Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Μουσείο Αρχαίας Ολυμπίας

Μπροστά στο Ανατολικό Αέτωμα που με μια σύνθεση από 21 μορφές αναπαριστά στιγμές λίγο πριν από το ξεκίνημα της αρματοδρομίας μεταξύ του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου και του Πέλοπα.

Ο μύθος όπως αναφέρεται και στον Οδηγό Αρχαιοτήτων που παρέχεται στο Μουσείο από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων  έχει ως εξής περίπου:

Ο βασιλιάς της Πίσας Οινόμαος είχε δυο παιδιά τον Λεύκιππο και την Ιπποδάμεια. Γνωστή είναι η ιστορία του Λεύκιππου που σαν μεγάλωσε αγάπησε παράφορα την κόρη του Λάδωνα μια από τις νύμφες της θεάς Αρτέμιδας που όμως εκείνη δεν έτρεφε καμία συμπάθεια για τους άνδρες και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματά του. Στην απελπισία του το νεαρό βασιλόπουλο και διάδοχος του βασιλείου της Πίσας, για να μπορεί να βρίσκεται κοντά στην αγαπημένη του μεταμφιέστηκε σε μια πολύ όμορφη παρθένο και παρουσιάστηκε στην κόρη του Λάδωνα ( που μετά από αυτήν την ιστορία πήρε το όνομα Δάφνη) λέγοντάς της ότι είναι κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου και θέλει να βρίσκεται μαζί της, να κυνηγάνε μαζί, να γίνουν φίλες.  Ο Παυσανίας αναφέρει μάλιστα ότι τα μαλλιά του που τα είχε αφήσει μακριά για να τα αφιερώσει στον Αλφειό τα έπλεξε κατά πως συνηθίζανε οι παρθένες, και, κάτι η ευγενική καταγωγή της βασιλοπούλας, κάτι οι ικανότητες που έδειχνε στο κυνήγι, κατάφερε να γίνουν κολλητές φίλες. Κάποια ημέρα όμως μετά το κυνήγι η κόρη του Λάδωνα αποφάσισε να δροσιστούνε στα δροσερά νερά του ποταμού με τις θεραπαινίδες της , κι ενώ πρόθυμες όλες γδύθηκαν, ο Λεύκιππος που παρίστανε την παρθένο δεν έβγαζε τα ρούχα του. Οι παρθένες που δεν καταλαβαίνανε τους λόγους αυτής του της αντίδρασης πέσανε επάνω του και τον έγδυσαν, και οργισμένες από τη θέα του ανδρικού κορμιού ανάμεσά τους τον κατέσφαξαν με τα ξιφίδια τους.

Έτσι λοιπόν, μετά το θάνατο του Λεύκιππου το βασίλειο της Πίσας έμενε χωρίς διάδοχο ενώ παράλληλα ο Οινόμαος πληροφορήθηκε από το  μαντείο ότι θα τον σκότωνε πριν από το γάμο ο άνδρας που θα νυμφευόταν την κόρη του.

Ο Οινόμαος που κατά μια άλλη εκδοχή είχε ερωμένη του την Ιπποδάμεια το σκέφτηκε το πρόβλημα και αποφάσισε πώς παρά τον χρησμό του μαντείου που πρόβλεπε τον θάνατό του θα μπορούσε ο ίδιος να αλλάξει το πεπρωμένο και να δρομολογήσει τις εξελίξεις κατά το δοκούν.

Έχοντας φτερωτά άλογα που του είχε χαρίσει ο πατέρας του ο Άρης και ήταν αδύνατο να νικηθούν, σκέφτηκε να κάνει αγώνες  αρματοδρομίας μεταξύ εκείνου και των μνηστήρων που θα ενδιαφέρονταν για την Ιπποδάμεια μέσα από τους οποίους αφού ο ίδιος θα ήταν νικητής θα τους εξουδετέρωνε.

Διακήρυξε λοιπόν πως όποιος ήθελε να νυμφευθεί την Ιπποδάμεια και να γίνει βασιλιάς της Πίσας θα έπρεπε να συναγωνιστεί μαζί του σε αρματοδρομία με αφετηρία το Ιερό του Δία της Ολυμπίας και τέρμα τον Ισθμό της Κορίνθου.

 Αν νικούσε ο μνηστήρας θα έπαιρνε την Ιπποδάμεια και το βασίλειο της Πίσας, ενώ αν νικούσε ο Οινόμαος θα τον φόνευε.

Έτσι λοιπόν νίκησε και σκότωσε δεκατρείς μνηστήρες σε ισάριθμες αρματοδρομίες κόβοντας τα κεφάλια τους που τα κάρφωνε σε πασσάλους γύρω από το ανάκτορό του ή στον ναό του Άρη μέχρι που εμφανίστηκε ο Πέλοπας από τη Φρυγία νόμιμος γιος του Τάνταλου αλλά φυσικός γιος του Ποσειδώνα – κατά μία άλλη εκδοχή ήταν απόγονος του Ώλενου και είχε βασιλέψει στην αρχαία Ώλενο της Αχαΐας – και ζήτησε από τον Οινόμαο την Ιπποδάμεια για σύζυγό του συμφωνώντας να τον συναγωνιστεί  στην αρματοδρομία. Από τη μια λοιπόν ο Οινόμαος με τα φτερωτά τα αήττητα άλογα, και από την άλλη ο Πέλοπας που ζήτησε τη βοήθεια του φυσικού του πατέρα για τούτον τον αγώνα και ο Ποσειδώνας του έδωσε ένα τέθριππο άρμα που τα άλογά του δεν κουράζονταν ποτέ και με αυτό νίκησε και σκότωσε τον Οινόμαο.



Άλλη εκδοχή ( που την βλέπουμε στη Wikipedia.org) και αλλού υποστηρίζει ότι ο Πέλοπας εξαγόρασε τον Μυρτίλο τον ηνίοχο του Οινόμαου τάζοντάς του το μισό βασίλειο της Πίσας ή την Ιπποδάμεια για μια νύχτα, και εκείνος αντικατέστησε τη σφήνα στον άξονα του τέθριππου του Οινόμαου με κέρινη, και όταν ξεκίνησε ο αγώνας το άρμα ανετράπη και ο Οινόμαος σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε κλπ.

Μετά τον φόνο του Οινόμαου ο Πέλοπας με την Ιπποδάμεια που κατά μια εκδοχή τον είχε ερωτευτεί και συμμετείχε στη συνομωσία με τον ηνίοχο κατά του πατέρα της διέφυγαν στην πατρίδα του Πέλοπα παίρνοντας και τον Μυρτίλο μαζί τους. Κατά την μυθολογία μας πάντα, Πέλοπας δεν φέρθηκε άδικα μόνο στον Οινόμαο που τον σκότωσε με πονηριά, αλλά εξαπάτησε και στον Μυρτίλο που όχι μόνο δεν τήρησε τη συμφωνία μαζί του να του δώσει την πανέμορφη Ιπποδάμεια για μια νύχτα όπως του είχε υποσχεθεί ή το μισό βασίλειο της Πίσας, αλλά τον δολοφόνησε ρίχνοντάς τον από ένα βράχο στη θάλασσα, και κατά μια εκδοχή από εκείνη την ιστορία με τον φόνο του Μυρτίλου πήρε το όνομά του το Μυρτώο Πέλαγος. Ο Πέλοπας έζησε καλά με την Ιπποδάμεια και κυριάρχησε στην περιοχή. Θεωρείται ο ιδρυτής των Ολυμπακών αγώνων στην κοιλάδα του Αλφειού ενώ και η Ιπποδάμεια ίδρυσε τα Ηραία καθιερώνοντας την διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν της θεάς Ήρας κάθε τέσσερα χρόνια στους οποίους συμμετείχαν αποκλειστικά γυναίκες.

Εδώ λοιπόν στο Ανατολικό Αέτωμα στη σύνθεση κυριαρχεί στη μέση το μεγαλόπρεπο σώμα του Δία και δεξιά του αγέρωχος, βέβαιος για τη νίκη στέκεται ο Οινόμαος και δίπλα του η σύζυγός του Στερόπη. Παραδίπλα φαίνεται το τέθριππο άρμα με τα φτερωτά άλογα, ο Μυρτίλος κλπ. Αριστερά του Δία  στέκεται ο πανέμορφος Πέλοπας και δίπλα του η Ιπποδάμεια. Στη συνέχεια το άρμα του Πέλοπα με τα 4 άλογα κλπ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Λαγκάδια Αρκαδίας



Κεφαλοχώρι της Γορτυνίας χτισμένο σε πλαγιά με κλίση 70 μοιρών σε 980 υψόμετρο με ιστορία και προσφορά στον αγώνα της Εθνεγερσίας του 1821, αλλά και από τους γνωστούς Λαγκαδινούς μαστόρους του (πετράδες) γνωστό, γενέτειρα των Δεληγιανναίων και άλλων αγωνιστών, 65 χλμτ ΒΔ της Τρίπολης και 80 ανατολικά του Πύργου Ηλείας.        

                  Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πως ιδρύθηκε το χωριό και πότε πρωτοκατοικήθηκε, όπως ότι χτίστηκε από πετράδες εργατοτεχνίτες της περιοχής που εργάζονταν στην κατασκευή του Γεφυριού της Κυράς στο Λάδωνα κατά τον 13ο αιώνα, άλλη υποστηρίζει ότι ιδρύθηκε από συνένωση μικροοικισμών, άλλη, πως ιδρύθηκε από προγόνους των κοτζαμπάσηδων Δεληγιανναίων κλπ.
Στο ξέσπασμα της επανάστασης του 1821, τα Λαγκάδια συμμετείχαν δραστήρια, αλλά, μην πάει ο νους σας σε μπουλούκια Λαγκαδινών που κραδαίνοντας ρόπαλα, δρεπάνια και οτιδήποτε πρόχειρο όπλο στα χέρια κυνηγούσανε και σφάζανε τους Τούρκους. Η αλήθεια είναι ότι οι Τούρκοι της περιοχής σφαχτήκανε, όχι όμως από το λαό, αλλά από τους μπράβους και τους μισθοφόρους του Κανέλλου Δεληγιάννη.

           Οι ραγιάδες εκείνης της εποχής – σκλάβους από χέρι τους αποκαλούσαν οι Αλβανοί που κατά καιρούς διαγουμίζανε το Μωρηά - αγνοούσαν τι θα πει Ελλάδα και ελληνισμός, και δεν νοιαζόντουσαν για τα προβλήματα των κοτζαμπάσηδων και των άλλων προυχόντων και προεστών. Δεν είχαν ιδέα περί ξεσηκωμού και επανάστασης. Γιατί, πέρα από ό,τι λένε τα παραμύθια, η επανάσταση ήταν σύγκρουση συμφερόντων των ντόπιων μεγαλοκτημόνων, προυχόντων, κοτζαμπάσηδων, και λοιπών… καταπιεστικών του απλού λαού δυνάμεων, εναντίον των συμφερόντων των Τούρκων ομοιών τους, μεγαλοκτημόνων και αξιωματούχων. Αγώνας δηλαδή για το ποιος θα νέμεται την Εξουσία στο σβέρκο του υποτελούς και καταπιεζόμενου λαού.

              Στα Λαγκάδια, την επανάσταση την κήρυξε στις 23 Μαρτίου  του 1821 ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος Κοτζαμπάσης του Μωριά.  Εξαπέλυσε τους μισθοφόρους του – είχε δικαίωμα όπως όλοι οι κοτζαμπάσηδες να διατηρεί ένοπλους μισθοφόρους, και εκείνος διατηρούσε ολόκληρο στρατό για να προστατεύει την περιουσία και τα συμφέροντά του – και συνέλαβε τις τούρκικες οικογένειες που ζούσαν στα Λαγκάδια.

