε πρωινές ώρες από το Ψάρι το χωριό μας και πήγαινε στου Παλούμπα για την παραλαβή. Παραλάβαινε με τις σχετικές γραφειοκρατικές διαδικασίες το ταχυδρομείο, απλές επιστολές, συστημένα και δημόσια έγγραφα, κάνα μικρό δέμα, γραμματόσημα, χαρτόσημα, φύλο πορείας, υπογραφές κ.λ.π, και μεσημέρι σχεδόν επέστρεφε στου Ψάρι όπου αφού γευμάτιζε, ξεκινούσε για τη συνηθισμένη πορεία του από την ορεινή στην πεδινή Ηραία εξηνταπέντε εβδομήντα περίπου χιλιομέτρων ανάμεσα σε μουλαρόδρομους, κατσικόδρομους και χέρσα χωράφια πολλές φορές για να «κόβει δρόμο», που ολοκληρωνόταν την επομένη με την επιστροφή του στου Παλούμπα.

Ξεινώντας από του Ψάρι, το πρώτο χωριό στο δρομολόγιο σε απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων ήταν του Λυκούρεση, στη συνέχεια Σέρβου, Αράπηδες, Κοκκινοράχη, Αετορράχη και τέλος για εκείνη την ημέρα οι  Βλάχοι στην Κάτω Ηραία, όπου όπως προβλεπόταν από την υπηρεσία ο ταχυδρόμος έκανε διανυκτέρευση.

Πρωί – πρωί την επομένη ξεκινούσε με τη σειρά πάλι, πεταγόταν μέχρι του Γαραντζινού στο Λάδωνα, και στη συνέχεια έκανε στροφή και τραβούσε για την Τσιούκα, του Μπέτσι, και συνέχιζε για την ορεινή Ηραία στου Καρασάνι, στου Μουγιάτι, στου Σαρακίνη, και κατέληγε στο Τταχυδρομικό Γραφείο του Παλούμπα για να παραδώσει τα προς αποστολήν  που είχε συγκεντρώσει στα χωριά.

Ο εξοπλισμός του ταχυδρόμου από την Υπηρεσία ήταν μια στολή με κουμπιά που έφεραν τα διακριτικά των 3Τ, ένα υπηρεσιακό πηλήκιο, μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα με χωρίσματα, και η καραμούζα του. Όσο ήταν νέος το δρομολόγιο αυτό των εξήντα εβδομήντα χιλιομέτρων το έκανε με τα πόδια, σπάνια πήγαινε με το μουλάρι του, και μην φανταστεί κανείς ότι απολάμβανε την πορεία μέσα στην άγρια φύση και στο πράσινο.   

 

΄Φορτωμένος την τσάντα του που από μόνη της χωρίς το ταχυδρομείο ζύγιζε τρεις τέσσερεις οκάδες, έπρεπε να διαβεί βουνά λαγκάδια και ρουμάνια, βαδίζοντας μέσα από μουλαρόδρομους και γιδόστρατες. Μετά τα πρώτα πέντε δέκα χιλιόμετρα η πορεία έστω και με καλό καιρό γινόταν κουραστική και επίπονη. Το χειμώνα όμως γινόταν μαρτυρική. Έβρεχε ή χιόνιζε το δρομολόγιο έπρεπε να γίνει, δεν δικαιολογιόταν καθυστέρηση ή αναβολή.

Στην ορεινή Ηραία, άνοιξη καλοκαίρι οι θερμοκρασίες είναι μηδενικές τις πρωινές ώρες και μέχρι να ανέβει ψηλά ο ήλιος, το έδαφος καλύπτεται πολλές φορές από την παγωμένη πάχνη. Το χειμώνα το χιόνι μερικές φορές έφτανε μέχρι το γόνατο και καθιστούσε το περπάτημα αδύνατο. Αλλά και με τις βροχές δεν ήταν καθόλου εύκολη η κατάσταση.  Σκεφτείτε τώρα, να έβρεχε επί ώρες, και ο ταχυδρόμος να προσπαθεί να προστατευθεί με την ομπρέλα του (δύσκολοι οι καιροί, πολλά τα στόματα που είχε να ταΐσει, ούτε σκέψη για αδιάβροχο και μπότες). Το να σταθεί έστω για λίγο κάτω από κάνα πουρνάρι μέσα στη ερημιά για να γλιτώσει τη βροχή, δεν ήτανε λύση. Ύστερα από λίγη ώρα και κάτω από το δέντρο βρεχόταν και τον έτρωγε και η υγρασία.

