Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Σελίδες από τα εγκλήματα της γερμανικής κατοχής 1941 - 1944 στην Πελοπόννησο, και την αντίσταση του ελληνικού λαού.







Μέσα στο χειμώνα οι Γερμανοί έχουν αγριέψει και επιχειρούν με πολυδύναμες φάλαγγες και ισχυρή δύναμη πυρός φονικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο του Μωρηά, με σκοπό να κάμψουν το φρόνημα του λαού που αντιστέκεται, και εκτός από τις συχνές αυτές εξορμήσεις τους, τους εμπρησμούς ολόκληρων χωριών τις λεηλασίες και τους φόνους, παίρνουν και από το σωρό από τις φυλακές της Τρίπολης εκατοντάδες πατριώτες και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους ή τους κρεμούν σε δένδρα, φανοστάτες και μπαλκόνια για αντίποινα στην αντίσταση, παραδειγματισμό και κατατρομοκράτηση.

Ο ΕΛΑΣ που δεν σταματά ούτε στιγμή τον αγώνα, χτυπά όπου βρει ευκαιρία. Με μια επιτυχημένη ενέδρα στις 26 του Νοέμβρη στο δρόμο Τρίπολης Σπάρτης στο Μονοδένδρι, χτυπά μια γερμανική φάλαγγα, κι εκτός από τους νεκρούς που αφήνει στο πεδίο της μάχης, παίρνει μαζί με τα λάφυρα και 17 αιχμαλώτους.

Την επομένη οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το χώρο με ισχυρές δυνάμεις που καταφθάνουν με φάλαγγες και αφού επί ώρες οργώνουν αδιακρίτως τα γύρω υψώματα με πυρά βαρέων όπλων και πυροβολικού λες και θα έκαναν επίθεση σε κάποιον αόρατο εχθρό, κατά το μεσημέρι ξεφορτώνουν από καμιόνια που έφθασαν με καινούργια φάλαγγα 119 πατριώτες Λάκωνες κυρίως που με υπόδειξη μασκοφόρων συνεργατών τους είχαν αρπάξει πριν ένα περίπου μήνα από τα σπίτια τους στη Σπάρτη και τους είχαν στοιβαγμένους στις φυλακές της Τρίπολης, ακόμα και κάποιους τσοπάνηδες που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο πέρασμά τους, και στήνοντάς τους διαδοχικά κατά ομάδες πάνω σε ένα γεφύρι τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους. Γλιτώνει μόνο ένας τσοπάνης που πηδάει τη στιγμή που τους έστηναν στο γεφύρι και γίνεται καπνός με τις σφαίρες να σφυρίζουν πίσω του.

Δυο τρεις μέρες αργότερα οι αντάρτες κάνουν άλλη μια επιχείρηση κατά της γερμανικής φρουράς που φυλάει το σιδηροδρομικό σταθμό της Ανδρίτσας στα σύνορα περίπου Αρκαδίας – Αργολίδας κοντά στα κάτω Δολιανά όπου αφήνουν 17 Γερμανούς νεκρούς και δυο δικούς τους, και παίρνουν λάφυρα σε πολεμικό υλικό.

Για αντίποινα, μερικές μέρες αργότερα οι Γερμανοί αρπάζουν πενήντα πατριώτες από τα κρατητήρια της Τρίπολης, και τους κρεμάνε κατά μήκος του σταθμού από τα δένδρα, για να τους βλέπουν οι ταξιδιώτες και να μεταδίδουν τον τρόμο και τη φρίκη στους τόπους που πηγαίνουν, και να αναρωτιούνται αν αξίζει τα καμώματα των ανταρτών εναντίον του πανίσχυρου γερμανικού στρατού – όπως διαδίδει η προπαγάνδα τους - να τα πληρώνουν με τη ζωή τους αθώοι άνθρωποι παρμένοι από το σωρό μέσα από τις φυλακές.

Ο ανθός του ελληνικού λαού που μέσα από αντίξοες συνθήκες και τεράστιες, αξεπέραστες πολλές φορές δυσκολίες πολεμάει τον κατακτητή, δεν αντιμετωπίζει μόνο τα όπλα τις φυλακές και τις κρεμάλες του, αλλά και τη λυσσαλέα προπαγάνδα της αντίδρασης και των συνεργατών των Γερμανών, που θέλει να αγανακτεί ο λαός με τους αντάρτες που με τα καμώματά τους εξοργίζουν και εξαγριώνουν τα στρατεύματα κατοχής και τα εξωθούν σε ενέργειες αντιπερισπασμού και αντιποίνων με καταστροφές και εκατόμβες θυμάτων.

Αν καθόταν ήσυχος ο κόσμος, λέει η προπαγάνδα, αν δεν βγαίνανε οι αντάρτες, οι Γερμανοί δεν είχαν ανάγκη να προβαίνουν σε πράξεις αντεκδίκησης.

Άλλοι διαδίδουν πως οι ενέργειες των ανταρτών είναι ανόητες και άχρηστες, αφού σε τελευταία ανάλυση ο πόλεμος θα τελειώσει κάποια ώρα και ο γερμανικός στρατός θα γυρίσει στην πατρίδα του, και άρα άδικα σκοτώνεται τόσος κόσμος.

Άλλοι πάλι, ανάλογα τον τόπο και τα συμφέροντά τους, λένε πως αυτοί που ξεσηκώνονται και χτυπάνε τους Γερμανούς είναι οι κομμουνιστές που επιδιώκουν να είναι οπλισμένοι και με δικό τους στρατό όταν τελειώσει ο πόλεμος, για να αρπάξουν την εξουσία και να πάρουν τις περιουσίες του κοσμάκη.

Μπαίνοντας το 1944 οι Γερμανοί και με τη βοήθεια γερμανοντυμένων Ελλήνων συνεχίζουν και εντείνουν τις εξορμήσεις τους από τις μεγάλες πόλεις του Μωρηά, λεηλατώντας, σκοτώνοντας καίγοντας και ρημάζοντας την ύπαιθρο, ενώ κάποιοι αποφασίζουν να διαλύσουν το 11ο Σύνταγμα Αρκαδίας και να το συγχωνεύσουν με τα γειτονικά, το 12ο Αχαΐας και το 6ο Αργολιδοκορινθίας κυρίως, αφήνοντας έτσι ουσιαστικά ακάλυπτο το κέντρο του πολύπαθου Μωρηά, στη βουλιμία και την επιχειρησιακή δραστηριότητα των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, που δεν σταματάνε ούτε στιγμή τις φονικές επιχειρήσεις τους.

Στην Αρκαδία από τις πρώτες μέρες της καινούργιας χρονιάς χτυπάνε διάφορες ανταρτοομάδες, και στις 13 του Γενάρη κρεμάνε σε φανοστάτες δένδρα και μπαλκόνια 11 πατριώτες στους Άγιους Ταξιάρχες της Τρίπολης, και 19 στην Ψηλή Βρύση της Τεγέας σε μουριές του χωριού, που τους άρπαξαν μέσα από τις φυλακές ύστερα από υπόδειξη φασίστα συνεργάτη τους κατοίκου της περιοχής, ενώ η προπαγάνδα των γερμανοντυμένων οργιάζει: δεν θα στήνονταν οι κρεμάλες αν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ δεν χτυπάγανε τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους…

Στις αρχές του Γενάρη εκστρατεύουν στον Πάρνωνα και στον Ταΰγετο, και παρά την γενναία αντίσταση των ανταρτών που δεν μπορούν όμως να δώσουν πολύωρες μάχες με ισχυρές δυνάμεις λόγω κυρίως της έλλειψης πυρομαχικών και βαρέων όπλων, καταφέρνουν να κάψουν τα πεντακόσια σπίτια στο κεφαλοχώρι Κοσμά της Αρκαδίας, ενώ οι κάτοικοί του τηρώντας την αντάρτικη τακτική και τις οδηγίες να αδειάζουν τα χωριά όταν απειλούνται από επιδρομές, όχι μόνο γλιτώνουν στις σπηλιές και τα δάση της περιοχής, αλλά καταφέρνουν όσο οι αντάρτες απασχολούσαν τους Γερμανούς να βγάλουν από το χωριό και να περισώσουν τα ζώα και τα σημαντικότερα από τα υπάρχοντά τους.

Της Καστάνιτσας οι ξανθιές
Και τ’Αϊβασίλη οι ρούσες
Κι οι μαυρομάτες του Κοσμά
οι γαϊτανοφρυδούσες

Τα ρούχα σας μη βάψετε,
μην τα φορέστε μαύρα
κι αν τα χωριά σας γίνανε
καινούργια Άγια Λαύρα.

Τα σπίτια σας κι αν κάψανε
Κι αν πήραν τα προικιά σας,
Η ανταρτοσύνη να είν’ καλά
Και πάλι είναι δικά σας
…τραγούδαγε λίγο αργότερα όλος ο ελεύθερος Μωρηάς.

Στις 23 Φλεβάρη στο δρόμο Μεγαλόπολης – Τρίπολης στην Παλιόχουνη λίγο έξω από την Μεγαλόπολη, οι Γερμανοί χάνουν σε ενέδρα ανταρτών καμιά τριανταριά αξιωματικούς τους που ταξίδευαν με αυτοκίνητα για Τρίπολη, και την επομένη κατεβάζουν εκεί με μεγάλη φάλαγγα πάνω από διακόσιους Μεσσήνιους κυρίως που τους είχαν συλλάβει ύστερα από υποδείξεις μασκοφόρων συνεργατών τους και τους είχαν στοιβαγμένους στα μπουντρούμια των φυλακών της Τρίπολης αλλά και Αρκάδες δεσμώτες που και τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους.
Παράλληλα, Γερμανοί και ντόπιοι συνεργάτες τους συνεχίζουν πυρετωδώς τις προσπάθειες για συγκρότηση και εγκατάσταση των Ταγμάτων Ασφαλείας στο Μωρηά, και μέσα στο Γενάρη καταφέρνουν να φέρουν από την Αθήνα με συνοδεία γερμανικού στρατού το Τάγμα του Παπαδόγγονα στην Καλαμάτα, ενώ και στην Πάτρα ο Κουρκουλάκος στήνει το «Σύνταγμα Ευζώνων» με 650 ταγματασφαλίτες στρατολογημένους στην Αθήνα.
Οι μαχητές του ΕΛΑΣ χτυπούν με καλοστημένες ενέδρες αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και τους γερμανοτσολιάδες προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες, παίρνοντας λάφυρα σε πολεμικό υλικό και αιχμαλώτους πολλές φορές και εξαφανίζονται αστραπιαία, μετά τις εκατόμβες όμως στο Μονοδένδρι και στα Καλάβρυτα, αλλά και γενικά με την όλη συμπεριφορά των Γερμανών που πυροβολούν στο πέρασμά τους και σκοτώνουν αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια τους και τσοπάνηδες στα μαντριά τους, οι αιχμάλωτοι αρχίζουν να μην έχουν καμιά τύχη από τους αντάρτες, και αφήνουν τα κόκαλά τους στα ελληνικά βουνά.
Εκτός όμως από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους, οι αντάρτες έχουν να αντιμετωπίσουν και τα οργισμένα στοιχεία της φύσης μέσα στο χειμώνα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες, υποχρεωμένοι να κινούνται κακοντυμένοι και ξυπόλητοι πολλές φορές, σε μακρινές πορείες με βροχές ή μέσα στα χιόνια, και σε απόλυτο σκοτάδι.

