Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020



 Εμεις οι Αρκάδες οι προσέληνοι.

Καλά είναι γραμμένο, με ένα λ, γιατί υποδηλοί και προσδιορίζει την ύπαρξη των Αρκάδων πριν από τη Σελήνη! Έτσι τουλάχιστον αναφέρει ο Αριστοτέλης ισχυριζόμενος ότι οι Αρκάδες υπήρχαν στη γη τους πολύ πριν κατοικηθεί από τους Έλληνες και προτού ακόμα εμφανιστεί η Σελήνη στον ουρανό! Γι αυτό τους ονόμασε προσέληνους. Αλλά και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρει ότι «όταν δεν υπήρχαν όλα τα περιφερόμενα σώματα στον ουρανό, πριν εμφανιστούν οι φυλές της Δανάης και του Δευκαλίωνα, και υπήρχαν μόνο οι Αρκάδες, για τους οποίους λεγόταν ότι κατοικούσαν πάνω στα βουνά και τρέφονταν με βελανίδια, πριν την ύπαρξη της  σελήνης».

Ο Παυσανίας στα αρκαδικά του μας πληροφορεί ότι πρώτος ηγεμόνας των Αρκάδων υπήρξε ο ισόθεος Πελασγός που επινόησε την κατασκευή καλυβιών για να ζεσταίνονται, να μην κρυώνουν και να μην βρέχονται οι Αρκάδες.

Επινόησε επίσης την κατασκευή ενδυμάτων από δέρματα προβάτων, και το κυριότερο, την τροφή από καρπό δρυών (βελανίδια). Ο Πελασγός είχε φυτρώσει από τη γη, ενώ άλλοι διατείνονταν πως ήταν γιος  του  Δία και της Νιόβης.

Αργότερα, ένας άλλος ηγεμόνας ο Αρκάς, γιος της Καλλιστούς μοναχοκόρης του Λυκάονα.( μοναχοκόρη αλλά ο Λυκάων είχε και 49 αγόρια!) εισήγαγε τον ήμερο καρπό από σιτάρι, έμαθε τους ανθρώπους να φτιάχνουν ψωμί και να υφαίνουν ενδύματα αφού και ο ίδιος είχε διδαχθεί το  γνέσιμο  από  τον Αρισταίο.

Πελασγία λεγόταν η χώρα παλιότερα αλλά  επί ηγεμονίας Αρκά ονομάστηκε Αρκαδία. Η Αρκαδία είχε  μεγαλύτερη έκταση από τη σημερινή αλλά δεν είχε πρόσβαση στη θάλασσα. Προς  τα βόρεια κατείχε και την περιοχή των Καλαβρύτων, τους  Λουσσούς (Σουδενά) την Κλειτορία και τον όγκο των Αροανίων. Προς τα νότια την Αλίφειρα, Φιγάλαια Βάσσες Θεισόα και την περιοχή της Ανδρίτσαινας ενώ στα ανατολικά έφθανε στη δυτική Κορινθία, στις περιοχές Φενεού  Στυμφάλου και στο όρος Κυλλήνη, στις περιοχές Σκοτεινής και Αλέας.

Αλλά και ο μεθοδικός Πολύβιος πλέκει εγκώμια για τους Αρκάδες στο 4ο βιβλίο του αναφέροντας μέσα σε άλλα ότι είναι φιλόξενοι, φιλότιμοι και χορευταράδες και αγαπούν  τη μουσική.

Αυτά τα ολίγα για εμάς τους Αρκάδες και την Αρκαδία για να μην μας περνάτε όπως μας βλέπετε! Άλλωστε, για την Αρκαδία δεν θα αρκούσαν ολόκληρες βιβλιοθήκες κι εγώ ούτε αρμόδιος ούτε ιστορικός είμαι.

ΥΓ. Όσο για το βελανίδι (βελάνι στη Γορτυνία), πέρα από τη μυθολογία, ο γράφων και εκατοντάδες  χιλιάδες συμπολίτες μας κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής το 1941 – 1942 το φάγαμε για να επιβιώσουμε από την πείνα αλεσμένο και ψημένο ψωμί. Και  όσο ακόμα ήταν ζεστό από το φούρνο τρωγόταν, όταν όμως ξεραινόταν δεν το «πέρναγε» ούτε Γκρας, το ισχυρότατο εκείνο ντουφέκι των αρχών του περασμένου αιώνα με τις μεγάλου διαμετρήματος σφαίρες.

 

 

 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020





 Σελίδες από την εποποιΐα του 1940 - 41

Όπλισε το Βάλτερ και έμεινε ακίνητος, λουφάζοντας μέσα στους θάμνους, σα ζώο του δάσους, αψηφώντας το τσουχτερό φλεβαριάτικο κρύο.

Πριν ένα χρόνο σχεδόν, κυνηγούσε τους Ιταλούς στο Αλβανικό Μέτωπο, τους κοκορόφτερους Ιταλούς, με τα οχτώ εκατομμύρια λόγχες, όπως περηφανευόταν ο Αρχηγός τους ο Μουσολίνι, που νόμιζαν πως θα έκαναν περίπατο στην Ελλάδα.  

Την μονάδα του την είχαν προωθήσει στο Αλβανικό μέτωπο στα μέσα Νοέμβρη του ’40, όταν το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε πεισθεί πως η Ελλάδα δεν επρόκειτο να δεχθεί βουλγαρική επίθεση.

                Τι αγώνας κι αυτός! Στις τρεις ημέρες μετά που φτάσανε στο μέτωπο πολεμώντας πέτρα-πέτρα, βράχο-βράχο, με υπεράνθρωπες προσπάθειες μπήκανε στην Κορυτσά! Στις είκοσι δύο του Νοέμβρη. Συνέχισαν το κυνήγι των  Ιταλών με την ψυχή στα δόντια, με αντιπάλους, όχι μόνο τους υπεράριθμους Ιταλούς και την Αεροπορία τους, αλλά και τον αγριότερο χειμώνα των τελευταίων είκοσι χρόνων.

Μια τρομερή βαρυχειμωνιά που έφραζε τις διαβάσεις με τα χιόνια και δεν μπορούσαν να εφοδιαστούν τα μαχόμενα τμήματα του ελληνικού στρατού που στερούνταν μηχανοκίνητων και προσπαθούσαν να μεταφέρουν μέσα από τα χιονισμένα κατσάβραχα και τα άγρια ρουμάνια τα πυρομαχικά με τα μουλάρια.

Έβλεπες την προσπάθεια που έκανε το ζώο, έβλεπες στα μάτια του την εξάντληση και το λυπόσουνα... που γκρεμοτσακιζότανε φορτωμένο ανήμπορο να αντιδράσει, όσο ανήμπορος ήσουνα και συ να το βοηθήσεις... Και σε απόκρημνα σημεία και διαβάσεις που δεν μπορούσαν να φτάσουν τα μουλάρια, έτρεχαν οι γυναίκες της περιοχής και κουβαλούσαν τα πυρομαχικά ζαλωμένες στην πλάτη.

Χιλιάδες φαντάρους αχρήστευσε αυτός ο τρομερός χειμώνας με τα κρυοπαγήματα, πολύ περισσότερους από όσους αχρήστευσαν τα ιταλικά πυρά. Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο... Παραμονές Δεκέμβρη στις είκοσι δύο, ένα μήνα μετά την Κορυτσά, ο ελληνικός στρατός πήρε την Χειμάρα. Αρχές Γενάρη, μπροστά στην Κλεισούρα, ο Δήμος τραυματίστηκε. Ακόμα και τώρα δεν έχει καταλάβει γιατί δεν πετάξαμε τους Ιταλούς στην θάλασσα. Ένα μήνα στο νοσοκομείο, και ύστερα αντί να τον στείλουν στο Αλβανικό μέτωπο, τον ξαναστείλανε στη Μακεδονία, στα Οχυρά. Πεζικό Επιφανείας για προστασία των Οχυρών. Άλλη εποποιία εκεί. Φτιαγμένα τα Οχυρά για να αντιμετωπίσουν την Βουλγάρικη απειλή, δεν είχαν καμιά πιθανότητα να αντέξουν μπροστά στην τεράστια ατσάλινη μηχανή του Χίτλερ.

Με την έναρξη βέβαια του ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβρη του ’40, η γραμμή Μεταξά έπαυε να έχει οποιαδήποτε αξία, γιατί ήταν αδύνατο να οργανωθεί σοβαρή άμυνα σ’ όλο αυτό το τεράστιο τόξο των ελληνικών συνόρων από  το Ιόνιο ως τον Έβρο, εναντίων των τριών Αυτοκρατοριών, της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας. Κι όμως, το θάρρος, η πίστη και η γενναιότητα των Ελλήνων, καθήλωσαν για τρεις ημέρες εκεί στα Οχυρά την πρωτοφανή και ακατάβλητη ως τότε πολεμική μηχανή της Βέρμαχτ, προκαλώντας της τεράστιες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Πολλά από τα φρούρια άντεξαν και αντιστάθηκαν ως την ημέρα της ανακωχής, παρά την τεράστια πίεση που δεχτήκανε από ξηράς και αέρος, και παρά την ανυπαρξία της αεροπορίας μας. Κάποια άλλα οχυρά πέσανε μέχρι του τελευταίου πολεμιστή. Στο Κέλκαγια, όταν μπήκαν οι Γερμανοί, βρήκαν τους τελευταίους Έλληνες υπερασπιστές, άλλους αποπνιγμένους και άλλους ως και τον φρούραρχο, λιπόθυμους από έλλειψη οξυγόνου.

