Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Οι Απόκριες στο χωριό μας σε δύσκολους καιρούς του περασμένου αιώνα.


 
Όταν μπαίνει ο Φλεβάρης και κάνει την εμφάνισή του το Τριώδιο, οι θύμισες μου γυρνάνε στα παλιά πολλές φορές, στα παιδικά μου χρόνια, στα γλέντια, τους χορούς και τις ευχάριστες στιγμές που ζούσαμε στο χωριό μας εκείνους τους δύσκολους καιρούς, κατά τη δεκαετία 1940 έως 1950.
            Δύσκολοι καιροί, γιατί εκείνη η δεκαετία ήταν η πιο τραγική και πιο καταστροφική για τη χώρα μας, αν αφήσουμε στην άκρη τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Είχαμε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατάληψη και τριπλή κατοχή της χώρας μας από Ιταλία Γερμανία και Βουλγαρία, τους σκοτωμούς και τους θανάτους από πείνα, όλη τη δυστυχία του πολέμου, κι επί πλέον επί τρία χρόνια τρωγόμαστε μεταξύ μας και βγάζαμε τα μάτια μας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου. Αλλά είπαμε, όταν έμπαινε το Τριώδιο ξεκινάγανε και οι Αποκριές, και ήτανε τρεις βδομάδες χαράς, ξεγνοιασιάς και ξεφαντώματος, με φαγητά, τραγούδια, χορούς και μασκαρέματα. Ένα έθιμο και παραδόσεις που έχουν τις ρίζες τους χιλιάδες χρόνια πριν και συνδέονται με λατρείες και δοξασίες του Διόνυσου.                                  

Απόκριες είναι το διάστημα των τριών εβδομάδων πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή που ξεκινάει από την Καθαρή Δευτέρα, μια περίοδος όπως την οριοθετεί η χριστιανική θρησκεία, που αρχίζει από την πρώτη Κυριακή του Φλεβάρη, την αποκαλούμενη «του Τελώνη και του Φαρισαίου. Αμολυτή λέγανε την πρώτη βδομάδα που ξεκίναγε από του Τελώνη και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου, και από εκείνες τις πρώτες μέρες ξεκινούσαν οι χαρές. Ένα από τα πρώτα, τα χαρούμενα δρώμενα της πρώτης βδομάδας της Αποκριάς ήταν και το σφάξιμο των γουρουνιών που τα τρέφανε ολόκληρη τη χρονιά, και άλλοι τα βαρήγανε κατά τα Χριστούγεννα, άλλοι στις Απόκριες. 


Η διαδικασία με το σφάξιμο των γουρουνιών, σε συνδυασμό με τις αποκριάτικες μέρες ήταν κάτι σαν πανηγύρι αλλά και έθιμο, που έδινε την ευκαιρία στον κοσμάκη να ξεφύγουν λίγο από την καθημερινότητα, την ζοφερή πραγματικότητα με τις αγροτικές δουλειές μέσα στο Φλεβαριάτικο καταχείμωνο, να φάνε και να πιούνε, να ξεσπάσουνε σε γλέντια και χαρές. Κι επειδή το σφάξιμο γουρουνιού από 80 μέχρι 150 οκάδες – οκά = 400 δράμια = 1κιλό και 282 γραμμάρια - δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά, ήταν ολόκληρη διαδικασία που απαιτούσε δεξιότητες αλλά και προετοιμασίες. Αν ο νοικοκύρης δεν είχε ιδιαίτερες ικανότητες στο χειρισμό του μαχαιριού, έπρεπε να βρουν έναν ειδικό για να το σφάξει, και μάλιστα να είναι γνωστός για το αλαφρύ χέρι του, κάπως σαν «αλαφροΐσκιωτος» για να πάει καλά το σφάξιμο, να πετύχει την αρτηρία με την πρώτη μαχαιριά και να μην βασανίζεται το ζωντανό, να μην ξεσηκώσει το χωριό με τις σπαραχτικές κραυγές του, να βγει καθαρό το κρέας, και μια σειρά άλλες εικασίες και δεισιδαιμονίες που περισσεύανε τότε στους κατοίκους της υπαίθρου. 

Απαραίτητος λοιπόν ο ειδικός που θα έσφαζε το γουρούνι, απαραίτητοι και δυο τρεις ακόμα για να το ακινητοποιήσουν αλλά και να το γδάρουν μετά, απαραίτητο βέβαια και ένα καλό «μαυρομάνικο» μαχαίρι. Το ίδιο αναγκαία και η φωτιά σε μια άκρη της αυλής που πάνω σε μια μεγάλη σιδεροστιά έβραζε το λεβέτι με νερό που χρειαζόταν για να μαδήσουνε το χοιρινό.            
Απόλυτα χρειαζούμενη ήταν και μια ξύλινη πόρτα από κάνα υπόγειο ξεκρεμασμένη που πάνω της θα τοποθετούσαν το σφάγιο για να το γδάρουν. Μόλις έπαυε το γουρούνι να αναπνέει, ο σφάχτης τού αφαιρούσε το «καρύδι» από τον λαιμό, τον λάρυγγα που τον λέγανε και καρούτζαφλα, και τη φούσκα την ουροδόχο κύστη με τα αμελέτητα, τα γλυκάδια, (κατρουλήθρα την λένε στη δεύτερη πατρίδα μου τη Ρόδο εκεί στην Έμπωνα) και κάποιος του περνούσε ένα λεμόνι στο στόμα. Το καρύδι και τα αμελέτητα τα έπαιρνε η νοικοκυρά και αφού τα ξέπλενε λίγο να φύγουν τα αίματα τα έβαζε στην άκρη στα κάρβουνα εκεί που έβραζε το λεβέτι φροντίζοντας να ψηθούν χωρίς να της καούνε, και ήταν η πρώτη τσίκνα, η ομηρική κνίσα, που ανέβαινε στην ατμόσφαιρα. Τη φούσκα που την περιμένανε ανυπόμονα οι πιτσιρικάδες την αρπάζανε και την συγκυλάγανε λίγο στο σβηστό τζάκι σε κρύα στάχτη, την φουσκώνανε και φτιάχνανε ένα μπαλόνι με το οποίο αρχίζανε το παιχνίδι. 
               Καθώς συνεχίζονταν οι εργασίες για το μάδημα του σφάγιου, το ξεκοίλιασμα και το καθάρισμα, το κρέμασμα στο πατερό του σπιτιού, η κυρά είχε ψήσει το καρύδι του στα κάρβουνα και πρόσφερε από ένα μεζεδάκι στον καθένα. Έτσι, για να νοστιμίσει το στόμα τους, να πιούν και από ένα ποτήρι κρασί να στυλωθούν στα πόδια τους. Με το κρασί αρχίζανε και τα «καλοφάγωτα, και του χρόνου, και στα δικά σας», όλες οι σχετικές ευχές, κι αν τύχαινε να περνάει κάνας συγχωριανός, τις ίδιες ευχές φώναζε κι εκείνος από το δρόμο Αμέσως μετά που βγάζανε τα εντόσθια του σφάγιου, ξεχώριζε η νοικοκυρά ένα μέρος από τη συκωταριά το έπλενε και το έκοβε σε μπουκιές, το έβαζε στο μεγάλο χάλκινο τηγάνι του σπιτιού με λίγο κρασάκι και λίγη μυρωδάτη ρίγανη που φύτρωνε άφθονη στις ραχούλες και στα περάσματα, και κατευθείαν στη φωτιά. Ώσπου να ταχτοποιήσουν το σφαχτό και να το κρεμάσουν στο πατερό με το κεφάλι κάτω, θα είχαν ψηθεί και τα συκωτάκια και θα στρωνόταν το τραπέζι. 
            Ο καπνός από τις φωτιές στις αυλές που ανέβαινε στον αέρα, σημάδι ότι κι εκεί σφάζουν, η τσίκνα και η μυρωδιά από κρέας που ψήνεται, οι οιμωγές των χοιρινών καθώς έμπαινε το μαχαίρι στο λαιμό τους, οι ευχές και τα χωρατά, οι χαρούμενες φωνές των παιδιών, δημιουργούσανε μια εύθυμη, πανηγυρική ατμόσφαιρα, πραγματικά αποκριάτικη. Είπαμε για την πιτσιρικαρία, τα μικρά που κάνανε τη φούσκα του γουρουνιού μπάλα και το ρίχνανε στο παιγνίδι, παιγνίδια όμως όπως ήταν φυσικό οργανώνανε και τα μεγαλύτερα παιδιά και οι έφηβοι, παρέες - παρέες και μάλιστα πολλά και διάφορα. Ήταν τα αγωνιστικά παιγνίδια που μετράγανε και τις ικανότητες και τις επιδόσεις του καθενός, όπως το τρέξιμο, το πήδημα - άλμα εις μήκος και εις ύψος. Ήταν η πάλη και το ρίξιμο του λιθαριού, ο κουτσοκαλόγερος, η αμπάριζα και άλλα. Το λιθάρι όχι σπάνια το ρίχνανε και οι μεγάλοι μπροστά από κάνα καφενείο του χωριού που περνάγανε την ώρα τους, όταν δεν είχαν δουλειά, για να ξεδώσουν και να σπάσουν τη μονοτονία. Ένα χαρούμενο και πλακατζίδικο παιγνίδι ήταν η ξυλογαϊδάρα που στήνανε τα παιδιά σε δυο τρεις αυλές και παίζανε. Μεγαλύτερες πλάκες όμως είχε το Μπιζ.           