 

Παλούμπα Ηραίας
   Ο τόπος καλλιεργούταν μέχρι την τελευταία σπιθαμή, τα δένδρα ήταν ελάχιστα, και  οι βροχές δημιουργούσαν κατεβασιές και νεροσυρμές στα επικλινή εδάφη, αλλά και τεράστιες λίμνες στα επίπεδα σημεία με δέκα είκοσι εκατοστά νερό, καθιστώντας την πεζοπορία μαρτυρική. Πέρα όμως από αυτά ήταν και οι φυσικές ρεματιές και τα ξεροπόταμα  που με τις βροχές φουσκώνανε κατεβάζοντας πολλά νερά και φερτά υλικά, κάνοντας επικίνδυνη κάθε απόπειρα διάβασής τους.

Σε μια τέτοια κατεβασιά της Γκούρας, στην προσπάθειά του να περάσει ο πατέρας μου κατασκοτώθηκε και παρά τρίχα να πνιγεί. Από του Σέρβου κατέβαινε προς του Ψάρι με καταρρακτώδη βροχή βρεγμένος ήδη και ταλαιπωρημένος, και όταν έφτασε στη Γκούρα τη βρήκε κατεβασμένη. Στη διασταύρωση του δρόμου (4 χιλιόμετρα από το Ψάρι), το ρέμα που είναι το φυσικό σύνορο με το Ψαραίικο και το Σερβαίικο, έφερνε πολύ νερό και η διάβαση ήταν αδύνατη. Είχε περάσει εκατοντάδες φορές από εκείνο το σημείο και δεν απογοητεύτηκε, κατέβηκε λίγο χαμηλότερα που στενεύει η Γκούρα και προσπάθησε να περάσει πάνω από τις κορυφές των βράχων που βρίσκονταν καταμεσής στη ρεματιά και εξείχαν από το νερό. Κάτι όμως δεν του βγήκε όπως τα υπολόγισε, και πηδώντας από τον ένα βράχο στον άλλο γλίστρησε και σφηνώθηκε ανάμεσά τους χωρίς να μπορεί να μετακινηθεί

Σέρβου Ηραίας

 Ευτυχώς πρόλαβε να αγκαλιάσει την κορυφή ενός βράχου και δεν ανατράπηκε, καταφέρνοντας να κρατιέται σε όρθια στάση αλλιώς θα τον είχε παρασύρει το ρέμα.

Έμεινε ώρες εκεί εγκλωβισμένος να τον δέρνει η κατεβασιά με τα αγριεμένα νερά και τα φερτά υλικά. Όταν σταμάτησε η νεροποντή και χαμήλωσε η στάθμη της Γκούρας, με το κορμί του γεμάτο πληγές κατάφερε και απελευθερώθηκε, και με χίλια βάσανα έφθασε στο χωριό σέρνοντας. Μέχρι το πρωί το κορμί του από την περιποίηση που του είχαν κάνει  τα αγριεμένα νερά και τα  φερτά υλικά που τον χτυπούσαν τόσες ώρες είχε πρηστεί και είχε γίνει τούμπανο. Τον φορτώσανε στο μουλάρι και τον πήγαν στη Δημητσάνα – εικοσιπέντε χιλιόμετρα μουλαρόδρομο - που κάποιος γιατρός του έδωσε τις πρώτες βοήθειες.

Ο αγροτικός ταχυδρόμος ήταν πρόσωπο αγαπητό στα χωριά, τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο γιατί με τα γράμματα που τους έφερνε, ήταν συνήθως ο κομιστής καλών και ευχάριστων νέων. Γυναίκες λαχταρούσανε να πάρουν ένα γράμμα ή κάποια επιταγή από τους άντρες και τα παιδιά τους που λείπανε μήνες τώρα με τα μπουλούκια για μαστοριά. Κάποια μάνα που δεν έχανε τις ελπίδες της να πάρει ένα γράμμα από το γιό της  που τον είχαν αρπάξει οι Γερμανοί και από τότε είχε να δώσει σημείο ζωής. Γυναίκες και γονείς που πολεμούσαν οι άντρες και τα παιδιάς τους στο Μέτωπο.Άλλοι είχαν ξενιτεμένους στην Αμερική, στα σκλαβοπάζαρα της Γερμανίας, στην Αυστραλία, και ένα γράμμα από τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή και μια επιταγή ήταν βάλσαμο για τους γονείς και για τα αδέλφια.

Και στα γράμματα όμως που έρχονταν από την Αμερική ή την Αυστραλία, πολλές φορές υπήρχε ένα πεντοδόλαρο ή ένα δεκαδόλαρο μέσα στο φάκελο, που στην Ελλάδα λόγω της νομισματικής διαφοράς που υπήρχε τότε η αξία τους ήταν πολλαπλάσια, και τονώνανε κάπως την … οικονομία του χωριού.

Μπαίνοντας ο ταχυδρόμος στο χωριό σάλπιζε την καραμούζα του και σταματούσε συνήθως στο κεντρικό καφενείο όπου μαζεύονταν ηλικιωμένοι και γυναίκες με δεμένα τα τσεμπέρια στο κεφάλι τους περιμένοντας με λαχτάρα ένα γράμμα από κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο.