Μέσα στον ορυμαγδό από τις βόμβες των Στούκας που αλώνιζαν ανενόχλητα στον αέρα, τις οβίδες των κανονιών και τα βλήματα των όλμων, το γάζωμα των αυτόματων και των πολυβόλων, το Πεζικό Επιφανείας προστάτευε τα Οχυρά απ’ έξω.

Εκτός από το πεζικό των Γερμανών που έκανε συνεχείς εφόδους, είχαν να αντιμετωπίσουν και τους αλεξιπτωτιστές που έπεφταν με ειδικές αποστολές για να ανατινάξουν τα πολυβολεία και τα Οχυρά με κάθε μέσον.

Χρησιμοποιώντας ακόμα και ηλεκτρικά τρυπάνια, άνοιγαν τρύπες στο μπετόν, που τις γέμιζαν με εκρηκτικά και ανατίναζαν τα Οχυρά στον αέρα. Αλλού έριχναν αέρια αποπνιγμού και χειροβομβίδες μέσα από τις πολεμίστρες, αλλού έχτιζαν τις πολεμίστρες και τις οπές αερισμού για να σκάσουν μέσα στα Οχυρά οι υπερασπιστές τους από έλλειψη οξυγόνου, όπως στο Κέλκαγια. Εδώ το πάλεμα, όταν δεν προλάβαινες να πυροβολήσεις, γινόταν με την ξιφολόγχη, με νύχια και με δόντια. Σε μια τέτοια επιχείρηση Αλεξιπτωτιστών, πολεμώντας ο Δήμος μέσα από ένα λάκκο που είχε ανοίξει η βόμβα ενός Στούκας, κι όπως τους πυροβολούσαν και τους σκότωναν σαν σπουργίτια στον αέρα προτού προλάβουν να πέσουν, είχε ρίξει άψυχο δίπλα του ένα Γερμανό Αλεξιπτωτιστή. Από αυτόν είχε πάρει το Βάλτερ που κρατούσε  τώρα στα χέρια του.

Τρεις μέρες τιτανομαχία στα Οχυρά, φωτιά και αίμα, σάρκες κομματιασμένες και  ατσάλι, κουρνιαχτός και τρόμος. Ύστερα σύγχυση. Οι στρατηγοί είχαν υπογράψει Συνθηκολόγηση. Άλλοι πολεμούσαν ακόμα και άλλοι είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής.

Ο Δήμος δεν χρειάστηκε τότε να το πολυσκεφτεί. Μπουλούκια-μπουλούκια κατέβαιναν οι φαντάροι προς τα κάτω. Ακόμα ήσαν ελεύθεροι να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους.

Ο Χίτλερ, λόγω της γενναιότητας, λέει, που επέδειξε ο ελληνικός στρατός στο Μέτωπο, δεν  τον θεωρούσε αιχμάλωτο. Ασυναίσθητα καθώς λούφαζε μέσα στους θάμνους κούνησε το κεφάλι του και ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. Μπορεί ο Χίτλερ να αναγνώρισε την ανδρεία και την αυταπάρνηση του Έλληνα στρατιώτη, δεν έγινε όμως το ίδιο από κάποιες γυναίκες  των ακριτικών περιοχών, που στην απελπισία και την τρομάρα τους, βλέποντας να εγκαταλείπονται στο έλεος των εισβολέων, κατηγορούσαν για δειλία τους Έλληνες φαντάρους που έφευγαν για τον τόπο τους ...

-  Δε βαριέσαι, τα ‘χει αυτά ο πόλεμος, σκέφτηκε με πίκρα. Μήπως σε άλλες περιοχές, όπως έφευγαν, δεν είδαν τη συμπόνια στα πρόσωπα των γυναικών, όπως στις Σέρρες, που τους περίμεναν με μια κανάτα νερό στα χέρια, όπως το ‘θελε η παράδοση για το στρατό;

Εκεί στις Σέρρες, μέσα στην ανακατωσούρα, είχε ακούσει να φωνάζει κάποιος το όνομα του:

-  Διαμαντόπουλε !

Ήταν ο λοχαγός του με μια ομάδα αξιωματικών.

- Κύριοι συνάδελφοι, είχε στραφεί ο λοχαγός του στους άλλους αξιωματικούς,    ‘από δω ο Διαμαντόπουλος, ο καλύτερος σκοπευτής μου.

  Γύρισε και έβαλε το ένα του χέρι προστατευτικά πάνω στην πλάτη του Δήμου καθώς συνέχισε:

- ‘Εφύτεψε πολλούς Γερμανούς στο Οχυρό να το φυλάνε με τα κόκαλα τους...’

Ο λοχαγός του... Παλικάρι με τα όλα του. Ολόκληρο λόχο Γερμανών είχαν στριμώξει σε ένα φαράγγι δίπλα στο Οχυρό και τους είχαν αιχμαλωτίσει, εκατόν είκοσι από δαύτους, μα σαν τους μαντρώσανε, ο λοχαγός του άκουσε έκπληκτος τον αξιωματικό τους να του λέει με συγκαταβατικό χαμόγελο:

- ‘Εντάξει, είμαστε αιχμάλωτοι σας, αλλά και σεις είστε αιχμάλωτοι του Γερμανικού στρατού. Του είχε δείξει ένα ισχυρότατο για την εποχή και τα ελληνικά δεδομένα ραδιόφωνο που κρατούσε στο χέρι του, από όπου επαναλαμβανόταν η είδηση: ‘Οι Γερμανοί μπαίνουνε στη Θεσσαλονίκη... οι στρατηγοί της Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας είχαν δώσει διαταγή για κατάπαυση πυρός.... ‘

-  Διαμαντόπουλε, εμείς αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τον πόλεμο και τραβάμε για το μέτωπο της Αλβανίας. Είσαι; τον είχε ρωτήσει ο λοχαγός του.

Ήταν. Στο κάτω - κάτω, πιο κοντά θα ήταν από κει προς την ιδιαίτερη πατρίδα του την Πελοπόννησο. Από τις όχθες του Στρυμόνα είχαν βγει στην Χαλκιδική, και από κει, δρόμο για την Ήπειρο. Στην Άρτα όμως, μια βόμβα που χτύπησε το καμιόνι που τους μετέφερε, σκότωσε τους περισσότερους, μαζί και τον λοχαγό του. Χαμός.

Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος είχε ήδη δώσει διαταγή κατάπαυσης του  πυρός σε όλο το Μέτωπο, και ο Δήμος είχε πάρει το δρόμο προς την Πάτρα. Χιλιάδες φαντάροι έφευγαν προς τα κάτω, από χωράφια και φαράγγια, με τη σύγχυση στο μυαλό τους για το αν θα πρέπει να κρύβονται ή όχι. Σε είκοσι μέρες ο Δήμος ήταν στο χωριό του με μοναδικά κειμήλια από τον πόλεμο το τραύμα του, τη χλαίνη και το Βάλτερ που κρατούσε αυτή τη στιγμή στο χέρι του περιμένοντας τους Ιταλούς. Το Βάλτερ, που το είχε κρατήσει πάνω του ώσπου να φτάσει στο χωριό του, αψηφώντας τους κινδύνους.

Διακόσια μέτρα μακριά καθώς έστριβε ο δρόμος, φάνηκαν οι Ιταλοί στρατιώτες με το μουλάρι. Έρχονταν με το πάσο τους, συζητώντας μεγαλόφωνα.

Περίμενε σαν τον κυνηγό στο φύλαγμα. Καθώς πλησίαζαν άφησε δίπλα του το πιστόλι και έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους, για να ζεσταθούν τα δάχτυλά του. Εκατό μέτρα... Έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στο Βάλτερ και κοκάλωσε ακίνητος. Πενήντα μέτρα... διέκρινε καθαρά τα χαρακτηριστικά τους.

Τριάντα μέτρα... είκοσι.... τώρα!

Πυροβόλησε τους δύο στρατιώτες, όπως ήταν κουρνιασμένος ακίνητος μέσα στους θάμνους.

 

Σημ: Απόσπασμα από το σχετικό με την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο βιβλίο μου που ετοιμάζω.

 

 

 

 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

 Η συγκομιδή των καρυδιών.


Στο Ψάρι (που εννοείται ότι είναι το κέντρο του κόσμου), τα καρύδια τα μαζεύουμε μετά τις πρώτες βροχές στο 10ήμερο περίπου που τρέχει από τέλος Σεπτέμβρη μέχρι 10 Οχτώβρη. Είναι η εποχή που μετά τις βροχές ωριμάζουν τα καρύδια , φουσκώνουν και ανοίγει η φλούδα τους. Αρχίζουν και πέφτουν με τον αέρα και τη βροχή, αλλά η διαδικασία απαιτεί ράβδισμα της καρυδιάς για να ρίξουμε όλα τα καρύδια και να τελειώνουμε. Ραβδίζουμε το δέντρο από το έδαφος με μια μακριά τέμπλα μέχρι ένα ορισμένο ύψος που φτάνουμε και αν είναι ψηλό ανεβαίνουμε στον κορμό του για να ραβδίσουμε τα κλαδιά που δεν φθάνουμε από κάτω, αλλά κι εκείνα της κορυφής, Το να ανέβει κανείς πάνω στην καρυδιά για να την ραβδίσει δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να είναι ικανός να ισορροπεί στηριζόμενος στα πόδια του πάνω στα κλαδιά, αφού για να «ραβδίσει» χρειάζεται να κρατεί την τέμπλα – ένα ξύλινο κοντάρι τριών τεσσάρων μέτρων -  και με τα δυο του χέρια, και κυρίως να επιλέγει με προσοχή το κλαδί πάνω στο οποίο θα στηρίζεται ενώ ραβδίζει.