Μπιζ

  Αυτός που έκανε τη μάνα στεκόταν όρθιος τοποθετώντας ανοιχτή και όρθια την αριστερή παλάμη του δίπλα από το αριστερό του μάτι για να μην βλέπει τους συμπαίκτες που στέκονταν πάντα σε εκείνη την πλευρά του. Η διαδικασία του παιγνιδιού απαιτούσε να περάσει και το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη και να το κρατήσει κολλητό πάνω της με την παλάμη ανοιχτή προς τα έξω και πάνω, προς τον ώμο του. Εκεί σε αυτό το σημείο πάνω στην δεξιά του παλάμη, έπρεπε να δέχεται ένα και μοναδικό χτύπημα και με ανοιχτή την παλάμη από κάποιον παίχτη, και τη στιγμή που δινόταν το χτύπημα, έπρεπε όλοι ταυτοχρόνως να τον πλησιάσουν με σηκωμένο το δείχτη του δεξιού τους χεριού μπροστά στο πρόσωπό του φωνάζοντας: Μπιζ!!!!!! Για να τον ζαλίζουν, να τον μπερδεύουν και να μην μπορεί να επισημάνει εκείνον που του είχε καταφέρει το χτύπημα. 
Η μαγκιά και καθήκον σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού, του παίχτη που στεκόταν ακίνητος και δεχόταν το χτύπημα «παίζοντας» τη μάνα, ήταν να επισημάνει εκείνον που του είχε καταφέρει το χτύπημα. Αν τον αναγνώριζε, καθήκοντα της μάνας αναλάμβανε εκείνος που τον είχε χτυπήσει, και το παιγνίδι συνεχιζόταν έτσι. Αν όμως δεν αναγνώριζε ποιος του είχε καταφέρει το μπιζ, έπρεπε να συνεχίσει τα καθήκοντα της μάνας και να τις «τρώει» μέχρι να αναγνωρίσει ποιος τον χτυπούσε. Εννοείται πως παιγνίδι μπορούσε να γίνεται και από το άλλο του ώμο. Έτσι κάπως τράβαγε αυτό το παιχνίδι, αλλά συνέβαινε και καμιά κουτσικέλα από κάναν «έξυπνο» καμιά φορά, ή κάναν πολύ φίλο αυτουνού που έκανε τη μάνα. Καθώς λοιπόν η «μάνα» έπαιρνε θέση και σήκωνε την αριστερή του παλάμη για να μην βλέπει τους παίχτες από αριστερά, ο «πονηρός» έκανε νόημα να του κάνουν χώρο, ξάμωνε το χέρι του με την άνεσή του και τραβούσε ένα τόσο δυνατό χτύπημα, που ο φουκαράς που το δεχόταν έβλεπε τον ουρανό σφοντύλι! Αν τύχαινε να είναι καλοζυγισμένο το χτύπημα, τον σήκωνε στον αέρα και τον πέταγε κάτω. Επόμενο ήταν να ακολουθήσει και το σχετικό καβγαδάκι, αλλά εύκολα ξεπερνιόταν. 

Μικροί μεγάλοι λοιπόν χαρούμενοι γιατί το καλούσαν οι ημέρες και το πνεύμα της Αποκριάς, και όλο και κάποια παρέα ξεκίναγε το τραγούδι σε καμιά αυλή ή μέσα στο πάτωμα, και δεν αργούσε κι ο χορός. Και όταν λέμε μέσα στο σπίτι στο πάτωμα, μην πάει ο νους σας σε τίποτα μεγάλα σπίτια. Πέντε μέτρα πλάτος και το πολύ δέκα μέτρα μάκρος χτίζονταν τότε τα σπίτια, πενήντα τετραγωνικά μέτρα όλα κι όλα. Το μισό το έπιανε το χειμωνιάτικο με το τζάκι με ένα μικρό χωλάκι στην είσοδο, και μια μικρή αποθήκη στη μέση. Τα χωρίσματα, οι μεσάντρες, ήσαν ξύλινα. Το υπόλοιπο του σπιτιού γύρω στα 25 τετραγωνικά ήταν η σάλα. Εκεί στο πάτωμα της σάλας γίνονταν τα γλέντια και οι χοροί, οι γάμοι και άλλες γιορτές. Άμα ήταν καλός ο καιρός όμως γέμιζε και η αυλή. Λίγος ο χώρος, πολύς ο κόσμος, αλλά εκείνα τα χρόνια ταιριάζανε τα χνώτα τους, ήσαν πολλά που τους ενώνανε, δεν μεγαλοκρατούσαν όπως οι άνθρωποι της σημερινής εποχής.

Μπούλες

 Από κοντά ξεπετάγονταν και οι Μπούλες, οι μασκαράδες. Νέοι άνδρες ντύνονταν γυναικεία και καμιά παντρεμένη καμιά φορά ντυνόταν άνδρας. Χτυπητά χρώματα, περίεργα ρούχα, αστείες φιγούρες, αεικίνητες και χαρούμενες, μουντζουρωμένα πρόσωπα ή καλυμμένα που προκαλούσαν γέλιο και ευθυμία. Οι μασκαρεμένοι κάνανε και καμιά άσεμνη χειρονομία μεταξύ τους και πειράγματα που προκαλούσαν γέλια και χαρούμενη διάθεση, και γι αυτό ίσως, ανύπαντρες δεν ντύνονταν μπούλες. Όλα μπορεί να ήταν φτωχικά, η διάθεση όμως για τραγούδι, χορό και ομαδικό ξεφάντωμα περίσσευαν, και το κρασάκι που οι Ψαραίοι το φτιάχνανε από τα αμπέλια τους έρρεε ασταμάτητα.
 Και μην σκέπτεστε σερβίτσια, δίσκους και κρυστάλλινα ποτήρια. Έβγαινε ο νοικοκύρης ή η κυρά με την κανάτα στο χέρι και δυο τρία ποτήρια στο άλλο, και κέρναγε τον κόσμο. Ολόκληρες παρέες και με μπούλες γυρνάγανε το χωριό τραγουδώντας, και χωρατεύοντας. «Εκίνησε η λεβεντουριά, και πάει στον πέρα μαχαλά που είν’ τα κορίτσια τα καλά», έλεγε ένα χαρούμενο τραγουδάκι. 
 
Χαρούμενα και σκωπτικά ήσαν τα τραγούδια και οι χοροί εκείνων των ημερών. Πάρτε μια ιδέα από το γνωστό τραγουδάκι «πως το τρίβουν το πιπέρι» : 
 - Πως το τρίβουν το πιπέρι
 του διαβόλου οι καλογέροι; 
- Με τη φτέρνα τους το τρίβουν 
   και το ψιλοκοσκινίζουν … 
Αμέσως οι χορευτές έπρεπε να κάνουν κινήσεις με το τακούνι ότι τρίβουν κάτι….. το πιπέρι προφανώς, Και να κινούν και τα δυο τους χέρια σαν να κρατούσαν κόσκινο και κοσκίνιζαν. 
- Πως το τρίβουν το πιπέρι 
του διαβόλου οι καλογέροι; 
- Με το γόνα τους το τρίβουν
 και το ψιλοκρησαρίζουν
Αυτομάτως ο χορός έπρεπε να γονατίσει και να κάνει κινήσεις σαν να προσπαθεί με το γόνατο, κλπ, κλπ
 - Πως το τρίβουν το πιπέρι 
 του διαβόλου οι καλογέροι;
 - Με τον κώλο τους το τρίβουν… …
 και ο χορός έπρεπε να χαμηλώσει στο πάτωμα, να αυτοσχεδιάζει και να μιμείται με κυκλικές κινήσεις.. 

Καταλαβαίνετε τα καλαμπούρια, τα χωρατά, και κάποιες όλο υπονοούμενα σατυρικές μπηχτές που πέφτανε από κάποιους/ες, με τα οποία ευχαριστιόνταν και διασκέδαζαν, γιατί ήταν οι ημέρες τέτοιες που δεν χωράγανε παρεξηγήσεις. Οι μόνες που ξινίζανε τα μούτρα τους με χαρούμενες γκριμάτσες και χαχανητά σεμνοτυφίας, και πετάγονταν έξω από τέτοιους χορούς, ήσαν οι κοπελιές, οι μικρές και οι ανύπαντρες, αντίθετα με τις παντρεμένες που πλειοδοτούσαν σε χωρατά και το απολάμβαναν. 

Στη δεύτερη βδομάδα έπεφτε (και πέφτει) η Τσικνοπέμπτη, που είχε την τιμητική της γιατί βρίσκεται ανάμεσα στην Τετάρτη και την Παρασκευή που είναι νηστήσιμες ημέρες. Τρώγανε ο κοσμάκης ό,τι κρεατικό τους βρισκόταν. 


Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, και την Καθαρά Δευτέρα πάλι βγαίνανε οι κομπανίες μαζί και μπούλες στο χωριό από γειτονιά – άμα περνάγανε μπροστά από σπίτι που είχε πένθος κόβανε το τραγούδι και τα χωρατά - σε γειτονιά γλεντοκοπώντας, έβγαινε και κάνας Γκρας κι έπεφτε κάνα σπάρο στον αέρα, άναβε και καιγόταν το πελεκούδι. Εκείνη την τελευταία Κυριακή φροντίζανε να καταναλώνουν ό,τι κρεατικό και νηστήσιμο είχαν στο σπιτικό τους, γιατί η επομένη ημέρα ήταν η Καθαρή Δευτέρα, η απόλυτη νηστεία. 

 Η Καθαρή Δευτέρα που κατά τη χριστιανική παράδοση καθάριζε τους πιστούς σωματικά και πνευματικά, σηματοδοτούσε το τέλος της Αποκριάς και την αρχή της νηστείας που διαρκούσε 40 ημέρες, και πολλοί χριστιανοί Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύανε ακόμα και το λάδι. Λαγάνες δεν γνώριζαν τότε τα χωριά μας, τρώγανε το ψωμάκι τους, και νηστήσιμα πλέον φαγητά μέχρι το Πάσχα.


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Όταν ο Ηρακλής γκάστρωσε τις 50 κόρες του βασιλιά Θέσπιου.

 





Μια φορά κι έναν καιρό που βασίλευε ο Θέσπιος στις Θεσπιές, κάπου εκεί κοντά στην περιοχή της Θήβας, και ζούσαν όλοι καλά στο βασίλειό του, φάνηκε ένα απόκοσμο θεριό, ένα τεράστιο λιοντάρι που κατασπάραζε τα βόδια και τα άλλα ζωντανά του Αμφιτρύωνα και του Θέσπιου

Ήταν λέει τόσο τρομερό το θεριό, που οι κυνηγοί, τρόμαζαν  και στη σκέψη μόνο να βγουν και να το κυνηγήσουν. Κατέβαινε με την άνεσή του από τον Κιθαιρώνα, κατασπάραζε τα ζωντανά, κατέστρεφε τις καλλιέργειες και ξαναγυρνούσε ανενόχλητο στη φωλιά του πάνω στο βουνό.

Δεκαοχτάχρονος περίπου τότε ο Ηρακλής, αποφάσισε να απαλλάξει τη χώρα από αυτή την πληγή, και παρουσιάστηκε στο Θέσπιο δηλώνοντάς του ότι θα κυνηγήσει το λιοντάρι και θα το εξοντώσει. Άλλο που δεν ήθελε ο βασιλιάς, να γλιτώσει από τη μάστιγα και τις καταστροφές που προκαλούσε  το τρομερό θεριό. Και επειδή είχε και 50 όμορφες κόρες, του φάνηκε καλή η ιδέα να τις βάλει να συνευρεθούν μαζί του για να αποχτήσει απογόνους από τον ημίθεο.

Του πρόσφερε λοιπόν φιλοξενία για 50 ημέρες όσο κράτησε το κυνήγι του θηρίου, και για να τον τιμήσει όπως του είπε, του παραχωρούσε μία από τις κόρες του για να του κρατάει συντροφιά στις μοναχικές νύχτες του. Κι έτσι, κάθε βράδυ που γύριζε κουρασμένος από το κυνήγι ο Ηρακλής, ο Θέσπιος του έστελνε και μία από τις κόρες του να κοιμηθεί μαζί του

 Κι επειδή ως γνωστόν ηλεκτρικό και τηλεόραση δεν υπήρχαν τότε, και όπως και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (Διογένης) υποστηρίζανε ότι «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή ομοία», πιστεύοντας ο Ηρακλής ότι ήταν η ίδια κόρη που κοιμόταν μαζί του κάθε νύχτα, κοιμήθηκε με όλες, και έτσι σε λίγο γεννήθηκαν οι πενήντα γιοί του. Μάλιστα, παρόλο που η μία από τις κόρες του Θέσπιου, η τελευταία προφανώς, αρνήθηκε να υποκύψει και να παραχωρήσει την παρθενιά της στον Ηρακλή, η μεγαλύτερη γέννησε δίδυμα, κι έτσι  τα παιδιά που γεννήθηκαν ήσαν πενήντα. 