Και πίσω από τα ένοπλα τμήματα του λαού, στην ύπαιθρο και στα χωριά οι οργανώσεις του ΕΑΜ, οι άνθρωποι της Επιμελητείας και της Αλληλεγγύης δίνουν επικούς αγώνες σε συνθήκες φτώχειας και ανέχειας προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τροφή για τους μαχητές και κανένα ρούχο από το υστέρημα του χειμαζόμενου λαού. Οι ανάγκες πολλές φορές είναι επιτακτικές και αξεπέραστες για την Επιμελητεία και την Αλληλεγγύη, γιατί πέρα από τα μαχόμενα τμήματα, άμεση ανάγκη βοήθειας έχουν και οι ξεσπιτωμένοι από τις επιδρομές των Γερμανών και των συνεργατών τους, που λεηλατούν τα νοικοκυριά τους και καίνε τα σπίτια τους, ακόμα και ολόκληρες οικογένειες απορφανισμένες που έμειναν στους πέντε δρόμους γιατί οι επιδρομείς σκότωσαν τους γονείς ή τους πήραν για να τους κλείσουν στα μπουντρούμια, και να τους εκτελέσουν όπως κάνουν πολλές φορές για αντίποινα κατά της Αντίστασης.

Η αντίδραση στα νότια του Μωρηά έχει ισχυρά ερείσματα και αγωνίζεται για τη στρατολογία και την εγκατάσταση Ταγμάτων Ασφαλείας, κι εκτός από το τάγμα Λεωνίδας που έχει εγκατασταθεί στη Σπάρτη, οι προσπάθειες συνεχίζονται για την εξάπλωσή τους σε Λακωνικές και Μεσσηνιακές κωμοπόλεις.
Στο Γύθειο γίνεται ένα όχι και τόσο σοβαρό ξεκίνημα από τους Γερμανούς, στους Μολάους όμως μέχρι και αντικομμουνιστική Επιτροπή έχει δημιουργηθεί επίσημα από τοπικούς παράγοντες και επίλεκτα μέλη αυτής της κωμόπολης που πρωτοστατούν στην εγκατάσταση ταγματασφαλιτών. Το ΕΑΜ με τοπικά στελέχη του έρχεται σε επαφή μαζί τους και αγωνίζεται μέχρι την τελευταία ώρα προσπαθώντας να τους πείσει να μην επιμείνουν στην απόφασή τους αλλά δεν τα καταφέρνει, και το Νοέμβριο οι ταγματασφαλίτες έχουν εγκατασταθεί στους Μολάους.
Τρεις – τέσσερεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ο ΕΛΑΣ σε μια επιχείρηση λίγων ωρών τους διαλύει παίρνοντας τα τετρακόσια περίπου ντουφέκια τους,

Στη μάχη σκοτώνονται τέσσερεις αντάρτες, εννέα από τους ταγματασφαλίτες, και Ο ΕΛΑΣ όμως που αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά την αντίδραση, και ιδιαίτερα στους Μολάους που λύσσαξε να εγκαταστήσει ταγματασφαλίτικη βάση, συστήνει ανταρτοδικείο και καταδικάζει σε θάνατο πάνω από τριάντα Μολαΐτες τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για την ίδρυση και εγκατάσταση της βάσης, και τους εκτελεί.
Σε καμιά δεκαριά μέρες αργότερα ο ΕΛΑΣ αφοπλίζει και τους εκατό περίπου ταγματασφαλίτες στις υπώρειες του Ταΰγετου στο Σκλαβοχώρι.

Στα βόρεια του Μωρηά στην άλλη πλευρά, ο συνταγματάρχης Κουρκουλάκος κρίνοντας κατά το τέλος του Φλεβάρη πως είναι καιρός να βγει στην Αχαϊκή ύπαιθρο και να δείξει στους αντάρτες ποιος είναι το αφεντικό, εξορμά από την Πάτρα με τους εξοπλισμένους από τους Γερμανούς Ευζώνους του και τη συνδρομή γερμανικού στρατού και χωροφυλάκων, αλλά ύστερα από τριήμερες συγκρούσεις με τους αντάρτες πάνω στα Αχαϊκά βουνά κοντά στο Λεόντιο εκεί γύρω στα Δεμέστιχα, μαθαίνει καλά τη θα πει ΕΛΑΣίτικο ντουφέκι αφήνοντας νεκρούς και αιχμαλώτους, και γυρνά στην Πάτρα χωρίς να τολμήσει να ξαναδοκιμάσει τέτοιου είδους… περίπατο.
Αρχές Απρίλη στη Μεσσηνία το 9ο Σύνταγμα επιχειρεί κατά της καλά οργανωμένης βάσης των ταγματασφαλιτών στου Μελιγαλά, αλλά δεν τα καταφέρνει να την εκπορθήσει, στις 20 όμως του ίδιου μήνα δυνάμεις του 12ου του 6ου αλλά και του 11ου που έχει συγχωνευθεί μ’ αυτά, εγκλωβίζουν στη Γλόγοβα της Γορτυνίας μια μεγάλη γερμανική φάλαγγα 500 περίπου ανδρών και την καταστρέφουν Πάνω από 200 Γερμανοί νεκροί στο πεδίο της μάχης και αιχμάλωτοι. 16 είναι οι νεκροί αντάρτες και 19 οι τραυματίες, και ο ΕΛΑΣ με τα όπλα που παίρνει μπορεί να εξοπλίσει ολόκληρο τάγμα. Οι αντάρτες που αγωνίζονται κακοντυμένοι και ξυπόλυτοι μέσα στο χειμώνα, ντύνονται και ποδένονται εκεί, παίρνουν και τα μεταγωγικά με τα εφόδια της φάλαγγας και το πλιάτσικο που κουβαλούσαν μαζί τους.

Η φάλαγγα αυτή ήταν τμήμα δύναμης χιλιάδων γερμανικού στρατού που εξορμούσε από Πάτρα Πύργο Κόρινθο Μεγαλόπολη Τρίπολη για συνδυασμένες επιχειρήσεις στα βόρεια κυρίως του Μωρηά, με σκοπό να εγκλωβίσει τα 12ο και 6ο Συντάγματα του ΕΛΑΣ.

Τρεις μέρες μετά την πανωλεθρία τους στη Γλόγοβα, οι Γερμανοί παθαίνουν άλλο χουνέρι στη Λακωνία όπου κοντά στους Μολάους χτυπάνε σε ενέδρα δυο αυτοκίνητα οι αντάρτες και εξοντώνουν το στρατηγό Kreuch με δυο τρεις ακόμα συνεργάτες του. Οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους οι ταγματασφαλίτες, γερμανικότεροι των Γερμανών, πιάνουν αμέσως δουλειά και σε εξορμήσεις τους σκοτώνουν πάνω από εκατό πατριώτες σε διάφορες περιοχές για αντίποινα, ενώ οι Γερμανοί την πρωτομαγιά εκτελούν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής στην Αθήνα 200 πατριώτες δεσμώτες στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Ακόμα, ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος διατάσσει «τον τυφεκισμό όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων».

Απόσπασμα από το βιβλίο μου που όμως επειδή ασχολείται με αυτή την ταραγμένη εποχή της 10ετίας 1940 έως 1949 και έχει ξεπεράσει τις 1000 σελίδες δεν βλέπω να καταφέρω να το εκδώσω.















Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Τον καιρό της Χούντας, το πέρασμα του Ισθμού.





Η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, «το πραξικόπημα για την κατάλυση της Δημοκρατίας» όπως χαρακτηρίστηκε από την Ε’ Αναθεωρητική των Ελλήνων Βουλή το 1975, είχε κηρυχθεί από μερικούς εν ενεργεία συνταγματάρχες του στρατού ονομάζοντάς το «εθνοσωτήριον επανάστασιν» που την έκαναν για να γλιτώσουν τη χώρα από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ισχυρίστηκαν ότι είχαν κατάσχει μερικά φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα όπλα με τα οποία οι κομμουνισταί θα κατέλυαν την νόμιμον εξουσίαν και θα κατελάμβανον την χώραν, και άλλα τέτοια, ποτέ όμως δεν παρουσίασαν τα όπλα που υποτίθεται ότι είχαν βρει, όπως ποτέ δεν βρέθηκαν και τα περίφημα χημικά όπλα που ισχυρίστηκαν οι Αμερικανοί ότι είχε ο Σαντάμ Χουσεϊν και με αυτή τη δικαιολογία τον δολοφόνησαν, διέλυσαν και καταλήστεψαν το Ιράκ.

Καταργήσανε τη Δημοκρατία και αλυσοδέσανε τον ελληνικό λαό για εφτά ολόκληρα χρόνια οι συνταγματάρχες μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974 που εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο και υποδούλωσαν ένα μεγάλο τμήμα της επικράτειας της, οπότε κατέρρευσαν υπό το βάρος των εξελίξεων και εγκατέλειψαν κακήν κακώς την εξουσία.

Στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, οργανωτικός Γραμματέας της Νεολαίας του Δυτικού Τομέα της Αθήνας και Γραμματέας της Νεολαίας Περιστερίου ήμουν τότε, και για πολλά χρόνια βρισκόμουν στο στόχαστρο της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής στη Δυτική Αθήνα.

Αριστερό κόμμα η ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) που είχε δημιουργηθεί μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, συμμετείχαν σε αυτήν και κομμουνιστές αφού το ΚΚΕ ήταν παράνομο, δρούσε και πολιτευόταν σε ημιπαράνομες συνθήκες και πολλά μέλη και στελέχη της διώκονταν με κάθε τρόπο από το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος. Συλλαμβάνονταν με τις πιο απίθανες δικαιολογίες, τρομοκρατούνταν δέρνονταν και προπηλακίζονταν, και κάποιες φορές τους αγώνες τους για κοινωνική δικαιοσύνη ίσες ευκαιρίες και διαφάνεια, για Ειρήνη και Αμνηστία που τόσο είχε ανάγκη η χώρα αφού χιλιάδες δημοκρατικοί πολίτες και αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης βρίσκονταν στις φυλακές και εξορίες σε ξερονήσια, τους πλήρωσαν με την ζωή τους. Τηλεγραφικά αναφέρω τις δολοφονίες των Γρηγόρη Λαμπράκη και Στέφανου Βελδεμίρη στη Θεσσαλονίκη, του Σωτήρη Πέτρουλα στην Αθήνα, του Διονύση Κερπινιώτη στην Αρκαδία.

Στο Αστυνομικό τμήμα Αιγάλεω είχα προσαχθεί δυο τρεις φορές, στα υπόγεια μπουντρούμια όμως του ΙΖ Παράρτηματος Ασφαλείας Περιστερίου είχα (σαν Περιστεριώτης που ήμουν) την τιμητική μου, με είχαν ξυλοφορτώσει άγρια πολλές φορές και δυο φορές με είχαν υποβάλει στο μαρτύριο της φάλαγγας.

Ο στρατηγός βουλευτής της ΕΔΑ Γεράσιμος Αυγερόπουλος με είχε παρουσιάσει στον Εισαγγελέα και στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης διαμαρτυρόμενος για τις σε βάρος μου αδικαιολόγητες βιαιοπραγίες κλπ αλλά ο υπουργός: Μα τι λέτε στρατηγέ μου, η αστυνομία δεν δέρνει πολίτες!

Με τη Χωροφυλακή της Ανθούπολης Περιστερίου εκτός από τις αδικαιολόγητες προσαγωγές και ξυλοδαρμούς, είχα δημιουργήσει και προσωπικά με τον υπομοίραρχο διοικητή του Σταθμού γιατί σε αντιπαράθεση που είχα μαζί του στην πλατεία Αγίου Ιεροθέου και σε επήκοο πολλών πολιτών, σε απειλή του θα σηκώσει το χέρι του και θα με κοντύνει μια πιθαμή, αποφασισμένος να του δώσω ένα μάθημα που θα το θυμόταν σε ολόκληρη τη ζωή του αν δοκίμαζε να κινηθεί τον είχα προκαλέσει: «Τόλμα να κουνήσεις το χέρι σου και θα δεις ποιος θα κοντύνει» . Δεν είχε τολμήσει, αλλά στην δικτατορία έστειλε στις 11 τη νύχτα ομάδα χωροφυλάκων στον Αγιαντώνη στο Περιστέρι που ήταν το σπίτι μας (δεν είχαν δικαιοδοσία εκεί ήταν η Αστυνομία Πόλεων) και αρπάξανε την κυρία Ελένη στέλεχος της Σπουδάζουσας Νεολαίας που την στείλανε συστημένη στη Γυάρο όπου βρήκε και τις δυο αδελφές της που μείνανε εξόριστες τρία ολόκληρα χρόνια. Γνωστές τότε στους εξόριστους/ες από τον χαρακτηρισμό που τους είχε προσδώσει ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος ως «οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ».