Αφού «ρίξουμε» τα καρύδια που συνήθως με το πέσιμο τα περισσότερα αποβάλλουν τη φλούδα τα μαζεύουμε. Όσα δεν απογυμνώθηκαν με το πέσιμο τα πατάμε ελαφρά όπως βρίσκονται στο έδαφος και αποχωρίζονται εύκολα από  τη φλούδα, ενώ για κάποια δύσκολα που παραμένουν ακόμα στο… καβούκι τους χρήσιμο είναι να κρατάμε ένα μαχαιράκι της κουζίνας για να τα ανοίγουμε επί τόπου. Αλλά (για όσους βέβαια δεν τα γνωρίζουν αυτά), μην νομίζεται ότι με το να μαζέψουμε τα καρύδια τελειώσαμε .

Η διαδικασία της συγκομιδής σε αυτή την καρυδιά δεν σταματάει εκείνη την ημέρα. Είναι ευνόητο ότι η τέμπλα δεν φθάνει σε ‘όλες τις κορυφές των κλαδιών και κάποια καρύδια μένουν πάνω στο δένδρο θα συνεχίσουν να πέφτουν με τον αέρα ή τη βροχή, και από την επομένη πάλι θα περάσουμε ξανά κάτω από το δέντρο που ραβδίσαμε και θα μαζέψουμε δυο τρια κιλά ακόμα που πέσανε κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι αυτό γίνεται συνεχώς τις επόμενες ημέρες μέχρι να εξαντληθούν τα καρύδια. 



Συμβαίνει όμως καμιά φορά η καρυδιά να έχει ψηλώσει πολύ οπότε χρειάζεται κλάδεμα. Πρέπει δηλ κατά τη διαδικασία συγκομιδής των καρυδιών να κοπούν οι κλάδοι που έχουν αναπτυχθεί πολύ, και δεν είναι εύκολο να ανέβει κάποιος να τους ραβδίσει, όπως επίσης δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά. 


Πρέπει να ανέβεις ψηλά και να στηρίζεσαι πολύ καλά για να μπορέσεις να κόψεις τα κλαδιά με το αλυσοπρίονο, και να τα τραβήξεις κάτω γιατί συνήθως σκαλώνουν πάνω στο δένδρο. Μετά, τα κλαδιά αυτά, αφού βέβαια μαζέψουμε τα καρύδια που έχουν επάνω τους, τα κλαδέματα χρειάζονται ειδική διαχείριση. 

Να τα ξεκλαρίσουμε, να συγκεντρώσουμε χωριστά τους κορμούς για να τους τεμαχίσουμε για το τζάκι - η καρυδιά όταν ξεραθεί κάνει πολύ καλή φωτιά -  και χωριστά τα απόκλαρα που από 1η Νοέμβρη και ύστερα μπορούμε να τα κάψουμε





Αρχίζει μετά από αυτό το στάδιο μια άλλη επίπονη διαδικασία, το λιάσιμο. Πρέπει να απλώνουμε τα καρύδια στον ήλιο για μερικές ημέρες για να λιαστούν και να είναι έτοιμα για χρήση. Και λέω ότι είναι επίπονη διαδικασία γιατί πρέπει να εξασφαλίσουμε τον κατάλληλο χώρο που θα τα λιάζουμε, να τα απλώνουμε το πρωί _ βλέπετε τις εικόνες - και να τα μαζεύουμε το απόγευμα  γιατί τη νύχτα έχει υγρασία και φυσικά δεν μπορούμε να τα αφήνουμε έξω. Αυτή η διαδικασία, άπλωμα μάζεμα πρωί απόγευμα, συνεχίζεται για εφτά – οχτώ ημέρες για να έχουμε καλά αποτελέσματα, και στο μεταξύ, παράλληλα με το άπλωμα – μάζεμα φροντίζουμε να τα ξεσκαρτάρουμε και να πετάμε τα χαλασμένα καρύδια και όταν λιαστούνε καλά τα μαζεύουμε και… καλοφάγωτα!

 


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Μουσείο Αρχαίας Ολυμπίας

Μπροστά στο Ανατολικό Αέτωμα που με μια σύνθεση από 21 μορφές αναπαριστά στιγμές λίγο πριν από το ξεκίνημα της αρματοδρομίας μεταξύ του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου και του Πέλοπα.

Ο μύθος όπως αναφέρεται και στον Οδηγό Αρχαιοτήτων που παρέχεται στο Μουσείο από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων  έχει ως εξής περίπου:

Ο βασιλιάς της Πίσας Οινόμαος είχε δυο παιδιά τον Λεύκιππο και την Ιπποδάμεια. Γνωστή είναι η ιστορία του Λεύκιππου που σαν μεγάλωσε αγάπησε παράφορα την κόρη του Λάδωνα μια από τις νύμφες της θεάς Αρτέμιδας που όμως εκείνη δεν έτρεφε καμία συμπάθεια για τους άνδρες και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματά του. Στην απελπισία του το νεαρό βασιλόπουλο και διάδοχος του βασιλείου της Πίσας, για να μπορεί να βρίσκεται κοντά στην αγαπημένη του μεταμφιέστηκε σε μια πολύ όμορφη παρθένο και παρουσιάστηκε στην κόρη του Λάδωνα ( που μετά από αυτήν την ιστορία πήρε το όνομα Δάφνη) λέγοντάς της ότι είναι κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου και θέλει να βρίσκεται μαζί της, να κυνηγάνε μαζί, να γίνουν φίλες.  Ο Παυσανίας αναφέρει μάλιστα ότι τα μαλλιά του που τα είχε αφήσει μακριά για να τα αφιερώσει στον Αλφειό τα έπλεξε κατά πως συνηθίζανε οι παρθένες, και, κάτι η ευγενική καταγωγή της βασιλοπούλας, κάτι οι ικανότητες που έδειχνε στο κυνήγι, κατάφερε να γίνουν κολλητές φίλες. Κάποια ημέρα όμως μετά το κυνήγι η κόρη του Λάδωνα αποφάσισε να δροσιστούνε στα δροσερά νερά του ποταμού με τις θεραπαινίδες της , κι ενώ πρόθυμες όλες γδύθηκαν, ο Λεύκιππος που παρίστανε την παρθένο δεν έβγαζε τα ρούχα του. Οι παρθένες που δεν καταλαβαίνανε τους λόγους αυτής του της αντίδρασης πέσανε επάνω του και τον έγδυσαν, και οργισμένες από τη θέα του ανδρικού κορμιού ανάμεσά τους τον κατέσφαξαν με τα ξιφίδια τους.

Έτσι λοιπόν, μετά το θάνατο του Λεύκιππου το βασίλειο της Πίσας έμενε χωρίς διάδοχο ενώ παράλληλα ο Οινόμαος πληροφορήθηκε από το  μαντείο ότι θα τον σκότωνε πριν από το γάμο ο άνδρας που θα νυμφευόταν την κόρη του.

Ο Οινόμαος που κατά μια άλλη εκδοχή είχε ερωμένη του την Ιπποδάμεια το σκέφτηκε το πρόβλημα και αποφάσισε πώς παρά τον χρησμό του μαντείου που πρόβλεπε τον θάνατό του θα μπορούσε ο ίδιος να αλλάξει το πεπρωμένο και να δρομολογήσει τις εξελίξεις κατά το δοκούν.

Έχοντας φτερωτά άλογα που του είχε χαρίσει ο πατέρας του ο Άρης και ήταν αδύνατο να νικηθούν, σκέφτηκε να κάνει αγώνες  αρματοδρομίας μεταξύ εκείνου και των μνηστήρων που θα ενδιαφέρονταν για την Ιπποδάμεια μέσα από τους οποίους αφού ο ίδιος θα ήταν νικητής θα τους εξουδετέρωνε.

Διακήρυξε λοιπόν πως όποιος ήθελε να νυμφευθεί την Ιπποδάμεια και να γίνει βασιλιάς της Πίσας θα έπρεπε να συναγωνιστεί μαζί του σε αρματοδρομία με αφετηρία το Ιερό του Δία της Ολυμπίας και τέρμα τον Ισθμό της Κορίνθου.

 Αν νικούσε ο μνηστήρας θα έπαιρνε την Ιπποδάμεια και το βασίλειο της Πίσας, ενώ αν νικούσε ο Οινόμαος θα τον φόνευε.

Έτσι λοιπόν νίκησε και σκότωσε δεκατρείς μνηστήρες σε ισάριθμες αρματοδρομίες κόβοντας τα κεφάλια τους που τα κάρφωνε σε πασσάλους γύρω από το ανάκτορό του ή στον ναό του Άρη μέχρι που εμφανίστηκε ο Πέλοπας από τη Φρυγία νόμιμος γιος του Τάνταλου αλλά φυσικός γιος του Ποσειδώνα – κατά μία άλλη εκδοχή ήταν απόγονος του Ώλενου και είχε βασιλέψει στην αρχαία Ώλενο της Αχαΐας – και ζήτησε από τον Οινόμαο την Ιπποδάμεια για σύζυγό του συμφωνώντας να τον συναγωνιστεί  στην αρματοδρομία. Από τη μια λοιπόν ο Οινόμαος με τα φτερωτά τα αήττητα άλογα, και από την άλλη ο Πέλοπας που ζήτησε τη βοήθεια του φυσικού του πατέρα για τούτον τον αγώνα και ο Ποσειδώνας του έδωσε ένα τέθριππο άρμα που τα άλογά του δεν κουράζονταν ποτέ και με αυτό νίκησε και σκότωσε τον Οινόμαο.



Άλλη εκδοχή ( που την βλέπουμε στη Wikipedia.org) και αλλού υποστηρίζει ότι ο Πέλοπας εξαγόρασε τον Μυρτίλο τον ηνίοχο του Οινόμαου τάζοντάς του το μισό βασίλειο της Πίσας ή την Ιπποδάμεια για μια νύχτα, και εκείνος αντικατέστησε τη σφήνα στον άξονα του τέθριππου του Οινόμαου με κέρινη, και όταν ξεκίνησε ο αγώνας το άρμα ανετράπη και ο Οινόμαος σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε κλπ.