Ο Ηρακλής θύμωσε, γιατί θεώρησε ότι τον πρόσβαλε η στάση της κόρης που αρνήθηκε να κοιμηθεί μαζί του, και την καταδίκασε να μείνει σε όλη της τη ζωή παρθένα. Όρισε δε να τον υπηρετεί ως Ιέρεια σε ναό που ιδρύθηκε προς τιμήν του στις Θεσπιές.

Υποστηρίζεται και η εκδοχή ότι ο ήρωας σε μια μόνο νύχτα κοιμήθηκε και με τις πενήντα κόρες, ενώ κατά άλλη, ότι σε επτά νύχτες έγινε η συνεύρεση μαζί τους.

Αφού σκότωσε το θηρίο ο Ηρακλής εγκατέλειψε τον Θέσπιο και τις κόρες του που στους εννιά μήνες γεννήσανε τα παιδιά του …. και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, όπως λέγανε, όπως τελειώνανε παλιά τα παραμύθια.

 Σημ. Ο Ημίθεος ήρωας σεβάστηκε  τη θέληση και το δικαίωμα της κόρης που δεν θέλησε να κοιμηθεί μαζί του, και την τιμώρησε καταδικάζοντάς την να μείνει σε ολόκληρη τη ζωή της παρθένα. Σκεφθείτε τώρα πως θα την αντιμετώπιζε ένας σύγχρονος Ελληναράς. Θα την είχε πλακώσει στις σφαλιάρες, θα την είχε βιάσει, και πολύ πιθανόν θα την  σκότωνε. Διότι, ποια είσαι εσύ μωρή που θα μου πεις εμένα όχι!

 

Πηγές: Για να μην πελαγοδρομείτε στην Google, θα βρείτε όλα τα παραπάνω στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ της Εκδοτικής Αθηνών, στον 4ο τόμο, σελ. 25.

 

 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Τα Ορλωφικά, και ο βιασμός της Πελοποννήσου από τους Αλβανούς.

 






Η Ακατερίνα Β'


Τα Ορλωφικά υποκινήθηκαν από τους Ρώσους ως κίνημα ανεξαρτησίας και διαδραματίστηκαν το 1770, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768– 1774), με εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη του τότε ελλαδικού, ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου, κυρίως όμως στην Πελοπόννησο. Θεωρήθηκαν δε από πολλούς ως η πρώτη σοβαρή προσπάθεια του ελληνικού στοιχείου για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού.

Ενώ οι προσπάθειες του τσάρου Πέτρου Α΄ του Μεγάλου Πέτρου (1672 – 1725) να βγει στη Βαλκανική είχαν σταματήσει στον Προύθο το 1711, οι Έλληνες και οι άλλοι λαοί των Βαλκανίων που ήσαν υπόδουλοι των Τούρκων δεν έχασαν τις ελπίδες τους ότι οι Ρώσοι θα τους ελευθερώσουν, και με την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου το 1768 από την τσαρίνα Αικατερίνη Β (1762 – 1796) οι ελπίδες τους αναπτερώθηκαν.

Ο Ελληνισμός είχε σοβαρούς δεσμούς με τη Ρωσία. Δραστηριοποιούνταν πολλοί Έλληνες εκεί ως έμποροι αλλά και αξιωματούχοι, δάσκαλοι της ελληνικής γλώσσας κλπ, και πολλούς είχε και η τσαρίνα στην Αυλή της. Ήταν πολύ φυσικό το ελληνικό στοιχείο  να προσδοκά και να πιέζει για βοήθεια της ορθόδοξης Ρωσίας στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, ενώ επίκαιροι ήσαν πάντα και οι χρησμοί του Αγαθάγγελου για το «ξανθό γένος» που θα απελευθέρωνε τον υπόδουλο Ελληνισμό. 

Η Ρωσία πάντα οραματιζόταν περιορισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα δυτικά, κυριαρχία στη Μαύρη Θάλασσα με ελεύθερα παράλια για τη ναυσιπλοΐα της και διέξοδο προς το Αιγαίο, με παράλληλες εξεγέρσεις των λαών της Βαλκανικής που θα βοηθούσαν τα σχέδιά της, και θα τους υποστήριζε σαν ομόθρησκους.

Από τον καιρό της Αικατερίνης Α’, ο στρατάρχης Μύνιχ είχε εκπονήσει σχέδια για τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, τονίζοντας τη γοητεία που ασκούσε η μεγάλη ρωσική δύναμη στους Έλληνες, και πόσο χρήσιμο θα ήταν να εκμεταλλευτούν αυτόν τους τον ενθουσιασμό και να τους ξεσηκώσουν όταν θα βάδιζαν κατά της Κωνσταντινούπολης. Όταν μάλιστα αναρριχήθηκε στο θρόνο η Αικατερίνη Β’, υιοθέτησε τα σχέδια του  Μύνιχ. ενώ παράλληλα, ο ευειδής αρχηγός του πυροβολικού Γρηγόρης Ορλώφ που ήταν και ερωμένος της, την έπεισε για τα δίκαια του Ελληνισμού και της υπέβαλε τα σχέδια για τον ξεσηκωμό τού ελληνικού στοιχείου στα νησιά και στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, βεβαιώνοντάς την ότι αν η Ρωσία βοηθούσε την επανάσταση των Ελλήνων, και την Κωνσταντινούπολη θα έπαιρνε, και ο θρόνος του Βυζάντιου θα γινόταν δικός της.

Ο Ορλώφ, πριν από τη συνομωσία που είχε ανεβάσει την Αικατερίνη στο θρόνο, και στην οποία ήταν πρωτουργός στο φόνο του συζύγου της Πέτρου Γ’, συνυπηρετούσε στο πυροβολικό με τον «τυχοθήρα» κατά Κ. Σάθα, Γεώργιον Παπάζωλη από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, που είχε έλθει στην Πετρούπολη και είχε καταταγεί στο ρωσικό στρατό, και είχε συνδεθεί μαζί του με στενή φιλία. Όταν λοιπόν μετά την ενθρόνιση της Τσαρίνας, ο Ορλώφ είχε γίνει «το δεύτερο  της αυτοκρατορίας πρόσωπο», ο Παπάζωλης του είχε μιλήσει για την επανάσταση των Ελλήνων και τον είχε κάνει θερμό υποστηρικτή τους.

Η φιλόδοξη Τσαρίνα ήταν τόσο πολύ, απόλυτα σίγουρη ότι θα καταβρόχθιζε την οθωμανική αυτοκρατορία, ώστε εκ προοιμίου είχε προδιαγράψει και προκαθορίσει τις θέσεις των καινούργιων κτήσεων. «Η Πελοπόννησος μετά τών πέριξ νήσων μετεβάλλετο εις ρωσσικήν επαρχίαν, διοικουμένην υπό Γερουσίας εξαρτωμένης από τού ανακτοβουλίου τής Πετρουπόλεως» (1). Ήσαν βέβαιοι εκεί στη Ρωσία, ότι «μόνη η εμφάνισις τής ρωσσικής σημαίας ήθελε δώσει τό σύνθημα τής επαναστάσεως».

Ο Γκριγκόρι Ορλώφ που ήταν αρχηγός του πυροβολικού, χορήγησε τρία χρόνια άδεια στον Παπάζωλη για να κατέβει στον ελλαδικό χώρο και να προετοιμάσει την επανάσταση, και για τον ίδιο σκοπό έφυγαν για τη Βενετία οι αδελφοί Αλεξέι και Φιοντόρ Ορλώφ. Εγκατεστάθησαν εκεί και άρχισαν επαφές με το ελληνικό στοιχείο και πράκτορες που πηγαινοέρχονταν στη Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στην Ήπειρο. Όταν επεσήμανε τη δράση τους η ενετική Δημοκρατία, κατέφυγαν στην Τοσκάνη όπου και συνέχιζαν τις επαφές τους. Παράλληλα, πράκτορες της Αικατερίνης διέτρεχαν τη Μολδοβλαχία και τη Σερβία κατηχώντας τους χριστιανούς και προετοιμάζοντάς τους για τον ξεσηκωμό.

Ο Παπάζωλης αναχώρησε για το Μωρηά κατά τα τέλη το 1766. Πέρασε από Ήπειρο, Ακαρνανία, και κατέβηκε στην Πελοπόννησο. Έπρεπε να κατηχήσει τους τοπικούς άρχοντες, γιατί χωρίς αυτούς δεν ήταν δυνατόν να ξεσηκωθούν οι λαϊκές μάζες. Στη Μάνη που έμεινε πολλούς μήνες δεν βρήκε προθυμία για τα σχέδιά του. Οι Μανιάτες ήσαν επιφυλακτικοί. Επέμεναν ότι αν δεν εμφανιστούν ρωσικά στρατεύματα, δεν επαναστατούν. Τελικά όμως, υπεσχέθησαν ότι θα συμμετέχουν στον ξεσηκωμό του Μωρηά, μόνον όταν έλθουν ισχυρές ρωσικές δυνάμεις. Στην Καλαμάτα όπου προύχοντας ήταν ο μεγαλέμπορος Παναγιώτης Μπενάκις, ο Παπάζωλης βρήκε διαφορετική υποδοχή, σε φιλικό κλίμα. Όταν επέστρεψε στην Τεργέστη είχε μαζί του έγγραφο συμφωνητικό στο οποίο «Οι Μανιάτες υπόσχονταν να επαναστατήσουν και να ενισχύσουν τους Ρώσους με 100 χιλιάδες στρατό αν τους στείλει η τσαρίνα τα απαραίτητα όπλα, και έρθει ο ρωσικός στόλος στα πελοποννησιακά  παράλια» (2).