        Στη συνέχεια, για να μπορέσει να κινητοποιήσει τους ραγιάδες της περιοχής που αδιαφορούσαν για τα της επανάστασης και καμιά όρεξη δεν είχαν για να σκοτωθούνε για τα συμφέροντα των Δεληγιανναίων, έδωσε εντολή στους μπράβους του και σφάξανε όλους τους Τούρκους, τριακόσια άτομα από σαράντα οικογένειες, άνδρες γυναίκες και παιδιά, μέχρι και τα μωρά στις κούνιες, και κάψανε και το τούρκικο τζαμί. Έτσι, όταν ξεκινήσανε από την Τρίπολη τα τούρκικα στρατεύματα με κατεύθυνση τα Λαγκάδια, ενοχοποιημένοι οι ραγιάδες χωρίς όμως να έχουν καμιά ευθύνη για τη σφαγή των Τούρκων, τρέξανε πατείς με πατώ σε  να αρπάξουν τα όπλα και να ενωθούνε με τους Δεληγιανναίους για να προστατέψουνε τις οικογένειές τους. Και τότε αναγκαστικά άρχισε από τους καπεταναίους και η σχετική περί πατρίδας, Ελλάδας, και άλλων τέτοιων παραμυθιών κατήχησή τους.
            Ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του, ομολογεί πως τις σφαγές των Τούρκικων οικογενειών των Λαγκαδίων τις κάνανε οι μισθοφόροι του ύστερα από εντολή του «τους έβαλα στα αίματα » γράφει, για να εξαναγκάσει τους κατοίκους της περιοχής να ξεσηκωθούν και να συμμετέχουν στην επανάσταση. 
                    Και ο Κολοκοτρώνης όμως, στην Διήγηση των Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής ομολογεί την άρνηση και την  αδιαφορία των κατοίκων της περιοχής να πολεμήσουν για την επανάσταση. «Ο Κάμπος της Καρύταινας (Γορτυνία) δεν ήθέλησε να πιάσει τα άρματα» λέει. Και φυσικά, μπροστά στην αδιαφορία και την  άρνηση του λαού να πολεμήσει, ήρθε το μέτρο της επιστράτευσης από 18 χρονών μέχρι 60.
       Οι Λαγκαδινοί πολεμήσανε τους Τούρκους, και κατά τη διάρκεια του Αγώνα αναδειχτήκανε πολλοί ήρωες, όπως οι Θανάσης και Μιχάλης Κίντζιος, ο Παπασταθούλης, ο Καραβογιάννης και άλλοι.
                        Κατά τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο μετά το 1821 τον αποκαλούμενο και «Πόλεμο των Προεστών» εκεί μεταξύ 1824 και 1825, οι Άγγλοι που είχαν δώσει τα δάνεια έριξαν το βάρος τους στη νησιώτικη κεφαλαιοκρατία, και ο Κουντουριώτης με την παρέα του σκορπώντας αφειδώς τις αγγλικές λίρες των δανείων έφερε στίφη εξαθλιωμένων Ρουμελιωτών, που με επικεφαλής τον Κωλέτη και τον Γκούρα εξαπολύθηκαν – των Καραίσκάκη και Μακρυγιάννη μη εξαιρουμένων - και λεηλατούσαν, έκαιγαν και εδήωναν το Μωρηά τιμώντας ιδιαίτερα τη Γορτυνία, σπέρνοντας την καταστροφή το φόβο και τον τρόμο στους αντιπάλους τους.

Στα έρημα Λαγκάδια ο Κωλέττης άραξε για αρκετές ημέρες στο αρχοντικό των Δεληγιανναίων, και οι άνδρες του καταστρέφανε ό,τι είχε ακόμη μείνει όρθιο. Τόσο ήταν το μίσος κατά των αντιπάλων τους και τέτοια η μανία καταστροφής, που για να γδάρουν τα χοιρινά που σφάζανε για να φάνε, αντί για νερό ( το βραστό νερό είναι απαραίτητο για το γδάρσιμο του χοιρινού) βράζανε κρασί που το τραβούσαν με τους κουβάδες από τις δεξαμενές και τα βαρέλια.! 

Την ίδια μοίρα είχε το Δεληγιανναίικο και τα Λαγκάδια λίγο αργότερα στα τέλη Ιουνίου του 1825, όταν ο Ιμπραήμ πασάς αφού νίκησε και κατέσφαξε τη Γορτυνιακή κλεφτουριά στη γνωστή μάχη στα Τρίκορφα που κύριος αντίπαλός του ήταν το οχύρωμα του Κανέλλου Δεληγιάννη, όρμησε ακάθεκτος και ανεμπόδιστος με δυο σώματα στρατού από τέσσερεις χιλιάδες πεζικό και 1000 ιππείς το καθένα, στη μαρτυρική Γορτυνία. Πέρασε στην Αλωνίσταινα δηώνοντας σφάζοντας και αιχμαλωτίζοντας για τα σκλαβοπάζαρα που δούλευαν ασταμάτητα στην Μεθώνη, μπήκε στη Βυτίνα που έκανε και το γάμο του με την πιο όμορφη από τις παρθένες που είχαν συλλάβει οι καβαλαραίοι  του κυνηγώντας τα γυναικόπαιδα στα δάση που κρύβονταν, και αφού έμεινε κάνα δυο ημέρες εκεί έκαψε το χωριό, «τη Βυτίνα την αναποδογύρισε» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος.

Συνεχίζοντας την καταστροφική πορεία του ανέβηκε στα Μαγούλιανα και μετά έφτασε στα Λαγκάδια όπου έμεινε επί μια βδομάδα στο αρχοντικό των Δεληγιανναίων (ό,τι είχε απομείνει από τους Ρουμελιώτες επιδρομείς). Και φυσικά έκαψε και τα Λαγκάδια.

Μια άλλη ξεχωριστή σελίδα για τα Λαγκάδια αποτελεί ο αποκεφαλισμός από τους Τούρκους του ισχυρού και με μεγάλη περιουσία Ιωάννη Δεληγιάννη συνεργάτη τους και Μοραγιάννη, πατέρα του Κανέλλου.

Με μια σχετική αναπηρία από κάποια απόπειρα εναντίον του, 78 χρόνων και άρρωστος, είχε μεταβιβάσει την Εξουσία του σαν Μοραγιάννης στον γιό του Θεόδωρο Δεληγιάννη. Αυτό δεν άρεσε στους άλλους προεστούς και κοτζαμπάσηδες του Μωρηά, ιδιαίτερα στον Ανδρέα Λόντο,  και τον διέβαλλαν στους Τούρκους καταμαρτυρώντας διάφορα σε βάρος του. Οι Τούρκοι με Σουλτανικό Φιρμάνι πήγαν στα Λαγκάδια και  κόψανε το κεφάλι του κατάκοιτου γέροντα εκεί στο αρχοντικό του και το πήγαν ως λάφυρο στον πασά, ενώ πετάξανε από το παράθυρο το ακέφαλο  κορμί του στον κήπο.

Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα στου Μπαστηρά κριάρια

και στα Λαγκάδια στο χωριό σφάζουν το Δεληγιάννη
εξήντα χρόνων γέροντα, σαράντα Μοραγιάννη
μαρτυρεί και η λαϊκή μούσα.

Mετά το διώξιμο των Τούρκων που ξεκινά η προσπάθεια χτισίματος του ανεξάρτητου κράτους και προκύπτει άμεση η ανάγκη κατασκευής δημόσιων χτιρίων, οχυρωματικών έργων κλπ, και καθώς οι Λαγκαδιανοί είχαν φήμη τεχνιτών της πέτρας με πλούσια αρχιτεκτονική παράδοση - το βασικό οικοδομικό υλικό  τότε ήταν η πέτρα – γίνονται περιζήτητοι πετράδες και η φήμη τους απλώνεται στην ελληνική επικράτεια.

 Μπουλούκια Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας με τους βοηθούς τους  και τα γαϊδουράκια τους ξεκινούν προς όλα τα σημεία της χώρας και χτίζουν περίτεχνα δημόσια και ιδιωτικά χτίρια, δύσκολα γεφύρια πραγματικά έργα τέχνης πάνω σε ορμητικά ποτάμια, σχολεία εκκλησίες και άλλα, ανθεί η οικονομία του χωριού που εξελίσσεται σε σημαντική πόλη που φθάνει και τους 7000 κατοίκους και γίνεται η αμέσως μετά την Τρίπολη σε πληθυσμό πόλη. Κάπου διάβασα ότι φθάσανε κάποτε να οργανώνουν 150 μέχρι 200 μπουλούκια μαστόρων και εργατών. Τέτοια ήταν η φήμη των Λαγκαδινών μαστόρων που λένε πως, όταν ρώτησε κάποτε ένας δάσκαλος να του πουν τα παιδιά αν ξέρουν ποιος έφτιαξε τον κόσμο, «οι Λαγκαδινοί μαστόροι»! απάντησαν εν χορώ οι πιτσιρικάδες. 

          Κατά τις αρχές .όμως του περασμένου αιώνα που αρχίζει το μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς την Αμερική, οι Λαγκαδινοί εγκαταλείπουν ομαδικά τον τόπο τους αναζητώντας καλύτερη τύχη, και αρχίζει η πληθυσμιακή αιμορραγία του χωριού. Ακολουθεί και η εσωτερική μετανάστευση μετά τον πόλεμο που παίρνει τη μορφή κύματος φυγής προς την Αθήνα και άλλα  μεγάλα αστικά κέντρα, και τα Λαγκάδια σιγά – σιγά ερημώνουν. Από στοιχεία που βρήκα στη Βικιπαίδεια βλέπουμε ότι κατά το 1896 είχαν 6815 κατοίκους, πενήντα περίπου χρόνια αργότερα κατά το 1951 είχαν 2359, και τώρα, όπως μόλις χθες πληροφορήθηκα, οι μόνιμοι κάτοικοι κατά τους χειμερινούς μήνες ανέρχονται μόλις στους 170.

 

 

 

 

























Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Τότε που σκοτώνανε τον Άρη







- Δεν είναι μόνο το ότι νικηθήκαμε, καπετάνιε, δεν είναι που χάσαμε τον αγώνα, είναι ακόμα το ότι με τη συμπεριφορά και τα λάθη μας δώσαμε το δικαίωμα ώστε ο κάθε ρεμπεσκές, το κάθε κωλόπαιδο που κρατάει ένα όπλο στο χέρι, να αποφασίζει για τη ζωή και την αξιοπρέπειά μας. Μας σκοτώνουνε για να κάνουνε το κέφι τους. Και η ηγεσία με την καθοδήγηση μας λέει να παραμείνουμε ψύχραιμοι στα σπίτια μας για να μη δίνουμε δικαίωμα στην αντίδραση να ισχυρίζεται ότι παραβιάζουμε τη συμφωνία της Βάρκιζας, ενώ είναι ολοφάνερο πως η κυβέρνηση είναι εκείνη που παραβιάζει τη συμφωνία με το να εξοπλίζει όλο αυτό το σκυλολόι και να το εξαπολύει εναντίον μας.

Βρίσκονταν στο μαντρί του Λιαντίνου απόμερα μέσα σε δασωμένη περιοχή μακριά από καλλιεργημένα χωράφια, και αυτός ήταν ένας από τους σοβαρούς λόγους που ο Δήμος είχε κανονίσει να κάνουν εκεί τη συνάντησή τους με τον Στασινό, που την ετοίμαζαν εδώ και δέκα μέρες περίπου.

Είχε απορρίψει την ιδέα να βρεθούν στο Σφεντάμι, γιατί αυτή την εποχή, αρχές Απρίλη, μικροί και μεγάλοι βρίσκονταν έξω στα χωράφια πεσμένοι με τα μούτρα στο βοτάνισμα, ξεριζώνοντας φαλαρίδες αγριάδες και διάφορα ζιζάνια από τα γεννήματα, και ένας περαστικός και μάλιστα ξένος όπως ήταν ο Στασινός που θα περνούσε από τον μοναδικό αγροτικό δρόμο που οδηγούσε μέσω του Παραπονιάρη στο Σφεντάμι, θα προκαλούσε την εύλογη περιέργεια των αγροτών. Και ήσαν πολλοί εκείνοι που θα σημείωναν το πέρασμά του, αφού μέχρι τον Παραπονιάρη λίγο πιο κάτω από το Σφεντάμι όλα τα χωράφια ήσαν σπαρμένα με σιτάρια και κριθάρια που βοτάνιζε τώρα ο κόσμος.

Έπειτα, δεν ήσαν και λίγοι κάτοικοι του Μερεβού που τον γνώριζαν είτε σαν συμπολεμιστές στη μάχη στο Νερό του Φίλιππα, είτε από τη συμμετοχή του στο Ξεπάστρεμα της συμμορίας του Σκουριά.

Ο Δήμος παρατηρούσε σκεφτικός το σύντροφο και συμπολεμιστή του συμφωνώντας απόλυτα με τις διαπιστώσεις του.