Μετά τον φόνο του Οινόμαου ο Πέλοπας με την Ιπποδάμεια που κατά μια εκδοχή τον είχε ερωτευτεί και συμμετείχε στη συνομωσία με τον ηνίοχο κατά του πατέρα της διέφυγαν στην πατρίδα του Πέλοπα παίρνοντας και τον Μυρτίλο μαζί τους. Κατά την μυθολογία μας πάντα, Πέλοπας δεν φέρθηκε άδικα μόνο στον Οινόμαο που τον σκότωσε με πονηριά, αλλά εξαπάτησε και στον Μυρτίλο που όχι μόνο δεν τήρησε τη συμφωνία μαζί του να του δώσει την πανέμορφη Ιπποδάμεια για μια νύχτα όπως του είχε υποσχεθεί ή το μισό βασίλειο της Πίσας, αλλά τον δολοφόνησε ρίχνοντάς τον από ένα βράχο στη θάλασσα, και κατά μια εκδοχή από εκείνη την ιστορία με τον φόνο του Μυρτίλου πήρε το όνομά του το Μυρτώο Πέλαγος. Ο Πέλοπας έζησε καλά με την Ιπποδάμεια και κυριάρχησε στην περιοχή. Θεωρείται ο ιδρυτής των Ολυμπακών αγώνων στην κοιλάδα του Αλφειού ενώ και η Ιπποδάμεια ίδρυσε τα Ηραία καθιερώνοντας την διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν της θεάς Ήρας κάθε τέσσερα χρόνια στους οποίους συμμετείχαν αποκλειστικά γυναίκες.

Εδώ λοιπόν στο Ανατολικό Αέτωμα στη σύνθεση κυριαρχεί στη μέση το μεγαλόπρεπο σώμα του Δία και δεξιά του αγέρωχος, βέβαιος για τη νίκη στέκεται ο Οινόμαος και δίπλα του η σύζυγός του Στερόπη. Παραδίπλα φαίνεται το τέθριππο άρμα με τα φτερωτά άλογα, ο Μυρτίλος κλπ. Αριστερά του Δία  στέκεται ο πανέμορφος Πέλοπας και δίπλα του η Ιπποδάμεια. Στη συνέχεια το άρμα του Πέλοπα με τα 4 άλογα κλπ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Λαγκάδια Αρκαδίας



Κεφαλοχώρι της Γορτυνίας χτισμένο σε πλαγιά με κλίση 70 μοιρών σε 980 υψόμετρο με ιστορία και προσφορά στον αγώνα της Εθνεγερσίας του 1821, αλλά και από τους γνωστούς Λαγκαδινούς μαστόρους του (πετράδες) γνωστό, γενέτειρα των Δεληγιανναίων και άλλων αγωνιστών, 65 χλμτ ΒΔ της Τρίπολης και 80 ανατολικά του Πύργου Ηλείας.        

                  Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πως ιδρύθηκε το χωριό και πότε πρωτοκατοικήθηκε, όπως ότι χτίστηκε από πετράδες εργατοτεχνίτες της περιοχής που εργάζονταν στην κατασκευή του Γεφυριού της Κυράς στο Λάδωνα κατά τον 13ο αιώνα, άλλη υποστηρίζει ότι ιδρύθηκε από συνένωση μικροοικισμών, άλλη, πως ιδρύθηκε από προγόνους των κοτζαμπάσηδων Δεληγιανναίων κλπ.
Στο ξέσπασμα της επανάστασης του 1821, τα Λαγκάδια συμμετείχαν δραστήρια, αλλά, μην πάει ο νους σας σε μπουλούκια Λαγκαδινών που κραδαίνοντας ρόπαλα, δρεπάνια και οτιδήποτε πρόχειρο όπλο στα χέρια κυνηγούσανε και σφάζανε τους Τούρκους. Η αλήθεια είναι ότι οι Τούρκοι της περιοχής σφαχτήκανε, όχι όμως από το λαό, αλλά από τους μπράβους και τους μισθοφόρους του Κανέλλου Δεληγιάννη.

           Οι ραγιάδες εκείνης της εποχής – σκλάβους από χέρι τους αποκαλούσαν οι Αλβανοί που κατά καιρούς διαγουμίζανε το Μωρηά - αγνοούσαν τι θα πει Ελλάδα και ελληνισμός, και δεν νοιαζόντουσαν για τα προβλήματα των κοτζαμπάσηδων και των άλλων προυχόντων και προεστών. Δεν είχαν ιδέα περί ξεσηκωμού και επανάστασης. Γιατί, πέρα από ό,τι λένε τα παραμύθια, η επανάσταση ήταν σύγκρουση συμφερόντων των ντόπιων μεγαλοκτημόνων, προυχόντων, κοτζαμπάσηδων, και λοιπών… καταπιεστικών του απλού λαού δυνάμεων, εναντίον των συμφερόντων των Τούρκων ομοιών τους, μεγαλοκτημόνων και αξιωματούχων. Αγώνας δηλαδή για το ποιος θα νέμεται την Εξουσία στο σβέρκο του υποτελούς και καταπιεζόμενου λαού.

              Στα Λαγκάδια, την επανάσταση την κήρυξε στις 23 Μαρτίου  του 1821 ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος Κοτζαμπάσης του Μωριά.  Εξαπέλυσε τους μισθοφόρους του – είχε δικαίωμα όπως όλοι οι κοτζαμπάσηδες να διατηρεί ένοπλους μισθοφόρους, και εκείνος διατηρούσε ολόκληρο στρατό για να προστατεύει την περιουσία και τα συμφέροντά του – και συνέλαβε τις τούρκικες οικογένειες που ζούσαν στα Λαγκάδια.

        Στη συνέχεια, για να μπορέσει να κινητοποιήσει τους ραγιάδες της περιοχής που αδιαφορούσαν για τα της επανάστασης και καμιά όρεξη δεν είχαν για να σκοτωθούνε για τα συμφέροντα των Δεληγιανναίων, έδωσε εντολή στους μπράβους του και σφάξανε όλους τους Τούρκους, τριακόσια άτομα από σαράντα οικογένειες, άνδρες γυναίκες και παιδιά, μέχρι και τα μωρά στις κούνιες, και κάψανε και το τούρκικο τζαμί. Έτσι, όταν ξεκινήσανε από την Τρίπολη τα τούρκικα στρατεύματα με κατεύθυνση τα Λαγκάδια, ενοχοποιημένοι οι ραγιάδες χωρίς όμως να έχουν καμιά ευθύνη για τη σφαγή των Τούρκων, τρέξανε πατείς με πατώ σε  να αρπάξουν τα όπλα και να ενωθούνε με τους Δεληγιανναίους για να προστατέψουνε τις οικογένειές τους. Και τότε αναγκαστικά άρχισε από τους καπεταναίους και η σχετική περί πατρίδας, Ελλάδας, και άλλων τέτοιων παραμυθιών κατήχησή τους.
            Ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του, ομολογεί πως τις σφαγές των Τούρκικων οικογενειών των Λαγκαδίων τις κάνανε οι μισθοφόροι του ύστερα από εντολή του «τους έβαλα στα αίματα » γράφει, για να εξαναγκάσει τους κατοίκους της περιοχής να ξεσηκωθούν και να συμμετέχουν στην επανάσταση. 
                    Και ο Κολοκοτρώνης όμως, στην Διήγηση των Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής ομολογεί την άρνηση και την  αδιαφορία των κατοίκων της περιοχής να πολεμήσουν για την επανάσταση. «Ο Κάμπος της Καρύταινας (Γορτυνία) δεν ήθέλησε να πιάσει τα άρματα» λέει. Και φυσικά, μπροστά στην αδιαφορία και την  άρνηση του λαού να πολεμήσει, ήρθε το μέτρο της επιστράτευσης από 18 χρονών μέχρι 60.
       Οι Λαγκαδινοί πολεμήσανε τους Τούρκους, και κατά τη διάρκεια του Αγώνα αναδειχτήκανε πολλοί ήρωες, όπως οι Θανάσης και Μιχάλης Κίντζιος, ο Παπασταθούλης, ο Καραβογιάννης και άλλοι.
                        Κατά τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο μετά το 1821 τον αποκαλούμενο και «Πόλεμο των Προεστών» εκεί μεταξύ 1824 και 1825, οι Άγγλοι που είχαν δώσει τα δάνεια έριξαν το βάρος τους στη νησιώτικη κεφαλαιοκρατία, και ο Κουντουριώτης με την παρέα του σκορπώντας αφειδώς τις αγγλικές λίρες των δανείων έφερε στίφη εξαθλιωμένων Ρουμελιωτών, που με επικεφαλής τον Κωλέτη και τον Γκούρα εξαπολύθηκαν – των Καραίσκάκη και Μακρυγιάννη μη εξαιρουμένων - και λεηλατούσαν, έκαιγαν και εδήωναν το Μωρηά τιμώντας ιδιαίτερα τη Γορτυνία, σπέρνοντας την καταστροφή το φόβο και τον τρόμο στους αντιπάλους τους.

Στα έρημα Λαγκάδια ο Κωλέττης άραξε για αρκετές ημέρες στο αρχοντικό των Δεληγιανναίων, και οι άνδρες του καταστρέφανε ό,τι είχε ακόμη μείνει όρθιο. Τόσο ήταν το μίσος κατά των αντιπάλων τους και τέτοια η μανία καταστροφής, που για να γδάρουν τα χοιρινά που σφάζανε για να φάνε, αντί για νερό ( το βραστό νερό είναι απαραίτητο για το γδάρσιμο του χοιρινού) βράζανε κρασί που το τραβούσαν με τους κουβάδες από τις δεξαμενές και τα βαρέλια.! 