Έβγαζε το δέμα με τα γράμματα, έγγραφα, ειδοποιήσεις κλπ όπως το είχε παραλάβει από το γραφείο στου Παλούμπα, και άρχιζε να εκφωνεί τα ονόματα που έβλεπε, δίνοντάς τα στους τυχερούς που άπλωναν τα χέρια τους.

Όταν τελείωνε το μοίρασμα της αλληλογραφίας, παραλάβαινε τα γράμματα που έφερναν κάποιοι προς ταχυδρόμηση. Επικολλούσε επάνω τους τα απαραίτητα γραμματόσημα τα οποία του τα εξοφλούσαν εκεί, και τα έβαζε στην τσάντα του. Θα τα σφραγίζανε στου Παλούμπα με την υπηρεσιακή σφραγίδα, και θα παίρνανε την άγουσα για το κεντρικό ταχυδρομείο.

 

Όχθια Ηραίας (Καρασάνι).

 

Τύχαινε καμιά φορά να υπάρχει κάποιο συστημένο γράμμα, μια επιταγή ή και ένα μικροδέμα, και αν δεν υπήρχε εκεί η/ο παραλήπτρια/ης τα πήγαινε στα σπίτια τους, γιατί έπρεπε οι ίδιοι ή κάποιος της οικογένειας να υπογράψει για την παραλαβή. Το ίδιο γινότανε και με το δάσκαλο, τον παππά και τον πρόεδρο της κοινότητας που πολλές φορές ήταν παραλήπτες αλλά και αποστολείς υπηρεσιακών εγγράφων.  Ο παππάς και ο δάσκαλος ιδιαίτερα σαν δημόσιοι υπάλληλοι που ήταν, περίμεναν με λαχτάρα τον ταχυδρόμο που τους έφερνε και τη σύνταξή τους. Τον πρόεδρο της κοινότητας έπρεπε οπωσδήποτε να τον συναντήσει κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό, για  να του υπογράψει και να σφραγίσει το υπηρεσιακό του φύλλο πορείας. Να βεβαιώσει δηλαδή ο πρόεδρος ότι την συγκεκριμένη ημέρα ταχυδρόμος  έφερε το ταχυδρομείο στο χωριό.

Αν τύχαινε να απουσιάζει ο πρόεδρος, του υπέγραφε το φύλλο στο επόμενο δρομολόγιο.

Με το πέρασμα των χρόνων ο ταχυδρόμος αποχτούσε και τις σχετικές συμπάθειες στα χωριά. Τύχαινε κάποια χαροκαμένη γριούλα να θέλει να ταχυδρομήσει ένα γράμμα και δεν είχε το αντίτιμο για το γραμματόσημο. Τον έπιανε παράμερα και, «πάρτο Παναγιώτη μου, βάλε τα γραμματόσημα και στείλτο και την άλλη φορά που θα ‘ρθείς θα σου τα δώκω τα λεφτά». Το έπαιρνε, την εξυπηρετούσε. Και τον συνόδευε η αγάπη της, οι ευχές της και οι ευχαριστίες της. Τα δέματα επίσης, έπρεπε οι παραλήπτες να πάνε στο γραφείο στου Παλούμπα να τα παραλάβουν, να περπατήσουν δηλαδή δέκα και είκοσι χιλιόμετρα και άλλα τόσα στην επιστροφή. Αν ήταν μια - δυο οκάδες το βάρος του, το έπαιρνε ο Ταχυδρόμος και του το παράδινε στο χωριό. Και πάλι, αν ήταν βαρύτερο ή ογκώδες ένα δέμα, το φόρτωνε στο μουλάρι του και του και γλίτωνε ο χριστιανός μιας ημέρας ταλαιπωρία. Το ίδιο φυσικά γινόταν και με τα δέματα που κάποιοι ταχυδρομούσαν στους ανθρώπους τους στην ξενιτιά και έπρεπε να τα πάνε στου Παλούμπα για να τα καταθέσουν. Τέτοιες μικροεξυπηρετήσεις του ταχυδρόμου δημιουργούσαν σχέσεις συμπάθειας, φιλίας και ευγνωμοσύνης  με τους χωρικούς που τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, και τον καλοδέχονταν πάντα στα χωριά.

 

Ψάρι Ηραίας

Κάπως έτσι ήταν το συνηθισμένο πέρασμα του Ταχυδρόμου από το κάθε χωριό, που μόλις τελείωνε ξεκινούσε για το επόμενο, μέχρι να περάσει από όλα και να φθάσει στου Παλούμπα και να παραδώσει. Αυτά τον περασμένο αιώνα, στην εποχή μας πλέον η επικοινωνία και η ενημέρωση έχουν κάνει τέτοια πρόοδο που τότε ούτε να τα φανταστεί ούτε να τα ονειρευτεί κανείς μπορούσε.