Και με την Χωροφυλακή Νέων Λιοσίων (σημερινό Ίλιον) είχα προβλήματα, ξυλοδαρμούς και προσαγωγές, και με τέτοιες και τόσο στενές σχέσεις με τις του αντικομουνισμού διωκτικές αρχές δεν χρειαζόταν και πολύ σκέψη για να αποφασίσουμε πως πρέπει να εξαφανιστούμε από το σπίτι το γρηγορότερο δυνατόν, και να φυλαχτούμε τις πρώτες ημέρες ώσπου να ησυχάσει και να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Κρυφτήκαμε κάνα δυο βδομάδες στην Αθήνα οι ασφαλίτες του Περιστερίου μας έψαχναν στο σπίτι, αποφασίσαμε να πάμε για λίγο στο χωριό μου στην Αρκαδία, και, να ‘μαστε πάνω στην παλιά γέφυρα του Ισθμού μέσα σε ένα από εκείνα τα παλιά λεωφορεία που κάνανε τη συγκοινωνία, σταματημένοι από το στρατό για έλεγχο.

Στον Ισθμό, που συζητώντας κάπου πριν λίγες μέρες ότι θα υπάρχουν μπλόκα εκεί και δεν θα μπορούσαμε να περάσουμε, είχα πετάξει με την ανεμελιά του νέου και άπειρου: Έλα μωρέ, εγώ τον Ισθμό τον περνάω – ήμουν, βλέπετε καλώς κολυμβητής και 31 μόνο χρόνων – και κολυμπώντας, τι θα κάνω όμως με την γυναίκα μου! Είχαμε καταλήξει όμως ότι μάλλον δεν κινδυνεύουμε να μας πιάσουνε εκεί γιατί θα πρέπει να έχουν χιλιάδες ονόματα σαν σε τηλ κατάλογο, πράγμα που φαινόταν αδύνατο.

Τέλοσπάντων, ένας ανθυπολοχαγός με δυο φαντάρους μπήκαν από την πίσω πόρτα του λεωφορείου, ταυτότητες παρακαλώ κλπ. Κι εγώ μόλις είδα το μικρό χαρτί που κρατούσε καμουφλαρισμένο στην αριστερή του παλάμη ο αν/γός, σκέφτηκα ότι το πολύ να έχει 10 – 15 ονόματα μεγαλοστελεχών, άρα εμείς δεν κινδυνεύουμε, και καθησύχασα και την γυναίκα μου. Ο έλεγχος τελείωσε ομαλά, κατέβηκαν οι στρατιωτικοί και κατευθύνθηκαν προς το τέλος του λεωφορείου για να ελέγξουν το επόμενο κι εγώ με την κυρία Ελένη ανασάναμε ήσυχοι. Στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου καθόμαστε στη μέση περίπου, και καθώς με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη γνωστή φιγούρα ενός χωροφύλακα με δερμάτινο αμάνικο σακάκι που προχωρούσε στην πίσω πόρτα του λεωφορείου με δυο ακόμα συναδέλφους του, ο κόσμος έφυγε κάτω από τα πόδια μου.

Ήταν για πολλά χρόνια ένας από τους διώκτες μου από τη Χωροφυλακή στις περιοχές Ανθούπολης και Νέων Λιοσίων και δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσω από δαύτον.

-Μας πιάσανε, είπα στη γυναίκα μου.

-Ταυτότητες παρακαλώ, άκουσα τον γνωστό μου χωροφύλακα στο πίσω μέρος του λεωφορείου, και βέβαιος ότι πιαστήκαμε στη φάκα, ασυναίσθητα άφησα την ταυτότητά μου να πέσει μπροστά στα πόδια μου και έσκυψα προσπαθώντας τάχα να την μαζέψω. Ε, και; Τι περίμενα; Σε λίγα δευτερόλεπτα, άντε σε δυο τρία λεπτά οι χωροφύλακες θα ήσαν πάνω από το κεφάλι μου και ήμουν υποχρεωμένος να τους αντικρύσω κατά πρόσωπο. Ούτε ο από μηχανής θεός των αρχαίων Ελλήνων δεν μας γλίτωνε. Και, ώ του θαύματος!!! Σαν μέσα σε όνειρο έτσι όπως ήμουνα σκυμμένος με το κεφάλι μου να ακουμπάει σχεδόν στα παπούτσια μου και έκανα πως ψάχνω για την ταυτότητα άκουσα φωνή απέξω: «Αφήστε ρε τον κόσμο να φύγει, μόλις τελείωσα τον έλεγχο, έχει φρακάρει η κυκλοφορία εδώ!» Κατάλαβα ότι ο ανθυπολοχαγός ήταν που τους φώναζε και διατήρησα την ψυχραιμία μου παραμένοντας σκυμμένος μπροστά στα πόδια μου

- Συγνώμη κύριε ανθυπολοχαγέ, άκουσα τον χωροφύλακα, κατεβαίνουμε!

Από το θόρυβο κατάλαβα ότι είχαν κατέβει από την πίσω πόρτα, και από φόβο μην με πάρει κάνα μάτι δεν σήκωσα το κορμί μου στο κάθισμα μέχρι που ξεκίνησε το λεωφορείο.

Γλιτώσαμε λοιπόν μέσα από τη φάκα, αλλά οι κίνδυνοι παραμόνευαν. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε λίγες ώρες αργότερα στη Δημητσάνα κοντά στο χωριό μου.

Αλλάξαμε λεωφορείο στην Τρίπολη και πήραμε ένα άλλο που έκανε δρομολόγιο Τρίπολη – Δημητσάνα μέχρι Σέρβου. Στη Δημητσάνα κάναμε ολιγόλεπτη στάση στην πλατεία εκεί που και τώρα σταματούν τα λεωφορεία για να κατέβουν κάποιοι επιβάτες, κι ενώ περιμέναμε να ξεκινήσει για του Σέρβου πλέον – αν θυμάμαι καλά εκείνες τις στιγμές μέσα στο λεωφορείο παραμέναμε μόνο εγώ και η Ελένη – να σου ένας χωροφύλακας από έξω να με κοιτάζει επίμονα στο παράθυρο

_ Κάπου σε ξέρω εσένα, μου λέει.

Του είπα ότι δεν γνωριζόμαστε, ότι ήμουν από την περιοχή, πιο κάτω βρίσκεται το χωριό μου, αυτός επέμενε να με κοιτάζει και κάθε λίγο και λιγάκι να μου λέει ότι κάπου με ξέρει.

Ούτε εγώ τον γνώριζα, υπέθεσα ότι θα ήταν κάποιος που είχε υπηρετήσει στην Ανθούπολη ή στα Λιόσια και με είχε συναντήσει εκεί, για μένα όμως το να με πιάσουν εκείνες τις ώρες στη Δημητσάνα νόμιζα – κακώς βέβαια και λάθος μου – ότι σήμαινε λιντσάρισμα. Λέω ότι σκεφτόμουνα λάθος γιατί σχετικά με τη Δημητσάνα είχα μείνει είκοσι χρόνια πριν στο 1948 στην αιχμή του Εμφυλίου πολέμου που υπήρχε φανατισμός και είχα δει εκεί πτώματα ανταρτών να τα σέρνουν πίσω από τα αμάξια της χωροφυλακής. Και καθώς η ψυχολογική πίεση, το στρεσάρισμα και η κούραση της ημέρας δεν ήσαν καλοί σύμβουλοι, αποφάσισα πως αν με αναγνώριζε ο χωροφύλακας και δοκίμαζε να με συλλάβει θα τον εξουδετέρωνα και θα πηδούσα κάτω από τον τοίχο αντιστήριξης της πλατείας να διαφύγω προς το φαράγγι του Λούσιου. Άλλο λάθος, γιατί ο τοίχος αυτός είναι πανύψηλος και αν πηδούσα εκεί θα εύρισκα σίγουρο θάνατο.

Ευτυχώς δεν με θυμήθηκε ο χωροφύλακας και το λεωφορείο ξεκίνησε ενώ εγώ και η γυναίκα μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι του Σέρβου είχαμε τα μάτια μας καρφωμένα προς τα πίσω μήπως φανεί κάνα περιπολικό της Χωροφυλακής να έρχεται στο κατόπι μας. Το ίδιο και όταν φτάσαμε στου Σέρβου παρακολουθούσαμε με αγωνία μήπως μας περιμένουν χωροφύλακες εκεί που σταματούσε το λεωφορείο. Ήταν ησυχία, κατεβήκαμε με την Ελένη και το κόψαμε για του Ψάρι τον κατήφορο από το Μύλο της Τρουπούς. Εκεί σε εκείνα τα βράχια την Ελένη την πέρασα σηκωτή για να κατέβουμε στη Γκούρα. Ούτε παπούτσια της προκοπής είχαμε – η Ελένη φορούσε τακούνια _ τέλοσπάντων κάναμε αυτά τα 7 – 8 χιλιόμετρα μέσα στα κατσάβραχα, φθάσαμε στο χωριό περνώντας Γκούρα – τρία ρέματα – Κουριαλού – Καταλώνι και στο πρώτο σπίτι η Κόλιαινα που μας είδε να περνάμε έμεινε αποσβολωμένη και μόλις της μίλησα έκανε το σταυρό της λες και έβλεπε φάντασμα. Ήρθε κοντά και με έψαχνε στα χέρια και τους αγκώνες, δεν πίστευε ότι ήμουν ζωντανός. Αργότερα μάθαμε ότι είχαν κυκλοφορήσει απίστευτης φαντασίας και … καλής προαίρεσης ιστορίες στο χωριό, ότι με είχαν σκοτώσει σε συμπλοκές οι χωροφύλακες, ότι είχα σκοτώσει πολλούς αστυνομικούς και διέφευγα, ότι μου είχαν κόψει χέρια ή πόδια, τέτοια τρελά. Το ίδιο πιο πάνω που η Χαρίκλεια είχε σταθεί και σταυροκοπιόταν καθώς πλησιάζαμε.

Ο πατέρας μου έλλειπε όταν πήγαμε σπίτι αλλά όταν σε λίγο ήρθε και με αντίκρυσε στη βεράντα με κοίταζε παγωμένος με απλανές βλέμμα μην πιστεύοντας ότι είμαι ζωντανός. Τέλοσπάντων, μείναμε καμιά βδομάδα το πολύ 10 ημέρες στο χωριό, δεν μας σήκωνε το κλίμα, επιστρέψαμε στην Αθήνα όπου σε λίγες ημέρες αρπάξανε την κυρία Ελένη ενώ εγώ συνέχισα να κρύβομαι – αντίθετα με κάποιους που ανυπομονούσαν ή εκφράζανε την αδημονία τους γιατί ακόμα δεν τους έχουν συλλάβει - δεν εννοούσα να πιαστώ.