Την ίδια μοίρα είχε το Δεληγιανναίικο και τα Λαγκάδια λίγο αργότερα στα τέλη Ιουνίου του 1825, όταν ο Ιμπραήμ πασάς αφού νίκησε και κατέσφαξε τη Γορτυνιακή κλεφτουριά στη γνωστή μάχη στα Τρίκορφα που κύριος αντίπαλός του ήταν το οχύρωμα του Κανέλλου Δεληγιάννη, όρμησε ακάθεκτος και ανεμπόδιστος με δυο σώματα στρατού από τέσσερεις χιλιάδες πεζικό και 1000 ιππείς το καθένα, στη μαρτυρική Γορτυνία. Πέρασε στην Αλωνίσταινα δηώνοντας σφάζοντας και αιχμαλωτίζοντας για τα σκλαβοπάζαρα που δούλευαν ασταμάτητα στην Μεθώνη, μπήκε στη Βυτίνα που έκανε και το γάμο του με την πιο όμορφη από τις παρθένες που είχαν συλλάβει οι καβαλαραίοι  του κυνηγώντας τα γυναικόπαιδα στα δάση που κρύβονταν, και αφού έμεινε κάνα δυο ημέρες εκεί έκαψε το χωριό, «τη Βυτίνα την αναποδογύρισε» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος.

Συνεχίζοντας την καταστροφική πορεία του ανέβηκε στα Μαγούλιανα και μετά έφτασε στα Λαγκάδια όπου έμεινε επί μια βδομάδα στο αρχοντικό των Δεληγιανναίων (ό,τι είχε απομείνει από τους Ρουμελιώτες επιδρομείς). Και φυσικά έκαψε και τα Λαγκάδια.

Μια άλλη ξεχωριστή σελίδα για τα Λαγκάδια αποτελεί ο αποκεφαλισμός από τους Τούρκους του ισχυρού και με μεγάλη περιουσία Ιωάννη Δεληγιάννη συνεργάτη τους και Μοραγιάννη, πατέρα του Κανέλλου.

Με μια σχετική αναπηρία από κάποια απόπειρα εναντίον του, 78 χρόνων και άρρωστος, είχε μεταβιβάσει την Εξουσία του σαν Μοραγιάννης στον γιό του Θεόδωρο Δεληγιάννη. Αυτό δεν άρεσε στους άλλους προεστούς και κοτζαμπάσηδες του Μωρηά, ιδιαίτερα στον Ανδρέα Λόντο,  και τον διέβαλλαν στους Τούρκους καταμαρτυρώντας διάφορα σε βάρος του. Οι Τούρκοι με Σουλτανικό Φιρμάνι πήγαν στα Λαγκάδια και  κόψανε το κεφάλι του κατάκοιτου γέροντα εκεί στο αρχοντικό του και το πήγαν ως λάφυρο στον πασά, ενώ πετάξανε από το παράθυρο το ακέφαλο  κορμί του στον κήπο.

Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα στου Μπαστηρά κριάρια

και στα Λαγκάδια στο χωριό σφάζουν το Δεληγιάννη
εξήντα χρόνων γέροντα, σαράντα Μοραγιάννη
μαρτυρεί και η λαϊκή μούσα.

Mετά το διώξιμο των Τούρκων που ξεκινά η προσπάθεια χτισίματος του ανεξάρτητου κράτους και προκύπτει άμεση η ανάγκη κατασκευής δημόσιων χτιρίων, οχυρωματικών έργων κλπ, και καθώς οι Λαγκαδιανοί είχαν φήμη τεχνιτών της πέτρας με πλούσια αρχιτεκτονική παράδοση - το βασικό οικοδομικό υλικό  τότε ήταν η πέτρα – γίνονται περιζήτητοι πετράδες και η φήμη τους απλώνεται στην ελληνική επικράτεια.

 Μπουλούκια Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας με τους βοηθούς τους  και τα γαϊδουράκια τους ξεκινούν προς όλα τα σημεία της χώρας και χτίζουν περίτεχνα δημόσια και ιδιωτικά χτίρια, δύσκολα γεφύρια πραγματικά έργα τέχνης πάνω σε ορμητικά ποτάμια, σχολεία εκκλησίες και άλλα, ανθεί η οικονομία του χωριού που εξελίσσεται σε σημαντική πόλη που φθάνει και τους 7000 κατοίκους και γίνεται η αμέσως μετά την Τρίπολη σε πληθυσμό πόλη. Κάπου διάβασα ότι φθάσανε κάποτε να οργανώνουν 150 μέχρι 200 μπουλούκια μαστόρων και εργατών. Τέτοια ήταν η φήμη των Λαγκαδινών μαστόρων που λένε πως, όταν ρώτησε κάποτε ένας δάσκαλος να του πουν τα παιδιά αν ξέρουν ποιος έφτιαξε τον κόσμο, «οι Λαγκαδινοί μαστόροι»! απάντησαν εν χορώ οι πιτσιρικάδες. 

          Κατά τις αρχές .όμως του περασμένου αιώνα που αρχίζει το μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς την Αμερική, οι Λαγκαδινοί εγκαταλείπουν ομαδικά τον τόπο τους αναζητώντας καλύτερη τύχη, και αρχίζει η πληθυσμιακή αιμορραγία του χωριού. Ακολουθεί και η εσωτερική μετανάστευση μετά τον πόλεμο που παίρνει τη μορφή κύματος φυγής προς την Αθήνα και άλλα  μεγάλα αστικά κέντρα, και τα Λαγκάδια σιγά – σιγά ερημώνουν. Από στοιχεία που βρήκα στη Βικιπαίδεια βλέπουμε ότι κατά το 1896 είχαν 6815 κατοίκους, πενήντα περίπου χρόνια αργότερα κατά το 1951 είχαν 2359, και τώρα, όπως μόλις χθες πληροφορήθηκα, οι μόνιμοι κάτοικοι κατά τους χειμερινούς μήνες ανέρχονται μόλις στους 170.

 

 

 

 

























Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Τότε που σκοτώνανε τον Άρη







- Δεν είναι μόνο το ότι νικηθήκαμε, καπετάνιε, δεν είναι που χάσαμε τον αγώνα, είναι ακόμα το ότι με τη συμπεριφορά και τα λάθη μας δώσαμε το δικαίωμα ώστε ο κάθε ρεμπεσκές, το κάθε κωλόπαιδο που κρατάει ένα όπλο στο χέρι, να αποφασίζει για τη ζωή και την αξιοπρέπειά μας. Μας σκοτώνουνε για να κάνουνε το κέφι τους. Και η ηγεσία με την καθοδήγηση μας λέει να παραμείνουμε ψύχραιμοι στα σπίτια μας για να μη δίνουμε δικαίωμα στην αντίδραση να ισχυρίζεται ότι παραβιάζουμε τη συμφωνία της Βάρκιζας, ενώ είναι ολοφάνερο πως η κυβέρνηση είναι εκείνη που παραβιάζει τη συμφωνία με το να εξοπλίζει όλο αυτό το σκυλολόι και να το εξαπολύει εναντίον μας.

Βρίσκονταν στο μαντρί του Λιαντίνου απόμερα μέσα σε δασωμένη περιοχή μακριά από καλλιεργημένα χωράφια, και αυτός ήταν ένας από τους σοβαρούς λόγους που ο Δήμος είχε κανονίσει να κάνουν εκεί τη συνάντησή τους με τον Στασινό, που την ετοίμαζαν εδώ και δέκα μέρες περίπου.

Είχε απορρίψει την ιδέα να βρεθούν στο Σφεντάμι, γιατί αυτή την εποχή, αρχές Απρίλη, μικροί και μεγάλοι βρίσκονταν έξω στα χωράφια πεσμένοι με τα μούτρα στο βοτάνισμα, ξεριζώνοντας φαλαρίδες αγριάδες και διάφορα ζιζάνια από τα γεννήματα, και ένας περαστικός και μάλιστα ξένος όπως ήταν ο Στασινός που θα περνούσε από τον μοναδικό αγροτικό δρόμο που οδηγούσε μέσω του Παραπονιάρη στο Σφεντάμι, θα προκαλούσε την εύλογη περιέργεια των αγροτών. Και ήσαν πολλοί εκείνοι που θα σημείωναν το πέρασμά του, αφού μέχρι τον Παραπονιάρη λίγο πιο κάτω από το Σφεντάμι όλα τα χωράφια ήσαν σπαρμένα με σιτάρια και κριθάρια που βοτάνιζε τώρα ο κόσμος.

Έπειτα, δεν ήσαν και λίγοι κάτοικοι του Μερεβού που τον γνώριζαν είτε σαν συμπολεμιστές στη μάχη στο Νερό του Φίλιππα, είτε από τη συμμετοχή του στο Ξεπάστρεμα της συμμορίας του Σκουριά.

Ο Δήμος παρατηρούσε σκεφτικός το σύντροφο και συμπολεμιστή του συμφωνώντας απόλυτα με τις διαπιστώσεις του.

- Το τραβάνε κατευθείαν για Εμφύλιο, είπε. Είναι αποφασισμένοι να μας βγάλουνε στο βουνό, τώρα που μας αφοπλίσανε.

- Αυτό φαίνεται πως λέει και ο Άρης, και κατηγορεί, λένε, την ηγεσία για πολλά ακόμα λάθη.

- Δεν μου κάνει εντύπωση αυτό το τελευταίο, και δεν έχει καθόλου άδικο αν τους τα λέει. Θυμάμαι μάλιστα, και το είχαμε κουβεντιάσει τότε, πως είχανε κυκλοφορήσει φήμες ότι δεν ήθελε να υπογράψει τη συμφωνία αποστράτευσης του ΕΛΑΣ.