- Το τραβάνε κατευθείαν για Εμφύλιο, είπε. Είναι αποφασισμένοι να μας βγάλουνε στο βουνό, τώρα που μας αφοπλίσανε.

- Αυτό φαίνεται πως λέει και ο Άρης, και κατηγορεί, λένε, την ηγεσία για πολλά ακόμα λάθη.

- Δεν μου κάνει εντύπωση αυτό το τελευταίο, και δεν έχει καθόλου άδικο αν τους τα λέει. Θυμάμαι μάλιστα, και το είχαμε κουβεντιάσει τότε, πως είχανε κυκλοφορήσει φήμες ότι δεν ήθελε να υπογράψει τη συμφωνία αποστράτευσης του ΕΛΑΣ.

- Το θυμάμαι. Και είχε εκβιαστεί λέγανε, γιατί αν δεν υπόγραφε ο Άρης, δεν έβαζε και ο Σαράφης την υπογραφή του

- Έτσι είναι. Για πες μου, τι γίνεται τώρα με τον Άρη, εγώ εδώ έχω μεσάνυχτα. Πέρα από αυτό που γράψανε οι εφημερίδες πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, ότι ξαναβγήκε στο βουνό, δεν ξέρω τίποτε άλλο.

-Ας είναι καλά ο Ζιάγκας στο Βασιλικό, αυτός έφερε τα νέα με λεπτομέρειες. Ο Άρης βγήκε στο βουνό με διακόσιους αντάρτες, λένε. Πάνω στη Θεσσαλία, στα παλιά του λημέρια, και όπου περνάει γίνεται ξεσηκωμός. Καλεί σε νέο αντάρτικο, για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή κυριαρχία, για Δημοκρατία. Για το διώξιμο των Άγγλων. Και φυσικά ήρθε σε ρήξη με την ηγεσία του ΚΚΕ που διαφωνεί κάθετα μαζί του. Οπότε, τους έστειλε εκεί στο ΚΚΕ μια επιστολή, διακήρυξη, δεν ξέρω ακριβώς, και τους κατηγορεί, την ηγεσία, ότι από το συνέδριο του Λιβάνου και εδώθε κάνανε πολλά και σοβαρά λάθη. Ιδιαίτερα για τη συμφωνία της Βάρκιζας, τους λέει πως τα επιχειρήματα της διαφώτισης είναι αστεία και δεν τα πιστεύει κανένας πλέον. Τους καλεί να ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν ότι η αντίδραση και οι Εγγλέζοι δεν έχουνε καμιά διάθεση για ομαλή και ειρηνική εξέλιξη στη χώρα, αλλά ότι οργανώνουν τον Εμφύλιο, και θα τον κάνουν όταν κρίνουν ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές γι αυτούς.

- Και να σκεφτεί κανείς ότι η ηγεσία μέσω της καθοδήγησης και της διαφώτισης επιμένει πως η παρουσία των Εγγλέζων στη χώρα μας πρέπει να θεωρείται ειρηνευτική και διαιτητική, είπε κάνοντας ένα μορφασμό πίκρας και απογοήτευσης, ο Δήμος. Ξεχνάνε ότι οι Εγγλέζοι με τα κανόνια, τα αεροπλάνα και τα καράβια τους, μας σφάξανε μόλις πριν λίγους μήνες στην Αθήνα, στα Δεκεμβριανά.





- Ο Άρης δεν μασάει τα λόγια του, τους τα λέει στα ίσα και καθαρά: Επιτρέπετε στους Άγγλους να κρατάνε το τιμόνι της χώρας, ενώ αυτοί υποθάλπουν και οργανώνουν τον Εμφύλιο πόλεμο, τους λέει. Αλλά και για τη μάχη της Αθήνας, για τα Δεκεμβριανά, που δεν είχε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ αλλά η ηγεσία του ΚΚΕ, τους κατηγορεί ότι κάνανε πολλά και τρομερά λάθη. Γιατί μας παραδώσατε αμαχητί; τους ρωτάει, γιατί χύσαμε το αίμα μας και κάψαμε τα σπίτια μας επί τρία χρόνια; Τι θα πούμε τώρα στον κόσμο που μας πίστεψε και μας ακολούθησε;

- Μπορεί να έχει δίκιο ο Άρης, και έχει, αλλά κάνει ένα σοβαρό λάθος, είπε ο Δήμος. Ξεχνάει τη δύναμη και την επιρροή του ΚΚΕ στον κόσμο. Αν εκείνος καλεί τον κόσμο να σηκώσει το κεφάλι του και να ξαναπιάσει τα όπλα, το ΚΚΕ όπως ξέρουμε λέει εντελώς τα αντίθετα. Λέει στον κόσμο να παραμείνει ψύχραιμος και να υπομένει τις προκλήσεις και τα εγκλήματα των δεξιών τραμπούκων για να μην κατηγορηθεί ότι παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας που έχει υπογράψει. Επομένως δεν πρόκειται να αλλάξει γραμμή και να ακούσει τον Άρη. Θα είναι σαν να παραδέχεται ότι η μέχρι τώρα πολιτική του είναι λάθος. Τέτοια κίνηση το ΚΚΕ δεν είναι δυνατό να κάνει, και άρα, μην περιμένουμε να γίνει κάτι με τον Άρη.

- Εδώ έχεις δίκιο καπετάνιε, μόλις προχθές μου είπαν ότι το ΚΚΕ καταδικάζει τις απόψεις του Άρη, και ούτε ν’ ακούσει δεν θέλει για καινούργιο αντάρτικο.

- Εσένα ποια είναι η γνώμη σου γι αυτά: Τι λες, έχουμε πιθανότητες αν βγούμε ξανά στο βουνό:

- Πιθανότητες να βγούμε έχουμε όσες θέλουμε, να νικήσουμε όμως, δεν το βλέπω. Και στην περίπτωση που αποφασίζαμε να ξαναβγούμε στο βουνό, μην περιμένουμε ότι θα μας ακολουθήσει ο κόσμος όπως έγινε με τον ΕΛΑΣ. Τήρα να δεις καπετάνιε μου, ο κόσμος κουμπώνεται απέναντί μας, το βλέπουμε καθαρά πλέον, το βλέπω και στο χωριό μου. Άνθρωποι που μας βλέπανε με συμπάθεια και τρέχανε στις εκδηλώσεις και τα καλέσματα του ΕΑΜ, άνθρωποι που χαιρόντουσαν και χειροκροτούσαν όταν περνούσαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, τώρα μας γυρνάνε την πλάτη. Μην σου πω κιόλας ότι κάποιοι αισθάνονται ότι τους προδώσαμε, ότι προδώσαμε τις ελπίδες που τους δημιουργήσαμε. Τους το λέει και ο Άρης στην επιστολή του προς την ηγεσία του ΚΚΕ. Και το ΚΚΕ και το ΕΑΜ χάσανε την αίγλη τους, λέει. Με λίγα λόγια, ο λόγος του ΚΚΕ αλλά και του ΕΑΜ δεν έχει πια την ίδια αξία και βαρύτητα που είχε παλιότερα.

Ο κόσμος γύρω μας βλέπει ότι νικηθήκαμε, και μάλιστα από δικά μας λάθη, ότι στην πραγματικότητα μας ξεδοντιάσανε αφού τα καταφέρανε και μας αφοπλίσανε.

Κι εδώ που τα λέμε, μας έχουνε πάρει φαλάγγι, μας έχουνε στρώσει στο κυνήγι και μας σκοτώνουνε όποτε και όπως τους κάνει κέφι. Μας εξορίζουνε και μας φυλακίζουνε, έχουν απόλυτη εξουσία επάνω μας, στις οικογένειες και στις περιουσίες μας. Και μας παρουσιάζουν στον κόσμο σαν τέρατα της κολάσεως που έχουμε κατασφάξει το μισό πληθυσμό της χώρας. Οι εφημερίδες που φέρνει ο αγροτικός ταχυδρόμος τις τελευταίες μέρες στο χωριό είναι γεμάτες με φωτογραφίες από ακρωτηριασμένα πτώματα. Και τις σφαγές αυτές και τους ακρωτηριασμούς λένε ότι τις έχει κάνει ο ΕΛΑΣ και οι άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ. Και μάλιστα, για να κάνουμε πιο βασανιστικό το θάνατό τους, λένε χρησιμοποιήσαμε πριόνια, τσεκούρια, κλαδευτήρια και σκεπάρνια, μαχαίρια και κασμάδες, και ό,τι άλλο τέλος πάντων μέσο με το οποίο μπορούσαμε να κομματιάσουμε αυτούς που σκοτώναμε.

- Για να δικαιολογήσουν το πογκρόμ βίας και τρομοκρατίας που έχουν εξαπολύσει εναντίον μας, χαμογέλασε ο Δήμος. Αυτή είναι η δουλειά της προπαγάνδας. Λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Γνωρίζουν αυτοί πολύ καλά τι κάνουν.

Ο συνομιλητής του κούνησε αργά το κεφάλι του με την πικρία και την αμφιβολία

να ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του.

- Εγώ κι εσύ το καταλαβαίνουμε, είπε, ο απλός κόσμος όμως που δεν έχει ιδέα από προπαγάνδα και τέτοιους μηχανισμούς επηρεάζεται εύκολα.

Ο αγρότης και η αγρότισσα εδώ στην ύπαιθρο, που δεν έχει πάει πάρα πέρα, δεν έχει βγει από το χωριό του, σε ένα μεγάλο ποσοστό αναρωτιέται και τα πιστεύει. Σου λέει, για να τα έχουν οι εφημερίδες, γίνανε αυτά τα εγκλήματα.

- Κοίταξε να δεις, δυστυχώς η ντόπια αντίδραση έχει το πάνω χέρι τώρα, είναι το κράτος. Και μας την επιβάλανε και την στηρίζουν οι Άγγλοι αποικιοκράτες που διατηρούν πάνω από εκατό χιλιάδες στρατό στη χώρα μας. Οι Άγγλοι που ακόμα κατέχουν πολλές αποικίες στον κόσμο και κρατάνε πολλούς λαούς υπόδουλους, και, που είναι μανούλες με παγκόσμια πείρα στα εγκλήματα και στην προπαγάνδα.

Σημ: Είναι σελίδες από βιβλίο μου που γράφω.

Ο Άρης – Θανάσης Κλάρας – στις 15 Ιούνη του 1945 αποκηρυγμένος από το κόμμα του το ΚΚΕ που είχε δώσει εντολή να μην του δίνουν ούτε νερό στο πέρασμά του, κυνηγημένος από τα αποσπάσματα εκεί στη Θεσσαλία πέφτει σε ενέδρα και αυτοκτονεί με μια χειροβομβίδα ενώ τον ακολουθεί και ο συμπολεμιστής του ο πιστός Τζαβέλας. Κόβουν τα κεφάλια τους και για παραδειγματισμό τα κρεμάνε σε έναν φανοστάτη στην πλατεία των Τρικάλων.

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Σελίδες από τα εγκλήματα της γερμανικής κατοχής 1941 - 1944 στην Πελοπόννησο, και την αντίσταση του ελληνικού λαού.







Μέσα στο χειμώνα οι Γερμανοί έχουν αγριέψει και επιχειρούν με πολυδύναμες φάλαγγες και ισχυρή δύναμη πυρός φονικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο του Μωρηά, με σκοπό να κάμψουν το φρόνημα του λαού που αντιστέκεται, και εκτός από τις συχνές αυτές εξορμήσεις τους, τους εμπρησμούς ολόκληρων χωριών τις λεηλασίες και τους φόνους, παίρνουν και από το σωρό από τις φυλακές της Τρίπολης εκατοντάδες πατριώτες και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους ή τους κρεμούν σε δένδρα, φανοστάτες και μπαλκόνια για αντίποινα στην αντίσταση, παραδειγματισμό και κατατρομοκράτηση.

Ο ΕΛΑΣ που δεν σταματά ούτε στιγμή τον αγώνα, χτυπά όπου βρει ευκαιρία. Με μια επιτυχημένη ενέδρα στις 26 του Νοέμβρη στο δρόμο Τρίπολης Σπάρτης στο Μονοδένδρι, χτυπά μια γερμανική φάλαγγα, κι εκτός από τους νεκρούς που αφήνει στο πεδίο της μάχης, παίρνει μαζί με τα λάφυρα και 17 αιχμαλώτους.