Δεν με πιάσανε, αργότερα πήγα στη Ρόδο, αλλά η ζωή μας βιάστηκε, κλαδεύτηκε. Επιβιώσαμε στη Ρόδο - απολύθηκε και η Ελένη – αλλά χάσαμε τους φίλους και όλες τις δημόσιες σχέσεις, γνωριμίες κλπ που είχαμε στην Αθήνα σαν νέοι άνθρωποι, και, ξένοι στη Ρόδο που όσο ήταν η δικτατορία δεν τολμάγαμε να πούμε το όνομά μας, σε δύσκολες καταστάσεις, ξεκινήσαμε από την αρχή.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Το σφάξιμο των γουρουνιών στο χωριό το Ψάρι Ηραίας κατά τον περασμένο αιώνα



Εκείνη η βδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη που σφάζαμε τα γουρούνια στο χωριό μου το Ψάρι Ηραίας στη Γορτυνία, σε συνδυασμό και με τις αποκριές ήταν κάτι σαν πανηγύρι,   αλλά και έθιμο   που έδινε την ευκαιρία στους Ψαραίους να ξεφύγουν λίγο από την καθημερινότητα, τη ζοφερή πραγματικότητα με τις αγροτικές δουλειές μέσα στο Φλεβαριάτικο καταχείμωνο, να φάνε και να πιούνε, να ξεσπάσουνε σε γλέντια και χαρές.
Καθώς η οικονομία στα περισσότερα χωριά της ορεινής Αρκαδίας ήταν καθαρά οικιακή και ο κόσμος ζούσε με ό,τι παρήγε στον τόπο του, η εκτροφή των χοιρινών κατά τη διάρκεια ολόκληρου του χρόνου που τα σφάζανε για να εξασφαλίσουν το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια, αλλά και την αρτυμή των φαγητών τους με το λίπος τους αφού λάδια και βούτυρα στα περισσότερα σπίτια δεν υπήρχαν, ήταν μια σοβαρή βοήθεια για να βγάλει η οικογένεια τη χρονιά.
Κάθε οικογένεια κατά την αρχή της Άνοιξης φρόντιζε να αγοράσει ένα  μικρό χοιρινό που ακόμα βύζαινε τη μάνα του είτε από γυρολόγους που περνούσαν, είτε κατεβαίνοντας κάποιος για αυτόν τον λόγο στα χαμηλότερα χωριά σε εύπορες περιοχές στα σύνορα συνήθως Αρκαδίας – Ηλείας ή στην Ολυμπία.

Η εκτροφή του χοιρινού όσο ήταν μικρό γινόταν με πλύμα, ένα μίγμα από νερό και πίτουρο συνήθως που μπορεί να εμπλουτιζόταν με αποφάγια και περισσεύματα από γάλα ή τυροκομικά (από όσους είχαν γιδοπρόβατα), αλλά μεγαλώνοντας εκτός από το πλύμα έτρωγε βελάνι και (α)γκόρτσα, και καθώς ήταν ελεύθερο να περιφέρεται έξω από το σπίτι και σε ολόκληρο το χωριό, δεν περιφρονούσε και τα ανθρώπινα περιττώματα που τα εύρισκε μπόλικα σε απόμερα σημεία αφού τρεχούμενο νερό, εσωτερικές τουαλέτες βόθροι και όλα αυτά τα αγαθά του πολιτισμού μας ήσαν άγνωστα.
Μόλις τσάπωνε λίγο το χοιρινό έπρεπε να το μουνουχίσουν, να το στειρώσουν δηλαδή για να τρέφεται καλύτερα και να μην μυρίζει βαρβατίλα το κρέας του, και για αυτή τη δουλειά υπήρχαν ειδικοί  και στα γύρω χωριά.


Το τρέφανε λοιπόν το χοιρινό με επιμέλεια (κάπως έτσι είχε αποχτήσει την προσωνυμία «θρεφτάρι») για να μεγαλώσει κανονικά και να δώσει το απαραίτητο κρέας και λίπος όταν ερχόταν η ώρα να το σφάξουν, και καταφέρνανε να θρέψουν χοιρινά που ζυγίζανε συνήθως από 80 μέχρι και 150 οκάδες (οκά: 400 δράμια = 1282 γραμμάρια).
Αλλά το σφάξιμο γουρουνιού από 80 μέχρι 150 οκάδες δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά, ήταν ολόκληρη διαδικασία που απαιτούσε δεξιότητες αλλά και προετοιμασίες.
Δεξιότητες στον χειρισμό του μαχαιριού και γνώσεις έπρεπε να είχε εκείνος που θα το έσφαζε, για να ξέρει σε ποιο σημείο και πως θα χτυπήσει με το μαχαίρι ώστε να ξεψυχήσει γρήγορα το ζωντανό. Και φυσικά ένα γουρούνι με τόσο βάρος για να το ακινητοποιήσουν απαιτούνταν συνήθως τρεις και τέσσερεις άνδρες.
Στο πέρασμα των χρόνων πολλές φορές είχε συμβεί να ξεφύγει κάποιο χοιρινό μισοσφαγμένο και να τρέχει αιμορραγώντας μέσα στο χωριό (ξέφραγες οι περισσότερες αυλές εκείνα τα χρόνια) με τις σπαρακτικές κραυγές του να σκίζουν την ατμόσφαιρα προκαλώντας ευχάριστη αναστάτωση στο χωριό, ειρωνικά σχόλια και πειράγματα για εκείνους που τρέχανε να το πιάσουν.
Θυμάμαι που ένας γείτονάς μας μια χρονιά για να γλιτώσει τη φασαρία με το σφάξιμο το ντουφέκισε, τα σκάγια όμως δεν το «κρατήσανε», και καθώς οι αυλή ήταν κατηφορική με αναβαθμίδες και το λαβωμένο ζωντανό έτρεχε πάνω κάτω ουρλιάζοντας ή γκρεμιζόταν από τη φόρα και την αγωνία του να γλιτώσει, έγινε χαμός μέχρι να μπορέσει με μερικές ακόμα ντουφεκιές να το αποτελειώσει.
Απαραίτητος λοιπόν ο ειδικός που θα έσφαζε το γουρούνι, απαραίτητοι και δυο τρεις ακόμα για να το ακινητοποιήσουν και να το γδάρουν μετά, απαραίτητο βέβαια και ένα καλό «μαυρομάνικο» μαχαίρι. Το ίδιο αναγκαία και η φωτιά σε μια άκρη της αυλής που πάνω σε μια μεγάλη σιδεροστιά έβραζε το λεβέτι με νερό που  χρειαζόταν για να μαδήσουνε το χοιρινό.
Άλλη θλιβερή ιστορία αυτή με το νερό. Υδρευόταν τότε το χωριό μας από την Μπουσμπούνα την πηγή μας στο κάτω μέρος του χωριού και το μετέφεραν οι γυναίκες συνήθως με ξυλοβάρελα που τα ζαλώνονταν με σκοινί στην πλάτη.
Το πλαστικό δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του, τα δοχεία ήταν δυσεύρετα και το νοικοκυριό έπρεπε να βολευτεί με τις 30 περίπου οκάδες νερό που έπαιρνε το βαρέλι, άντε και μια βαρέλα ακόμα γύρω στις 5 οκάδες.
Αλλά το να φθάσει το νερό στο σπίτι ήταν δεν ήταν και εύκολη δουλειά αφού και στην πηγή έβγαινε λίγο και οι γυναίκες στήνονταν στη σειρά (είχε μπασιά όπως λέγανε) για να γεμίσουν το βαρέλι τους. Τα σπίτια στον απάνω μαχαλά όπου και το πατρικό μου απέχουν 400  περίπου μέτρα από την Μπουσμπούνα και οι γυναίκες ανεβαίνανε αυτήν την ανηφορική διαδρομή που έχει τουλάχιστον 70% κλίση ζαλωμένες το βαρέλι, με διπλωμένο σχεδόν το κορμί τους.
Ακινητοποιούσαν λοιπόν το ζωντανό και το έσφαζε ο ειδικός, αλλά ώσπου να ξεψυχήσει, οι πονεμένες οιμωγές του δονούσαν την ατμόσφαιρα και ξεσηκώνανε το χωριό. Καθώς το σφάξιμο των γουρουνιών γινόταν κυρίως κατά την πριν από την Τσικνοπέμπτη εβδομάδα – λίγοι τα σφάζανε τα Χριστούγεννα - σκεφτείτε,  ότι μπορεί εκείνη τη στιγμή αυτή η διαδικασία να επαναλαμβανόταν παράλληλα  σε τρία τέσσερα σπίτια ακόμα, και βάλτε στο νου σας το κλάμα και τις απελπισμένες κραυγές των ανήμπορων ζωντανών μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μόλις έπαυε το γουρούνι να αναπνέει, ο σφάχτης τού αφαιρούσε  το «καρύδι» από τον λαιμό, τον λάρυγγα που τον λέγανε και καρούτζαφλα, και τη φούσκα την ουροδόχο κύστη με τα αμελέτητα, τα γλυκάδια, (κατρουλήθρα την λένε στη δεύτερη πατρίδα μου τη Ρόδο εκεί στην Έμπωνα) και κάποιος του περνούσε ένα λεμόνι ή ένα πορτοκάλι  στο στόμα 
Το καρύδι και τα αμελέτητα τα έπαιρνε η νοικοκυρά και αφού τα ξέπλενε λίγο να φύγουν τα αίματα τα έβαζε στην άκρη στα κάρβουνα εκεί που έβραζε το λεβέτι φροντίζοντας να ψηθούν χωρίς να της καούνε, ενώ τη φούσκα που την περιμένανε ανυπόμονα οι πιτσιρικάδες την αρπάζανε και την συγκυλάγανε λίγο στο σβηστό τζάκι σε κρύα στάχτη, την φουσκώνανε και φτιάχνανε ένα μπαλόνι σαν  μπάλα, είδος πολυτέλειας για τον τότε μικρόκοσμο και αρχίζανε το παιγνίδι.
Στη συνέχεια οι άνδρες σηκώνανε το σφάγιο και το τοποθετούσαν πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο που είχαν ετοιμάσει εκεί στην αυλή με το φύλο κάποιας πόρτας ή με σανίδια, που ήταν απαραίτητος γιατί επάνω του θα μαδούσαν το χοιρινό, και φρόντιζαν να είναι επικλινής για να φεύγουν τα νερά που χρησιμοποιούσαν για το μάδημα αλλά και ελεύθερος γύρω  - γύρω για να κινούνται και να εργάζονται.

Αμέσως άρχιζε άλλη μια δύσκολη και λεπτή διαδικασία το μάδημα, η απαλλαγή του σφάγιου από το τρίχωμά του, που γινόταν με καλά, ακονισμένα μαχαίρια και βραστό νερό με το οποίο καταβρέχανε με πολύ προσοχή το τρίχωμα και το ξύνανε με τα μαχαίρια με τρόπο και επιδεξιότητα ώστε να μην πληγώνουν το δέρμα, ούτε όμως και να «αρπάξει» από το καυτό νερό. Πετυχαίνοντας σωστή διαβροχή με το βραστό νερό – πολλές φορές σκεπάζανε το σφάγιο εκεί στο μάδημα με κάποιο χοντρό ρούχο για να «φαφατιάζει» το δέρμα -  αλλά και επιδέξια χρήση των μαχαιριών καταφέρνανε να ξεριζώνονται οι τρίχες χωρίς να κόβονται μέσα στο δέρμα.
Στα παλιότερα και πιο δύσκολα χρόνια πριν το τέλος του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα που η φτώχεια και η ανέχεια χτυπάγανε κόκκινο, επειδή το δέρμα στη ράχη του χοίρου είναι πολύ σκληρό το παίρνανε και φτιάχνανε κάτι σαν μοκασίνια, τα γουρνοτσάρουχα, που προσαρμόζονταν με δερμάτινα λουριά στα πόδια και στην ανάγκη τα φορούσαν αντί για παπούτσια.
Τελειώνοντας το μάδημα και αφού το πλένανε εκεί στον πάγκο, ο ειδικός άνοιγε το σφάγιο στην κοιλιά και αφαιρούσαν με προσοχή έντερα πατσά εντόσθια κλπ, και κάπου εκεί ερχόταν και η κυρά με ένα δίσκο με το πικάντικο μεζεδάκι που είχε βγάλει από τα κάρβουνα, το καρύδι και τα γλυκάδια, και την κανάτα με το κόκκινο κρασί και τις σχετικές κούπες. Λίγος ο μεζές, ίσα για να νοστιμίσει το στόμα τους με το κριτσάνισμα του μισοψημένου γουρνολάρυγγα, αρκετός όμως για να σκορπίσει κέφι και να αδειάσουνε οι πρώτες κούπες με το ευλογημένο κρασάκι  από τα δικά τους αμπέλια και να πέσουνε και οι πρώτες ευχές:
-Καλοφάγωτο νοικοκυραίοι!  Και του χρόνου! Άντε, καλές Απόκριες! Χρόνια πολλά!