- Το θυμάμαι. Και είχε εκβιαστεί λέγανε, γιατί αν δεν υπόγραφε ο Άρης, δεν έβαζε και ο Σαράφης την υπογραφή του

- Έτσι είναι. Για πες μου, τι γίνεται τώρα με τον Άρη, εγώ εδώ έχω μεσάνυχτα. Πέρα από αυτό που γράψανε οι εφημερίδες πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, ότι ξαναβγήκε στο βουνό, δεν ξέρω τίποτε άλλο.

-Ας είναι καλά ο Ζιάγκας στο Βασιλικό, αυτός έφερε τα νέα με λεπτομέρειες. Ο Άρης βγήκε στο βουνό με διακόσιους αντάρτες, λένε. Πάνω στη Θεσσαλία, στα παλιά του λημέρια, και όπου περνάει γίνεται ξεσηκωμός. Καλεί σε νέο αντάρτικο, για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή κυριαρχία, για Δημοκρατία. Για το διώξιμο των Άγγλων. Και φυσικά ήρθε σε ρήξη με την ηγεσία του ΚΚΕ που διαφωνεί κάθετα μαζί του. Οπότε, τους έστειλε εκεί στο ΚΚΕ μια επιστολή, διακήρυξη, δεν ξέρω ακριβώς, και τους κατηγορεί, την ηγεσία, ότι από το συνέδριο του Λιβάνου και εδώθε κάνανε πολλά και σοβαρά λάθη. Ιδιαίτερα για τη συμφωνία της Βάρκιζας, τους λέει πως τα επιχειρήματα της διαφώτισης είναι αστεία και δεν τα πιστεύει κανένας πλέον. Τους καλεί να ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν ότι η αντίδραση και οι Εγγλέζοι δεν έχουνε καμιά διάθεση για ομαλή και ειρηνική εξέλιξη στη χώρα, αλλά ότι οργανώνουν τον Εμφύλιο, και θα τον κάνουν όταν κρίνουν ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές γι αυτούς.

- Και να σκεφτεί κανείς ότι η ηγεσία μέσω της καθοδήγησης και της διαφώτισης επιμένει πως η παρουσία των Εγγλέζων στη χώρα μας πρέπει να θεωρείται ειρηνευτική και διαιτητική, είπε κάνοντας ένα μορφασμό πίκρας και απογοήτευσης, ο Δήμος. Ξεχνάνε ότι οι Εγγλέζοι με τα κανόνια, τα αεροπλάνα και τα καράβια τους, μας σφάξανε μόλις πριν λίγους μήνες στην Αθήνα, στα Δεκεμβριανά.





- Ο Άρης δεν μασάει τα λόγια του, τους τα λέει στα ίσα και καθαρά: Επιτρέπετε στους Άγγλους να κρατάνε το τιμόνι της χώρας, ενώ αυτοί υποθάλπουν και οργανώνουν τον Εμφύλιο πόλεμο, τους λέει. Αλλά και για τη μάχη της Αθήνας, για τα Δεκεμβριανά, που δεν είχε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ αλλά η ηγεσία του ΚΚΕ, τους κατηγορεί ότι κάνανε πολλά και τρομερά λάθη. Γιατί μας παραδώσατε αμαχητί; τους ρωτάει, γιατί χύσαμε το αίμα μας και κάψαμε τα σπίτια μας επί τρία χρόνια; Τι θα πούμε τώρα στον κόσμο που μας πίστεψε και μας ακολούθησε;

- Μπορεί να έχει δίκιο ο Άρης, και έχει, αλλά κάνει ένα σοβαρό λάθος, είπε ο Δήμος. Ξεχνάει τη δύναμη και την επιρροή του ΚΚΕ στον κόσμο. Αν εκείνος καλεί τον κόσμο να σηκώσει το κεφάλι του και να ξαναπιάσει τα όπλα, το ΚΚΕ όπως ξέρουμε λέει εντελώς τα αντίθετα. Λέει στον κόσμο να παραμείνει ψύχραιμος και να υπομένει τις προκλήσεις και τα εγκλήματα των δεξιών τραμπούκων για να μην κατηγορηθεί ότι παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας που έχει υπογράψει. Επομένως δεν πρόκειται να αλλάξει γραμμή και να ακούσει τον Άρη. Θα είναι σαν να παραδέχεται ότι η μέχρι τώρα πολιτική του είναι λάθος. Τέτοια κίνηση το ΚΚΕ δεν είναι δυνατό να κάνει, και άρα, μην περιμένουμε να γίνει κάτι με τον Άρη.

- Εδώ έχεις δίκιο καπετάνιε, μόλις προχθές μου είπαν ότι το ΚΚΕ καταδικάζει τις απόψεις του Άρη, και ούτε ν’ ακούσει δεν θέλει για καινούργιο αντάρτικο.

- Εσένα ποια είναι η γνώμη σου γι αυτά: Τι λες, έχουμε πιθανότητες αν βγούμε ξανά στο βουνό:

- Πιθανότητες να βγούμε έχουμε όσες θέλουμε, να νικήσουμε όμως, δεν το βλέπω. Και στην περίπτωση που αποφασίζαμε να ξαναβγούμε στο βουνό, μην περιμένουμε ότι θα μας ακολουθήσει ο κόσμος όπως έγινε με τον ΕΛΑΣ. Τήρα να δεις καπετάνιε μου, ο κόσμος κουμπώνεται απέναντί μας, το βλέπουμε καθαρά πλέον, το βλέπω και στο χωριό μου. Άνθρωποι που μας βλέπανε με συμπάθεια και τρέχανε στις εκδηλώσεις και τα καλέσματα του ΕΑΜ, άνθρωποι που χαιρόντουσαν και χειροκροτούσαν όταν περνούσαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, τώρα μας γυρνάνε την πλάτη. Μην σου πω κιόλας ότι κάποιοι αισθάνονται ότι τους προδώσαμε, ότι προδώσαμε τις ελπίδες που τους δημιουργήσαμε. Τους το λέει και ο Άρης στην επιστολή του προς την ηγεσία του ΚΚΕ. Και το ΚΚΕ και το ΕΑΜ χάσανε την αίγλη τους, λέει. Με λίγα λόγια, ο λόγος του ΚΚΕ αλλά και του ΕΑΜ δεν έχει πια την ίδια αξία και βαρύτητα που είχε παλιότερα.

Ο κόσμος γύρω μας βλέπει ότι νικηθήκαμε, και μάλιστα από δικά μας λάθη, ότι στην πραγματικότητα μας ξεδοντιάσανε αφού τα καταφέρανε και μας αφοπλίσανε.

Κι εδώ που τα λέμε, μας έχουνε πάρει φαλάγγι, μας έχουνε στρώσει στο κυνήγι και μας σκοτώνουνε όποτε και όπως τους κάνει κέφι. Μας εξορίζουνε και μας φυλακίζουνε, έχουν απόλυτη εξουσία επάνω μας, στις οικογένειες και στις περιουσίες μας. Και μας παρουσιάζουν στον κόσμο σαν τέρατα της κολάσεως που έχουμε κατασφάξει το μισό πληθυσμό της χώρας. Οι εφημερίδες που φέρνει ο αγροτικός ταχυδρόμος τις τελευταίες μέρες στο χωριό είναι γεμάτες με φωτογραφίες από ακρωτηριασμένα πτώματα. Και τις σφαγές αυτές και τους ακρωτηριασμούς λένε ότι τις έχει κάνει ο ΕΛΑΣ και οι άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ. Και μάλιστα, για να κάνουμε πιο βασανιστικό το θάνατό τους, λένε χρησιμοποιήσαμε πριόνια, τσεκούρια, κλαδευτήρια και σκεπάρνια, μαχαίρια και κασμάδες, και ό,τι άλλο τέλος πάντων μέσο με το οποίο μπορούσαμε να κομματιάσουμε αυτούς που σκοτώναμε.

- Για να δικαιολογήσουν το πογκρόμ βίας και τρομοκρατίας που έχουν εξαπολύσει εναντίον μας, χαμογέλασε ο Δήμος. Αυτή είναι η δουλειά της προπαγάνδας. Λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Γνωρίζουν αυτοί πολύ καλά τι κάνουν.

Ο συνομιλητής του κούνησε αργά το κεφάλι του με την πικρία και την αμφιβολία

να ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του.

- Εγώ κι εσύ το καταλαβαίνουμε, είπε, ο απλός κόσμος όμως που δεν έχει ιδέα από προπαγάνδα και τέτοιους μηχανισμούς επηρεάζεται εύκολα.

Ο αγρότης και η αγρότισσα εδώ στην ύπαιθρο, που δεν έχει πάει πάρα πέρα, δεν έχει βγει από το χωριό του, σε ένα μεγάλο ποσοστό αναρωτιέται και τα πιστεύει. Σου λέει, για να τα έχουν οι εφημερίδες, γίνανε αυτά τα εγκλήματα.

- Κοίταξε να δεις, δυστυχώς η ντόπια αντίδραση έχει το πάνω χέρι τώρα, είναι το κράτος. Και μας την επιβάλανε και την στηρίζουν οι Άγγλοι αποικιοκράτες που διατηρούν πάνω από εκατό χιλιάδες στρατό στη χώρα μας. Οι Άγγλοι που ακόμα κατέχουν πολλές αποικίες στον κόσμο και κρατάνε πολλούς λαούς υπόδουλους, και, που είναι μανούλες με παγκόσμια πείρα στα εγκλήματα και στην προπαγάνδα.

Σημ: Είναι σελίδες από βιβλίο μου που γράφω.