Τον Οκτώβρη του 1768 ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο της Τουρκίας κατά της Ρωσίας,  και η Τσαρίνα εθεώρησε ότι μπορούσε πλέον να εφαρμόσει τα σχέδιά της για τους λαούς της Βαλκανικής που βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία, και να τους ξεσηκώσει για αντιπερισπασμό. Το ρωσικό ναυτικό πόρρω απείχε από το να θεωρείται αξιόλογο, αλλά την επόμενη χρονιά, το 1769, δυο μοίρες (κατ’ άλλους τρεις) του άνοιξαν πανιά για τη Μεσόγειο, ενώ στις αρχές εκείνης της χρονιάς οι προύχοντες του Μωρηά, με αναφορά τους στην τσαρίνα, ζήτησαν την προστασία της. Οι φύλαρχοι μάλιστα της Μάνης, γράφανε ότι ποτέ δεν υποτάχτηκαν στους Τούρκους και ότι έχουν 40.000 στρατό. Λέγανε ακόμα οι προύχοντες του Μωρηά πως μπορούν να οπλιστούν 100 χιλιάδες που θα πολεμήσουν έξω από τον Ισθμό της Κορίνθου. (3)

Στις 28 Φλεβάρη του 1870, μοίρα του ρωσικού στόλου, αφού πέρασε από την Ιταλία και παρέλαβε τους δυο Ορλώφ, αγκυροβόλησε στο Οίτυλο και από εκεί οι Ορλώφ εκήρυξαν  την επανάσταση όχι γιατί οι Ρώσοι νοιάζονταν για να απελευθερώσουν τους Έλληνες, αλλά για να προκαλέσουν αντιπερισπασμό στις τούρκικες δυνάμεις. Εκείνη η επανάσταση ονομάστηκε  Ορλώφεια ή Ορλωφικά-, επειδή οι αδελφοί Ορλώφ ήσαν οι υποκινητές και πρωτεργάτες της. 

Στις πρώτες όμως, επαφές μεταξύ Μανιατών και Ορλώφ, διαπιστώθηκαν επιφυλάξεις από τις δυο πλευρές, καχυποψία και διαφωνίες. Οι Έλληνες περίμεναν ρωσικά στρατεύματα και όπλα για να εξοπλιστούν χιλιάδες, βλέπουν όμως περίπου 600 Ρώσους  και τέσσερα κιβώτια όπλα. Οι Ορλώφ περίμεναν να αντικρύσουν χιλιάδες οπλισμένους, κι εδώ βρίσκονται αντιμέτωποι με επιφυλακτικούς Μανιάτες που τους ζητούν διαβεβαιώσεις ότι αν ξεσηκωθούν, δεν θα τους εγκαταλείψει στην τύχη τους η Ρωσία. Κατέληξαν τελικά σε συμφωνία και δημιούργησαν δύο σώματα ενόπλων, την Ανατολική και τη Δυτική Λεγεώνες της Σπάρτης, όπως τις ονόμασαν, όπου υποχρεώθηκαν να «ορκιστούν πίστην προς την αυτοκράτειρα τω Ρωσσιών». (4)

Άρχισαν οι συγκρούσεις, και την 1η Μαρτίου ξεκινά η πολιορκία της Κορώνης από το ρωσικό στόλο. Στις 5 Μαρτίου, η Λεγεώνα της οποίας ηγείτο ο Μυκονιάτης εμποροπλοίαρχος Αντώνης Ψαρός που ήταν και τοποτηρητής του Ρωσικού στόλου, κυρίευσε το Μιστρά, και εκεί έγιναν και οι πρώτες ανεξέλεγκτες σφαγές. Κατατρομαγμένοι οι Τούρκοι υπερασπιστές του φρουρίου, από την εμφάνιση των εξεγερμένων Ελλήνων που προπορεύονταν Ρώσοι αλλά και Έλληνες με ρωσικές στολές, εζήτησαν και συμφωνήθηκε συνθηκολόγηση. Καθώς όμως αποχωρούσαν με τις οικογένειές τους, στίφη Μανιατών που κατέβαιναν από τα βουνά για να λεηλατήσουν τη Σπάρτη, επέπεσαν κατά των Τούρκων, αρπάζοντας ό,τι είχαν, και σφάζοντας αδιακρίτως μικρούς και μεγάλους, γυναίκες άνδρες και μικρά παιδιά. «Διασπαρέντες εις την πόλιν διαρπάζουσιν αδιακρίτως πάσαν οικίαν, και φονεύουσι πάντα τον ανθιστάμενον. Ούτω δε λαφυραγωγήσαντες και καταφθείραντες τον Μισθράν οι Μανιάται επανέστρεψαν δρομαίοι είς τα όρη των. Τετρακόσιοι Οθωμανοί έπεσαν θύματα των λυσσαλέων τούτων επιδρομέων, οίτινες εκτός των άλλων κακουργιών ετέρποντο εκσφενδονίζοντες τα βρέφη από της κορυφής των μιναρέδων επί του λιθοστρώτου». (5)

Οι εξεγέρσεις γενικεύονται, ο κόσμος ξεσηκώνεται. Οι διαδόσεις και οι φήμες περί τα δρώμενα πολλαπλασιάζονται και υπερμεγεθύνονται, η τρίχα γίνεται τριχιά. Μιλάνε για αμέτρητα ρωσικά καράβια που πλημμύρισαν τις θάλασσες, για μιλιούνια Ρώσσων που προελαύνουν, και με την εμφάνισή τους και μόνο, οι Τούρκοι το βάζουν στα πόδια για να σωθούν. Με εντολή του Ορλώφ, ο Ψαρός εκστρατεύει κατά της Τριπολιτσάς με τη λεγεώνα του. Ο ενθουσιασμός στο ελληνικό στοιχείο ήταν ασυγκράτητος. Χιλιάδες συγκεντρώθηκαν στη Σπάρτη για να συμμετάσχουν στην εκστρατεία, πιστεύοντας ότι στη θέα τους και μόνο, οι Τούρκοι θα παραδοθούν. Οι δε Μανιάτες για τους οποίους το λάφυρο και η διαρπαγή ήταν θρησκεία, «παρέλαβον και τας γυναίκάς των φερούσας σάκκους κενούς προς μετακόμισιν της λείας». (6)

Στους έξι χιλιάδες ανερχόταν ο αριθμός των Ελλήνων που εφόρμησαν κατά της Τριπολιτσάς, στις 29 Μαρτίου του 1770, φορώντας και ρωσικές στολές πολλοί, ενώ τους ακολούθησαν και 57 Ρώσοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και πυροβολητές υπό τον λοχαγό Μπάρκωφ. Οι Τούρκοι όμως της Τριπολιτσάς δεν έχασαν την ψυχραιμία τους. Οργάνωσαν και ενίσχυσαν με μεγάλες δυνάμεις την άμυνά τους, και μόλις εμφανίστηκαν οι Έλληνες και άρχισαν να τους κανονιοβολούν, ο Τουρκαλβανός Οσμάν Μπέης που είχε την γενική αρχηγεία «αντελήφθη ότι οι Πελοποννήσιοι δεν ήσαν Ρώσσοι αλλά Μανιάται και Μωραΐται κακώς εξωπλισμένοι και αγύμναστοι … »

Οι Τούρκοι έσφαξαν πολλούς  από το ελληνικό στοιχείο της πόλης,  και με το αίμα τους βάψανε τα χέρια τους και τα πρόσωπά τους, αλλά και  τα κεφάλια των αλόγων τους, και εφόρμησαν  κατά των επιτιθεμένων αλαλάζοντες. Απόλεμοι και άπειροι οι Έλληνες δεν άντεξαν και πολύ την ορμή του τούρκικου ιππικού. Το βάλανε στα πόδια, εγκαταλείποντας εφόδια και πυρομαχικά, και διασκορπίστηκαν προσπαθώντας να σωθούν.

        

Η ναυμαχία του Τσεσμέ.

Επιστρέφοντας στην πόλη τα τούρκικα τμήματα λεηλάτησαν τα σπίτια των Ελλήνων και τους βάλανε φωτιά, ενώ μέσα σε δυο ώρες, τρεις χιλιάδες από αυτούς «άνευ διακρίσεως γένους και ηλικίας» τους περάσανε από μαχαίρι, και  τα πτώματά τους τα κάψανε στις φωτιές που καταβροχθίζανε τα σπίτια και τα νοικοκυριά τους. (7) Οι Ρώσσοι υπό τον Μπάρκωφ και κάποιοι Έλληνες  οχυρωθέντες γύρω από τη ρωσική σημαία, πολέμησαν και πέσανε εκεί, εκτός από τον Μπάρκωφ και τρείς ακόμα, που  κατάφεραν να φύγουν και να μεταφέρουν τα κουρέλια της σημαίας στη Ναυαρχίδα τους. Στον Κορδάτο σελ 237, 238, σε υποσημείωση του Βλαχογιάννη, βλέπουμε ότι στην Τριπολιτσά ήσαν 500 οι Ρώσοι που πολεμήσανε ανδρείως και εσφάγησαν μέχρις ενός.


Η τραγική κατάληξη της Τριπολιτσάς προκάλεσε φόβο και τρόμο σε κάθε σημείο του Μωρηά, καθώς τα νέα μεταφέρθηκαν από τους φυγάδες, και σήμανε το τέλος της εξέγερσης. Πολύ σύντομα τα νέα απλώθηκαν στον ελλαδικό χώρο, όπου στο μεταξύ, οι Τούρκοι οργάνωναν το στρατό τους και κατέβαζαν ασκέρια Τουρκαλβανών. Άρχισαν επιθέσεις και  αντεπιθέσεις, και παντού νικούσαν τους αγύμναστους απειροπόλεμους και κακώς εξοπλισμένους, αλλά κυρίως, ανοργάνωτους Έλληνες. 

Στην Κρήτη οι επαναστάτες ηττήθηκαν, και τον Δασκαλογιάννη που ήταν επικεφαλής της εξέγερσης, τον έγδαραν οι Τούρκοι ζωντανό. Την Πάτρα που είχε καταληφθεί από τους επαναστάτες, την ξαναπήραν οι Τούρκοι από τους Κεφαλλονίτες και τους Ζακυνθινούς που την υπερασπίζονταν, και το βάλανε στα πόδια. Εκτός από τον Μητροπολίτη, σφάξανε  και 3.000 Πατρινούς. Στην Κορώνη, οι Αρβανίτες σφάξανε 400 Μανιάτες και αιχμαλωτίσανε τον αρχηγό τους τον Γιάννη Μαυρομιχάλη. (8) Στη Λάρισα, εξ αιτίας της διαφωνίας δυο τοπικών οπλαρχηγών, σφαγιάστηκαν μέσα σε μια ημέρα τρεις χιλιάδες άμαχοι πολίτες. (9)

Μόνο οι Μανιάτες προβάλανε οργανωμένη άμυνα. Νικήσανε τους Τουρκαρβανίτες όταν δοκίμασαν να καταλάβουν την Καλαμάτα, τους χτυπήσανε και αλλού όποτε αποπειράθηκαν να μπουν στη Μάνη, και καταφέρανε να κρατήσουν τον τόπο τους ελεύθερο.