Η κυρά έπαιρνε σε ένα ταψί τη συκωταριά  πρώτα – πρώτα  και αμέσως ξάκριζε κάποια μεζεδάκια που αφού τα ξέπλενε τα έριχνε  στο μεγάλο τηγάνι με το μακρύ χέρι και τα έβαζε πάνω στη σιδεροστιά.
Δεν ξεχνούσε καθώς καθάριζε τη συκωταριά να ξεχωρίσει και κάνα δυο μεζεδάκια – σπλήνα πλεμόνι και κάνα κομματάκι άντερο - για το σκύλο του σπιτιού που περίμενε υπομονετικά σε μια άκρη μπροστά στο δρόμο εποπτεύοντας την κίνηση, και που τα άρπαζε στον αέρα καθώς του τα πετούσε και τα μασούλαγε περιχαρής.
Ώσπου οι άνδρες να καθαρίσουνε το σφάγιο και να βγάλουν έντερα πατσά και λοιπά, να το ζυγίσουν και να το κρεμάσουνε στο πατερό με το κεφάλι προς τα κάτω που θα έμενε δυο τρεις ημέρες για να στραγγίσει και να είναι έτοιμο για τεμάχισμα, είχαν ψηθεί και τα  συκωτάκια  και όλη η συντροφιά απολάμβανε  τη νοστιμιά τους. Και μην πάει ο νους σας σε τραπέζια και σερβίτσια, στο πόδι συνήθως με ένα πιάτο μπροστά τους εκεί στην αυλή και με ένα καρβέλι ψωμί από τον φούρνο του σπιτιού ρίχνανε τις πιρουνιές τους απολαμβάνοντας τα πικάντικα μεζεδάκια σχολιάζοντας το τελικό βάρος και το πάχος του γουρουνιού, το πόσες οκάδες καθαρό κρέας και πόσο  λίπος υπολογίζανε να βγάλει, για το ποιοι άλλοι σφάζανε σήμερα, και άλλα τέτοια σχετικά με την ημέρα. Όλα τούτα μέσα και κάτω από μια χαρούμενη και πανηγυρική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε ο καπνός από τις φωτιές που καίγανε σε κάποιες αυλές ανακατεμένος με την  κνίσα από τα μεζεδάκια που ψήνανε ή τηγανίζανε οι νοικοκυραίοι, τα σκουξίματα από τα ζωντανά που έμπαινε το μαχαίρι στο λαιμό τους, οι φωνές και τα χωρατά, τα παιγνίδια και οι χαρούμενες των παιδιών.
Αργότερα η νοικοκυρά αφού έπλενε τα έντερα θα έφτιαχνε λουκάνικα με ψιλοκομμένο κρέας και διάφορα καρυκεύματα, αλλά  και την απαραίτητη οματιά με το παχυάντερο που την έψηνε στο φούρνο με σιτάρι και ψιλοκομμένο κρέας, μαϊντανό μάραθο και δυόσμο, λίγη καυκαλήθρα, κρεμμυδάκι, κανελογαρίφαλα, πιπέρι και καμιά φλούδα πορτοκάλι αν βρισκόταν, και γινόταν ένα πράμα που εκείνοι που το τρώγανε γλείφανε  και τα δάχτυλά τους.
Ύστερα από τρεις περίπου ημέρες αφού είχε στεγνώσει το σφάγιο εκεί όπως κρεμόταν ξεκινάγανε τη διαδικασία για το «λιώσιμο», να παστώσουνε δηλαδή το κρέας για να φτιάξουνε το «άλειμα», την τσιγαρίδα.
 Το «ξεφερτσιάζανε» αφαιρώντας με λεπτές λουρίδες το δέρμα του ( και για να μην ξεχνιόμαστε φέρτσα ή σγόρτσα το λέγαμε οι Ψαραίοι, και το λίπος λίγδα), και στη συνέχεια σε λουρίδες πάλι αφαιρούσαν το παχύ λίπος που το περίβαλλε. Μετά το τεμαχίζανε βάζοντας χωριστά τα πόδια και το κεφάλι και χωριστά το κρέας αφαιρώντας του τα κόκκαλα, βράζανε στο λεβέτι το καθαρό κρέας και τις σκόρτσες, τις λουρίδες δλδ το δέρμα που τις κόβανε σε μικρά κομμάτια που  με λίγο νερό, με κάνα μπαχαρικό ακόμα και λίγα λουκάνικα για να νοστιμίσει , κάποιοι ανάλογα τους νοικοκυραίους βάζανε και κρασί ή ξύδι, αφαιρούσαν σε κάποια φάση  αφαιρούσαν το λίπος που το σουρώνανε και το αποθηκεύανε, και βράζανε καλά το κρέας προσθέτοντας και πολύ αλάτι χοντρό  και το παστώνανε αφού δεν υπήρχαν ψυγεία και το αποθηκεύανε σε δοχεία – πήλινα κατά το δυνατόν, λαήνες κλπ – αλλά και τις γνωστές μας λάτες (ντενεκέδες)  εξασφαλίζοντας το κρέας της χρονιάς για την οικογένεια αλλά και το απαραίτητο λίπος για να αρταίνουν τα φαγητά τους.
Η έμπειρη νοικοκυρά τοποθετούσε με τάξη το κρέας στις λαήνες  - που το καλύπτανε με το λίπος για να διατηρείται - βάζοντας αλλού το καθαρό κρέας, αλλού τις φέρτσες και αλλού τα λουκάνικα ώστε ανάλογα την περίσταση να ξέρει που θα βάλει το πιρούνι για να βγάλει και τον σωστό μεζέ.
Τίποτα δεν περίσσευε για να πετάξουν από το χοιρινό. Με τα πόδια και το κεφάλι φτιάχνανε τον πατσά που όταν πάγωνε γινόταν η γνωστή πηχτή. Από την Μπόλια παίρνανε εκείνο το λίπος της το «βασιλικό» που χρησίμευε να επαλείφουν άρβυλα, ζώνες, δερμάτινα εξαρτήματα στο σαμάρι του μουλαριού κλπ για να μαλακώνουν, ενώ με διάφορα     υπολείμματα  φτιάχνανε σαπούνι.
Σημ: Δυστυχώς φωτογραφικό υλικό δεν είχα, και η φωτό με το μαδημένο χοιρινό είναι από το Βελημάχι Αρκαδίας του καλού διαδικτυακού φίλου Γ Μπάκα.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Τα ύδατα της Στυγός, το Αθάνατο νερό.


22

Στα 2100 μέτρα ύψος στο όρος Χελμός εκεί στην επαρχία Καλαβρύτων στη βόρεια Πελοπόννησο,  από απόκρημνα μαυρισμένα κάθετα βράχια ξεπηδούν τα νερά της Στύγας που όχι μόνο στην εποχή μας αλλά και στην αρχαιότητα οι πρόγονοί μας τους απέδιδαν μέσα σε πολλές άλλες και του Αθάνατου Νερού την ιδιότητα. Χαμηλά στη βάση των βράχων εκεί που πέφτει ο καταρράκτης υπάρχει χαίνουσα σπηλιά από όπου αναβλύζουν πολλά νερά που χάνονται στο φαράγγι και σύμφωνα με τη Μυθολογία μας τραβάνε για τα Τάρταρα για να ποτίσουν το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Είναι οι πηγές του ποταμού Κράθη - και Κράθι τον γράφουν – που αφού χάνεται για λίγο αναδύεται στην επιφάνεια του εδάφους και ακολουθεί την ροή του μέχρι που χύνεται στον Κορινθιακό.

Το απρόσιτο των βράχων, της πηγής και τις σπηλιάς, τα νερά που χάνονται στα βάθη της γης, το μυστήριο που αναδίνει η ερημιά του τοπίου, η αδυναμία η άγνοια και το δέος του ανθρώπου μπροστά στα φυσικά φαινόμενα, εκτός από συναισθήματα φόβου και τρόμου δημιούργησαν με το πέρασμα χιλιάδων χρόνων πολλές φήμες και δοξασίες για τις ιδιότητες και τις δυνατότητες των νερών της Στύγας, και συνδέθηκαν με αυτά ολόκληρες φιλοσοφικές θεωρίες. Πέρα από τον Παυσανία που επισκέφθηκε την περιοχή πριν από χίλια οχτακόσια τόσα χρόνια και μας δίνει πολλές πληροφορίες ( κι ακόμα περισσότερες βρίσκουμε στις σημειώσεις) στα Αρκαδικά του, ασχολήθηκαν με αυτά ο Ηρόδοτος ο Ησίοδος και ο Όμηρος, αρχαιολόγοι και ιστορικοί, αλλά και Αμερικανοί τοξικολόγοι τελευταία που ισχυρίζονται ότι στα πετρώματα του καταρράκτη βρέθηκαν τοξικές ουσίες.

Και καθώς η λαϊκή θυμοσοφία λέει για τις διαδόσεις ότι η τρίχα γίνεται τριχιά, κάτι η χαμηλή θερμοκρασία των νερών που ξεπηδούν από χιονισμένα  βαθουλώματα των βράχων και σκιερές σχισμές όπου σπανίως λιώνουνε τα χιόνια, κάτι με τα μαυρισμένα πετρώματα και το απρόσιτο των πηγών, κάτι από τα νερά που εξαφανίζονται στα σπλάχνα της γης, με το πέρασμα των αιώνων τούτες οι δοξασίες αλλοιώνονταν και αποχτούσαν εξωπραγματικές διαστάσεις και έννοιες.
Εκτός από Μαυρονέρι -  ονομάσανε έτσι τον καταρράκτη επειδή στο πέρασμα των αιώνων μαυρίσανε τα βράχια από τα νερά που «γλείφουν» επάνω τους - το είπαν Αθάνατο Νερό και πηγή ζωής, αλλά και δηλητήριο που όποιο ζωντανό το πιεί δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Λέγανε ότι είχε τέτοια δύναμη που μέταλλα όπως ο άργυρος, ο χρυσός, το κεχριμπάρι και άλλα, αλλοιώνονταν όταν βυθίζονταν σε αυτό, ενώ θρυμματίζονταν τα γυάλινα  πήλινα και κρυστάλλινα δοχεία. (Δεν μου ακούγεται και παράξενο, στην περιοχή του χωριού μου υπάρχει ακόμα μια πηγή με παγωμένο και κάπως βαρύ νερό που στα παλιά τα χρόνια μάς λέγανε ότι όταν σκύβαμε πάνω στην πέτρινη κορύτα για να πιούμε έπρεπε να προσέχουμε πολύ γιατί υπήρχε κίνδυνος να καθίσει στο λαιμό μας και να πνιγούμε). Υποστηρίχτηκε ακόμα ότι τα νερά της Στύγας πηγάζουνε από τα Τάρταρα στα σκοτεινά παλάτια της ( Τάρταρα συνδέονται με την έννοια τουρτουρίζω, κρυώνω) και μόνο  η οπλή του απετάλωτου αλόγου ήταν απρόσβλητη από αυτό το νερό, γι αυτό και οι θεοί το πίνανε μέσα σε κύπελα φτιαγμένα από οπλές αλόγων.