Την επομένη οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το χώρο με ισχυρές δυνάμεις που καταφθάνουν με φάλαγγες και αφού επί ώρες οργώνουν αδιακρίτως τα γύρω υψώματα με πυρά βαρέων όπλων και πυροβολικού λες και θα έκαναν επίθεση σε κάποιον αόρατο εχθρό, κατά το μεσημέρι ξεφορτώνουν από καμιόνια που έφθασαν με καινούργια φάλαγγα 119 πατριώτες Λάκωνες κυρίως που με υπόδειξη μασκοφόρων συνεργατών τους είχαν αρπάξει πριν ένα περίπου μήνα από τα σπίτια τους στη Σπάρτη και τους είχαν στοιβαγμένους στις φυλακές της Τρίπολης, ακόμα και κάποιους τσοπάνηδες που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο πέρασμά τους, και στήνοντάς τους διαδοχικά κατά ομάδες πάνω σε ένα γεφύρι τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους. Γλιτώνει μόνο ένας τσοπάνης που πηδάει τη στιγμή που τους έστηναν στο γεφύρι και γίνεται καπνός με τις σφαίρες να σφυρίζουν πίσω του.

Δυο τρεις μέρες αργότερα οι αντάρτες κάνουν άλλη μια επιχείρηση κατά της γερμανικής φρουράς που φυλάει το σιδηροδρομικό σταθμό της Ανδρίτσας στα σύνορα περίπου Αρκαδίας – Αργολίδας κοντά στα κάτω Δολιανά όπου αφήνουν 17 Γερμανούς νεκρούς και δυο δικούς τους, και παίρνουν λάφυρα σε πολεμικό υλικό.

Για αντίποινα, μερικές μέρες αργότερα οι Γερμανοί αρπάζουν πενήντα πατριώτες από τα κρατητήρια της Τρίπολης, και τους κρεμάνε κατά μήκος του σταθμού από τα δένδρα, για να τους βλέπουν οι ταξιδιώτες και να μεταδίδουν τον τρόμο και τη φρίκη στους τόπους που πηγαίνουν, και να αναρωτιούνται αν αξίζει τα καμώματα των ανταρτών εναντίον του πανίσχυρου γερμανικού στρατού – όπως διαδίδει η προπαγάνδα τους - να τα πληρώνουν με τη ζωή τους αθώοι άνθρωποι παρμένοι από το σωρό μέσα από τις φυλακές.

Ο ανθός του ελληνικού λαού που μέσα από αντίξοες συνθήκες και τεράστιες, αξεπέραστες πολλές φορές δυσκολίες πολεμάει τον κατακτητή, δεν αντιμετωπίζει μόνο τα όπλα τις φυλακές και τις κρεμάλες του, αλλά και τη λυσσαλέα προπαγάνδα της αντίδρασης και των συνεργατών των Γερμανών, που θέλει να αγανακτεί ο λαός με τους αντάρτες που με τα καμώματά τους εξοργίζουν και εξαγριώνουν τα στρατεύματα κατοχής και τα εξωθούν σε ενέργειες αντιπερισπασμού και αντιποίνων με καταστροφές και εκατόμβες θυμάτων.

Αν καθόταν ήσυχος ο κόσμος, λέει η προπαγάνδα, αν δεν βγαίνανε οι αντάρτες, οι Γερμανοί δεν είχαν ανάγκη να προβαίνουν σε πράξεις αντεκδίκησης.

Άλλοι διαδίδουν πως οι ενέργειες των ανταρτών είναι ανόητες και άχρηστες, αφού σε τελευταία ανάλυση ο πόλεμος θα τελειώσει κάποια ώρα και ο γερμανικός στρατός θα γυρίσει στην πατρίδα του, και άρα άδικα σκοτώνεται τόσος κόσμος.

Άλλοι πάλι, ανάλογα τον τόπο και τα συμφέροντά τους, λένε πως αυτοί που ξεσηκώνονται και χτυπάνε τους Γερμανούς είναι οι κομμουνιστές που επιδιώκουν να είναι οπλισμένοι και με δικό τους στρατό όταν τελειώσει ο πόλεμος, για να αρπάξουν την εξουσία και να πάρουν τις περιουσίες του κοσμάκη.

Μπαίνοντας το 1944 οι Γερμανοί και με τη βοήθεια γερμανοντυμένων Ελλήνων συνεχίζουν και εντείνουν τις εξορμήσεις τους από τις μεγάλες πόλεις του Μωρηά, λεηλατώντας, σκοτώνοντας καίγοντας και ρημάζοντας την ύπαιθρο, ενώ κάποιοι αποφασίζουν να διαλύσουν το 11ο Σύνταγμα Αρκαδίας και να το συγχωνεύσουν με τα γειτονικά, το 12ο Αχαΐας και το 6ο Αργολιδοκορινθίας κυρίως, αφήνοντας έτσι ουσιαστικά ακάλυπτο το κέντρο του πολύπαθου Μωρηά, στη βουλιμία και την επιχειρησιακή δραστηριότητα των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, που δεν σταματάνε ούτε στιγμή τις φονικές επιχειρήσεις τους.

Στην Αρκαδία από τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς χτυπάνε διάφορες ανταρτοομάδες, και στις 13 του Γενάρη κρεμάνε σε φανοστάτες δένδρα και μπαλκόνια 11 πατριώτες στους Άγιους Ταξιάρχες της Τρίπολης, και 19 στην Ψηλή Βρύση της Τεγέας σε μουριές του χωριού, που τους άρπαξαν μέσα από τις φυλακές ύστερα από υπόδειξη φασίστα συνεργάτη τους κατοίκου της περιοχής, ενώ η προπαγάνδα των γερμανοντυμένων οργιάζει: δεν θα στήνονταν οι κρεμάλες αν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ δεν χτυπάγανε τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους…

Στις αρχές του Γενάρη εκστρατεύουν στον Πάρνωνα και στον Ταΰγετο, και παρά την γενναία αντίσταση των ανταρτών που δεν μπορούν όμως να δώσουν πολύωρες μάχες με ισχυρές δυνάμεις λόγω κυρίως της έλλειψης πυρομαχικών και βαρέων όπλων, καταφέρνουν να κάψουν τα πεντακόσια σπίτια στο κεφαλοχώρι Κοσμά της Αρκαδίας, ενώ οι κάτοικοί του τηρώντας την αντάρτικη τακτική και τις οδηγίες να αδειάζουν τα χωριά όταν απειλούνται από επιδρομές, όχι μόνο γλιτώνουν στις σπηλιές και τα δάση της περιοχής, αλλά καταφέρνουν όσο οι αντάρτες απασχολούσαν τους Γερμανούς να βγάλουν από το χωριό και να περισώσουν τα ζώα και τα σημαντικότερα από τα υπάρχοντά τους.

Της Καστάνιτσας οι ξανθιές
Και τ’Αϊβασίλη οι ρούσες
Κι οι μαυρομάτες του Κοσμά
οι γαϊτανοφρυδούσες

Τα ρούχα σας μη βάψετε,
μην τα φορέστε μαύρα
κι αν τα χωριά σας γίνανε
καινούργια Άγια Λαύρα.

Τα σπίτια σας κι αν κάψανε
Κι αν πήραν τα προικιά σας,
Η ανταρτοσύνη να είν’ καλά
Και πάλι είναι δικά σας
…τραγούδαγε λίγο αργότερα όλος ο ελεύθερος Μωρηάς.

Στις 23 Φλεβάρη στο δρόμο Μεγαλόπολης – Τρίπολης στην Παλιόχουνη λίγο έξω από την Μεγαλόπολη, οι Γερμανοί χάνουν σε ενέδρα ανταρτών καμιά τριανταριά αξιωματικούς τους που ταξίδευαν με αυτοκίνητα για Τρίπολη, και την επομένη κατεβάζουν εκεί με μεγάλη φάλαγγα πάνω από διακόσιους Μεσσήνιους κυρίως που τους είχαν συλλάβει ύστερα από υποδείξεις μασκοφόρων συνεργατών τους και τους είχαν στοιβαγμένους στα μπουντρούμια των φυλακών της Τρίπολης αλλά και Αρκάδες δεσμώτες που και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους.
Παράλληλα, Γερμανοί και ντόπιοι συνεργάτες τους συνεχίζουν πυρετωδώς τις προσπάθειες για συγκρότηση και εγκατάσταση των Ταγμάτων Ασφαλείας στο Μωρηά, και μέσα στο Γενάρη καταφέρνουν να φέρουν από την Αθήνα με συνοδεία γερμανικού στρατού το Τάγμα του Παπαδόγγονα στην Καλαμάτα, ενώ και στην Πάτρα ο Κουρκουλάκος στήνει το «Σύνταγμα Ευζώνων» με 650 ταγματασφαλίτες στρατολογημένους στην Αθήνα.
Οι μαχητές του ΕΛΑΣ χτυπούν με καλοστημένες ενέδρες αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και τους γερμανοτσολιάδες προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες, παίρνοντας λάφυρα σε πολεμικό υλικό και αιχμαλώτους πολλές φορές και εξαφανίζονται αστραπιαία, μετά τις εκατόμβες όμως στο Μονοδένδρι και στα Καλάβρυτα, αλλά και γενικά με την όλη συμπεριφορά των Γερμανών που πυροβολούν στο πέρασμά τους και σκοτώνουν αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια τους και τσοπάνηδες στα μαντριά τους, οι αιχμάλωτοι αρχίζουν να μην έχουν καμιά τύχη από τους αντάρτες, και αφήνουν τα κόκαλά τους στα ελληνικά βουνά.
Εκτός όμως από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους, οι αντάρτες έχουν να αντιμετωπίσουν και τα οργισμένα στοιχεία της φύσης μέσα στο χειμώνα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες, υποχρεωμένοι να κινούνται κακοντυμένοι και ξυπόλητοι πολλές φορές, σε μακρινές πορείες με βροχές ή μέσα στα χιόνια, και σε απόλυτο σκοτάδι.

Και πίσω από τα ένοπλα τμήματα του λαού, στην ύπαιθρο και στα χωριά οι οργανώσεις του ΕΑΜ, οι άνθρωποι της Επιμελητείας και της Αλληλεγγύης δίνουν επικούς αγώνες σε συνθήκες φτώχειας και ανέχειας προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τροφή για τους μαχητές και κανένα ρούχο από το υστέρημα του χειμαζόμενου λαού. Οι ανάγκες πολλές φορές είναι επιτακτικές και αξεπέραστες για την Επιμελητεία και την Αλληλεγγύη, γιατί πέρα από τα μαχόμενα τμήματα, άμεση ανάγκη βοήθειας έχουν και οι ξεσπιτωμένοι από τις επιδρομές των Γερμανών και των συνεργατών τους, που λεηλατούν τα νοικοκυριά τους και καίνε τα σπίτια τους, ακόμα και ολόκληρες οικογένειες απορφανισμένες που έμειναν στους πέντε δρόμους γιατί οι επιδρομείς σκότωσαν τους γονείς ή τους πήραν για να τους κλείσουν στα μπουντρούμια, και να τους εκτελέσουν όπως κάνουν πολλές φορές για αντίποινα κατά της Αντίστασης.