Μετά την καταστροφή στην Τριπολιτσά, βλέποντας τα κύματα των Αλβανών να κατακλύζουν το Μωρηά, ο Ορλώφ αποφάσισε να πάρει το στόλο του και να φύγει. Κατηγορούσε τους Έλληνες για την αποτυχία, οι Έλληνες από την πλευρά τους τον κατηγόρησαν ότι τους ξεσήκωσε με ψέματα και τους παράτησε στην εκδικητική μανία των Τούρκων  και της Αρβανιτιάς. Όσο και να  προσπάθησε ο Παπάζωλης και άλλοι να τον πείσουν ότι τίποτα δεν χάθηκε ακόμα, ο Ορλώφ παρέμεινε ανένδοτος. Πήρε κάποιο κόσμο στα καράβια του, μαζί με μερικούς προύχοντες και δεσποτάδες, παρέμεινε όμως αδιάφορος και ανάλγητος ως προς την τύχη του λαού, που έμενε απροστάτευτος στις εγκληματικές διαθέσεις των Τουρκαλβανών. «Μας υποσχεθήκατε την ελευθερία μας και μας αφήνετε να μας σφάξουν οι Τούρκοι. Άσυλο μόνο σας ζητούμε … »,  φώναζαν τα πλήθη στην παραλία. (10) 

Όσοι είχαν παράδες, κατάφεραν να ναυλώσουν καΐκια και να περάσουν με τις οικογένειές τους στα νησιά και αλλού. Η φτωχολογιά που δεν είχε ούτε ψωμί, έμεινε έρμαιο στις εκδικητικά δολοφονικές διαθέσεις των Τουρκαλβανών.

Οι Ορλώφ, μετά την αποτυχία της εξέγερσης στον ελλαδικό χώρο, δεν μπορούσαν να παρουσιαστούν με άδεια χέρια στην Τσαρίνα, και λίγο αργότερα, στις 5 Ιούλη εκείνης της χρονιάς (1770) και οι τρεις μοίρες του ρωσικού στόλου με αρχιναύαρχο τον Αλέξη Ορλώφ κατάφεραν να στριμώξουν και να καταστρέψουν τον Τουρκικό στόλο στο Τσεσμέ κοντά στη Χίο. Η καταστροφή του τουρκικού στόλου έκανε μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη και θεωρήθηκε νίκη των Ελλήνων, γιατί πολλοί από τα πληρώματα και πρώτος μεταξύ τους ο αρχηγός των πυροβολητών Παναγιώτης Αλεξόπουλος, ήσαν Έλληνες.

Μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ οι Ορλώφ παρέμειναν με το στόλο τους στην Πάρο, ελέγχοντας πολλά από τα νησιά του Αιγαίου, μέχρι που στις 10/21 Ιουλίου 1774, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος έληξε, και στο βουλγαρικό χωριό Κιουτσούκ Καϊναρτζή υπογράφηκε ειρήνη που έμεινε στην ιστορία με αυτό το όνομα.

Παρόλο που από την υπογραφή της Συνθήκης του Καϊναρτζή το 1774 οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να αμνηστεύσουν όλους τους Χριστιανούς που πολέμησαν με τους Ρώσους, εξοργισμένος ο Σουλτάνος με τους Πελοποννήσιους –ιδιαίτερα για τις ωμότητες που διέπραξαν οι Μανιάτες, ισχυρίζονται κάποιοι– αποφάσισε να αναθέσει στους Αλβανούς να τους περάσουν από μαχαίρι παντός γένους και ηλικίας, και να εποικίσουν το νησί με Μουσουλμάνους. Με το ισχυρό όμως επιχείρημα κάποιων φιλελλήνων ότι «αν φονευθούν οι χριστιανοί, ποιος θα πληρώσει το χαράτσι;» άλλαξε γνώμη, αλλά άφησε το Μωρηά στην  αρπακτική μανία των Αλβανών.

Αμέσως με την εμφάνιση του ρωσικού στόλου στη Μάνη και τις πρώτες εξεγέρσεις, οι Τούρκοι απευθύνθηκαν στους Αλβανούς καλώντας τους να κατέβουν στο Μωρηά, με δικαίωμα ζωής πάνω στους ραγιάδες και την περιουσία τους, να τους τιμωρήσουν για την αποστασία και τη συμμετοχή τους στα Ορλωφικά, και να υπερασπιστούν την Τούρκικη κυριαρχία. Στίφη Αλβανών «οσφραινόμενα πλουσιωτάτην λείαν» εξόρμησαν μέσω της Στερεάς με κατεύθυνση το Μωρηά, σαρώνοντας την Αιτωλία και Ακαρνανία στο πέρασμά τους, καταστρέφοντας το Μεσολόγγι. Άλλα πολυάριθμα μπουλούκια σάρωσαν την Παρνασίδα και τη Λιβαδειά. Από την Μεγαρίδα εισέβαλαν στην Κορινθία, ένα άλλο σώμα από τη Ναυπακτία μπήκε στην Αχαΐα και εξαπολύθηκαν σφάζοντας και λεηλατώντας, κυριεύοντας μεγάλο μέρος του Μωρηά, πνίγοντας την ήδη πεθαμένη από την έναρξή της επανάσταση.

Εμπόδια δεν υπήρχαν για την Αλβανική λαίλαπα που παρεκτράπηκε σε βάρβαρη λεηλασία και απάνθρωπη καταστροφή, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του πολέμου το 1774. Λήστευαν, έσφαζαν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους, με τις ευλογίες της Οθωμανικής Εξουσίας.

 

Γκριγκόρι Ορλώφ

Έντρομοι οι απροστάτευτοι ραγιάδες τρέχανε στα βουνά στις σπηλιές και στα ρουμάνια να κρυφτούν, άλλοι που είχαν οικονομική ευχέρεια κατάφεραν να μεταναστεύσουν στα Εφτάνησα και στις Κυκλάδες, στη Ρωσία και την Αυστρία. Στα βόρεια παράλια της Αδριατικής, οι ελληνικές παροικίες πλήθαιναν. Μετανάστες κατέφυγαν στη Μολδοβλαχία, στην Ουγγαρία, την Πολωνία. Στον Κορδάτο σελ 258 βλέπουμε πως (σημ. για Δημητριείς) 80.000 οικογένειες από τον ελλαδικό χώρο μετανάστευσαν στην Αυστρία. Πάρα πολλοί καταφύγανε «στα ατελεύτητα εν Μικρά Ασία τσιφλίκια του Καραοσμάνογλου». (11)

Όταν τα πρώτα τμήματα των Αλβανών άρχισαν να επιστρέφουν στην πατρίδα τους φορτωμένα λάφυρα και πλούτη, άλλα, πολυαριθμότερα γεμάτα απληστία  για αρπαγές και πλουτισμό μπουλούκια, κατέβαιναν στον Μωρηά για να ξεσκίσουν τις σάρκες του. Τίποτε και κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχείς Μωραϊτες. «Έκαστος Αλβανός εκέκτητο προνόμιον το αρπάζειν, ατιμάζειν και φονεύειν όποιον ήθελεν». Ήσαν κράτος εν κράτει. 

Κάποιοι αναφέρουν ότι ο αριθμός των επιδραμόντων Αλβανών έφθασε και τις 120.000. Αρπάζανε γυναίκες από τα παιδιά και τους άντρες τους, αρπάζανε κορίτσια για να κορέσουν τις κτηνώδεις ορέξεις τους, κι αν τολμούσε να μιλήσει κάποιος που του παίρνανε την κόρη ή τη γυναίκα του τον σφάζανε. Αρπάζανε ολόκληρες οικογένειες, αρπάζανε τους κατοίκους ολόκληρων χωριών με τα κοπάδια και τα ζωντανά τους και τους πουλούσαν στους μπέηδες και τους αγάδες της Ρούμελης, ή τους μετέφεραν στην Αλβανία για να τους πουλήσουν στους μαύρους της Αφρικής ή σε εμπόρους σκλάβων. Πέρα από το ότι αρπάζανε και λαφυραγωγούσαν ό,τι εύρισκαν, μεταχειρίζονταν ανομολόγητα βασανιστήρια για να εξαναγκάσουν κάποιους να φανερώσουν πιθανές κρυψώνες χρημάτων ή κοσμημάτων. Μπήγανε ακίδες (σκλήθρες) από σκισμένα καλάμια κάτω από τα νύχια τους, τοποθετούσαν ασήκωτα βάρη από  πέτρες πάνω στην κοιλιά ή το στήθος τους και απολάμβαναν το θέαμα και τα ουρλιαχτά πόνου, αστεϊζόμενοι μεταξύ τους.

Ανάβανε φωτιές και στήνανε σούβλες που σιγοψήνανε τα θύματά τους μέχρι να μαρτυρήσουν πιθανά κρυμμένα έστω λίγα χρήματα ή κοσμήματα, οτιδήποτε που είχε κάποια αξία. Κρεμάγανε από ψηλά μια διπλή τριχιά, δένανε κάποιον από χέρια και πόδια και τον περιστρέφανε μέχρι να σφίξει η τριχιά. Την άφηναν ύστερα να ξεστρίβει με ταχύτητα, ώστε το θύμα να βασανίζεται από σκοτοδίνες με τις γρήγορες στροφές και να πέφτει με βρόντο στο δάπεδο, «προς άμετρον θυμηδιαν των βασανιστών». Ένα άλλο είδος βασανισμού ήταν να τους πετάνε μπρούμητα πάνω σε σκόνη – άσβεστο – ασβέστη για να πνίγονται, να μην μπορούν να αναπνεύσουν. Αναφέρονται και ένα είδος κεριών από ανθρώπινο λίπος τα οποία μοστράριζαν στους βασανιζόμενους, για να συνειδητοποιήσουν τι τους περιμένει αν επιμείνουν να μην συνεργάζονται… Εκείνη την εποχή, από αυτές τις περιπέτειες ο Μωρηάς ονομάστηκε κατακαϋμένος.

Όταν επί τέλους οι Αλβανοί συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε τι άλλο να πάρουν, υποχρέωναν ύστερα από βασανιστήρια τους Πελοποννήσιους να τους υπογράφουν χρεωστικά ομόλογα για εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια, με τόκο 60/% το μήνα και με λήξη ορισμένου χρόνου. Και όταν έληγε ο χρόνος, αφού φυσικά δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη, τους πουλούσαν σαν κτήνη σε εξευτελιστική τιμή σε μακρινούς τόπους. Παίρνανε και ανθρώπους, τα παιδιά τους συνήθως για ενέχυρο για τα χρέη, και τους πήγαιναν στην Αλβανία μέχρι να πληρωθούν τα χρέη. Πολλοί από αυτά τα «ενέχυρα» χαθήκανε ή πουληθήκανε σκλάβοι.

Επί εννιά ολόκληρα χρόνια η αλβανική πανούκλα λεηλατούσε βίαζε, σκότωνε, σκλάβωνε και κατέστρεφε τα πάντα στον κατακαϋμένο το Μωρηά. Εκεί που πριν από λίγο υπήρχαν πόλεις και κωμοπόλεις πολυάνθρωπες και ευτυχισμένες, τώρα έβλεπε κανείς την ερήμωση του θανάτου και φλογισμένα ερείπια. Όλη η Πελοπόννησος είχε σχεδόν απογυμνωθεί από τους κατοίκους της, γιατί άλλοι είχαν σφαχτεί, άλλοι είχαν πουληθεί ως δούλοι και άλλοι είχαν μεταναστεύσει, ενώ κάποιοι κρύφτηκαν σε απρόσιτα βουνά και σε απόκρυφα σπήλαια, και 4–5 χιλιάδες περίπου γίνανε κλέφτες. Από 40 μέχρι 100 χιλιάδες υπολογίζουν κάποιες πηγές τους σκοτωμένους και πουλημένους ως σκλάβους Μωραϊτες.