Η Ελληνική Μυθολογία λέει ότι η θεά Θέτις βύθισε σε εκείνα τα νερά τον νεογέννητο Αχιλλέα που τον έκαναν αθάνατο -  όπως είναι γνωστό και πάντα κατά την Μυθολογία μας ο Πάρης στον πόλεμο της Τροίας κατάφερε να  φονεύσει τον άτρωτο Αχιλλέα καθώς του την έστησε έξω από τα τείχη ανάμεσα σε θάμνους και με θεϊκό βέλος τον έπληξε στη φτέρνα του που δεν είχε βραχεί,  την «Αχίλλειο πτέρνα» από όπου τον κρατούσε η μάνα του όταν τον βούτηξε στο αθάνατο νερό, -  ότι οι θεοί το πίνανε για να διατηρούνται αθάνατοι, αλλά και ορκίζονταν σε αυτό, και μάλιστα ότι ο όρκος αυτός ήταν απαραβίαστος. Όποιος θεός γινόταν επίορκος τιμωρείτο αυστηρά. Καταδικαζόταν σε λήθαργο για κάποια χρόνια, έμενε άφωνος για ένα διάστημα, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει στα συμβούλια και τα συμπόσια των θεών, ούτε και το νέκταρ και την αμβροσία να απολαμβάνει.
Στην περιοχή πολλές δεισιδαιμονίες αλλά ιδιαίτερα η παγιωμένη πίστη για το Αθάνατο νερό κυκλοφορούσαν μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα και την μετέφερε και στον κινηματογράφο εκείνη η βουκολική ταινία με τον Τάσο και τη Γκόλφω.


Για τις θανατερές ιδιότητες των νερών της Στύγας  ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή το 175 μ.χ που τότε ανήκε στην Αρκαδία, άκουσε όπως μας αφηγείται στα Αρκαδικά του φήμες που υποστηρίζανε ότι με τούτο το νερό είχαν δολοφονήσει τον Μέγα Αλέξανδρο. Ότι ο οινοχόος του Ιόλλας είχε ρίξει το νερό  στο κρασί του που το είχε προμηθεύσει στον  Αντίπατρο ο Αριστοτέλης.
Η Στύγα ήταν κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος (κατά άλλη εκδοχή του Ερέβους και της Νύχτας), που κατοικούσε μακριά από άλλους θεούς στα βουερά με πανύψηλες αργυροκολώνες μαρμαρόχτιστα παλάτια της στα Τάρταρα και μέρα νύχτα (πάντα νύχτα ήταν εκεί) την φυλάγανε ακοίμητοι τρομεροί δράκοι. Μισητή φρικαλέα και αποκρουστική η Στύγα -  το όνομά της συνδέεται με το ρήμα στυγέω που σημαίνει μισώ, βδελύττομαι, αποστρέφομαι – προκαλούσε φόβο σε ανθρώπους και θεούς. Αλλά όταν ο Δίας αρπάχτηκε με τον πατέρα του τον Κρόνο και έγινε η γνωστή - κατά την Μυθολογία πάντα -  τιτανομαχία όπου ο Δίας με τους άλλους θεούς πολεμήσανε εναντίον του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων αδελφών του και των Γιγάντων, η Στύγα με τα τέσσερα παιδιά της τον Κράτος και τη Βία, τον Ζήλο και τη Νίκη προστρέξανε και πολεμήσανε στο πλευρό του Δία που για να την τιμήσει όρισε να ορκίζονται άνθρωποι και θεοί στο νερό και στο όνομά της. Σημειώστε ότι  Κράτος  Βία και  Νίκη ταχθήκανε με την Εξουσία τον Δία, και κάπως έτσι αυτά τα τρία ονόματα είναι προσκολλημένα ανέκαθεν στην Εξουσία και την στηρίζουν.

 Πληροφορίες για το θέμα βρίσκετε στα Αρκαδικά του Παυσανία,
μέσω Google στην Wikipedia κλπ.
Τις φωτογραφίες τις αλίευσα από τη Μηχανή Αναζήτησης








Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα









Λίγο πολύ όλοι κάτι έχουμε ακούσει για την εβραϊκή εκδοχή του κατακλυσμού που περιγράφεται στην Αγία Γραφή. Όπου, ο θεός δυσαρεστημένος από την ανθρωπότητα που ήταν βουτηγμένη στη διαφθορά και στην αμαρτία  αποφάσισε να την καταστρέψει, που ειδοποίησε τον ευσεβή Νώε να φτιάξει την περίφημε Κιβωτό και εκτός από την γυναίκα του τους τρεις γιούς του και τις γυναίκες τους, να πάρει και ένα ζευγάρι από τα κάθε είδους ζωντανά που ζούσαν τότε πάνω στη γη και να κλειστούν στην κιβωτό για να επιβιώσουν από τον κατακλυσμό και να συνεχιστεί η αναπαραγωγή, να αναγεννηθεί το ανθρώπινο γένος αλλά και τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, για την μεγάλη πλημμύρα που έπνιξε την ανθρωπότητα, για το ότι η κιβωτός του Νώε προσάραξε στην κορυφή του Αραράτ κτλπ – κτλπ.

Τούτη η θεωρία – δεν γνωρίζω τι γίνεται τώρα, αλλά – στα χρόνια μου διδασκόταν στα σχολεία και φυσικά και από την Αγία Γραφή.
 Η ελληνική εκδοχή για τον κατακλυσμό από όσο γνωρίζω ποτέ δεν διδάχτηκε.
Σύμφωνα λοιπόν με την Ελληνική Μυθολογία, πριν από 9.000 χρόνια περίπου και όταν στην Φθία της Θεσσαλίας βασίλευε ο συνετός Δευκαλίων γιος του Τιτάνα Προμηθέα με την γυναίκα του την Πύρρα, ο Θεός Δίας απογοητευμένος και εξοργισμένος από το ανθρώπινο γένος που ζούσε μέσα στην διαφθορά αποφάσισε να το καταστρέψει με έναν μεγάλο κατακλυσμό. Ο Προμηθέας όμως ειδοποίησε τον Δευκαλίωνα για τις προθέσεις του θεού Δία και τον συμβούλεψε να φτιάξει μια λάρνακα, ένα είδος κιβωτού, και να πάρει μέσα και πολλά εφόδια για να επιπλεύσουν από τον κατακλυσμό και να επιβιώσουν.

Να θυμίσω εδώ ότι ο Προμηθέας φίλος και σε πολλά σύμμαχος των ανθρώπων είναι εκείνος που παράκουσε την εντολή των θεών και έδωσε στον άνθρωπο το μυστικό της φωτιάς ( και πολλά ακόμα) που όμως έκανε κακή χρήση της, και τον τιμώρησε ο Δίας δίνοντας εντολή στον Ήφαιστο να τον δέσει πάνω σε ένα βράχο στον Καύκασο όπου κάθε μέρα ένας γύπας τού έτρωγε τα συκώτια του αλλά επειδή ήταν αθάνατος τη νύχτα ξαναγίνονταν και γι αυτό υπέφερε συνεχώς μέχρι που ημίθεος Ηρακλής έσπασε τις αλυσίδες και τον ελευθέρωσε.
Εννιά ημέρες και εννιά νύχτες έβρεχε (και όταν λέμε ημερόνυχτα μην φανταστείτε τίποτα 24ωρα), πνίγηκε η ανθρωπότητα από τον τρομερό κατακλυσμό, αλλά την 10η ημέρα καθώς υποχωρήσανε οι πλημμύρες η κιβωτός προσάραξε στην κορυφή του Παρνασσού και ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα πατήσανε ξηρά.
Η πρώτη τους σκέψη ήταν να θυσιάσουν στον Φύξιο Δία που ήταν προστάτης των φυγάδων ευχόμενοι και παρακαλώντας να ξαναγεννηθεί το ανθρώπινο γένος, και ο θεός Δίας ευχαριστημένος για την ευσέβειά τους έστειλε τον Ερμή
(μία από τις εκδοχές) για να τους πληροφορήσει ότι θα πραγματοποιούσε την ευχή τους.
Μια άλλη ισχυρή εκδοχή λέει ότι μόλις βγήκανε από την κιβωτό ο Δευκαλίωνας κει η Πύρρα πήγανε στους Δελφούς στο ιερό της Θέμιδας (μάλλον δεν είχε φθάσει εκεί ο κατακλυσμός) και παρακαλέσανε τους Θεούς για να ξαναγεννηθεί το ανθρώπινο γένος.
Και επειδή χρησμούς έδινε το Μαντείο των Δελφών (τι πίνανε άραγε;) ο χρησμός της θεάς ήταν πως: «για να γίνει αυτό θα έπρεπε να καλύψουν τα πρόσωπά τους και να πετάνε πίσω από την πλάτη τους τα οστά της μητέρας τους».
Διερμηνεύοντας τον χρησμό θεώρησαν ότι τα οστά της μητέρας τους είναι οι πέτρες που προέρχονται από τα σπλάχνα της μάνας Γης, και καθώς βάδιζαν έριχναν πέτρες πίσω τους, κι εκείνες που έριχνε ο Δευκαλίων μεταμορφώνονταν σε άνδρες, ενώ οι πέτρες της Πύρρας μεταμορφώνονταν σε γυναίκες, και έτσι ξεκίνησε ξανά η αναγέννηση του ανθρώπινου γένους πριν από 9.000 χρόνια. 

Τα παιδιά του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που γεννήθηκαν τότε ήταν ο Ελλην, ο Αμφικτύων, η Πρωτογένεια και η Μελανθώ, η Θυία και η Πανδώρα, και ο Έλληνας έγινε ο γενάρχης των Ελλήνων.
Για πολλά από τα αναφερόμενα εδώ υπάρχουν και άλλες εκδοχές, όπως πχ η των Μεγαριέων που υποστηρίζει ότι από τον κατακλυσμό σώθηκε μόνο ο Μέγαρος που προσάραξε στα Γεράνια όρη, άλλη που λέει ότι ο Δίας εξοργίστηκε και αποφάσισε να καταστρέψει το ανθρώπινο γένος επειδή πάνω στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας που τότε ακόμα δεν είχε αυτό το όνομα επισκεπτόμενος τους γιούς του Λυκάονα τον τάισαν ανθρώπινο κρέας, ότι ή κιβωτός σταμάτησε πάνω στο όρος Αίτνα, στον Άθω της Χαλκιδικής ή στον Όθρυ της Θεσσαλίας, ότι ΄στις μακρινές εκείνες εποχές γίνανε και άλλοι κατακλυσμοί κλπ κλπ.
Ακόμα, για το σημείο που υπάρχουν οι Στήλες του Ολυμπίου Διός η μυθολογία λέει ότι ο Δευκαλίων είχε στήσει βωμό για να τιμήσει τον Δία επειδή ο Ιλισσός είχε απορροφήσει τα νερά του κατακλυσμού. Αργότερα ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος είχε θεμελιώσει τον ναό που εφτά αιώνες πιο ύστερα τον αποπεράτωσε ο λάτρης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός.
Τέλος, αργότερα αναφέρεται ένας ακόμα Δευκαλίωνας που ήταν γιος του Βασιλιά της Κρήτης Μίνωα και της Πασιφάης, που συμμετείχε στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.