Η αντίδραση στα νότια του Μωρηά έχει ισχυρά ερείσματα και αγωνίζεται για τη στρατολογία και την εγκατάσταση Ταγμάτων Ασφαλείας, κι εκτός από το τάγμα Λεωνίδας που έχει εγκατασταθεί στη Σπάρτη, οι προσπάθειες συνεχίζονται για την εξάπλωσή τους σε Λακωνικές και Μεσσηνιακές κωμοπόλεις.
Στο Γύθειο γίνεται ένα όχι και τόσο σοβαρό ξεκίνημα από τους Γερμανούς, στους Μολάους όμως μέχρι και αντικομμουνιστική Επιτροπή έχει δημιουργηθεί επίσημα από τοπικούς παράγοντες και επίλεκτα μέλη αυτής της κωμόπολης που πρωτοστατούν στην εγκατάσταση ταγματασφαλιτών. Το ΕΑΜ με τοπικά στελέχη του έρχεται σε επαφή μαζί τους και αγωνίζεται μέχρι την τελευταία ώρα προσπαθώντας να τους πείσει να μην επιμείνουν στην απόφασή τους αλλά δεν τα καταφέρνει, και το Νοέμβριο οι ταγματασφαλίτες έχουν εγκατασταθεί στους Μολάους.
Τρεις – τέσσερεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ο ΕΛΑΣ σε μια επιχείρηση λίγων ωρών τους διαλύει παίρνοντας τα τετρακόσια περίπου ντουφέκια τους,

Στη μάχη σκοτώνονται τέσσερεις αντάρτες, εννέα από τους ταγματασφαλίτες, και Ο ΕΛΑΣ όμως που αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά την αντίδραση, και ιδιαίτερα στους Μολάους που λύσσαξε να εγκαταστήσει ταγματασφαλίτικη βάση, συστήνει ανταρτοδικείο και καταδικάζει σε θάνατο πάνω από τριάντα Μολαΐτες τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για την ίδρυση και εγκατάσταση της βάσης, και τους εκτελεί.
Σε καμιά δεκαριά μέρες αργότερα ο ΕΛΑΣ αφοπλίζει και τους εκατό περίπου ταγματασφαλίτες στις υπώρειες του Ταΰγετου στο Σκλαβοχώρι.

Στα βόρεια του Μωρηά στην άλλη πλευρά, ο συνταγματάρχης Κουρκουλάκος κρίνοντας κατά το τέλος του Φλεβάρη πως είναι καιρός να βγει στην Αχαϊκή ύπαιθρο και να δείξει στους αντάρτες ποιος είναι το αφεντικό, εξορμά από την Πάτρα με τους εξοπλισμένους από τους Γερμανούς Ευζώνους του και τη συνδρομή γερμανικού στρατού και χωροφυλάκων, αλλά ύστερα από τριήμερες συγκρούσεις με τους αντάρτες πάνω στα Αχαϊκά βουνά κοντά στο Λεόντιο εκεί γύρω στα Δεμέστιχα, μαθαίνει καλά τη θα πει ΕΛΑΣίτικο ντουφέκι αφήνοντας νεκρούς και αιχμαλώτους, και γυρνά στην Πάτρα χωρίς να τολμήσει να ξαναδοκιμάσει τέτοιου είδους… περίπατο.
Αρχές Απρίλη στη Μεσσηνία το 9ο Σύνταγμα επιχειρεί κατά της καλά οργανωμένης βάσης των ταγματασφαλιτών στου Μελιγαλά, αλλά δεν τα καταφέρνει να την εκπορθήσει, στις 20 όμως του ίδιου μήνα δυνάμεις του 12ου του 6ου αλλά και του 11ου που έχει συγχωνευθεί μ’ αυτά, εγκλωβίζουν στη Γλόγοβα της Γορτυνίας μια μεγάλη γερμανική φάλαγγα 500 περίπου ανδρών και την καταστρέφουν Πάνω από 200 Γερμανοί νεκροί στο πεδίο της μάχης και αιχμάλωτοι. 16 είναι οι νεκροί αντάρτες και 19 οι τραυματίες, και ο ΕΛΑΣ με τα όπλα που παίρνει μπορεί να εξοπλίσει ολόκληρο τάγμα. Οι αντάρτες που αγωνίζονται κακοντυμένοι και ξυπόλυτοι μέσα στο χειμώνα, ντύνονται και ποδένονται εκεί, παίρνουν και τα μεταγωγικά με τα εφόδια της φάλαγγας και το πλιάτσικο που κουβαλούσαν μαζί τους.

Η φάλαγγα αυτή ήταν τμήμα δύναμης χιλιάδων γερμανικού στρατού που εξορμούσε από Πάτρα Πύργο Κόρινθο Μεγαλόπολη Τρίπολη για συνδυασμένες επιχειρήσεις στα βόρεια κυρίως του Μωρηά, με σκοπό να εγκλωβίσει τα 12ο και 6ο Συντάγματα του ΕΛΑΣ.

Τρεις μέρες μετά την πανωλεθρία τους στη Γλόγοβα, οι Γερμανοί παθαίνουν άλλο χουνέρι στη Λακωνία όπου κοντά στους Μολάους χτυπάνε σε ενέδρα δυο αυτοκίνητα οι αντάρτες και εξοντώνουν το στρατηγό Kreuch με δυο τρεις ακόμα συνεργάτες του. Οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους οι ταγματασφαλίτες, γερμανικότεροι των Γερμανών, πιάνουν αμέσως δουλειά και σε εξορμήσεις τους σκοτώνουν πάνω από εκατό πατριώτες σε διάφορες περιοχές για αντίποινα, ενώ οι Γερμανοί την πρωτομαγιά εκτελούν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής στην Αθήνα 200 πατριώτες δεσμώτες στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Ακόμα, ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος διατάσσει «τον τυφεκισμό όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων».

Απόσπασμα από το βιβλίο μου που όμως επειδή ασχολείται με αυτή την ταραγμένη εποχή της 10ετίας 1940 έως 1949 και έχει ξεπεράσει τις 1000 σελίδες δεν βλέπω να καταφέρω να το εκδώσω.















Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Τον καιρό της Χούντας, το πέρασμα του Ισθμού.





Η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, «το πραξικόπημα για την κατάλυση της Δημοκρατίας» όπως χαρακτηρίστηκε από την Ε’ Αναθεωρητική των Ελλήνων Βουλή το 1975, είχε κηρυχθεί από μερικούς εν ενεργεία συνταγματάρχες του στρατού ονομάζοντάς το «εθνοσωτήριον επανάστασιν» που την έκαναν για να γλιτώσουν τη χώρα από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ισχυρίστηκαν ότι είχαν κατάσχει μερικά φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα όπλα με τα οποία οι κομμουνισταί θα κατέλυαν την νόμιμον εξουσίαν και θα κατελάμβανον την χώραν, και άλλα τέτοια, ποτέ όμως δεν παρουσίασαν τα όπλα που υποτίθεται ότι είχαν βρει, όπως ποτέ δεν βρέθηκαν και τα περίφημα χημικά όπλα που ισχυρίστηκαν οι Αμερικανοί ότι είχε ο Σαντάμ Χουσεϊν και με αυτή τη δικαιολογία τον δολοφόνησαν, διέλυσαν και καταλήστεψαν το Ιράκ.

Καταργήσανε τη Δημοκρατία και αλυσοδέσανε τον ελληνικό λαό για εφτά ολόκληρα χρόνια οι συνταγματάρχες μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974 που εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο και υποδούλωσαν ένα μεγάλο τμήμα της επικράτειας της, οπότε κατέρρευσαν υπό το βάρος των εξελίξεων και εγκατέλειψαν κακήν κακώς την εξουσία.

Στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, οργανωτικός Γραμματέας της Νεολαίας του Δυτικού Τομέα της Αθήνας και Γραμματέας της Νεολαίας Περιστερίου ήμουν τότε, και για πολλά χρόνια βρισκόμουν στο στόχαστρο της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής στη Δυτική Αθήνα.

Αριστερό κόμμα η ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) που είχε δημιουργηθεί μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, συμμετείχαν σε αυτήν και κομμουνιστές αφού το ΚΚΕ ήταν παράνομο, δρούσε και πολιτευόταν σε ημιπαράνομες συνθήκες και πολλά μέλη και στελέχη της διώκονταν με κάθε τρόπο από το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος. Συλλαμβάνονταν με τις πιο απίθανες δικαιολογίες, τρομοκρατούνταν δέρνονταν και προπηλακίζονταν, και κάποιες φορές τους αγώνες τους για κοινωνική δικαιοσύνη ίσες ευκαιρίες και διαφάνεια, για Ειρήνη και Αμνηστία που τόσο είχε ανάγκη η χώρα αφού χιλιάδες δημοκρατικοί πολίτες και αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης βρίσκονταν στις φυλακές και εξορίες σε ξερονήσια, τους πλήρωσαν με την ζωή τους. Τηλεγραφικά αναφέρω τις δολοφονίες των Γρηγόρη Λαμπράκη και Στέφανου Βελδεμίρη στη Θεσσαλονίκη, του Σωτήρη Πέτρουλα στην Αθήνα, του Διονύση Κερπινιώτη στην Αρκαδία.

Στο Αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω είχα προσαχθεί δυο τρεις φορές, στα υπόγεια μπουντρούμια όμως του ΙΖ Παράρτηματος Ασφαλείας Περιστερίου είχα (σαν Περιστεριώτης που ήμουν) την τιμητική μου, με είχαν ξυλοφορτώσει άγρια πολλές φορές και δυο φορές με είχαν υποβάλει στο μαρτύριο της φάλαγγας.

Ο στρατηγός βουλευτής της ΕΔΑ Γεράσιμος Αυγερόπουλος με είχε παρουσιάσει στον Εισαγγελέα και στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης διαμαρτυρόμενος για τις σε βάρος μου αδικαιολόγητες βιαιοπραγίες κλπ αλλά ο υπουργός: Μα τι λέτε στρατηγέ μου, η αστυνομία δεν δέρνει πολίτες!

Με τη Χωροφυλακή της Ανθούπολης Περιστερίου εκτός από τις αδικαιολόγητες προσαγωγές και ξυλοδαρμούς, είχα δημιουργήσει και προσωπικά με τον υπομοίραρχο διοικητή του Σταθμού γιατί σε αντιπαράθεση που είχα μαζί του στην πλατεία Αγίου Ιεροθέου και σε επήκοο πολλών πολιτών, σε απειλή του θα σηκώσει το χέρι του και θα με κοντύνει μια πιθαμή, αποφασισμένος να του δώσω ένα μάθημα που θα το θυμόταν σε ολόκληρη τη ζωή του αν δοκίμαζε να κινηθεί τον είχα προκαλέσει: «Τόλμα να κουνήσεις το χέρι σου και θα δεις ποιος θα κοντύνει» . Δεν είχε τολμήσει, αλλά στην δικτατορία έστειλε στις 11 τη νύχτα ομάδα χωροφυλάκων στον Αγιαντώνη στο Περιστέρι που ήταν το σπίτι μας (δεν είχαν δικαιοδοσία εκεί ήταν η Αστυνομία Πόλεων) και αρπάξανε την κυρία Ελένη στέλεχος της Σπουδάζουσας Νεολαίας που την στείλανε συστημένη στη Γυάρο όπου βρήκε και τις δυο αδελφές της που μείνανε εξόριστες τρία ολόκληρα χρόνια. Γνωστές τότε στους εξόριστους/ες από τον χαρακτηρισμό που τους είχε προσδώσει ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος ως «οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ».

Και με την Χωροφυλακή Νέων Λιοσίων (σημερινό Ίλιον) είχα προβλήματα, ξυλοδαρμούς και προσαγωγές, και με τέτοιες και τόσο στενές σχέσεις με τις του αντικομουνισμού διωκτικές αρχές δεν χρειαζόταν και πολύ σκέψη για να αποφασίσουμε πως πρέπει να εξαφανιστούμε από το σπίτι το γρηγορότερο δυνατόν, και να φυλαχτούμε τις πρώτες ημέρες ώσπου να ησυχάσει και να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Κρυφτήκαμε κάνα δυο βδομάδες στην Αθήνα οι ασφαλίτες του Περιστερίου μας έψαχναν στο σπίτι, αποφασίσαμε να πάμε για λίγο στο χωριό μου στην Αρκαδία, και, να ‘μαστε πάνω στην παλιά γέφυρα του Ισθμού μέσα σε ένα από εκείνα τα παλιά λεωφορεία που κάνανε τη συγκοινωνία, σταματημένοι από το στρατό για έλεγχο.

Στον Ισθμό, που συζητώντας κάπου πριν λίγες μέρες ότι θα υπάρχουν μπλόκα εκεί και δεν θα μπορούσαμε να περάσουμε, είχα πετάξει με την ανεμελιά του νέου και άπειρου: Έλα μωρέ, εγώ τον Ισθμό τον περνάω – ήμουν, βλέπετε καλώς κολυμβητής και 31 μόνο χρόνων – και κολυμπώντας, τι θα κάνω όμως με την γυναίκα μου! Είχαμε καταλήξει όμως ότι μάλλον δεν κινδυνεύουμε να μας πιάσουνε εκεί γιατί θα πρέπει να έχουν χιλιάδες ονόματα σαν σε τηλ κατάλογο, πράγμα που φαινόταν αδύνατο.