Κάποιοι από τους Τουρκαρβανίτες είχαν αποφασίσει να κάνουν μόνιμη τη διαμονή τους στο Μωρηά κι όχι μόνο δεν υπολόγιζαν την Τούρκικη Εξουσία, την περιγελούσαν κιόλας. Επί πλέον, είχαν αρχίσει να βλάφτουν σοβαρά τους Τούρκους του Μωρηά. Τους ενοικιαστές των φόρων που δεν είχαν πλέον κέρδη, τους σπαχήδες που χάσανε τα εισοδήματά τους, και τους Τσιφλικάδες που δεν εύρισκαν χέρια για να καλλιεργήσουν  τα αμπελοχώραφά τους. Κι ακόμα, είχε μηδενιστεί σχεδόν και το χαράτσι για το Σουλτάνο.

Η Πύλη που δεν μπορούσε να ανεχθεί άλλο αυτή την κατάσταση, έστειλε  στρατό και στόλο στο Μωρηά με επικεφαλής τον αρχιναύαρχο Γαζή Χασάν Τζεζαϊρλή για να τους διώξει. Εκείνον τον φιλέλληνα που, με την παρατήρησή του «αν σφάξουμε τους Πελοποννήσιους, ποιος θα πληρώνει το χαράτσι;», είχε αποτρέψει το Σουλτάνο να περάσει από μαχαίρι το χριστιανικό στοιχείο του Μωρηά... Ο Τζεζαϊρλής κάλεσε τους Αρβανίτες να φύγουν από την Πελοπόννησο, και οι Τσάμηδες υπάκουσαν και φύγανε. Οι Μπεκιάρηδες που ήσαν και καλοί πολεμιστές (σε 10.000 τους υπολογίζει ο Σάθας, σε 12.000 ο Θ. Κολοκοτρώνης, και ο Κανδηλώρος στον Αρματωλισμό της Πελοποννήσου), οχυρώθηκαν στην Τριπολιτσά που ήταν το κέντρο τους και απαίτησαν να τους καταβληθούν 10 χρόνων μισθοί, κι επί πλέον να τους εξοφληθούν τα χρεόγραφα των Πελοποννησίων. Αποφασισμένος να ξεμπερδεύει με δαύτους ο Σερασκέρης, ζήτησε βοήθεια και από τους Έλληνες, και πρόσφερε αμνηστία και στους κλέφτες αν συνεργαστούν για την εξόντωση των Αρβανιτάδων. Τρείς τέσσερεις χιλιάδες κλέφτες σπεύσανε και προσκύνησαν, ενώ σε πολλούς ο Γαζής πρόσφερε και δώρα. 

Μόνο ο Κωσταντἰνος Κολοκοτρώνης απέφυγε να παρουσιαστεί για να δηλώσει υποταγή. Έσπευσε όμως με χίλιους άντρες κι έπιασε τα Τρίκορφα κοντά στην Τριπολιτσά. Ο Γαζής με 6.000 Τούρκους και 3.000 κλέφτες χτύπησε στις 11 Ιουλίου του 1779 τους οχυρωμένους στην Τριπολιτσά Αρβανίτες και τους διέλυσε. Κάποιες απόπειρες που κάνανε (κατά τον Θ Κολοκοτρώνη) να φύγουν προς τα Τρίκορφα αποκρούστηκαν με τρομερές απώλειες. «Από 12.000, εφτακόσιοι επέρασαν εις το Δαδί» λέει στη Διήγηση ο Θ. Κολοκοτρώνης. Κι αφού Τούρκοι και Έλληνες πετσοκόψανε τους Αρβανίτες στην Τριπολιτσά, ο Γαζής έδωσε εντολή και χτίσανε μια πυραμίδα με 5.000 αρβανίτικα κρανία. Τα έχτισε στέρεα με λάσπη,  επί ποινή θανάτου για όποιον τα πειράξει, και την μακάβρια αυτή πυραμίδα, είκοσι χρόνια αργότερα την είδε και ο Πουκεβίλ. 

Μετά την πανωλεθρία στην Τριπολιτσά, φόβος και τρόμος κατέλαβε όσους ακόμα σκόρπιους Αρβανίτες υπήρχαν στον Ελλαδικό χώρο - υπήρχαν και τίμιοι που είχαν κάνει οικογένειες και νοικοκυριά – γιατί τους κυνηγούσε ο κόσμος, και πολλούς σκότωναν με τα ξύλα ή τους λιντσάριζαν. Κρύβονταν για να  γλιτώσουν, άλλαζαν τη φορεσιά τους και απέφευγαν να μιλάνε τη γλώσσα τους για να μην γνωρίζονται. Ένα χρόνο αργότερα, το 1780, ο Γαζής που δεν είχε ξεχάσει την άρνηση του Κ. Κολοκοτρώνη να υποταχθεί, αλλά και μη ανεχόμενος την ισχυρή του παρουσία, κατέβηκε στη Μάνη με 14.000 στρατό και τον εξόντωσε, μαζί και τον εξάδελφό του τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη. «Στους 80 εκατέβη ο ίδιος ο καπετάνμπεης και χάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγίώταρον Βενετζιανάκη…. Επήγε το ασκέρι 14 χιλιάδες και τους επολιόρκησε … επολέμησαν 12 ημέραις και 12 νύκταις με ανδρείαν και γενναιότητα …» διηγείται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που τότε ήταν 10 χρόνων.

 Έτσι κάπως, τελείωσε τότε η Ρωσική εκστρατεία στον Ελλαδικό χώρο, η επονομασθείσα Ορλωφικά. 


--------------------------

Παραπομπἐς

1. ΚΩΝ ΣΑΘΑ    ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ 1453 -1821

2. Γιάνης Κορδάτος. Ιστορία της Ελλάδας τ ΙΧ σελ 229.

3. Γ.  Κορδάτος ομ σελ 232.

4. Σάθας σελ 482.

5. Σάθας σελ 485

6. Σάθας σελ. 493.

7. Τ. Κανδηλώρος Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου σελ 73.

8. Κορδάτος ομ 238.

9.  Σάθας σελ 496, Κανδηλώρος ομ. σελ 72.

10. Σάθας ομ. σελ. 502.

11. Τ. Κανδηλώρος ομ. σελ 87.

 

 

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Το προσκύνημα του Μωρηά στον Ιμπραήμ

 

Τριπολιτσά

Τον καιρό που έκανε απόβαση ο Μπραήμης στην Πελοπόννησο, ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της νησιώτικης ολιγαρχίας και των καπεταναίων του Μωρηά βρισκόταν στο Ζενίθ, και οι Έλληνες «σκοτωνόμαστε σάν τά  σκυλιά εις τ’ αμπέλια» όπως παραστατικά γράφει ο Μακρυγιάννης

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη με τη βοήθεια  του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και την καθοδήγηση του Κωλέττη είχε εξαπολύσει ρουμελιώτικα στρατεύματα στην Πελοπόννησο με την εντολή να μην αφήσουν τίποτα όρθιο, και μια βδομάδα προτού μπει  ο Μπραήμης στο Μωρηά, φυλάκιζε τους πολιτικούς της αντιπάλους,  Κολοκοτρώνη, Δεληγιανναίους, Νοταράδες, Μητροπέτροβα και άλλους, στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα.
                 Ενώ η κυβέρνηση Κουντουριώτη με τον Μαυροκορδάτο και τις οδηγίες του Κωλέττη κατασπαταλά τα λεφτά του δανείου για να ισοπεδώσει την Πελοπόννησο και τους πολιτικούς της αντιπάλους, ο Ιμπραήμ πασάς εισπλέει ανενόχλητος με 50 πλοία στη Μεθώνη το πρώτο δεκαήμερο του Φλεβάρη του 1825 και αποβιβάζει 4.000 στρατό, 600 ιππείς και σώμα ατάκτων, ενώ ύστερα από ένα μήνα με μια δεύτερη απόβαση φέρνει ακόμα 7.000 άνδρες και 400 ιππείς, εφόδια κλπ. 
                                  Αποφασίζει κάποτε η κυβέρνηση να αντιδράσει, στις 7 Απριλίου του 1825 γίνεται η περίφημη μάχη στο Κρεμμύδι – μεταξύ Μεθώνης και Πύλου – όπου τα ελληνικά στρατεύματα (και με πληγωμένη τη μαχητικότητα και το ηθικό των Πελοποννησίων)  ηττώνται κατά κράτος  από τους στραβαραπάδες του Μπραήμη. Ακολουθεί η Σφακτηρία, το Παλιόκαστρο, το Νιόκαστρο κλπ.
      Ο Μπραήμης σαρώνει παντού τις αντιστάσεις των Ελλήνων, ο κόσμος διαδηλώνει στο Ναύπλιο και απαιτεί από την κυβέρνηση να αμνηστεύσει τους φυλακισμένους οπλαρχηγούς – κάτι που ούτε να ακούσει δέχεται η νησιώτικη ολιγαρχία -  για να πολεμήσουν τις ορδές του Μπραήμη, οι εξελίξεις όμως τους αναγκάζουν να τους αμνηστεύσουν στις 12 ή 14 του Μάη και να αναθέσουν την αρχηγεία στον Πετρόμπεη και τον Κολοκοτρώνη.
Οι Ρουμελιώτες που θεωρούν ότι η παραμονή τους στο Μωρηά δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον πλέον, αποχωρούν για την πατρίδα τους για να προστατέψουν τις οικογένειές τους όπως λένε.
                      Η κατάσταση δεν εξελίσσεται καθόλου καλά για τον Ελλαδικό χώρο που φαίνεται πως η επανάσταση ψυχορραγεί.
       Τον Απρίλη του 1826 με την ηρωική Έξοδο σφραγίζεται η πτώση του Μεσολογγίου και φαίνεται να έχει υποταχθεί η Ρούμελη, και μόνο στα ανατολικά στην Αθήνα, αντιστέκεται ακόμα στον Κιουταχή η φρουρά της Ακρόπολης υπό τον Γκούρα, ενώ ο Ιμπραήμ επιστρέφει στην Πελοπόννησο, και ξεκινάει την επιχείρηση «Προσκύνημα του Μωρηά».
Με το προσκύνημα ο Μπραήμης απέβλεπε στη συστηματική και πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου στην Τούρκικη Εξουσία – όπως με επιτυχία είχε κάνει ο Κιουταχής στη Ρούμελη - και για να το πετύχει χρησιμοποίησε δυο στρατηγικές : Η πρώτη και πιο επικίνδυνη ήταν η υποταγή με ειρηνικά μέσα, παροχές κυρίως και αναγνώριση δικαιωμάτων, και ή δεύτερη ήταν η στρατηγική της Βίας. Έδινε μεγάλη σημασία στο προσκύνημα ολόκληρων περιοχών, για να μπορούν οι Τούρκοι να παρουσιάσουν τα προσκυνοχάρτια στις διπλωμάτες των δυνάμεων που ασχολούνταν με το ελληνικό ζήτημα και να υποστηρίζουν ότι τέτοιο θέμα δεν υπάρχει.
               Ταλαιπωρημένοι οι Μωραΐτες από τους δυο εμφύλιους του 1823 – 1825 που είχαν καταστρέψει την Πελοπόννησο, απογοητευμένοι από τις σαρωτικές νίκες του Ιμπραήμ πασά, και με χαμηλό έως ανύπαρκτο ηθικό από τις προσβολές που είχαν υποστεί από τα κυβερνητικά – ρουμελιώτικα κυρίως στρατεύματα που ακόμα ταλαιπωρούσαν τον τόπο, αλλά και από τις συμπεριφορές «των τρανών» προυχόντων και οπλαρχηγών που τους καταπίεζαν, έδειχναν πως δεν είχαν διάθεση να αντισταθούν στην υποταγή.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου.