Πηγές  από την Google
Wikipedia
mixani touxronou.gr
helinikogenos.blogspot.com
pronews




Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Σελίδες από τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα το 1944



 



Τα κανόνια από τα εγγλέζικα πολεμικά στο Φάληρο όργωναν με τις οβίδες τους τη γειτονιά λες και είχαν βαλθεί να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Ήταν ένας συστηματικός βομβαρδισμός κατοικημένης περιοχής όπως συνήθιζαν εδώ και μέρες οι Εγγλέζοι, αδιαφορώντας για τους αμάχους που θάβανε κάτω από τα ερείπια που προκαλούσαν τα κανόνια τους, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να
ισοπεδώσουν μαζί με τα φτωχόσπιτα και τις παράγκες, και το φρόνημα του αδούλωτου λαού της Αθήνας. Κι από πάνω, τα πολεμικά τους αεροπλάνα  που σάρωναν ανενόχλητα τον αθηναϊκό ουρανό αφού ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε ούτε ένα αντιαεροπορικό, διάλεγαν με την ησυχία τους τούς στόχους τους, χαμήλωναν και πολυβολούσαν τις θέσεις του και γενικά ό,τι έβλεπαν να κινείται.  
Ολόκληρη η Αθήνα, πότε σε μια συνοικία πότε σε άλλη, αλλά και ταυτοχρόνως πολλές φορές, ήταν ένα τεράστιο πεδίο μάχης, όπου οι Εγγλέζοι συνεπικουρούμενοι από την ντόπια αντίδραση και τις ένοπλες συμμορίες της επιχειρούσαν αποφασισμένοι να εξοντώσουν με κάθε θυσία τον ΕΛΑΣ και να κάμψουν το φρόνημα του λαού που τον στήριζε. Έφερναν συνεχώς νέες στρατιωτικές μονάδες από το ιταλικό μέτωπο που τις αποβίβαζαν στον Πειραιά και στο Φάληρο, και τις έριχναν στη συνέχεια στη μάχη της Αθήνας και του Πειραιά, βομβαρδίζοντας παράλληλα αδιακρίτως κατοικημένες περιοχές με όλμους και κανόνια, τανκς και αεροπλάνα, και από τα πολεμικά τους πλοία στο Φάληρο και τον Πειραιά.

Το τάγμα είχε καταλάβει αυτή την περιοχή  ύστερα από μια αιφνιδιαστική έφοδο τη νύχτα, με σοβαρές απώλειες και από τις δυο πλευρές και είχαν απωθήσει τους  Βρετανούς, που όμως φαίνεται πως ήταν πολύ σημαντική για τους στρατηγικούς τους σχεδιασμούς, και με το που φώτισε ο θεός την ημέρα είχαν ξεκινήσει τους βομβαρδισμούς από τα πολεμικά πλοία.
Αλλά το κανονίδι είχε ανάψει σε ολόκληρη  σχεδόν την ανατολική Αθήνα. Τεράστιες στήλες καπνού σηκώνονταν στην Καισαριανή και το Δουργούτι που τις βομβάρδιζε με όλμους και πυροβόλα η Ορεινή Ταξιαρχία και οι επανεξοπλισμένοι ταγματασφαλίτες από του Γουδή, παράλληλα με τα εγγλέζικα πολεμικά από το Φάληρο, ενώ δεν έμενε αδρανής και πολεμική τους αεροπορία που επιχειρούσε από το Χασάνι.
Είχαν ανεβάσει κι ένα κανόνι πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης κι από κει έκαναν επιλογή στόχων με την άνεσή τους σε όποια συνοικία τους βόλευε, ενώ άλλοι στρατιώτες δοκίμαζαν τις σκοπευτικές τους ικανότητες κατά μεμονωμένων αμάχων κάτω στην πόλη,  σε ένα κύκλο γύρω από την Ακρόπολη που η ακτίνα του έφθανε άνετα στο Μεταξουργείο, βέβαιοι για την ασφάλειά τους αφού ο ΕΛΑΣ δεν τους πυροβολούσε για να μην προκαλέσει βλάβες στα μάρμαρα του Παρθενώνα.
Με μια διμοιρία από είκοσι μαχητές, δυο οπλοπολυβόλα, τα αυτόματα και τα λιανοντούφεκα και μερικά μπουκάλια βενζίνης που ήταν και το μοναδικό τους αντιαρματικό όπλο, αστεία πράγματα βέβαια μπροστά στα κανόνια των πολεμικών, την πολεμική αεροπορία, τα τανκς και όλο τον βαρύ και σύγχρονο οπλισμό των Βρετανών, ο Δήμος κάλυπτε αυτό το δρόμο, και τώρα σκεφτόταν πως ήσαν τυχεροί που δεν είχε εμφανιστεί ακόμα κάποιο σπιτφάιρ.


Δεν γνώριζε αν υπήρχαν απώλειες στο τάγμα και σε αμάχους από τους βομβαρδισμούς, από τις στήλες καπνού όμως που έβλεπε στην ευρύτερη περιοχή καταλάβαινε ότι είχαν χτυπηθεί πολλά χτίρια. Κι εδώ που βρισκόταν, σε ακτίνα περίπου εκατόν πενήντα μέτρων περίπου γύρω του ήδη κάποιες οβίδες είχαν καταστρέψει δυο χτίρια και είχαν ισοπεδώσει φτωχόσπιτα, ενώ είχαν προκαλέσει και τον  τραυματισμό δυο γυναικών, χωρίς να καταφέρουν να κάμψουν το ηθικό των  αμάχων.
Αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός τη νύχτα αφού είχαν απωθήσει τους Εγγλέζους, η περιοχή είχε πλημμυρίσει από άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, που καλωσόριζαν χαρούμενοι τους ΕΛΑΣίτες λες και συναντούσαν τα παιδιά ή τα αδέλφια τους, ενώ μέλη της τοπικής οργάνωσης και του εφεδρικού ΕΛΑΣ συζήτησαν με τη διοίκηση του λόχου και πήραν οδηγίες για να στήσουν ένα οδόφραγμα στο δρόμο, προς την κατεύθυνση που υπήρχε κίνδυνος να εμφανιστούν οι Εγγλέζοι και τα ντόπια τσιράκια τους. 
Ένα πραγματικό μελίσσι από ανθρώπους που κινούνταν αδιάκοπα μέσα στη νύχτα κουβαλώντας τα πιο απίθανα υλικά, με καρότσια, στα χέρια στην πλάτη και στους ώμους, έστησε σε χρόνο ρεκόρ το οδόφραγμα, και σε λίγο, ήρθαν  γυναίκες κουβαλώντας σε μικρές κατσαρόλες ζεστό τσάι και χαμομήλι ακόμα και ένα κομμάτι ψωμί, ή ένα γλυκό  για να φιλέψουν τους μαχητές του ΕΛΑΣ
Από τις πρώτες μέρες που βρέθηκε με το τάγμα του στη φωτιά των Δεκεμβριανών ο Δήμος, είχε εκπλαγεί και υποκλινόταν στο μεγαλείο ψυχής του αθηναϊκού λαού, στην πίστη, την υπομονή και τη θέλησή του να αντισταθεί στην καινούργια κατοχή, να αγωνιστεί στο πλευρό του ΕΛΑΣ για να νικηθεί η αντίδραση.

Ο τρόπος και η ζεστή τους διάθεση όταν τους πλησίαζαν στα οδοφράγματα ή στα πρόχειρα αμπριά τους για να τους φιλέψουν κάτι φαγώσιμο ή ένα γλυκό, η προθυμία να κουβαλούν υλικά από το πουθενά για το χτίσιμο και το στήσιμο οδοφραγμάτων για τα αγγλικά άρματα μάχης και τα τεθωρακισμένα, η ταχύτητα, το θάρρος και η ετοιμότητά τους να περισυλλέγουν τους τραυματίες μέσα στη μάχη και να βρίσκουν κάθε απίθανο μέσον για να τους μεταφέρουν σε νοσοκομείο, όπου υπήρχε δυνατότητα, ακόμα και να στήνουν με έρανο πρόχειρα νοσοκομεία εκ του μηδενός,  ήσαν πρωτόγνωρες καταστάσεις για το Δήμο. Έπεφταν μέσα στη φωτιά της μάχης να τους ειδοποιήσουν για την εμφάνιση κάποιου εχθρικού τμήματος ή τη θέση ενός εχθρικού πολυβόλου, να τους πληροφορήσουν για αδιέξοδα, ή να τους υποδείξουν περάσματα μέσα από αυλές και σπίτια.
Με διαταγή του αντιστράτηγου Σκόμπυ,  Αρχιστράτηγου  των εν Ελλάδι Δυνάμεων  Ξηράς, οι Βρετανοί απαιτήσανε για την πρώτη του Δεκέμβρη τον αφοπλισμό και αποστράτευση των ενόπλων αντιστασιακών δυνάμεων, και βγάλανε και τα τανκς στους Αθηναϊκούς δρόμους.  
Οι υπουργοί του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας παραιτήθηκαν  διαμαρτυρόμενοι, καταγγέλλοντας ως μονομερή τον επιδιωκόμενο αφοπλισμό, θεωρώντας ότι δεν είναι δυνατόν η χώρα να πάει σε ελεύθερες εκλογές με αφοπλισμένες τις δυνάμεις της εθνικής αντίστασης, χωρίς παράλληλα να διαλυθούν και να αφοπλιστούν οι πραιτωριανοί της Ορεινής Ταξιαρχίας, η χωροφυλακή που υπηρέτησε τις κατοχικές δυνάμεις,  οι Χίτες, η Ειδική Ασφάλεια και η Αστυνομία, και οι διάφορες  ένοπλες συμμορίες εθνικοφρόνων, και το ΕΑΜ κάλεσε τον Αθηναϊκό λαό σε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας για την επομένη 3 του Δεκέμβρη. Η κυβέρνηση Παπανδρέου απαγόρευσε το συλλαλητήριο, ο αθηναϊκός λαός όμως που θεώρησε αδιανόητη την απαγόρευση, την αγνόησε και πλημμύρισε τους  δρόμους της Αθήνας. Η αστυνομία του Παπανδρέου που η πλειοψηφία  της ευσυνείδητα είχε υπηρετήσει τους Γερμανούς, για να ανακόψει και να εμποδίσει τη λαοπλημμύρα πυροβόλησε εν ψυχρώ στην πλατεία Συντάγματος στο κέντρο της Αθήνας κατά των άοπλων διαδηλωτών σκοτώνοντας τριάντα περίπου άνδρες και γυναίκες, και τραυματίζοντας εκατόν σαράντα.
 

Στην πάνδημη κηδεία των θυμάτων την επόμενη μέρα στις 4 του Δεκέμβρη, ξανά πυροβολισμοί στο άοπλο πλήθος, με σαράντα σκοτωμένους και εβδομήντα τραυματίες.