Τέλοσπάντων, ένας ανθυπολοχαγός με δυο φαντάρους μπήκαν από την πίσω πόρτα του λεωφορείου, ταυτότητες παρακαλώ κλπ. Κι εγώ μόλις είδα το μικρό χαρτί που κρατούσε καμουφλαρισμένο στην αριστερή του παλάμη ο αν/γός, σκέφτηκα ότι το πολύ να έχει 10 – 15 ονόματα μεγαλοστελεχών, άρα εμείς δεν κινδυνεύουμε, και καθησύχασα και την γυναίκα μου. Ο έλεγχος τελείωσε ομαλά, κατέβηκαν οι στρατιωτικοί και κατευθύνθηκαν προς το τέλος του λεωφορείου για να ελέγξουν το επόμενο κι εγώ με την κυρία Ελένη ανασάναμε ήσυχοι. Στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου καθόμαστε στη μέση περίπου, και καθώς με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη γνωστή φιγούρα ενός χωροφύλακα με δερμάτινο αμάνικο σακάκι που προχωρούσε στην πίσω πόρτα του λεωφορείου με δυο ακόμα συναδέλφους του, ο κόσμος έφυγε κάτω από τα πόδια μου.

Ήταν για πολλά χρόνια ένας από τους διώκτες μου από τη Χωροφυλακή στις περιοχές Ανθούπολης και Νέων Λιοσίων και δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσω από δαύτον.

-Μας πιάσανε, είπα στη γυναίκα μου.

-Ταυτότητες παρακαλώ, άκουσα τον γνωστό μου χωροφύλακα στο πίσω μέρος του λεωφορείου, και βέβαιος ότι πιαστήκαμε στη φάκα, ασυναίσθητα άφησα την ταυτότητά μου να πέσει μπροστά στα πόδια μου και έσκυψα προσπαθώντας τάχα να την μαζέψω. Ε, και; Τι περίμενα; Σε λίγα δευτερόλεπτα, άντε σε δυο τρία λεπτά οι χωροφύλακες θα ήσαν πάνω από το κεφάλι μου και ήμουν υποχρεωμένος να τους αντικρύσω κατά πρόσωπο. Ούτε ο από μηχανής θεός των αρχαίων Ελλήνων δεν μας γλίτωνε. Και, ώ του θαύματος!!! Σαν μέσα σε όνειρο έτσι όπως ήμουνα σκυμμένος με το κεφάλι μου να ακουμπάει σχεδόν στα παπούτσια μου και έκανα πως ψάχνω για την ταυτότητα άκουσα φωνή απέξω: «Αφήστε ρε τον κόσμο να φύγει, μόλις τελείωσα τον έλεγχο, έχει φρακάρει η κυκλοφορία εδώ!» Κατάλαβα ότι ο ανθυπολοχαγός ήταν που τους φώναζε και διατήρησα την ψυχραιμία μου παραμένοντας σκυμμένος μπροστά στα πόδια μου

- Συγνώμη κύριε ανθυπολοχαγέ, άκουσα τον χωροφύλακα, κατεβαίνουμε!

Από το θόρυβο κατάλαβα ότι είχαν κατέβει από την πίσω πόρτα, και από φόβο μην με πάρει κάνα μάτι δεν σήκωσα το κορμί μου στο κάθισμα μέχρι που ξεκίνησε το λεωφορείο.

Γλιτώσαμε λοιπόν μέσα από τη φάκα, αλλά οι κίνδυνοι παραμόνευαν. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε λίγες ώρες αργότερα στη Δημητσάνα κοντά στο χωριό μου.

Αλλάξαμε λεωφορείο στην Τρίπολη και πήραμε ένα άλλο που έκανε δρομολόγιο Τρίπολη – Δημητσάνα μέχρι Σέρβου. Στη Δημητσάνα κάναμε ολιγόλεπτη στάση στην πλατεία εκεί που και τώρα σταματούν τα λεωφορεία για να κατέβουν κάποιοι επιβάτες, κι ενώ περιμέναμε να ξεκινήσει για του Σέρβου πλέον – αν θυμάμαι καλά εκείνες τις στιγμές μέσα στο λεωφορείο παραμέναμε μόνο εγώ και η Ελένη – να σου ένας χωροφύλακας από έξω να με κοιτάζει επίμονα στο παράθυρο

_ Κάπου σε ξέρω εσένα, μου λέει.

Του είπα ότι δεν γνωριζόμαστε, ότι ήμουν από την περιοχή, πιο κάτω βρίσκεται το χωριό μου, αυτός επέμενε να με κοιτάζει και κάθε λίγο και λιγάκι να μου λέει ότι κάπου με ξέρει.

Ούτε εγώ τον γνώριζα, υπέθεσα ότι θα ήταν κάποιος που είχε υπηρετήσει στην Ανθούπολη ή στα Λιόσια και με είχε συναντήσει εκεί, για μένα όμως το να με πιάσουν εκείνες τις ώρες στη Δημητσάνα νόμιζα – κακώς βέβαια και λάθος μου – ότι σήμαινε λιντσάρισμα. Λέω ότι σκεφτόμουνα λάθος γιατί σχετικά με τη Δημητσάνα είχα μείνει είκοσι χρόνια πριν στο 1948 στην αιχμή του Εμφυλίου πολέμου που υπήρχε φανατισμός και είχα δει εκεί πτώματα ανταρτών να τα σέρνουν πίσω από τα αμάξια της χωροφυλακής. Και καθώς η ψυχολογική πίεση, το στρεσάρισμα και η κούραση της ημέρας δεν ήσαν καλοί σύμβουλοι, αποφάσισα πως αν με αναγνώριζε ο χωροφύλακας και δοκίμαζε να με συλλάβει θα τον εξουδετέρωνα και θα πηδούσα κάτω από τον τοίχο αντιστήριξης της πλατείας να διαφύγω προς το φαράγγι του Λούσιου. Άλλο λάθος, γιατί ο τοίχος αυτός είναι πανύψηλος και αν πηδούσα εκεί θα εύρισκα σίγουρο θάνατο.

Ευτυχώς δεν με θυμήθηκε ο χωροφύλακας και το λεωφορείο ξεκίνησε ενώ εγώ και η γυναίκα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι του Σέρβου είχαμε τα μάτια μας καρφωμένα προς τα πίσω μήπως φανεί κάνα περιπολικό της Χωροφυλακής να έρχεται στο κατόπι μας. Το ίδιο και όταν φτάσαμε στου Σέρβου παρακολουθούσαμε με αγωνία μήπως μας περιμένουν χωροφύλακες εκεί που σταματούσε το λεωφορείο. Ήταν ησυχία, κατεβήκαμε με την Ελένη και το κόψαμε για του Ψάρι τον κατήφορο από το Μύλο της Τρουπούς. Εκεί σε εκείνα τα βράχια την Ελένη την πέρασα σηκωτή για να κατέβουμε στη Γκούρα. Ούτε παπούτσια της προκοπής είχαμε – η Ελένη φορούσε τακούνια _ τέλοσπάντων κάναμε αυτά τα 7 – 8 χιλιόμετρα μέσα στα κατσάβραχα, φθάσαμε στο χωριό περνώντας Γκούρα – τρία ρέματα – Κουριαλού – Καταλώνι και στο πρώτο σπίτι η Κόλιαινα που μας είδε να περνάμε έμεινε αποσβολωμένη και μόλις της μίλησα έκανε το σταυρό της λες και έβλεπε φάντασμα. Ήρθε κοντά και με έψαχνε στα χέρια και τους αγκώνες, δεν πίστευε ότι ήμουν ζωντανός. Αργότερα μάθαμε ότι είχαν κυκλοφορήσει απίστευτης φαντασίας και … καλής προαίρεσης ιστορίες στο χωριό, ότι με είχαν σκοτώσει σε συμπλοκές οι χωροφύλακες, ότι είχα σκοτώσει πολλούς αστυνομικούς και διέφευγα, ότι μου είχαν κόψει χέρια ή πόδια, τέτοια τρελά. Το ίδιο πιο πάνω που η Χαρίκλεια είχε σταθεί και σταυροκοπιόταν καθώς πλησιάζαμε.

Ο πατέρας μου έλλειπε όταν πήγαμε σπίτι αλλά όταν σε λίγο ήρθε και με αντίκρυσε στη βεράντα με κοίταζε παγωμένος με απλανές βλέμμα μην πιστεύοντας ότι είμαι ζωντανός. Τέλοσπάντων, μείναμε καμιά βδομάδα το πολύ 10 ημέρες στο χωριό, δεν μας σήκωνε το κλίμα, επιστρέψαμε στην Αθήνα όπου σε λίγες ημέρες αρπάξανε την κυρία Ελένη ενώ εγώ συνέχισα να κρύβομαι – αντίθετα με κάποιους που ανυπομονούσαν ή εκφράζανε την αδημονία τους γιατί ακόμα δεν τους έχουν συλλάβει - δεν εννοούσα να πιαστώ.

Δεν με πιάσανε, αργότερα πήγα στη Ρόδο, αλλά η ζωή μας βιάστηκε, κλαδεύτηκε. Επιβιώσαμε στη Ρόδο - απολύθηκε και η Ελένη – αλλά χάσαμε τους φίλους και όλες τις δημόσιες σχέσεις, γνωριμίες κλπ που είχαμε στην Αθήνα σαν νέοι άνθρωποι, και, ξένοι στη Ρόδο που όσο ήταν η δικτατορία δεν τολμάγαμε να πούμε το όνομά μας, σε δύσκολες καταστάσεις, ξεκινήσαμε από την αρχή.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Το σφάξιμο των γουρουνιών στο χωριό το Ψάρι Ηραίας κατά τον περασμένο αιώνα



Εκείνη η βδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη που σφάζαμε τα γουρούνια στο χωριό μου το Ψάρι Ηραίας στη Γορτυνία, σε συνδυασμό και με τις αποκριές ήταν κάτι σαν πανηγύρι,   αλλά και έθιμο   που έδινε την ευκαιρία στους Ψαραίους να ξεφύγουν λίγο από την καθημερινότητα, τη ζοφερή πραγματικότητα με τις αγροτικές δουλειές μέσα στο Φλεβαριάτικο καταχείμωνο, να φάνε και να πιούνε, να ξεσπάσουνε σε γλέντια και χαρές.
Καθώς η οικονομία στα περισσότερα χωριά της ορεινής Αρκαδίας ήταν καθαρά οικιακή και ο κόσμος ζούσε με ό,τι παρήγε στον τόπο του, η εκτροφή των χοιρινών κατά τη διάρκεια ολόκληρου του χρόνου που τα σφάζανε για να εξασφαλίσουν το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια, αλλά και την αρτυμή των φαγητών τους με το λίπος τους αφού λάδια και βούτυρα στα περισσότερα σπίτια δεν υπήρχαν, ήταν μια σοβαρή βοήθεια για να βγάλει η οικογένεια τη χρονιά.
Κάθε οικογένεια κατά την αρχή της Άνοιξης φρόντιζε να αγοράσει ένα  μικρό χοιρινό που ακόμα βύζαινε τη μάνα του είτε από γυρολόγους που περνούσαν, είτε κατεβαίνοντας κάποιος για αυτόν τον λόγο στα χαμηλότερα χωριά σε εύπορες περιοχές στα σύνορα συνήθως Αρκαδίας – Ηλείας ή στην Ολυμπία.

Η εκτροφή του χοιρινού όσο ήταν μικρό γινόταν με πλύμα, ένα μίγμα από νερό και πίτουρο συνήθως που μπορεί να εμπλουτιζόταν με αποφάγια και περισσεύματα από γάλα ή τυροκομικά (από όσους είχαν γιδοπρόβατα), αλλά μεγαλώνοντας εκτός από το πλύμα έτρωγε βελάνι και (α)γκόρτσα, και καθώς ήταν ελεύθερο να περιφέρεται έξω από το σπίτι και σε ολόκληρο το χωριό, δεν περιφρονούσε και τα ανθρώπινα περιττώματα που τα εύρισκε μπόλικα σε απόμερα σημεία αφού τρεχούμενο νερό, εσωτερικές τουαλέτες βόθροι και όλα αυτά τα αγαθά του πολιτισμού μας ήσαν άγνωστα.
Μόλις τσάπωνε λίγο το χοιρινό έπρεπε να το μουνουχίσουν, να το στειρώσουν δηλαδή για να τρέφεται καλύτερα και να μην μυρίζει βαρβατίλα το κρέας του, και για αυτή τη δουλειά υπήρχαν ειδικοί  και στα γύρω χωριά.