Ο Άρης – Θανάσης Κλάρας – στις 15 Ιούνη του 1945 αποκηρυγμένος από το κόμμα του το ΚΚΕ που είχε δώσει εντολή να μην του δίνουν ούτε νερό στο πέρασμά του, κυνηγημένος από τα αποσπάσματα εκεί στη Θεσσαλία πέφτει σε ενέδρα και αυτοκτονεί με μια χειροβομβίδα ενώ τον ακολουθεί και ο συμπολεμιστής του ο πιστός Τζαβέλας. Κόβουν τα κεφάλια τους και για παραδειγματισμό τα κρεμάνε σε έναν φανοστάτη στην πλατεία των Τρικάλων.

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Σελίδες από τα εγκλήματα της γερμανικής κατοχής 1941 - 1944 στην Πελοπόννησο, και την αντίσταση του ελληνικού λαού.







Μέσα στο χειμώνα οι Γερμανοί έχουν αγριέψει και επιχειρούν με πολυδύναμες φάλαγγες και ισχυρή δύναμη πυρός φονικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο του Μωρηά, με σκοπό να κάμψουν το φρόνημα του λαού που αντιστέκεται, και εκτός από τις συχνές αυτές εξορμήσεις τους, τους εμπρησμούς ολόκληρων χωριών τις λεηλασίες και τους φόνους, παίρνουν και από το σωρό από τις φυλακές της Τρίπολης εκατοντάδες πατριώτες και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους ή τους κρεμούν σε δένδρα, φανοστάτες και μπαλκόνια για αντίποινα στην αντίσταση, παραδειγματισμό και κατατρομοκράτηση.

Ο ΕΛΑΣ που δεν σταματά ούτε στιγμή τον αγώνα, χτυπά όπου βρει ευκαιρία. Με μια επιτυχημένη ενέδρα στις 26 του Νοέμβρη στο δρόμο Τρίπολης Σπάρτης στο Μονοδένδρι, χτυπά μια γερμανική φάλαγγα, κι εκτός από τους νεκρούς που αφήνει στο πεδίο της μάχης, παίρνει μαζί με τα λάφυρα και 17 αιχμαλώτους.

Την επομένη οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το χώρο με ισχυρές δυνάμεις που καταφθάνουν με φάλαγγες και αφού επί ώρες οργώνουν αδιακρίτως τα γύρω υψώματα με πυρά βαρέων όπλων και πυροβολικού λες και θα έκαναν επίθεση σε κάποιον αόρατο εχθρό, κατά το μεσημέρι ξεφορτώνουν από καμιόνια που έφθασαν με καινούργια φάλαγγα 119 πατριώτες Λάκωνες κυρίως που με υπόδειξη μασκοφόρων συνεργατών τους είχαν αρπάξει πριν ένα περίπου μήνα από τα σπίτια τους στη Σπάρτη και τους είχαν στοιβαγμένους στις φυλακές της Τρίπολης, ακόμα και κάποιους τσοπάνηδες που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο πέρασμά τους, και στήνοντάς τους διαδοχικά κατά ομάδες πάνω σε ένα γεφύρι τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους. Γλιτώνει μόνο ένας τσοπάνης που πηδάει τη στιγμή που τους έστηναν στο γεφύρι και γίνεται καπνός με τις σφαίρες να σφυρίζουν πίσω του.

Δυο τρεις μέρες αργότερα οι αντάρτες κάνουν άλλη μια επιχείρηση κατά της γερμανικής φρουράς που φυλάει το σιδηροδρομικό σταθμό της Ανδρίτσας στα σύνορα περίπου Αρκαδίας – Αργολίδας κοντά στα κάτω Δολιανά όπου αφήνουν 17 Γερμανούς νεκρούς και δυο δικούς τους, και παίρνουν λάφυρα σε πολεμικό υλικό.

Για αντίποινα, μερικές μέρες αργότερα οι Γερμανοί αρπάζουν πενήντα πατριώτες από τα κρατητήρια της Τρίπολης, και τους κρεμάνε κατά μήκος του σταθμού από τα δένδρα, για να τους βλέπουν οι ταξιδιώτες και να μεταδίδουν τον τρόμο και τη φρίκη στους τόπους που πηγαίνουν, και να αναρωτιούνται αν αξίζει τα καμώματα των ανταρτών εναντίον του πανίσχυρου γερμανικού στρατού – όπως διαδίδει η προπαγάνδα τους - να τα πληρώνουν με τη ζωή τους αθώοι άνθρωποι παρμένοι από το σωρό μέσα από τις φυλακές.

Ο ανθός του ελληνικού λαού που μέσα από αντίξοες συνθήκες και τεράστιες, αξεπέραστες πολλές φορές δυσκολίες πολεμάει τον κατακτητή, δεν αντιμετωπίζει μόνο τα όπλα τις φυλακές και τις κρεμάλες του, αλλά και τη λυσσαλέα προπαγάνδα της αντίδρασης και των συνεργατών των Γερμανών, που θέλει να αγανακτεί ο λαός με τους αντάρτες που με τα καμώματά τους εξοργίζουν και εξαγριώνουν τα στρατεύματα κατοχής και τα εξωθούν σε ενέργειες αντιπερισπασμού και αντιποίνων με καταστροφές και εκατόμβες θυμάτων.

Αν καθόταν ήσυχος ο κόσμος, λέει η προπαγάνδα, αν δεν βγαίνανε οι αντάρτες, οι Γερμανοί δεν είχαν ανάγκη να προβαίνουν σε πράξεις αντεκδίκησης.

Άλλοι διαδίδουν πως οι ενέργειες των ανταρτών είναι ανόητες και άχρηστες, αφού σε τελευταία ανάλυση ο πόλεμος θα τελειώσει κάποια ώρα και ο γερμανικός στρατός θα γυρίσει στην πατρίδα του, και άρα άδικα σκοτώνεται τόσος κόσμος.

Άλλοι πάλι, ανάλογα τον τόπο και τα συμφέροντά τους, λένε πως αυτοί που ξεσηκώνονται και χτυπάνε τους Γερμανούς είναι οι κομμουνιστές που επιδιώκουν να είναι οπλισμένοι και με δικό τους στρατό όταν τελειώσει ο πόλεμος, για να αρπάξουν την εξουσία και να πάρουν τις περιουσίες του κοσμάκη.

Μπαίνοντας το 1944 οι Γερμανοί και με τη βοήθεια γερμανοντυμένων Ελλήνων συνεχίζουν και εντείνουν τις εξορμήσεις τους από τις μεγάλες πόλεις του Μωρηά, λεηλατώντας, σκοτώνοντας καίγοντας και ρημάζοντας την ύπαιθρο, ενώ κάποιοι αποφασίζουν να διαλύσουν το 11ο Σύνταγμα Αρκαδίας και να το συγχωνεύσουν με τα γειτονικά, το 12ο Αχαΐας και το 6ο Αργολιδοκορινθίας κυρίως, αφήνοντας έτσι ουσιαστικά ακάλυπτο το κέντρο του πολύπαθου Μωρηά, στη βουλιμία και την επιχειρησιακή δραστηριότητα των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, που δεν σταματάνε ούτε στιγμή τις φονικές επιχειρήσεις τους.

Στην Αρκαδία από τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς χτυπάνε διάφορες ανταρτοομάδες, και στις 13 του Γενάρη κρεμάνε σε φανοστάτες δένδρα και μπαλκόνια 11 πατριώτες στους Άγιους Ταξιάρχες της Τρίπολης, και 19 στην Ψηλή Βρύση της Τεγέας σε μουριές του χωριού, που τους άρπαξαν μέσα από τις φυλακές ύστερα από υπόδειξη φασίστα συνεργάτη τους κατοίκου της περιοχής, ενώ η προπαγάνδα των γερμανοντυμένων οργιάζει: δεν θα στήνονταν οι κρεμάλες αν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ δεν χτυπάγανε τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους…

Στις αρχές του Γενάρη εκστρατεύουν στον Πάρνωνα και στον Ταΰγετο, και παρά την γενναία αντίσταση των ανταρτών που δεν μπορούν όμως να δώσουν πολύωρες μάχες με ισχυρές δυνάμεις λόγω κυρίως της έλλειψης πυρομαχικών και βαρέων όπλων, καταφέρνουν να κάψουν τα πεντακόσια σπίτια στο κεφαλοχώρι Κοσμά της Αρκαδίας, ενώ οι κάτοικοί του τηρώντας την αντάρτικη τακτική και τις οδηγίες να αδειάζουν τα χωριά όταν απειλούνται από επιδρομές, όχι μόνο γλιτώνουν στις σπηλιές και τα δάση της περιοχής, αλλά καταφέρνουν όσο οι αντάρτες απασχολούσαν τους Γερμανούς να βγάλουν από το χωριό και να περισώσουν τα ζώα και τα σημαντικότερα από τα υπάρχοντά τους.

Της Καστάνιτσας οι ξανθιές
Και τ’Αϊβασίλη οι ρούσες
Κι οι μαυρομάτες του Κοσμά
οι γαϊτανοφρυδούσες

Τα ρούχα σας μη βάψετε,
μην τα φορέστε μαύρα
κι αν τα χωριά σας γίνανε
καινούργια Άγια Λαύρα.

Τα σπίτια σας κι αν κάψανε
Κι αν πήραν τα προικιά σας,
Η ανταρτοσύνη να είν’ καλά
Και πάλι είναι δικά σας
…τραγούδαγε λίγο αργότερα όλος ο ελεύθερος Μωρηάς.