  

 Την νύχτα αρχίζουν πλέον συντονισμένες επιθέσεις κατά αστυνομικών τμημάτων σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ οι Εγγλέζοι αφοπλίζουν με προδοσία ένα σύνταγμα του ΕΛΑΣ στη Φιλοθέη. Η σύγκρουση γενικεύεται, δυνάμεις του ΕΛΑΣ συρρέουν προς την Αθήνα, ενώ οι Εγγλέζοι αποβιβάζουν συνεχώς νέες δυνάμεις στον Πειραιά και στο Φάληρο, που τις παίρνουν από το ιταλικό μέτωπο.
Θεωρητικά, τις πρώτες μέρες ο ΕΛΑΣ συγκρούεται με την  ντόπια αντίδραση που τον στρατό της αποτελούν οι Ορεινή ταξιαρχία, η χωροφυλακή, η Αστυνομία Πόλεων, η Ειδική Ασφάλεια, οι Χίτες, η Εθνοφυλακή που στελεχώνεται από ακροδεξιούς αξιωματικούς και επανδρώνεται ακόμα και από ταγματασφαλίτες και δωσίλογους που ντύνονται εθνοφύλακες, και από διάφορες άλλες ένοπλες ακροδεξιές συμμορίες.
Ο σοβαρός όμως αντίπαλος είναι οι Εγγλέζοι, που πέρα από τον επισιτισμό και τον εξοπλισμό με σύγχρονα όπλα και ανεφοδιασμό που παρέχουν αφειδώς στον  ιδιότυπο αυτό στρατό της αντίδρασης , πέρα από τα τανκς που βγάλανε στην Αθήνα από την πρώτη του Δεκέμβρη, και το σύνταγμα του ΕΛΑΣ που αφοπλίσανε ύστερα από δυο μέρες, από τις 4 του Δεκέμβρη με τα αεροπλάνα τους πολυβολούν όποια μονάδα του ΕΛΑΣ κινείται. Στις 6 και 7 πολυβολούν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στου Γουδή, στου Μακρυγιάννη με τις ερπύστριες των τανκς λιώνουν τους ΕΛΑΣίτες που πολεμούν τους χωροφύλακες, και δεν χάνουν ευκαιρία να χτυπήσουν όπου μπορούν.
Παρόλα αυτά, και για πολλές μέρες ακόμα  η ηγεσία του ΕΑΜ εξακολουθεί να  θεωρεί τους Εγγλέζους συμμάχους, και παραβλέπει την ωμή στρατιωτική τους επέμβαση στη χώρα και τον ανοιχτό πόλεμο που  έχουν εξαπολύσει κατά του ΕΛΑΣ, ενώ δεν λαβαίνει υπόψη του προειδοποιήσεις και εισηγήσεις αξιωματικών του ΕΛΑΣ που λένε ότι πρέπει να τσακίσουμε τους Εγγλέζους τώρα, γιατί αργότερα αυτό θα είναι αδύνατο. Όχι μόνο αυτό, αλλά η ηγεσία επιμένει και προειδοποιεί πως όποιος χτυπήσει Εγγλέζους θα θεωρηθεί προβοκάτορας. 

Ο βομβαρδισμός από τα πολεμικά σταμάτησε κάποια στιγμή, και ο Δήμος έριξε μια ματιά στις θέσεις της διμοιρίας. Από την εμπειρία που είχε αποχτήσει πολεμώντας είκοσι μέρες τώρα στις γειτονιές και τους δρόμους της Αθήνας, αλλά και από τον βομβαρδισμό που είχε προηγηθεί, ήταν βέβαιος πως σε λίγο θα έκαναν την εμφάνισή τους οι Εγγλέζοι και θα προσπαθούσαν να ξαναπάρουν τη θέση που είχαν χάσει τη νύχτα.
Αποφάσισε να αλλάξει θέση στο ένα από τα δυο του οπλοπολυβόλα και να το εγκαταστήσει στον όροφο ενός κατεστραμμένου σπιτιού, υπολογίζοντας πως από αυτό το σημείο θα είχε καλύτερο έλεγχο της περιοχής, ενώ το άλλο θα έμενε στο οδόφραγμα. Έδινε τις τελευταίες οδηγίες στον Κασσιάρα για τη θέση που θα έπρεπε να πιάσει, όταν ξέσπασε η επίθεση του εχθρού κατά των θέσεων του τάγματος, με άρματα μάχης τεθωρακισμένα και πεζικό. Τα κανόνια των τανκς, τα αυτόματα, τα πολυβόλα και οι χειροβομβίδες επιτιθεμένων και αμυνομένων, μέσα σε ελάχιστα λεπτά δημιούργησαν σκηνικό κόλασης.

 
 Στη θέση της διμοιρίας το άρμα εμφανίστηκε στα εκατό μέτρα περίπου με μια ομάδα πεζικάριων στα πλάγια του που πυροβολούσαν ασταμάτητα, αλλά τρεις από αυτούς έπεσαν αμέσως χτυπημένοι από τα πυρά της διμοιρίας και ελεύθερων σκοπευτών του εφεδρικού ΕΛΑΣ που τους σημάδευαν από διάφορα σημεία, ενώ οι άλλοι πρόλαβαν και καλύφτηκαν.
Ο Δήμος δάγκωσε τα χείλη του στη σκέψη ότι δεν είχαν αντιαρματικό με το οποίο θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ένα άρμα μάχης, και φυσικά δεν γινόταν λόγος για τα λιανοντούφεκα που ούτε το χρώμα του δεν μπορούσαν να ξύσουν με τα πυρά τους.
Το ατσάλινο θηρίο κινήθηκε αργά λίγο μπροστά, διστακτικά, λες και ήθελε να ελέγξει την περιοχή μπροστά του με τα πολυβόλα του να ξερνάνε πυρωμένο ατσάλι, και ο Μπουρλέκας έκανε νόημα σε έναν από τους άνδρες της ομάδας του που κρατούσε στο χέρι του μια αυτοσχέδια βόμβα, ένα μπουκάλι γεμάτο βενζίνη. Τη στιγμή που το άρμα έφθασε στο ύψος τους, ο νεαρός ΕΛΑΣίτης άναψε το στουπί που προεξείχε από το μπουκάλι, πετάχτηκε σκυφτός και με δυο σάλτους βρέθηκε πάνω του. Είχε καταφέρει να πιαστεί με το ελεύθερο χέρι του από τον πυργίσκο όταν δέχτηκε πυρά από το ίδιο το άρμα ή από τους πεζικάριους της δύναμής του, και το άψυχο κορμί του γλίστρησε στο οδόστρωμα, ενώ το μπουκάλι με τη βενζίνη που είχε χτυπηθεί, λαμπάδιασε χαμηλά στην ατσάλινη θωράκιση του άρματος και σε λίγο έσβησε χωρίς να του προκαλέσει καμιά ζημιά. Το άρμα συνέχισε την κίνησή του εστιάζοντας το τεράστιο κανόνι του  πάνω στο οδόφραγμα, και με την οβίδα που του έστειλε τίναξε το μεγαλύτερο μέρος του σε χιλιάδες κομμάτια στον αέρα, μαζί με όσους από τους υπερασπιστές του δεν πρόλαβαν να το εγκαταλείψουν όταν είδαν τον κίνδυνο.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο Δήμος, μόλις κατάφερε να ξεκολλήσει τα μάτια του από τον φλεγόμενο πίδακα με τα πυρωμένα σίδερα, τα αδρανή υλικά, τα ξύλα, και τις κομματιασμένες σάρκες των ανδρών του που αιωρούνταν ακόμα στον αέρα, στράφηκε προς το άρμα που κινιόταν αργά, και είδε έναν άνδρα να πετάγεται σκυφτός με ταχύτητα αστραπής προς το μέρος του κρατώντας ένα χοντρό ύφασμα στο χέρι του, μάλλον κουβέρτα. Κατάλαβε πως ήταν ολόκληρη ομάδα από εφεδροελασίτες της Αθήνας, αφού δυο ακόμα μαχητές πυροβολούσαν προς τους στρατιώτες που βρίσκονταν έξω από το άρμα καλύπτοντας έτσι το σύντροφό τους. Ο άνδρας με τη διπλωμένη κουβέρτα σίμωσε σκυφτός στο πλάι του ατσάλινου θηρίου, διπλωμένος στα δυο σχεδόν,  και κατάφερε να την κολλήσει   στην ερπύστρια που τράβηξε το χοντρό ύφασμα με την κίνηση, και σε δευτερόλεπτα φρακάρισε. Ο χειριστής του μαρσάρισε, και έκανε μια δυο κινήσεις προσπαθώντας  να κινήσει το άρμα, αλλά μάταια, είχε ακινητοποιηθεί.
Ένας άλλος μαχητής, ένα παιδί δεκαέξι – δεκαεφτά χρονών, πήδησε με δυο άλματα πάνω στο άρμα κρατώντας ένα μπουκάλι βενζίνη στο χέρι του με αναμμένο το στουπί, και το κοπάνησε πάνω στο άνοιγμα του πυργίσκου.  Προτού ολοκληρώσει την κίνησή του ο νεαρός μαχητής είχε  πηδήσει κιόλας στο δρόμο τρέχοντας να καλυφθεί, ενώ η έκρηξη της αυτοσχέδιας βόμβας τύλιξε το άρμα σε έναν τεράστιο φλεγόμενο σωρό.  Ανατριχιαστικά ουρλιαχτά ακούστηκαν από το εσωτερικό του, και μια φλεγόμενη φιγούρα που κατάφερε να πεταχτεί έξω από τον πυργίσκο και να κυλιστεί στο οδόστρωμα, ξεψύχησε σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ενώ μια δεύτερη δεν ολοκλήρωσε την προσπάθειά της και έμεινε διπλωμένη στον πυργίσκο, μισή μέσα και μισή έξω, και συνέχισε να καίγεται από την τεράστια πύρινη γλώσσα που έβγαινε από το κουφάρι του.  
Ο Δήμος έτρεξε προς το διαλυμένο οδόφραγμα και ό,τι είχε απομείνει από αυτό, και βρήκε τον ομαδάρχη του πάνω από τα συντρίμια να κρατά με το δεξί του χέρι και να περιεργάζεται το οπλοπολυβόλο, ενώ ένας από τους άνδρες του προσπαθούσε να του επιδέσει το  ξώφαλτσο τραύμα που είχε στον ώμο του.
Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του καθώς το βλέμμα του έπεσε πάνω στα  διαμελισμένα κορμιά του πολυβολητή και του γεμιστή του
  - Προσπάθησαν να μαζέψουν το οπλοπολυβόλο και τα πυρομαχικά όταν είδαν το κανόνι να στρέφεται εναντίον μας, είπε ο ομαδάρχης, αλλά δεν τα κατάφεραν να ολοκληρώσουν την προσπάθεια. Έχουμε δυο ακόμα τραυματίες που τους  πήραν οι εφεδροελασίτες για να τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο.  
- Δουλεύει αυτό; ρώτησε ο Δήμος δείχνοντας με ένα νεύμα το οπλοπολυβόλο.
Πικρή γκριμάτσα  εμφανίστηκε στο πρόσωπο του ομαδάρχη. .
- Δουλεύει συναγωνιστή ανθυπολοχαγέ, αλλά τι μπορεί να κάνει απέναντι στα θωρακισμένα; Μάλλον θα έπρεπε να στήσουμε μια ταμπέλα εδώ που να λέει «απαγορεύεται η διέλευση των τανκς».
Δεν πρόλαβε να απαντήσει στο πικρόχολο σχόλιο του ομαδάρχη του καθώς νέος καταιγισμός πυρών ξέσπασε στη θέση που κρατούσε μπροστά η ομάδα του Μπουρλέκα, και ένα δεύτερο άρμα μάχης εμφανίστηκε με ολόκληρη διμοιρία πεζικού που ανταπέδιδε τα πυρά πυροβολώντας συνεχώς. Πλησίασε αμέσως το φλεγόμενο ακόμα άρμα που στο εσωτερικό του είχαν αρχίσει να σκάνε τα πυρομαχικά από την υπερθέρμανση, και  με δυο αποφασιστικές  κινήσεις το απώθησε στην άκρη του δρόμου. Στάθηκε ύστερα ακίνητο, και με το κανόνι του άρχισε να στέλνει οβίδες και να ισοπεδώνει τα σπίτια κατά την κρίση του σκοπευτή του, ενώ και τα μυδράλια του χτυπούσαν αδιακρίτως ό,τι κινιόταν.
Έτυχε εκείνη την ημέρα, 3 του Γενάρη πλέον του 1945, να αρχίσει και η σύμπτυξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, υποχώρηση στην ουσία, που κατέρρεαν κάτω από την συντριπτική  σε δύναμη πυρός υπεροχή των 80 000 Εγγλέζων που είχαν συγκεντρωθεί από τα τέλη του Δεκέμβρη, και των είκοσι περίπου χιλιάδων πραιτωριανών της κυβέρνησης, αλλά και από την σοβαρή πλέον έλλειψη πυρομαχικών και εφοδίων, και το τάγμα πήρε εντολή να συμπτυχθεί προς την Ελευσίνα.
Σημ: Από ανέκδοτο βιβλίο μου.