Το τρέφανε λοιπόν το χοιρινό με επιμέλεια (κάπως έτσι είχε αποχτήσει την προσωνυμία «θρεφτάρι») για να μεγαλώσει κανονικά και να δώσει το απαραίτητο κρέας και λίπος όταν ερχόταν η ώρα να το σφάξουν, και καταφέρνανε να θρέψουν χοιρινά που ζυγίζανε συνήθως από 80 μέχρι και 150 οκάδες (οκά: 400 δράμια = 1282 γραμμάρια).
Αλλά το σφάξιμο γουρουνιού από 80 μέχρι 150 οκάδες δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά, ήταν ολόκληρη διαδικασία που απαιτούσε δεξιότητες αλλά και προετοιμασίες.
Δεξιότητες στον χειρισμό του μαχαιριού και γνώσεις έπρεπε να είχε εκείνος που θα το έσφαζε, για να ξέρει σε ποιο σημείο και πως θα χτυπήσει με το μαχαίρι ώστε να ξεψυχήσει γρήγορα το ζωντανό. Και φυσικά ένα γουρούνι με τόσο βάρος για να το ακινητοποιήσουν απαιτούνταν συνήθως τρεις και τέσσερεις άνδρες.
Στο πέρασμα των χρόνων πολλές φορές είχε συμβεί να ξεφύγει κάποιο χοιρινό μισοσφαγμένο και να τρέχει αιμορραγώντας μέσα στο χωριό (ξέφραγες οι περισσότερες αυλές εκείνα τα χρόνια) με τις σπαρακτικές κραυγές του να σκίζουν την ατμόσφαιρα προκαλώντας ευχάριστη αναστάτωση στο χωριό, ειρωνικά σχόλια και πειράγματα για εκείνους που τρέχανε να το πιάσουν.
Θυμάμαι που ένας γείτονάς μας μια χρονιά για να γλιτώσει τη φασαρία με το σφάξιμο το ντουφέκισε, τα σκάγια όμως δεν το «κρατήσανε», και καθώς οι αυλή ήταν κατηφορική με αναβαθμίδες και το λαβωμένο ζωντανό έτρεχε πάνω κάτω ουρλιάζοντας ή γκρεμιζόταν από τη φόρα και την αγωνία του να γλιτώσει, έγινε χαμός μέχρι να μπορέσει με μερικές ακόμα ντουφεκιές να το αποτελειώσει.
Απαραίτητος λοιπόν ο ειδικός που θα έσφαζε το γουρούνι, απαραίτητοι και δυο τρεις ακόμα για να το ακινητοποιήσουν και να το γδάρουν μετά, απαραίτητο βέβαια και ένα καλό «μαυρομάνικο» μαχαίρι. Το ίδιο αναγκαία και η φωτιά σε μια άκρη της αυλής που πάνω σε μια μεγάλη σιδεροστιά έβραζε το λεβέτι με νερό που  χρειαζόταν για να μαδήσουνε το χοιρινό.
Άλλη θλιβερή ιστορία αυτή με το νερό. Υδρευόταν τότε το χωριό μας από την Μπουσμπούνα την πηγή μας στο κάτω μέρος του χωριού και το μετέφεραν οι γυναίκες συνήθως με ξυλοβάρελα που τα ζαλώνονταν με σκοινί στην πλάτη.
Το πλαστικό δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του, τα δοχεία ήταν δυσεύρετα και το νοικοκυριό έπρεπε να βολευτεί με τις 30 περίπου οκάδες νερό που έπαιρνε το βαρέλι, άντε και μια βαρέλα ακόμα γύρω στις 5 οκάδες.
Αλλά το να φθάσει το νερό στο σπίτι ήταν δεν ήταν και εύκολη δουλειά αφού και στην πηγή έβγαινε λίγο και οι γυναίκες στήνονταν στη σειρά (είχε μπασιά όπως λέγανε) για να γεμίσουν το βαρέλι τους. Τα σπίτια στον απάνω μαχαλά όπου και το πατρικό μου απέχουν 400  περίπου μέτρα από την Μπουσμπούνα και οι γυναίκες ανεβαίνανε αυτήν την ανηφορική διαδρομή που έχει τουλάχιστον 70% κλίση ζαλωμένες το βαρέλι, με διπλωμένο σχεδόν το κορμί τους.
Ακινητοποιούσαν λοιπόν το ζωντανό και το έσφαζε ο ειδικός, αλλά ώσπου να ξεψυχήσει, οι πονεμένες οιμωγές του δονούσαν την ατμόσφαιρα και ξεσηκώνανε το χωριό. Καθώς το σφάξιμο των γουρουνιών γινόταν κυρίως κατά την πριν από την Τσικνοπέμπτη εβδομάδα – λίγοι τα σφάζανε τα Χριστούγεννα - σκεφτείτε,  ότι μπορεί εκείνη τη στιγμή αυτή η διαδικασία να επαναλαμβανόταν παράλληλα  σε τρία τέσσερα σπίτια ακόμα, και βάλτε στο νου σας το κλάμα και τις απελπισμένες κραυγές των ανήμπορων ζωντανών μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μόλις έπαυε το γουρούνι να αναπνέει, ο σφάχτης τού αφαιρούσε  το «καρύδι» από τον λαιμό, τον λάρυγγα που τον λέγανε και καρούτζαφλα, και τη φούσκα την ουροδόχο κύστη με τα αμελέτητα, τα γλυκάδια, (κατρουλήθρα την λένε στη δεύτερη πατρίδα μου τη Ρόδο εκεί στην Έμπωνα) και κάποιος του περνούσε ένα λεμόνι ή ένα πορτοκάλι  στο στόμα 
Το καρύδι και τα αμελέτητα τα έπαιρνε η νοικοκυρά και αφού τα ξέπλενε λίγο να φύγουν τα αίματα τα έβαζε στην άκρη στα κάρβουνα εκεί που έβραζε το λεβέτι φροντίζοντας να ψηθούν χωρίς να της καούνε, ενώ τη φούσκα που την περιμένανε ανυπόμονα οι πιτσιρικάδες την αρπάζανε και την συγκυλάγανε λίγο στο σβηστό τζάκι σε κρύα στάχτη, την φουσκώνανε και φτιάχνανε ένα μπαλόνι σαν  μπάλα, είδος πολυτέλειας για τον τότε μικρόκοσμο και αρχίζανε το παιγνίδι.
Στη συνέχεια οι άνδρες σηκώνανε το σφάγιο και το τοποθετούσαν πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο που είχαν ετοιμάσει εκεί στην αυλή με το φύλο κάποιας πόρτας ή με σανίδια, που ήταν απαραίτητος γιατί επάνω του θα μαδούσαν το χοιρινό, και φρόντιζαν να είναι επικλινής για να φεύγουν τα νερά που χρησιμοποιούσαν για το μάδημα αλλά και ελεύθερος γύρω  - γύρω για να κινούνται και να εργάζονται.

Αμέσως άρχιζε άλλη μια δύσκολη και λεπτή διαδικασία το μάδημα, η απαλλαγή του σφάγιου από το τρίχωμά του, που γινόταν με καλά, ακονισμένα μαχαίρια και βραστό νερό με το οποίο καταβρέχανε με πολύ προσοχή το τρίχωμα και το ξύνανε με τα μαχαίρια με τρόπο και επιδεξιότητα ώστε να μην πληγώνουν το δέρμα, ούτε όμως και να «αρπάξει» από το καυτό νερό. Πετυχαίνοντας σωστή διαβροχή με το βραστό νερό – πολλές φορές σκεπάζανε το σφάγιο εκεί στο μάδημα με κάποιο χοντρό ρούχο για να «φαφατιάζει» το δέρμα -  αλλά και επιδέξια χρήση των μαχαιριών καταφέρνανε να ξεριζώνονται οι τρίχες χωρίς να κόβονται μέσα στο δέρμα.
Στα παλιότερα και πιο δύσκολα χρόνια πριν το τέλος του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα που η φτώχεια και η ανέχεια χτυπάγανε κόκκινο, επειδή το δέρμα στη ράχη του χοίρου είναι πολύ σκληρό το παίρνανε και φτιάχνανε κάτι σαν μοκασίνια, τα γουρνοτσάρουχα, που προσαρμόζονταν με δερμάτινα λουριά στα πόδια και στην ανάγκη τα φορούσαν αντί για παπούτσια.
Τελειώνοντας το μάδημα και αφού το πλένανε εκεί στον πάγκο, ο ειδικός άνοιγε το σφάγιο στην κοιλιά και αφαιρούσαν με προσοχή έντερα πατσά εντόσθια κλπ, και κάπου εκεί ερχόταν και η κυρά με ένα δίσκο με το πικάντικο μεζεδάκι που είχε βγάλει από τα κάρβουνα, το καρύδι και τα γλυκάδια, και την κανάτα με το κόκκινο κρασί και τις σχετικές κούπες. Λίγος ο μεζές, ίσα για να νοστιμίσει το στόμα τους με το κριτσάνισμα του μισοψημένου γουρνολάρυγγα, αρκετός όμως για να σκορπίσει κέφι και να αδειάσουνε οι πρώτες κούπες με το ευλογημένο κρασάκι  από τα δικά τους αμπέλια και να πέσουνε και οι πρώτες ευχές:
-Καλοφάγωτο νοικοκυραίοι!  Και του χρόνου! Άντε, καλές Απόκριες! Χρόνια πολλά!