Κάθε τόσο τους φορολογούσαν, τους έβαζαν να κάνουν αγγαρείες και γενικά τους φέρνονταν όπως και οι Τούρκοι. Γι’ αυτό μη έχοντας αναπτυγμένη την εθνική συνείδηση, παρασύρθηκαν από το καλόπιασμα του Ιμπραΐμ» ( Κορδάτος Ιστορία της Ελλάδας τ. Χ. σελ. 557). 
      Με όλα τούτα ήσαν εύκολη λεία στο προσκύνημα, και υπήρξε μεγάλος κίνδυνος να σβήσει η επανάσταση.
             Ο Μπραήμης προσπάθησε με το καλό και με προσφορές να κάνει τους Μωραΐτες να υποταχτούν, αποφεύγοντας να κάνει επιθέσεις στα χωριά, που έτσι κι αλλιώς ανυπεράσπιστα ήσαν.  «Υποσχόταν πενταετή φορολογική ασυδοσία, ανέγερση οικιών, χορήγηση βοών, ίππων και άλλων ωφελίμων». (Γάνης Κορδάτος τ. Χ. σελ 551).

              Δίνανε προσκυνοχάρτι οι Τούρκοι, το λεγόμενο « ράι μπουγιουρντί», που σήμαινε ότι ο ραγιάς αποδεχόταν και υποτασσόταν στην Τούρκικη Εξουσία. Και φυσικά, είχε και τα σχετικά ωφελήματα και παροχές. 

Ξεκίνησε από την περιοχή των Πατρών, Βοστίτσας και Καλαβρύτων που τις βρήκε ανυπεράσπιστες σχεδόν γιατί οι καλύτερες διαθέσιμες δυνάμεις και οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου είχαν στραφεί προς τον Κιουταχή που κατείχε την Αττική. Κατά τη διάρκεια της πορείας του, τα στρατεύματά του δεν ενοχλούσαν τους πληθυσμούς με επιθετικές ενέργειες ή λεηλασίες, παρά μόνο, οι προπορευόμενοι πράκτορές του εκθείαζαν τα πλεονεκτήματα του προσκυνήματος και την ασφάλεια και σιγουριά που τους παρείχε η τούρκικη Εξουσία.

Ιμπραήμ πασάς


Προσκυνούσαν μεμονωμένα άτομα, οικογένειες, ομάδες, χωριά, ολόκληρες περιοχές. Και επί πλέον, οργάνωναν ένοπλα σώματα που πολεμούσαν τους ομογενείς τους τους ραγιάδες υπό τις διαταγές των Τούρκων. 
        Ο Ιμπραήμ κρατούσε τις υποσχέσεις που έδινε, ενώ οι Έλληνες αγωνιστές, πολλές φορές ούτε φαγητό δεν είχαν. «Παρείχε εις τους ελληνικούς πληθυσμούς σπόρον διά την καλλιέργειαν των σιτηρών και υπέσχετο ότι θα επροστάτευε την ζωήν την τιμήν και την ιδιοκτησίαν εκείνων που θα προσήρχοντο να υπογράψουν τας δηλώσεις υποταγής», μας πληροφορεί ο Διον. Κόκκινος στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ τ. 6  σελ 121. 
Έστελνε τρόφιμα στα προσκυνημένα χωριά και είχε προστάξει «κανείς Τούρκος να μην πειράξει ραγιά και γεννηθεί το παραμικρόν παράπονον, διότι ο Τούρκος αυτός θα κρεμαστεί αμέσως». 
         Και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, στην ΔΙΗΓΗΣΗ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ μας πληροφορεί ότι «ο Ιμπραήμης τόσο έλκυσε τόν λαόν, Τούρκος δέν κόταε ούτε στάχυ νά κόψη. Καί όλα μέ τόν παρά. Καί τούς έδιδε προσκυνοχάρτια καί μέρος (χωράφια). Καί επροσκύνησαν όλοι οι καπεταναίοι – καί επροσκύνησαν οι καπεταναίοι τών αρχόντων». 
                 Καθώς βγήκε στην Πάτρα «… έκραξε τόν Νενέκο, καί ο Νενέκος επροσκύνησε καί τόν έβαλε μπροστά νά κάμη νά προσκυνήσουν, καί επροσκύνησαν καί τά δύο μέρη τών Καλαβρύτων, καί η Πάτρα όλη, καί μέρη της Βοστίτσας, καί ήλθε τό προσκύνημα έως τά Καλάβρυτα ….».
     Αλβανόφωνος οπλαρχηγός του Κοτζάμπαση της Πάτρας Μπενιζέλου Ρούφου, από τα Σούπατα της Αχαΐας ο Δημήτρης Νενέκος, είχε πολλούς γνωστούς και επηρέαζε πολύ τα Αρβανιτοχώρια της Αχαΐας. Ερωτοτροπούσε από καιρό με τους Τούρκους, και όταν του έκανε την προσφορά του ο Μπραήμης, πήγε μαζί του. «Με τη μεσολάβησή του, ο Ιμπραΐμ άφησε πολλούς αιχμαλώτους γνωστούς τού Νενέκου, και ο προδότης απόχτησε δύναμη και προβολή» μας πληροφορεί ο Γιάνης Κορδάτος τ. Χ σελ 550. Αναγνωριζόταν πλέον αρχηγός στα Αρβανιτοχώρια της Αχαΐας, και οργάνωσε σώμα από 2.000 προσκυνημένους ραγιάδες μισθοφόρους που τους καλοπλήρωνε, και ήσαν πολύ πιο επικίνδυνοι από τους Τούρκους.
         Το παράδειγμα του Νενέκου ακολούθησαν όλοι σχεδόν οι καπεταναίοι των Κοτζαμπάσηδων, και το Προσκύνημα απλώθηκε σε ολόκληρη την Αχαΐα και άρχισε να επεκτείνεται στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. 
              Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι την κατάσταση τότε έσωσε ο Κολοκοτρώνης, που από τον Αρχιστράτηγο Τσωρτς είχε διοριστεί Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου. 

Κολοκοτρώνης

Σε αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο που «ουδέποτε η αποθάρρυνσις είχε φθάσει εις τοιούτον βαθμόν», μόνο ο Κολοκοτρώνης δεν έχασε το θάρρος του, μας πληροφορεί ο εξαίρετος ιστορικός Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, στο βιβλίο του Ο ΚΑΤΑΚΑΗΜΕΝΟΣ ΜΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ, «Και χωρίς υπερβολή, έσωσε την επανάσταση, που κινδύνευε να σβύσει και στην Πελοπόννησο, μετά το προσκύνημα όλης της Ρούμελης. Με τους άξιους συμπολεμιστές του Πλαπούτα, Νικηταρά, Πετιμεζαίους, Δ. Μελετόπουλο, τον Γ. Χελιώτη – Λόντο και άλλους … κινήθηκε μ’ αδάμαστη δραστηριότητα και «προσήνεγκε τελευταίαν και μεγάλην εις την Ελλάδα εκδούλευσιν». 

         Οργανώνοντας ένοπλα σώματα με έμπιστους οπλαρχηγούς για να χτυπήσει τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, προσπάθησε παράλληλα με ήπιο τρόπο να φέρει τους προσκυνημένους στον ίσιο δρόμο. Έστελνε επιστολές σε γνωστούς του, εγκυκλίους και υπομνήματα σε καπεταναίους χωριών και πόλεων εξηγώντας  τους εθνικούς κινδύνους από το προσκύνημα, χωρίς επιτυχία όμως, γιατί τα μίση και τα εμφύλια πάθη ήσαν ακόμα στην ημερησία διάταξη και οι αντιδράσεις πολλές.  
             Με τη στρατηγική της ήπιας προσέγγισης και των προσφορών, ο Ιμπραήμ προσπάθησε να καταλάβει και το Μέγα Σπήλαιο που παρέμενε ανυπότακτο, οι άνθρωποι του Νενέκου πηγαινοέρχονταν ελεύθερα εκεί μέσα, και οι μισοί τουλάχιστον καλόγεροι ήθελαν να προσκυνήσουν, μας πληροφορεί ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως σελ. 601. «Οι Σπηλαιώται μοναχοί εσχίσθησαν εις δύο κόμματα, και το μέν ένα  ήθελαν να υπάγουν κατά τον αυτόν τρόπον προς τον Πασάν δια να προσκυνήσουν και να λάβουν «ράι μπουγιουρντί» διότι είχαν βαρεθή και δεν υπέφεραν πλέον τας καταχρήσεις των στρατιωτών και των λοιπών κατοίκων της επαρχίας Καλαβρύτων, οίτινες είχαν τας οικογενείας των εις την μονήν και από αυτήν ετρέφοντο, του δε άλλου κόμματος οι πατέρες ήσαν εναντίοι και δεν ήθελαν να υποταχθούν», ενώ πολλοί είχαν πιάσει τα όπλα, είχαν βγάλει τις στολές των μοναχών και είχαν ντυθεί με φουστανέλες και φέσια, δηλώνοντας έτοιμοι να πολεμήσουν και να αποκρούσουν τις επιθέσεις των στρατευμάτων του Μπραήμη. 
             Ζήτησαν και τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη, κι εκείνος έστειλε προς ενίσχυση του μοναστηριού τον υπασπιστή του Φωτάκο με ένα σώμα στρατιωτών και κάποιους οπλαρχηγούς, ενώ τη γενική αρχηγεία την ανέθεσε στον Νικόλαο Πετιμεζά που διατηρούσε σώμα 600 περίπου πολεμιστών. Ειδοποίησε παράλληλα και άλλους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν στην περιοχή Αχαΐας και Κορίνθου να σπεύσουν προς τη Μονή. 
            Η θέση ήταν ισχυρή, απόρθητη, γι αυτό, «εκτός δε των εντός του μοναστηρίου οικογενειών, είχον  και εντός αυτού εις τα ριζώματα των βράχων συναχθή δια τον φόβον του Ιμβραήμ πολλαί χιλιάδες ψυχαί, άνδρες και γυναικόπαιδα…». Φωτ.605. 
              Αφού απέτυχαν οι προσπάθειες ειρηνικής υποταγής, στις 18 – 19 Ιουνίου με πάνω από 20.000 στρατό και δυο χιλιάδες τουρκοπροσκυνημένων υπό τον Νενέκο που γνώριζαν τα κατατόπια και ήσαν πολύ πιο επικίνδυνοι από τους αραπάδες, ο Μπραήμης περικύκλωσε την περιοχή της Μονής. 
        Η μεγάλη επίθεση άρχισε ξημερώματα στις 24 Ιουνίου 1827, διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και οι επιθέσεις των στρατευμάτων του Μπραήμη και των τουρκοπροσκυνημένων αποκρούστηκαν όλες.
   