Στις 23 Φλεβάρη στο δρόμο Μεγαλόπολης – Τρίπολης στην Παλιόχουνη λίγο έξω από την Μεγαλόπολη, οι Γερμανοί χάνουν σε ενέδρα ανταρτών καμιά τριανταριά αξιωματικούς τους που ταξίδευαν με αυτοκίνητα για Τρίπολη, και την επομένη κατεβάζουν εκεί με μεγάλη φάλαγγα πάνω από διακόσιους Μεσσήνιους κυρίως που τους είχαν συλλάβει ύστερα από υποδείξεις μασκοφόρων συνεργατών τους και τους είχαν στοιβαγμένους στα μπουντρούμια των φυλακών της Τρίπολης αλλά και Αρκάδες δεσμώτες που και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους.
Παράλληλα, Γερμανοί και ντόπιοι συνεργάτες τους συνεχίζουν πυρετωδώς τις προσπάθειες για συγκρότηση και εγκατάσταση των Ταγμάτων Ασφαλείας στο Μωρηά, και μέσα στο Γενάρη καταφέρνουν να φέρουν από την Αθήνα με συνοδεία γερμανικού στρατού το Τάγμα του Παπαδόγγονα στην Καλαμάτα, ενώ και στην Πάτρα ο Κουρκουλάκος στήνει το «Σύνταγμα Ευζώνων» με 650 ταγματασφαλίτες στρατολογημένους στην Αθήνα.
Οι μαχητές του ΕΛΑΣ χτυπούν με καλοστημένες ενέδρες αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και τους γερμανοτσολιάδες προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες, παίρνοντας λάφυρα σε πολεμικό υλικό και αιχμαλώτους πολλές φορές και εξαφανίζονται αστραπιαία, μετά τις εκατόμβες όμως στο Μονοδένδρι και στα Καλάβρυτα, αλλά και γενικά με την όλη συμπεριφορά των Γερμανών που πυροβολούν στο πέρασμά τους και σκοτώνουν αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια τους και τσοπάνηδες στα μαντριά τους, οι αιχμάλωτοι αρχίζουν να μην έχουν καμιά τύχη από τους αντάρτες, και αφήνουν τα κόκαλά τους στα ελληνικά βουνά.
Εκτός όμως από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους, οι αντάρτες έχουν να αντιμετωπίσουν και τα οργισμένα στοιχεία της φύσης μέσα στο χειμώνα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες, υποχρεωμένοι να κινούνται κακοντυμένοι και ξυπόλητοι πολλές φορές, σε μακρινές πορείες με βροχές ή μέσα στα χιόνια, και σε απόλυτο σκοτάδι.

Και πίσω από τα ένοπλα τμήματα του λαού, στην ύπαιθρο και στα χωριά οι οργανώσεις του ΕΑΜ, οι άνθρωποι της Επιμελητείας και της Αλληλεγγύης δίνουν επικούς αγώνες σε συνθήκες φτώχειας και ανέχειας προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τροφή για τους μαχητές και κανένα ρούχο από το υστέρημα του χειμαζόμενου λαού. Οι ανάγκες πολλές φορές είναι επιτακτικές και αξεπέραστες για την Επιμελητεία και την Αλληλεγγύη, γιατί πέρα από τα μαχόμενα τμήματα, άμεση ανάγκη βοήθειας έχουν και οι ξεσπιτωμένοι από τις επιδρομές των Γερμανών και των συνεργατών τους, που λεηλατούν τα νοικοκυριά τους και καίνε τα σπίτια τους, ακόμα και ολόκληρες οικογένειες απορφανισμένες που έμειναν στους πέντε δρόμους γιατί οι επιδρομείς σκότωσαν τους γονείς ή τους πήραν για να τους κλείσουν στα μπουντρούμια, και να τους εκτελέσουν όπως κάνουν πολλές φορές για αντίποινα κατά της Αντίστασης.

Η αντίδραση στα νότια του Μωρηά έχει ισχυρά ερείσματα και αγωνίζεται για τη στρατολογία και την εγκατάσταση Ταγμάτων Ασφαλείας, κι εκτός από το τάγμα Λεωνίδας που έχει εγκατασταθεί στη Σπάρτη, οι προσπάθειες συνεχίζονται για την εξάπλωσή τους σε Λακωνικές και Μεσσηνιακές κωμοπόλεις.
Στο Γύθειο γίνεται ένα όχι και τόσο σοβαρό ξεκίνημα από τους Γερμανούς, στους Μολάους όμως μέχρι και αντικομμουνιστική Επιτροπή έχει δημιουργηθεί επίσημα από τοπικούς παράγοντες και επίλεκτα μέλη αυτής της κωμόπολης που πρωτοστατούν στην εγκατάσταση ταγματασφαλιτών. Το ΕΑΜ με τοπικά στελέχη του έρχεται σε επαφή μαζί τους και αγωνίζεται μέχρι την τελευταία ώρα προσπαθώντας να τους πείσει να μην επιμείνουν στην απόφασή τους αλλά δεν τα καταφέρνει, και το Νοέμβριο οι ταγματασφαλίτες έχουν εγκατασταθεί στους Μολάους.
Τρεις – τέσσερεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ο ΕΛΑΣ σε μια επιχείρηση λίγων ωρών τους διαλύει παίρνοντας τα τετρακόσια περίπου ντουφέκια τους,

Στη μάχη σκοτώνονται τέσσερεις αντάρτες, εννέα από τους ταγματασφαλίτες, και Ο ΕΛΑΣ όμως που αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά την αντίδραση, και ιδιαίτερα στους Μολάους που λύσσαξε να εγκαταστήσει ταγματασφαλίτικη βάση, συστήνει ανταρτοδικείο και καταδικάζει σε θάνατο πάνω από τριάντα Μολαΐτες τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για την ίδρυση και εγκατάσταση της βάσης, και τους εκτελεί.
Σε καμιά δεκαριά μέρες αργότερα ο ΕΛΑΣ αφοπλίζει και τους εκατό περίπου ταγματασφαλίτες στις υπώρειες του Ταΰγετου στο Σκλαβοχώρι.

Στα βόρεια του Μωρηά στην άλλη πλευρά, ο συνταγματάρχης Κουρκουλάκος κρίνοντας κατά το τέλος του Φλεβάρη πως είναι καιρός να βγει στην Αχαϊκή ύπαιθρο και να δείξει στους αντάρτες ποιος είναι το αφεντικό, εξορμά από την Πάτρα με τους εξοπλισμένους από τους Γερμανούς Ευζώνους του και τη συνδρομή γερμανικού στρατού και χωροφυλάκων, αλλά ύστερα από τριήμερες συγκρούσεις με τους αντάρτες πάνω στα Αχαϊκά βουνά κοντά στο Λεόντιο εκεί γύρω στα Δεμέστιχα, μαθαίνει καλά τη θα πει ΕΛΑΣίτικο ντουφέκι αφήνοντας νεκρούς και αιχμαλώτους, και γυρνά στην Πάτρα χωρίς να τολμήσει να ξαναδοκιμάσει τέτοιου είδους… περίπατο.
Αρχές Απρίλη στη Μεσσηνία το 9ο Σύνταγμα επιχειρεί κατά της καλά οργανωμένης βάσης των ταγματασφαλιτών στου Μελιγαλά, αλλά δεν τα καταφέρνει να την εκπορθήσει, στις 20 όμως του ίδιου μήνα δυνάμεις του 12ου του 6ου αλλά και του 11ου που έχει συγχωνευθεί μ’ αυτά, εγκλωβίζουν στη Γλόγοβα της Γορτυνίας μια μεγάλη γερμανική φάλαγγα 500 περίπου ανδρών και την καταστρέφουν Πάνω από 200 Γερμανοί νεκροί στο πεδίο της μάχης και αιχμάλωτοι. 16 είναι οι νεκροί αντάρτες και 19 οι τραυματίες, και ο ΕΛΑΣ με τα όπλα που παίρνει μπορεί να εξοπλίσει ολόκληρο τάγμα. Οι αντάρτες που αγωνίζονται κακοντυμένοι και ξυπόλυτοι μέσα στο χειμώνα, ντύνονται και ποδένονται εκεί, παίρνουν και τα μεταγωγικά με τα εφόδια της φάλαγγας και το πλιάτσικο που κουβαλούσαν μαζί τους.

Η φάλαγγα αυτή ήταν τμήμα δύναμης χιλιάδων γερμανικού στρατού που εξορμούσε από Πάτρα Πύργο Κόρινθο Μεγαλόπολη Τρίπολη για συνδυασμένες επιχειρήσεις στα βόρεια κυρίως του Μωρηά, με σκοπό να εγκλωβίσει τα 12ο και 6ο Συντάγματα του ΕΛΑΣ.

Τρεις μέρες μετά την πανωλεθρία τους στη Γλόγοβα, οι Γερμανοί παθαίνουν άλλο χουνέρι στη Λακωνία όπου κοντά στους Μολάους χτυπάνε σε ενέδρα δυο αυτοκίνητα οι αντάρτες και εξοντώνουν το στρατηγό Kreuch με δυο τρεις ακόμα συνεργάτες του. Οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους οι ταγματασφαλίτες, γερμανικότεροι των Γερμανών, πιάνουν αμέσως δουλειά και σε εξορμήσεις τους σκοτώνουν πάνω από εκατό πατριώτες σε διάφορες περιοχές για αντίποινα, ενώ οι Γερμανοί την πρωτομαγιά εκτελούν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής στην Αθήνα 200 πατριώτες δεσμώτες στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Ακόμα, ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος διατάσσει «τον τυφεκισμό όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων».

Απόσπασμα από το βιβλίο μου που όμως επειδή ασχολείται με αυτή την ταραγμένη εποχή της 10ετίας 1940 έως 1949 και έχει ξεπεράσει τις 1000 σελίδες δεν βλέπω να καταφέρω να το εκδώσω.