Η κυρά έπαιρνε σε ένα ταψί τη συκωταριά  πρώτα – πρώτα  και αμέσως ξάκριζε κάποια μεζεδάκια που αφού τα ξέπλενε τα έριχνε  στο μεγάλο τηγάνι με το μακρύ χέρι και τα έβαζε πάνω στη σιδεροστιά.
Δεν ξεχνούσε καθώς καθάριζε τη συκωταριά να ξεχωρίσει και κάνα δυο μεζεδάκια – σπλήνα πλεμόνι και κάνα κομματάκι άντερο - για το σκύλο του σπιτιού που περίμενε υπομονετικά σε μια άκρη μπροστά στο δρόμο εποπτεύοντας την κίνηση, και που τα άρπαζε στον αέρα καθώς του τα πετούσε και τα μασούλαγε περιχαρής.
Ώσπου οι άνδρες να καθαρίσουνε το σφάγιο και να βγάλουν έντερα πατσά και λοιπά, να το ζυγίσουν και να το κρεμάσουνε στο πατερό με το κεφάλι προς τα κάτω που θα έμενε δυο τρεις ημέρες για να στραγγίσει και να είναι έτοιμο για τεμάχισμα, είχαν ψηθεί και τα  συκωτάκια  και όλη η συντροφιά απολάμβανε  τη νοστιμιά τους. Και μην πάει ο νους σας σε τραπέζια και σερβίτσια, στο πόδι συνήθως με ένα πιάτο μπροστά τους εκεί στην αυλή και με ένα καρβέλι ψωμί από τον φούρνο του σπιτιού ρίχνανε τις πιρουνιές τους απολαμβάνοντας τα πικάντικα μεζεδάκια σχολιάζοντας το τελικό βάρος και το πάχος του γουρουνιού, το πόσες οκάδες καθαρό κρέας και πόσο  λίπος υπολογίζανε να βγάλει, για το ποιοι άλλοι σφάζανε σήμερα, και άλλα τέτοια σχετικά με την ημέρα. Όλα τούτα μέσα και κάτω από μια χαρούμενη και πανηγυρική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε ο καπνός από τις φωτιές που καίγανε σε κάποιες αυλές ανακατεμένος με την  κνίσα από τα μεζεδάκια που ψήνανε ή τηγανίζανε οι νοικοκυραίοι, τα σκουξίματα από τα ζωντανά που έμπαινε το μαχαίρι στο λαιμό τους, οι φωνές και τα χωρατά, τα παιγνίδια και οι χαρούμενες των παιδιών.
Αργότερα η νοικοκυρά αφού έπλενε τα έντερα θα έφτιαχνε λουκάνικα με ψιλοκομμένο κρέας και διάφορα καρυκεύματα, αλλά  και την απαραίτητη οματιά με το παχυάντερο που την έψηνε στο φούρνο με σιτάρι και ψιλοκομμένο κρέας, μαϊντανό μάραθο και δυόσμο, λίγη καυκαλήθρα, κρεμμυδάκι, κανελογαρίφαλα, πιπέρι και καμιά φλούδα πορτοκάλι αν βρισκόταν, και γινόταν ένα πράμα που εκείνοι που το τρώγανε γλείφανε  και τα δάχτυλά τους.
Ύστερα από τρεις περίπου ημέρες αφού είχε στεγνώσει το σφάγιο εκεί όπως κρεμόταν ξεκινάγανε τη διαδικασία για το «λιώσιμο», να παστώσουνε δηλαδή το κρέας για να φτιάξουνε το «άλειμα», την τσιγαρίδα.
 Το «ξεφερτσιάζανε» αφαιρώντας με λεπτές λουρίδες το δέρμα του ( και για να μην ξεχνιόμαστε φέρτσα ή σγόρτσα το λέγαμε οι Ψαραίοι, και το λίπος λίγδα), και στη συνέχεια σε λουρίδες πάλι αφαιρούσαν το παχύ λίπος που το περίβαλλε. Μετά το τεμαχίζανε βάζοντας χωριστά τα πόδια και το κεφάλι και χωριστά το κρέας αφαιρώντας του τα κόκκαλα, βράζανε στο λεβέτι το καθαρό κρέας και τις σκόρτσες, τις λουρίδες δλδ το δέρμα που τις κόβανε σε μικρά κομμάτια που  με λίγο νερό, με κάνα μπαχαρικό ακόμα και λίγα λουκάνικα για να νοστιμίσει , κάποιοι ανάλογα τους νοικοκυραίους βάζανε και κρασί ή ξύδι, αφαιρούσαν σε κάποια φάση  αφαιρούσαν το λίπος που το σουρώνανε και το αποθηκεύανε, και βράζανε καλά το κρέας προσθέτοντας και πολύ αλάτι χοντρό  και το παστώνανε αφού δεν υπήρχαν ψυγεία και το αποθηκεύανε σε δοχεία – πήλινα κατά το δυνατόν, λαήνες κλπ – αλλά και τις γνωστές μας λάτες (ντενεκέδες)  εξασφαλίζοντας το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια αλλά και το απαραίτητο λίπος για να αρταίνουν τα φαγητά τους.
Η έμπειρη νοικοκυρά τοποθετούσε με τάξη το κρέας στις λαήνες  - που το καλύπτανε με το λίπος για να διατηρείται - βάζοντας αλλού το καθαρό κρέας, αλλού τις φέρτσες και αλλού τα λουκάνικα ώστε ανάλογα την περίσταση να ξέρει που θα βάλει το πιρούνι για να βγάλει και τον σωστό μεζέ.
Τίποτα δεν περίσσευε για να πετάξουν από το χοιρινό. Με τα πόδια και το κεφάλι φτιάχνανε τον πατσά που όταν πάγωνε γινόταν η γνωστή πηχτή. Από την Μπόλια παίρνανε εκείνο το λίπος της το «βασιλικό» που χρησίμευε να επαλείφουν άρβυλα, ζώνες, δερμάτινα εξαρτήματα στο σαμάρι του μουλαριού κλπ για να μαλακώνουν, ενώ με διάφορα     υπολείμματα  φτιάχνανε σαπούνι.
Σημ: Δυστυχώς φωτογραφικό υλικό δεν είχα, και η φωτό με το μαδημένο χοιρινό είναι από το Βελημάχι Αρκαδίας του καλού διαδικτυακού φίλου Γ Μπάκα.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Τα ύδατα της Στυγός, το Αθάνατο νερό.


22

Στα 2100 μέτρα ύψος στο όρος Χελμός εκεί στην επαρχία Καλαβρύτων στη βόρεια Πελοπόννησο,  από απόκρημνα μαυρισμένα κάθετα βράχια ξεπηδούν τα νερά της Στύγας που όχι μόνο στην εποχή μας αλλά και στην αρχαιότητα οι πρόγονοί μας τους απέδιδαν μέσα σε πολλές άλλες και του Αθάνατου Νερού την ιδιότητα. Χαμηλά στη βάση των βράχων εκεί που πέφτει ο καταρράκτης υπάρχει χαίνουσα σπηλιά από όπου αναβλύζουν πολλά νερά που χάνονται στο φαράγγι και σύμφωνα με τη Μυθολογία μας τραβάνε για τα Τάρταρα για να ποτίσουν το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Είναι οι πηγές του ποταμού Κράθη - και Κράθι τον γράφουν – που αφού χάνεται για λίγο αναδύεται στην επιφάνεια του εδάφους και ακολουθεί την ροή του μέχρι που χύνεται στον Κορινθιακό.

Το απρόσιτο των βράχων, της πηγής και τις σπηλιάς, τα νερά που χάνονται στα βάθη της γης, το μυστήριο που αναδίνει η ερημιά του τοπίου, η αδυναμία η άγνοια και το δέος του ανθρώπου μπροστά στα φυσικά φαινόμενα, εκτός από συναισθήματα φόβου και τρόμου δημιούργησαν με το πέρασμα χιλιάδων χρόνων πολλές φήμες και δοξασίες για τις ιδιότητες και τις δυνατότητες των νερών της Στύγας, και συνδέθηκαν με αυτά ολόκληρες φιλοσοφικές θεωρίες. Πέρα από τον Παυσανία που επισκέφθηκε την περιοχή πριν από χίλια οχτακόσια τόσα χρόνια και μας δίνει πολλές πληροφορίες ( κι ακόμα περισσότερες βρίσκουμε στις σημειώσεις) στα Αρκαδικά του, ασχολήθηκαν με αυτά ο Ηρόδοτος ο Ησίοδος και ο Όμηρος, αρχαιολόγοι και ιστορικοί, αλλά και Αμερικανοί τοξικολόγοι τελευταία που ισχυρίζονται ότι στα πετρώματα του καταρράκτη βρέθηκαν τοξικές ουσίες.

Και καθώς η λαϊκή θυμοσοφία λέει για τις διαδόσεις ότι η τρίχα γίνεται τριχιά, κάτι η χαμηλή θερμοκρασία των νερών που ξεπηδούν από χιονισμένα  βαθουλώματα των βράχων και σκιερές σχισμές όπου σπανίως λιώνουνε τα χιόνια, κάτι με τα μαυρισμένα πετρώματα και το απρόσιτο των πηγών, κάτι από τα νερά που εξαφανίζονται στα σπλάχνα της γης, με το πέρασμα των αιώνων τούτες οι δοξασίες αλλοιώνονταν και αποχτούσαν εξωπραγματικές διαστάσεις και έννοιες.
Εκτός από Μαυρονέρι -  ονομάσανε έτσι τον καταρράκτη επειδή στο πέρασμα των αιώνων μαυρίσανε τα βράχια από τα νερά που «γλείφουν» επάνω τους - το είπαν Αθάνατο Νερό και πηγή ζωής, αλλά και δηλητήριο που όποιο ζωντανό το πιεί δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Λέγανε ότι είχε τέτοια δύναμη που μέταλλα όπως ο άργυρος, ο χρυσός, το κεχριμπάρι και άλλα, αλλοιώνονταν όταν βυθίζονταν σε αυτό, ενώ θρυμματίζονταν τα γυάλινα  πήλινα και κρυστάλλινα δοχεία. (Δεν μου ακούγεται και παράξενο, στην περιοχή του χωριού μου υπάρχει ακόμα μια πηγή με παγωμένο και κάπως βαρύ νερό που στα παλιά τα χρόνια μάς λέγανε ότι όταν σκύβαμε πάνω στην πέτρινη κορύτα για να πιούμε έπρεπε να προσέχουμε πολύ γιατί υπήρχε κίνδυνος να καθίσει στο λαιμό μας και να πνιγούμε). Υποστηρίχτηκε ακόμα ότι τα νερά της Στύγας πηγάζουνε από τα Τάρταρα στα σκοτεινά παλάτια της ( Τάρταρα συνδέονται με την έννοια τουρτουρίζω, κρυώνω) και μόνο  η οπλή του απετάλωτου αλόγου ήταν απρόσβλητη από αυτό το νερό, γι αυτό και οι θεοί το πίνανε μέσα σε κύπελα φτιαγμένα από οπλές αλόγων.


Η Ελληνική Μυθολογία λέει ότι η θεά Θέτις βύθισε σε εκείνα τα νερά τον νεογέννητο Αχιλλέα που τον έκαναν αθάνατο -  όπως είναι γνωστό και πάντα κατά την Μυθολογία μας ο Πάρης στον πόλεμο της Τροίας κατάφερε να  φονεύσει τον άτρωτο Αχιλλέα καθώς του την έστησε έξω από τα τείχη ανάμεσα σε θάμνους και με θεϊκό βέλος τον έπληξε στη φτέρνα του που δεν είχε βραχεί,  την «Αχίλλειο πτέρνα» από όπου τον κρατούσε η μάνα του όταν τον βούτηξε στο αθάνατο νερό, -  ότι οι θεοί το πίνανε για να διατηρούνται αθάνατοι, αλλά και ορκίζονταν σε αυτό, και μάλιστα ότι ο όρκος αυτός ήταν απαραβίαστος. Όποιος θεός γινόταν επίορκος τιμωρείτο αυστηρά. Καταδικαζόταν σε λήθαργο για κάποια χρόνια, έμενε άφωνος για ένα διάστημα, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει στα συμβούλια και τα συμπόσια των θεών, ούτε και το νέκταρ και την αμβροσία να απολαμβάνει.
Στην περιοχή πολλές δεισιδαιμονίες αλλά ιδιαίτερα η παγιωμένη πίστη για το Αθάνατο νερό κυκλοφορούσαν μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα και την μετέφερε και στον κινηματογράφο εκείνη η βουκολική ταινία με τον Τάσο και τη Γκόλφω.


Για τις θανατερές ιδιότητες των νερών της Στύγας  ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή το 175 μ.χ που τότε ανήκε στην Αρκαδία, άκουσε όπως μας αφηγείται στα Αρκαδικά του φήμες που υποστηρίζανε ότι με τούτο το νερό είχαν δολοφονήσει τον Μέγα Αλέξανδρο. Ότι ο οινοχόος του Ιόλλας είχε ρίξει το νερό  στο κρασί του που το είχε προμηθεύσει στον  Αντίπατρο ο Αριστοτέλης.
Η Στύγα ήταν κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος (κατά άλλη εκδοχή του Ερέβους και της Νύχτας), που κατοικούσε μακριά από άλλους θεούς στα βουερά με πανύψηλες αργυροκολώνες μαρμαρόχτιστα παλάτια της στα Τάρταρα και μέρα νύχτα (πάντα νύχτα ήταν εκεί) την φυλάγανε ακοίμητοι τρομεροί δράκοι. Μισητή φρικαλέα και αποκρουστική η Στύγα -  το όνομά της συνδέεται με το ρήμα στυγέω που σημαίνει μισώ, βδελύττομαι, αποστρέφομαι – προκαλούσε φόβο σε ανθρώπους και θεούς. Αλλά όταν ο Δίας αρπάχτηκε με τον πατέρα του τον Κρόνο και έγινε η γνωστή - κατά την Μυθολογία πάντα -  τιτανομαχία όπου ο Δίας με τους άλλους θεούς πολεμήσανε εναντίον του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων αδελφών του και των Γιγάντων, η Στύγα με τα τέσσερα παιδιά της τον Κράτος και τη Βία, τον Ζήλο και τη Νίκη προστρέξανε και πολεμήσανε στο πλευρό του Δία που για να την τιμήσει όρισε να ορκίζονται άνθρωποι και θεοί στο νερό και στο όνομά της. Σημειώστε ότι  Κράτος  Βία και  Νίκη ταχθήκανε με την Εξουσία τον Δία, και κάπως έτσι αυτά τα τρία ονόματα είναι προσκολλημένα ανέκαθεν στην Εξουσία και την στηρίζουν.

 Πληροφορίες για το θέμα βρίσκετε στα Αρκαδικά του Παυσανία,
μέσω Google στην Wikipedia κλπ.
Τις φωτογραφίες τις αλίευσα από τη Μηχανή Αναζήτησης