Μέγα Σπήλαιο.

 Οι ιστορικοί εξυμνούν την μαχητική ικανότητα και την ανδρεία που επέδειξαν πολλοί από τους καλογέρους εκείνη την ημέρα. «Οί μοναχοί επολέμησαν ακατάβλητοι μέ μαχητικήν ικανότητα ώς οί εμπειρότεροι τών πολεμιστών» Διον Κόκκινος, τ. 6, σελ 126. Και ο Φωτάκος σελ 609: «Οί καλόγεροι εσκότωσαν περισσότερους Τούρκους από ημάς, σχεδόν διπλασίους.  Εκείνην δέ τήν ημέραν οί Τούρκοι ησθάνθησαν καλογερικόν πόλεμον … ». 
                                  Μετά την αποτυχία του στο Μέγα Σπήλαιο, ο Ιμπραήμ απέσυρε τις δυνάμεις του και κατευθύνθηκε προς την Τριπολιτσά ενεργοποιώντας τη στρατηγική της απόλυτης βίας ρημάζοντας χώρες και χωριά, καίγοντας και καταστρέφοντας, σκοτώνοντας  κόσμο, αιχμαλωτίζοντας άνδρες και γυναικόπαιδα για τα σκλαβοπάζαρα. 
       Ο Κολοκοτρώνης έδινε άνισο αγώνα και προς τον Ιμπραήμ με τις υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις και τον οργανωμένο στρατό του, αλλά και προς την ντόπια αντίδραση που τον πολεμούσε λυσσαλέα. 
Δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τους τουρκοπροσκυνημένους που τους εξόπλιζε ο Μπραήμης και ήσαν πολύ πιο επικίνδυνοι από τους αραπάδες του επειδή γνώριζαν τα κατατόπια της περιοχής, αλλά και το πνεύμα ηττοπάθειας και υποταγής. Είχε επί  πλέον απέναντί του και πολλούς προύχοντες, όπως τους γνωστούς Αντρέηδες Λόντο και Ζαΐμη, τον Μαυρομιχάλη και άλλους, και φυσικά τους ανθρώπους που εκείνοι επηρέαζαν. Και το κυριότερο,  τον υπέβλεπε δημοσίως και επισήμως η κυβέρνηση, που μέσω της περίφημης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, με αναφορά της  στον Αρχιστράτηγο Τσωρτς τον κατηγορούσε για καταχρήσεις.(Διον Κόκκινος τ.6 σελ.121). Παράλληλα, για να τον σαμποτάρει στον αγώνα του ενάντια στο Προσκύνημα το κυβερνητικό εκείνο όργανο, έστελνε πολεμοφόδια και ενισχύσεις στον εχθρό του Αντρέα Λόντο αν και ήταν υπόδικος, αναγνωρίζοντας εκείνον για αρχηγό. 
          Εμπόδια στον Κολοκοτρώνη έφερναν και πολλοί τρανοί προύχοντες επειδή τον υποψιάζονταν ότι σχεδίαζε – αν του έρχονταν τα πράγματα βολικά – να καταργήσει το δημοκρατικό πολίτευμα και να γίνει Ηγεμόνας του Μωρηά. ΄Ήθελε, λέγανε πολλοί, να γίνει βασιλιάς. Δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι έπασχε από έλλειψη εχθρών. Δείτε κάποιους χαρακτηρισμούς που κάνει στα απομνημονεύματά του για τον Κολοκοτρώνη ο Κανέλλος Δεληγιάννης, που υπήρξε και συμπέθερός του για ένα διάστημα: «… άνθρωπος αναλφάβητος, κούφος, μάταιος, ετεροκίνητος, θρασύδειλος, χωρίς κανέν πλεονέκτημα, ανατεθραμμένος εις τον άγριον ληστρικόν βίον. Που οινοποτή μάλιστα κάθε στιγμήν …». 
             Για να μπορέσει να αναστρέψει την κατάσταση στις προσκυνημένες περιοχές, ο Κολοκοτρώνης άσκησε την δική του τρομοκρατία. Έστελνε άνδρες του που κάνανε επιδρομές σε χωριά και τιμωρούσαν, ακόμα και κρέμαγαν αμετανόητους προσκυνημένους. Απειλούσε να κάψει τις περιουσίες τους, να κάψει ολόκληρα χωριά προσκυνημένα, να μην τους αφήσει σε χλωρό κλαρί αν δεν του παραδώσουν τα προσκυνοχάρτια. Έδωσε γραπτή εντολή σε άνθρωπο της εμπιστοσύνης του να σκοτώσει τον Νενέκο, κήρυξε γενική επιστράτευση και έριξε το σύνθημα «τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους»! 
        Τον Νενέκο κατάφερε λίγο καιρό αργότερα, αρχές της επόμενης χρονιάς που είχε έρθει και ο Καποδίστριας, να τον σκοτώσει ο άνθρωπος που είχε την εντολή, ό Αθανάσιος Σαγιάς πρώτος του εξάδελφος που διαφωνούσαν για τα δικαιώματα της καπετανείας. 
                                  «Οι δε αρχοντοκοτσαμπάσηδες ηύραν εκ τούτου αιτίαν και κατηγόρησαν τον Κολοκοτρώνην εις τον Καπποδίστριαν, ότι έδωκεν άδειαν εις τον Σαγιάν να φονεύση τον Νενέκον, και δια τούτο αμάρτησεν». Φωτάκος σελ. 603). Ο Μπενιζέλος Ρούφος μάλιστα ο κοτσάμπασης της Αχαΐας πήγε γυρεύοντας τον κυβερνήτη που βρισκόταν σε μια αγγλική φρεγάτα στο Μεσολόγγι και έδωκε αναφορά κατά του Κολοκοτρώνη για το φόνο του Νενέκου, αλλά ο Καποδίστριας την αγνόησε. 
    Ο αγώνας του Κολοκοτρώνη αρχίζει να αποδίδει. Καταφέρνει να συγκεντρώσει οχτώ περίπου χιλιάδες πολεμιστές στη βορειοδυτική Πελοπόννησο κάτω από άξιους οπλαρχηγούς όπως ο Πλαπούτας, ο Γενναίος, ο Σισίνης, οι Πετιμεζαίοι και άλλοι, που τους εφοδιάζει με εφόδια και πυρομαχικά ο Γενικός Αρχιστράτηγος Τσωρτς και όχι η κυβέρνηση που τον σαμποτάρει, μεταστρέφεται το κλίμα της υποταγής, αναθαρρεί και ανυψώνεται το εθνικό φρόνημα, οπλαρχηγοί και ολόκληρες περιοχές επιστρέφουν και αποκηρύσσουν το προσκύνημα. Ο Κολοκοτρώνης στρέφεται προς την Ηλεία και την επαρχία της Καρύταινας (Γορτυνία), ενώ ο Ιμπραήμ από την Τριπολιτσά αποφασίζει να υποτάξει τη Μεσσηνία. Στέλνει τον Κεχαγιάμπεη εκεί και τους καλεί να προσκυνήσουν, οι Μεσσήνιοι περιφρονούν τις απειλές του και απαντούν περήφανα ότι αρνούνται την υποταγή. 
  Τον Νικηταρά είχε αφήσει εκεί ο Κολοκοτρώνης, στην πρώτη του όμως σύγκρουση με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ οι άνδρες του τον εγκαταλείπουν, αφού δεν είχαν ούτε πολεμοφόδια, ούτε καν ψωμί να φάνε. 
      Έτσι, παρόλο που στις 6 Ιουλίου 1827 είχε συμφωνηθεί ανακωχή στη Συνθήκη του Λονδίνου, δυο μήνες αργότερα κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου με 10.000 στρατό, 3.000 ιππικό και χίλια τσεκούρια, ο Κεχαγιάμπεης απλώνεται και καίει χωριά, ισοπεδώνει τα σπίτια, κόβει τα δένδρα από τη ρίζα τους, μεταβάλλει τη Μεσηνία σε κρανίου τόπο. Μετά την αποψίλωση της Μεσσηνίας, και καθώς στα παράλια της νότιας Πελοποννήσου έχουν εισπλεύσει οι στόλοι Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας, που του υπενθυμίζουν το 1ο άρθρο της Συνθήκης του Λονδίνου για την ανακωχή,  μετά και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου του 1827 που οι στόλοι Αγγλίας Γαλλίας και Ρωσίας καταβυθίζουν το στόλο του, ο Μπραήμης ανακόπτει τις δραστηριότητές του, σταματάει το προσκύνημα και ο Μωρηάς ηρεμεί κάπως. 
               Παρόλα αυτά όμως, τον επόμενο Φεβρουάριο κατευθύνεται με το στρατό του στην Τριπολιτσά χωρίς να ενοχλεί τους κατοίκους των περιοχών στο πέρασμά του. Εφοδιάζει το στρατό με κασμάδες φτυάρια και άλλα απαραίτητα εργαλεία, και μέσα σε πέντε ημέρες με τη μουσική να παιανίζει, ισοπεδώνει ανενόχλητος τα τείχη που είχαν έως και οχτώ μέτρα  πλάτος. «Όλα δέ τά οικοδομήματα τής πόλεως τά κατέστρεψαν, καί εξ αυτών μόνον τής βρύσαις αφήκαν γεραίς» μας πληροφορεί ο Φωτάκος.

Ναυμαχία του Ναυαρίνου

Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης διαμαρτυρήθηκε στις ξένες Δυνάμεις για την καταστροφή  αυτή του Ιμπραήμ, κι εκείνος αποκρίθηκε ότι αν αποζημιώσουν το Σουλτάνο για την καταστροφή του στόλου του στο Ναυαρίνο, τότε κι αυτός θα ξαναχτίσει τα τείχη και την πόλη.

Το Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς ο Μπραήμης αναχώρησε με το στρατό του για την Αίγυπτο, και έτσι τελείωσε ο ελληνισμός μαζί του.